Legislator Case Law & Legislation
1436/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in lease dispute, ruling lower court properly considered all evidence without error.

Case Number 1436/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a lease dispute over property defects. The appellant argued that the appellate court ignored specific documents proving the transfer of the lease relationship, but the court found these documents were duly considered in the original judgment. The court ruled that the appellate court was not required to explicitly list every document reviewed, as the decision was based on a comprehensive evaluation of all evidence, thereby rejecting the claim of improper evidence assessment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 561(1), 561(2) of the Code of Civil Procedure; The appellate court is not obligated to make specific mention of every document considered when reviewing evidence, provided the decision reflects a comprehensive evaluation of the entire case file without error.

Keywords

AI generated
appeal admissibility lease transfer evidence assessment improper evidence Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 361, 455 et seq., 471 of the Civil Code
Article 29 of Law 813/1978
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 495(3)(c)(iv) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1436 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1436/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νικολέττα Τσαγκαράκη.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Αττικής", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σχινά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 236/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5719/2018, όπως αυτή διορθώθηκε με την 3288/2019, του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-12-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5719/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του Εφετείου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 17-3-2017 και με αριθμό καταθέσεως 521265/501238/2017 έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 236/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε, εν μέρει ως μη νόμιμη και εν μέρει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης από 16.9.2014 και με αριθμό καταθέσεως 105391/2405/2014 ένδικη αγωγή, για αποζημίωση εξ αιτίας πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου ακινήτου, που εμποδίζουν τη χρήση του.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 455 επ. και 471 του Α.Κ., οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 29 του Ν. 813/1978 (ήδη άρθρο 44 του Π.Δ. 34/1995) εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, συνάγεται ότι η μεταβίβαση ολόκληρης της μισθωτικής σχέσεως από το μισθωτή προς τρίτο, εκτός των προβλεπομένων στο άρθρο 6 παρ. 3 και 4 του Ν. 813/1978 (ήδη άρθρο 12 Π.Δ. 34/1995) περιπτώσεων, γίνεται μόνο με τον συνδυασμό εκχωρήσεως και αναδοχής χρέους, κατόπιν συναινέσεως του εκμισθωτή.

Με την εκχώρηση μεταβιβάζεται η σχέση με την ενεργητική της μορφή και με την αναδοχή χρέους με την παθητική της μορφή. Μόνη η σύμβαση μεταξύ μισθωτή και τρίτου για μεταβίβαση προς το δεύτερο της μισθωτικής σχέσεως, χωρίς συναίνεση του εκμισθωτή, δεν καθιστά τον τρίτο, μισθωτή στη σχέση αυτή και ως εκ τούτου ο τελευταίος δεν αποκτά κανένα δικαίωμα από τη μίσθωση έναντι του εκμισθωτή (ΑΠ 1255/2019, ΑΠ 455/2017).

Βασικό αποτέλεσμα της κατά τα ως άνω μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως, είναι ότι επέρχεται ειδική διαδοχή στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής. Ο μισθωτής αποξενώνεται από τη μίσθωση και στη θέση του υπεισέρχεται ο τρίτος. Επομένως, κύριο χαρακτηριστικό της μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως είναι η αλλοίωση υποκειμενικώς αυτής, η οποία συνεχίζει πλέον να λειτουργεί με μισθωτή τον τρίτο, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε η σχέση.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 593 του Α.Κ. και 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 813/1978, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2041/1992, προκύπτει ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να παραχωρηθεί η χρήση του μισθίου σε τρίτο ή σε εταιρεία που έχει συσταθεί με συμμετοχή και του μισθωτή.

Η παραχώρηση όμως αυτή της χρήσεως του μισθίου σε τρίτο, είτε με υπεκμίσθωση, είτε με σύσταση εταιρείας, είναι σχέση παρεπομένη, αναφορικά με την κύρια μίσθωση και δεν αλλοιώνει υποκειμενικά την μισθωτική σχέση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων (εκμισθωτή και μισθωτή και, σε περίπτωση θανάτου αυτών, των κληρονόμων τους, που υπεισέρχονται στην μισθωτική σχέση).

