Supreme Court dismisses appeal on succession of collective agreements and failure to cite evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding his employment contract termination. The court found that the new collective agreement superseded the old one, meaning the principle of favoring employees did not apply to the contract terms. Furthermore, the court rejected the appellant's claim that the employer failed to consider witness affidavits because the specific documents were not properly cited in the lower court proceedings.
Legislator headnote
AI generatedΝ. 1876/1990, άρθρο 7; Ν. 1876/1990, άρθρο 281 ΑΚ: Upon succession of collective agreements, the newer agreement replaces the older one regardless of whether it improves or worsens terms, and the principle of favoring employees applies only to individual contracts deviating from collective norms unless explicitly exempted; failure to cite specific evidence renders an appeal argument inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1437 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1437/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Λάμπρο Σέμπο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής επιχείρησης, με την επωνυμία «E.F.G. EUROBANK-ERGASIAS Α.Ε.» και το διακριτικό τίτλο «EUROBANK-ERGASIAS» που εδρεύει στην Αθήνα όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Δαούτη και Δημήτριο Ζερδελή.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση προς: Το Σωματείο με την επωνυμία «ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ E.F.G. EUROBANK-ERGASIAS» που ασκήθηκε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ εμού, το οποίο εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βλαστό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/1/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1492/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2419/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/7/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, ανέγνωσε την από 3/4/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και της πρόσθετης παρέμβασης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το σύνολο των διατάξεων του Ν.1876/1990 συνάγεται ότι οι όροι εργασίας που ρυθμίζονται από ΣΣΕ μπορούν να τροποποιηθούν με νεώτερη ΣΣΕ, η οποία ρητά ή σιωπηρά αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος. Στη περίπτωση αυτή πρόκειται περί διαδοχής ΣΣΕ όπου η νεώτερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης ΣΣΕ τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων, καθόσον επί διαδοχής ΣΣΕ ισχύει η αρχή της διαδοχής τάξεων και δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής της αρχής της ευνοίας υπέρ των μισθωτών, που προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν.1876/1990, κατά την οποία οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των ΣΣΕ είναι επικρατέστεροι εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους. Μόνο εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκε ειδικά ότι οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ θα αποτελούν όρους της ατομικής αυτής συμβάσεως ανεξαρτήτως του αν οι όροι αυτοί θα εξακολουθούν να έχουν κανονιστική ισχύ, τότε οι όροι αυτοί, εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό, δεν μπορούν να μεταβληθούν από νεώτερη ΣΣΕ η οποία περιέχει κανονιστικούς όρους δυσμενέστερους για το μισθωτό από εκείνους της καταργηθείσας ΣΣΕ.
Εν προκειμένω το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ότι ο αναιρεσείων είχε προσληφθεί ως υπάλληλος από την αρχική εργοδότρια Τράπεζα Εργασίας, η οποία κατά το έτος 2000 συγχωνεύθηκε δια απορροφήσεως στην αναιρεσίβλητη τράπεζα. Ότι με τον θεσπιθέντα με την από 20-1-1978 ΣΣΕ Οργανισμό της αρχικής εργοδότριας οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού ήσαν ορισμένου χρόνου. Ότι η αναιρεσίβλητη κατάγγειλε την παραπάνω ΣΣΕ και συνήψε την από 12-9-2000 ΕΣΣΕ με το πλέον αντιπροσωπευτικό σωματείο εργαζομένων στο χώρο της επιχείρησης, με την οποία θεσπίστηκε ο νέος Οργανισμός που καθιστά τις συμβάσεις εργασίας του προσωπικού αορίστου χρόνου. Ότι μετά τη θέση σε ισχύ της νέας ΣΣΕ και η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος κατέστη αορίστου χρόνου, αφού στην ατομική του σύμβαση εργασίας δεν είχαν ενσωματωθεί οι όροι της καταργηθείσας ΣΣΕ, ώστε να ισχύουν ως συμβατικοί και μετά τη λήξη της κανονιστικής ισχύος τους. Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρ. 680 ΑΚ, των άρθρ. 1 παρ.2 και 3, 4 παρ.2, 15 παρ.1 έως 3 και 19 παρ.2 του Ν>3239/1955 και το άρθρ. 7 του Ν.1876/1990 και γιαυτό ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ανεπάρκεια αιτιολογιών, που στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης και θεμελιώνει τον από τον αρ.9 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Όμως ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία, αν το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο πλην άλλων και α) τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα β) το αληθινό περιεχόμενο αυτών γ) το γενόμενο δεκτό με την προσβαλλομένη απόφαση ως περιεχόμενο αυτών.