Έτσι, η κυρία μισθωτική σχέση δεν επηρεάζεται, ούτε αλλοιώνεται, ακόμη και αν ο εκμισθωτής συναίνεσε ή ενέκρινε την παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου, είτε με υπεκμίσθωση, είτε με τη σύσταση εταιρείας. Έναντι όμως του εκμισθωτή ευθύνονται εις ολόκληρον και ο μισθωτής και η εταιρεία στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου (άρθρο 481 Α.Κ.).

Επομένως, και μετά την παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου, ο εκμισθωτής εξακολουθεί να είναι εκμισθωτής και ο αρχικός μισθωτής να είναι μισθωτής και αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την αρχική μισθωτική σύμβαση, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και να λειτουργεί μεταξύ αυτών, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία μεταξύ των αρχικώς συμβληθέντων.

Έτσι, από το γεγονός ότι ο εκμισθωτής έχει συμφωνήσει στην παραχώρηση της χρήσεως, δεν παύει αυτή να είναι σχέση παρεπομένη απέναντι σ' αυτόν και, επομένως, ο παραχωρησιούχος δεν υπεισέρχεται στην κύρια μίσθωση. Τα αυτά ισχύουν και σε περίπτωση παραχωρήσεως της χρήσεως σε εταιρεία που θα συσταθεί μεταξύ των συμμισθωτών ή στην οποία θα συμμετέχει και ο μισθωτής.

Μόνο αν ρητά συμφωνηθεί μεταξύ εκμισθωτή, μισθωτή και παραχωρησιούχου, η έξοδος από την σχέση του μισθωτή και η υπεισέλευση του παραχωρησιούχου (οπότε όμως πρόκειται για μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως και όχι για παραχώρηση της χρήσεως), ο τελευταίος παίρνει την θέση του μισθωτή, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες (ΑΠ 455/2017, ΑΠ 1177/2015, ΑΠ 1099/2015, ΑΠ 1226/2012, ΑΠ 1245/2010, ΑΠ 1957/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 756/2021, ΑΠ 42/2020).

Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 258/2021, ΑΠ 42/2020).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 521/2021, ΑΠ 464/2020, ΑΠ 1430/2019, ΑΠ 941/2018).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/ 1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 122/2020, 1373/2019, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 564/2018).

Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις, είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 805/2021, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1653/2018, ΑΠ 1206/2018).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 145/2021, ΑΠ 605/2020, ΑΠ 30/2020). Περαιτέρω, αν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναιρέσεως, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον απευθύνεται κατά της μίας από τις δύο αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως.

Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, για την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών (καθεμίας αυτοτελώς) που στηρίζουν το διατακτικό της (ΑΠ 390/2018, Α.Π. 675/ 2013). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 317/2021, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 228/2020, ΑΠ 22/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "Με το από 10/11/2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών - Πειραιώς εκμίσθωσε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "….", μετά από νομίμως διεξαχθείσα δημοπρασία (δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό), ένα διατηρητέο κατάστημα, που βρίσκεται επί της οδού…., στην …, εντός του …., που λειτουργούσε παλαιότερα με την επωνυμία "…", το οποίο αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο, ταράτσα και όλες τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις, επιφάνειας κάθε επιπέδου 420 τ.μ.

και ωφέλιμης επιφάνειας 360 τ.μ., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως χώρος εστίασης (εστιατόριο, καφετέρια, καφεστιατόριο). Στο παραπάνω μίσθιο περιλαμβάνονται και η εκμετάλλευση του πλατύσκαλου έμπροσθεν του κτιρίου (επί της οδού…, μήκους 27,50 μέτρων και πλάτους 3,60 μέτρων), καθώς και ο παρακείμενος του κτιρίου περιβάλλων χώρος, εκτάσεως περίπου 1.720 τ.μ..