Εν προκειμένω με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων βαθμολογήθηκε στο φύλλο ποιότητος με τον κατώτατο βαθμό και έτσι παραμορφώθηκαν κατά το περιεχόμενό τους φύλλα ποιότητας με ανεπαρκείς αιτιολογίες που κάνουν αδύνατο τον έλεγχο της ορθότητάς τους.
Ο λόγος αυτός κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος διότι η έλλειψη αφορά σε εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ κατά το μέρος του από τον αριθ.20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος, καθόσον δεν αναφέρονται ποια έγγραφα παραμορφώθηκαν, ποιό ήταν το αληθινό περιεχόμενό τους και τι δέχθηκε το Εφετείο ως περιεχόμενο αυτών.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 669 ΑΚ η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του μισθωτού. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που θέτει το άρθρ. 281 ΑΚ, οπότε η καταγγελία, εφόσον έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη.
Κατάχρηση όμως του δικαιώματος καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη δεν συντρέχει όταν η καταγγελία έγινε για λόγους που ανάγονται στο πρόσωπο του μισθωτού όπως ανεπάρκεια, παραβάσεις των εργασιακών του υποχρεώσεων, κλονισμός εμπιστοσύνης κλπ, που δημιουργούν προβλήματα στην ομαλή λειτουργία της επιχειρήσεως.
Εν προκειμένω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, έκρινε ότι η γενόμενη από την αναιρεσίβλητη την 31-10-2001 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος δεν είναι καταχρηστική δεχόμενο τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Σε σχέση με την υπηρεσιακή απόδοση του αναιρεσείοντα αποδείχθηκε ότι ο ίδιος κατά την πρόσληψη του τοποθετήθηκε στο κατάστημα της οδού ... , από το οποίο, κατόπιν διαμαρτυριών του Διευθυντή για τη συμπεριφορά του, μετατέθηκε κατά μήνα Μάιο του 1998 στο κατάστημα ... , όπου εξ αρχής και καθ' όλη τη διάρκεια της εκεί απασχόλησής του εξακολουθούσε να επιδεικνύει αντισυμβατική συμπεριφορά και συγκεκριμένα παρουσίαζε, κατ' επανάληψη, καθυστέρηση στην προσέλευση του το πρωί.
Επίσης επεδείκνυε και αντισυναδελφική συμπεριφορά αρνούμενος να συνεργασθεί τόσο με τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του όσο και με τους προϊσταμένους του. Η παραπάνω συμπεριφορά του είχε ως αποτέλεσμα η διευθύντριά του στο τμήμα καταθέσεων να ζητήσει τη μετακίνηση του σε άλλο τμήμα, όταν δε μετακινήθηκε στο τμήμα Δανείων, αρνείτο να εκτελέσει την εργασία που του είχε ανατεθεί, δεν εξυπηρετούσε τους πελάτες, εγκατέλειπε τη θέση του και περιεφέρετο σε άλλους χώρους του καταστήματος, αρνούμενος να συμμορφωθεί στις αλλεπάλληλες σχετικές συστάσεις του Διευθυντή του καταστήματος, ο οποίος αναγκάστηκε να τον βαθμολογήσει στο φύλλο ποιότητας με τον κατώτατο βαθμό 1.
Κατά τον ως άνω αντισυμβατικό τρόπο ο αναιρεσείων εξακολούθησε να συμπεριφέρεται και μετά τη συγχώνευση των Τραπεζών, παρά τις προσπάθειες των προϊσταμένων του και του νέου Διευθυντή (από 1-11-2000), με αποτέλεσμα, αφού πλέον είχε εκλείψει κάθε πιθανότητα συνενόησης και συνεργασίας, η αναιρεσίβλητη να προβεί στις 31-10-2001 σε έγγραφη καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, η οποία κατά τα προαναφερθέντα, είχε καταστεί αορίστου χρόνου, μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Οργανισμού.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε εξάλλου εκείνη του άρθρου 672 ΑΚ που δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος ήταν αορίστου χρόνου και επομένως δεν απαιτείτο η συνδρομή σπουδαίου λόγου για το έγκυρο της καταγγελίας.
Επομένως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη δύο ενόρκων βεβαιώσεων που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε. Από το επισκοπούμενο αντίγραφο των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο Εφετείο προκύπτει μεν η επίκληση ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων που λήφθηκαν προς υποστήριξη της εφέσεως χωρίς όμως να αναφέρονται οι αριθμοί των συμβολαιογραφικών πράξεων στις οποίες καταχωρήθηκαν. Επομένως, αφού δεν υπήρξε νόμιμη επίκληση των παραπάνω αποδεικτικών μέσων με ακριβή προσδιορισμό των μέσων αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.7.2005 αίτηση του ... για αναίρεση της 2419/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και την πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση του επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία «Ενωτικός Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας EFG EUROBANK – ERGASIAS».
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