Η διάρκεια της ανωτέρω μίσθωσης συμφωνήθηκε από τους συμβαλλόμενους δεκαετής, αρχόμενη την ημέρα του πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής, που έλαβε χώρα την 24.11.2008 και λήγουσα την 23.11.2018. Το μηνιαίο μίσθωμα, προκαταβαλλόμενο έως την πέμπτη εκάστου μισθωτικού μηνός, συμφωνήθηκε στο ποσό των 21.000 € για το πρώτο μισθωτικό έτος, που συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται από το δεύτερο μισθωτικό έτος και για κάθε επόμενο έτος κατά ποσοστό ίσο με το ποσοστό αύξησης του τιμαρίθμου, πλέον δύο μονάδες, επί του μισθώματος του αμέσως προηγούμενου έτους.

Εξάλλου, δυνάμει των άρθρων 114 παρ. 4 και 283 παρ. 2 του Ν. 3452/2010 καταργήθηκε η αρχική εκμισθώτρια Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών-Πειραιώς και ιδρύθηκε η εναγόμενη "Περιφέρεια Αττικής" ως Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης Β' Βαθμού, που από 1.1.2011 υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εκμισθώτριας, τα οποία απορρέουν από την ανωτέρω σύμβαση μίσθωσης.

Εν τω μεταξύ η μισθώτρια ανώνυμη εταιρία μαζί με τους Π. Ζ. και Χ. Ζ. συνέστησαν την 11.2.2009, δυνάμει της υπ' αριθμ. … πράξης της Συμβ/φου Αθηνών Μ.-Ε. Μ., που καταχωρήθηκε την 19.2.2009 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ….., την ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "….". Στο υπ' αριθμ. 65 άρθρο του καταστατικού της ορίζονταν ότι η μισθώτρια ανώνυμη εταιρία, ως ιδρύτρια και μέτοχος της ενάγουσας, εισέφερε στη τελευταία το μισθωτικό της δικαίωμα επί του ενδίκου μισθίου καταστήματος, που ως εκ τούτου υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της και δικαιούνταν εφεξής να χρησιμοποιεί το μίσθιο, καθώς και ότι ήδη η εκμισθώτρια Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών-Πειραιώς με το υπ' αριθμ. 3750/14.1.2009 έγγραφό της είχε εγκρίνει αυτή την εισφορά.

Όπως όμως προκύπτει, πριν τη σύσταση της ενάγουσας, η μισθώτρια είχε απευθυνθεί με το από 25.11.2008 έγγραφό της στην εκμισθώτρια, ζητώντας να της επιτραπεί η σύσταση εταιρίας, η οποία θα αναλάμβανε αποκλειστικώς την εκμετάλλευση του μισθίου, χαρακτηρίζοντάς την ως "υπομισθώτρια", αναφέροντας επί λέξει: "Η εν λόγω εταιρεία θα προσπαθήσει να έχει την, κατά το δυνατόν καλύτερη, επιχειρηματική εκμετάλλευση του εν λόγω χώρου, αφού η υπομισθώτρια θα έχει ως κύρια δραστηριότητα την εκμετάλλευση του μισθίου και κατ' επέκταση την καλύτερη εξυπηρέτηση των πελατών τους.

Η εταιρεία μας "…" θα εξακολουθήσει να είναι υπεύθυνη για την ορθή τήρηση των όρων του από 10.11.2008 συμφωνητικού". Στο ως άνω έγγραφο η εκμισθώτρια Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών-Πειραιώς απήντησε ότι, βάσει της Διακήρυξης και της σχετικής μεταξύ τους υπογραφείσας σύμβασης, καταρχήν συναινεί στο να υπεισέλθει στη θέση του αρχικού μισθωτή μια νέα εταιρεία, η οποία θα δικαιούται να χρησιμοποιεί το μίσθιο και θα καταβάλλει τα μισθώματα, με την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι θα συνεχίσει να υπάρχει ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος ο σημερινός μισθωτής, ο οποίος θα εγγυηθεί προς την εκμισθώτρια την εμπρόθεσμη και προσήκουσα καταβολή των μισθωμάτων του μισθίου και θα ενέχεται εις ολόκληρον με τον νέο μισθωτή για την καταβολή του μισθώματος προς εκείνη, και της επισημάνθηκε ότι οφείλει να γνωστοποιήσει στην εκμισθώτρια τη νέα εταιρεία και τη νομική της μορφή, ώστε να υπογραφεί νέο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο θα τροποποιείται η αρχική σύμβαση μίσθωσης.

Παρά ταύτα από τα από 17.3.2009, 19.6.2009, 22.2.2010 και 14.6.2010 έγγραφα της μισθώτριας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…." προς την αρχική εκμισθώτρια Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών- Πειραιώς, προκύπτει ότι η εν λόγω εταιρία εξακολούθησε να εμφανίζεται ως μόνη μισθώτρια του επίδικου μισθίου καταστήματος και μετά τη σύσταση της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…", επιχειρώντας (αυτή μόνη) όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την έκδοση της απαιτούμενης άδειας αποκατάστασης του μισθίου ακινήτου, για τις εργασίες στατικής ενισχύσεως και αντισεισμικής θωράκισης του κτιρίου, συμπλήρωσης της ελλιπούς υπουργικής απόφασης με την οποία έχει κηρυχθεί διατηρητέο το μίσθιο κτίριο, και διαμαρτυρόταν για τα πραγματικά ελαττώματα του μισθίου, λόγω των οποίων αναιρείτο η χρήση του, δηλώνοντας ότι θα διακόψει την καταβολή των μισθωμάτων μέχρι να αρθούν αυτά.

Προσέτι στις από 2.8.2010 και 15.10.2010 ανακοπές της μισθώτριας εταιρίας με την επωνυμία "…", κατά της υπ' αριθμ. 1487/2010 διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου και της υπ' αριθμ. 18610/2010 διαταγής πληρωμής για μισθώματα του Δικαστή του Μον/λούς Πρωτ/κείου Αθηνών αντίστοιχα, οι οποίες εκδόθηκαν κατόπιν αντίστοιχων αιτήσεων της αρχικής εκμισθώτριας, προκύπτει ότι ως μόνη μισθώτρια εμφανίζεται, και μετά την ίδρυση της ενάγουσας εταιρίας, η εταιρία με την επωνυμία "…", ενώ εξάλλου στα δικόγραφα των παραπάνω ανακοπών η ως άνω ανακόπτουσα δεν προέβαλε ως λόγο ακυρότητας των πληττομένων με αυτές διαταγών απόδοσης και πληρωμής τον ισχυρισμό περί του ότι μετά τη σύσταση της της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…", μεταβιβάστηκε σ' εκείνη η μισθωτική σχέση και υπεισήλθε έκτοτε σ' αυτή, ως μόνη μισθώτρια, στη θέση της αρχικής μισθώτριας.

Τέλος δεν αποδείχθηκε ούτε ότι γνωστοποιήθηκε η νέα εταιρία στην εκμισθώτρια, ενώ δεν υπογράφηκε νέο ιδιωτικό συμφωνητικό για τη τροποποίηση της αρχικής μισθωτικής σύμβασης, μολονότι σύμφωνα με το άρθρο 80 του Ν. 2362/1995, για την προκείμενη μίσθωση (επειδή η εκμισθώτρια είναι ν.π.δ.δ) απαιτούνταν η τήρηση έγγραφου τύπου, που είναι μάλιστα συστατικός, εφόσον προβλέπεται "για το κύρος" της σύμβασης, ως προϋπόθεση, δηλαδή, για την έγκυρη σύναψή της.

Εν όψει λοιπόν αυτών κρίνεται ως αβάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί του ότι από της συστάσεώς της και εντεύθεν υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση ως μισθώτρια (ανεξαρτήτως του ότι της παραχωρήθηκε από την μισθώτρια η χρήση του μισθίου, πράγμα που, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αλλοίωσε υποκειμενικά την μισθωτική σύμβαση, η οποία εξακολούθησε να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων) και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται στην έγερση της προκείμενης αγωγής με την οποία, επικαλούμενη πραγματικά ελαττώματα που εμποδίζουν τη χρήση, ζητεί αποζημίωση, σημειούμενου και του ότι κατ' αρχήν η αγωγή είναι και μη νόμιμη ως προς τα κονδύλια δαπανών για λογαριασμούς των οργανισμών κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ), τέλη, φόρους εισφορές και ασφάλιστρα, συνολικού ποσού 21.349,41 ευρώ και για αμοιβές δικηγόρων, λογιστών, δημοσιεύσεων στην εφημερίδα της κυβερνήσεως και για λοιπά έξοδα για τη σύσταση και λειτουργία της ενάγουσας εταιρίας, συνολικού ποσού 13.107,81 ευρώ, διότι και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι οι ανωτέρω δαπάνες, στις οποίες φέρεται ότι υποβλήθηκε η ενάγουσα, αποτελούν πράγματι ζημία, υπό την έννοια ότι επήλθε χειροτέρευση της περιουσιακής της κατάστασης, η ζημία αυτή δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επικαλούμενο ζημιογόνο γεγονός, την ύπαρξη δηλαδή των επικαλούμενων από την ενάγουσα πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου, τα οποία είναι προφανές ότι δεν αποτελούν την γενεσιουργό αιτία των δαπανών αυτών.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη δέχτηκε τα ίδια παραπάνω και απέρριψε την αγωγή, ορθώς εφήρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε....". Κατόπιν τούτου το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την έφεση της εκκαλούσας, ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 236/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή αυτής για καταβολή αποζημιώσεως εξ αιτίας πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου, που εμποδίζουν την χρήση του.

Δηλαδή, το Εφετείο έκρινε ότι η μεταξύ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών- Πειραιώς (στη θέση της οποίας υπεισήλθε η ήδη αναιρεσίβλητη "Περιφέρεια Αττικής") και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", μισθωτική σχέση, που καταρτίσθηκε δυνάμει του από 10-11-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως ακινήτου, δεν μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα- εκκαλούσα, ήδη αναιρεσείουσα και η τελευταία δεν υπεισήλθε σ' αυτή ως μισθώτρια, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε η αναγκαία προς τούτο συναίνεση της εκμισθώτριας, με επακόλουθο να μη νομιμοποιείται (η ενάγουσα) στην έγερση της υπό κρίση αγωγής.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 455 επ. 471 και 593 του Α.Κ. και 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 813/1978, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2041/1992, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα πιο πάνω ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Με το πρώτο (υπό στοιχείο 5.1) σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έκρινε ότι η ίδια (αναιρεσείουσα) δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην έγερση της ένδικης αγωγής, παρότι δέχτηκε ότι η αρχική εκμισθώτρια είχε συναινέσει στην υπεισέλευση αυτής στην επίδικη μίσθωση, στη θέση της αρχικής μισθώτριας "…".

Ο λόγος όμως αυτός, κατά το ανωτέρω σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι η αρχική εκμισθώτρια συναίνεσε στην υπεισέλευση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας στην επίδικη μίσθωση, στη θέση της αρχικής μισθώτριας "…", ενώ, αντίθετα, το Εφετείο δέχτηκε ότι η αρχική εκμισθώτρια, συναίνεσε μεν αρχικά στην προοπτική της υπεισελεύσεως μίας νέας εταιρείας στη θέση της αρχικής μισθώτριας, με την επισήμανση όμως ότι πρέπει να της γνωστοποιηθεί από την αρχική μισθώτρια η νέα εταιρεία και η νομική μορφή αυτής, ώστε να υπογραφεί νέο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο θα τροποποιείται η αρχική σύμβαση μισθώσεως, γεγονός που ουδέποτε συνέβη.

Με το δεύτερο (υπό στοιχείο 5.2) σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) ενώ αρχικώς δέχτηκε ότι η ίδια (αναιρεσείουσα) υπεισήλθε στην ένδικη μίσθωση στη θέση της αρχικής μισθώτριας "….", με την έγγραφη συναίνεση της αρχικής εκμισθώτριας και ότι μετά την υπεισέλευσή της η αρχική μισθώτρια θα συνεχίσει να υπάρχει ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη και δη ως εγγυήτρια της προσήκουσας και εμπρόθεσμης καταβολής των μισθωμάτων, στη συνέχεια, αντιφατικώς, δέχτηκε ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν υπεισήλθε στη θέση της αρχικής μισθώτριας, β) ενώ δέχτηκε ότι η αρχική μισθώτρια "…." παρέμεινε στη μίσθωση ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη και δη ως εγγυήτρια της προσήκουσας και εμπρόθεσμης καταβολής των μισθωμάτων, στη συνέχεια αναφέρει ότι η τελευταία εμφανίζεται ως μόνη μισθώτρια του επιδίκου μισθίου ακινήτου, επιχειρώντας (αυτή μόνη) όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την έκδοση της απαιτούμενης άδειας αποκαταστάσεως του μισθίου ακινήτου, για τις εργασίες στατικής ενισχύσεως και αντισεισμικής θωρακίσεως του κτιρίου, συμπληρώσεως της ελλιπούς υπουργικής αποφάσεως περί κηρύξεως του μισθίου ως διατηρητέου και για την άσκηση ανακοπών και αιτήσεων αναστολής εκτελέσεως, χωρίς να αναφέρει την ιδιότητα με την οποία η αρχική μισθώτρια επιχείρησε τις ενέργειες αυτές, και δη αν τις επιχείρησε ως μισθώτρια ή ως εγγυήτρια της προσήκουσας και εμπρόθεσμης εκπληρώσεως των εκ της μισθώσεως απορρεουσών υποχρεώσεων, γ) ενώ δέχτηκε ότι η αρχική μισθώτρια γνωστοποίησε στην αρχική εκμισθώτρια τη σύστασή της (αναιρεσείουσας) και ζήτησε την υπεισέλευσή της στην ένδικη μίσθωση, στη συνέχεια, αντιφατικώς, δέχτηκε ότι δεν γνωστοποιήθηκε αυτή στην αρχική εκμισθώτρια και δ) ενώ δέχτηκε ότι η αρχική εκμισθώτρια συναίνεσε εγγράφως στην υπεισέλευση αυτής (αναιρεσείουσας) στη θέση της αρχικής μισθώτριας, με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι η αρχική μισθώτρια θα παραμείνει στη μίσθωση ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη και δη ως εγγυήτρια της προσήκουσας και εμπρόθεσμης καταβολής των μισθωμάτων και επισημάνθηκε ότι η αρχική μισθώτρια οφείλει να γνωστοποιήσει στην εκμισθώτρια τη νέα εταιρεία και την εταιρική της μορφή, ώστε να υπογραφεί νέο ιδιωτικό συμφωνητικό, στη συνέχεια, όλως αντιφατικώς, δέχτηκε ότι η γνωστοποίηση αυτή αποτελούσε συστατικό όρο για το κύρος της συμβάσεως, δηλονότι για την έγκυρη σύναψή της.

Οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, η μεν υπό στοιχείο α', ως στηριζόμενη στην εσφαλμένη (σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρονται, κατά τη διερεύνηση του υπό στοιχείο 5.1 σκέλους του ίδιου λόγου αναιρέσεως) προϋπόθεση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι υπήρξε συναίνεση της αρχικής εκμισθώτριας στην υπεισέλευση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας στην επίδικη μίσθωση, στη θέση της αρχικής μισθώτριας, η υπό στοιχείο β' διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ρητά και χωρίς κανένα ενδοιασμό ότι η αρχική μισθώτρια επιχείρησε όλες τις προαναφερόμενες ενέργειες ως μόνη μισθώτρια του επιδίκου μισθίου καταστήματος, η υπό στοιχείο γ' διότι, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αρχική μισθώτρια, με το από 25-11-2008 έγγραφό της, δεν γνωστοποίησε στην αρχική εκμισθώτρια τη σύσταση της αναιρεσείουσας (αφού άλλωστε η τελευταία δεν είχε ακόμη συσταθεί κατά το χρόνο εκείνο, συσταθείσα μεταγενέστερα, και δη την 11.2.2009, δυνάμει της υπ' αριθμ.

… πράξεως της Συμβ/φου Αθηνών Μ.-Ε. Μ., που καταχωρήθηκε την 19.2.2009 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. … φύλλο της ΕτΚ), αλλά της ζήτησε να της επιτρέψει τη σύσταση εταιρείας, που θα ανελάμβανε αποκλειστικώς την εκμετάλλευση του μισθίου, τη σύσταση και τη νομική μορφή της οποίας εν τέλει δεν της γνωστοποίησε, η δε υπό στοιχείο δ' για το λόγο ότι το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η κατά νόμον αναγκαία, για τη μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως και την υπεισέλευση της αναιρεσείουσας στη θέση της αρχικής μισθώτριας, συναίνεση της εκμισθώτριας, η παραδοχή δε αυτή ουδόλως αντιφάσκει προς την περαιτέρω παραδοχή ότι "δεν υπογράφηκε νέο ιδιωτικό συμφωνητικό για την τροποποίηση της αρχικής μισθωτικής σύμβασης, μολονότι σύμφωνα με το άρθρο 80 του Ν. 2362/1995, για την προκείμενη μίσθωση (επειδή η εκμισθώτρια είναι ν.π.δ.δ) απαιτούνταν η τήρηση έγγραφου τύπου, που είναι μάλιστα συστατικός, εφόσον προβλέπεται "για το κύρος" της σύμβασης, ως προϋπόθεση, δηλαδή, για την έγκυρη σύναψή της".

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξ άλλου, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 297, 298, 577 και 583 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, χωρίς αιτιολογία έκρινε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς τα κονδύλια δαπανών για λογαριασμούς των οργανισμών κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ), τέλη, φόρους εισφορές, ασφάλιστρα, για αμοιβές δικηγόρων, λογιστών, δημοσιεύσεων στην εφημερίδα της κυβερνήσεως και λοιπά έξοδα για τη σύσταση και λειτουργία της ενάγουσας εταιρείας.

Πλην όμως, η αιτιολογία της πληττομένης αποφάσεως, κατά την οποία "σημειούμενου και του ότι κατ' αρχήν, η αγωγή είναι και μη νόμιμη ως προς τα κονδύλια δαπανών για λογαριασμούς των οργανισμών κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ), τέλη, φόρους εισφορές και ασφάλιστρα, συνολικού ποσού 21.349,41 ευρώ και για αμοιβές δικηγόρων, λογιστών, δημοσιεύσεων στην εφημερίδα της κυβερνήσεως και για λοιπά έξοδα για τη σύσταση και λειτουργία της ενάγουσας εταιρείας, συνολικού ποσού 13.107,81 ευρώ, διότι και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι οι ανωτέρω δαπάνες, στις οποίες φέρεται ότι υποβλήθηκε η ενάγουσα, αποτελούν πράγματι ζημία, υπό την έννοια ότι επήλθε χειροτέρευση της περιουσιακής της κατάστασης, η ζημία αυτή δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επικαλούμενο ζημιογόνο γεγονός, την ύπαρξη δηλαδή των επικαλούμενων από την ενάγουσα πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου, τα οποία είναι προφανές ότι δεν αποτελούν την γενεσιουργό αιτία των δαπανών αυτών", είναι επάλληλη και ισοδύναμη της ως άνω αιτιολογίας, περί μη νομιμοποιήσεως της ενάγουσας- αναιρεσείουσας στην έγερση της ένδικης αγωγής, η οποία στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως, αφού δεν πλήττεται επιτυχώς αναιρετικώς.

Επομένως, η αιτίαση που η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και αφορά στην προεκτεθείσα επάλληλη αιτιολογία, αλυσιτελώς προβάλλεται, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη και, συνεπώς, ο συναφής δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ.

γ' του Κ.Πολ.Δ., συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 816/2021, ΑΠ 696/2020, ΑΠ 614/2020, Α.Π. 731/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν εκτίμησε και δεν αξιολόγησε ειδικά, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε εσφαλμένη κρίση και συγκεκριμένα:

Α. Την υπ' αριθ. …. πράξη συστάσεως της αναιρεσείουσας, της Συμβολαιογράφου… … , στο άρθρο 65 της οποίας ορίζεται ρητώς ότι η αρχική μισθώτρια εταιρία "… Α.Ε." εισφέρει στην εταιρία μας τα μισθωτικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από την επίμαχη μίσθωση. Β. Τα παραστατικά καταβολής των μηνιαίων μισθωμάτων, από τα οποία αποδεικνύεται ότι η ίδια (αναιρεσείουσα) κατέβαλλε ανελλιπώς μέχρι τον Ιανουάριο του 2010 τα μισθώματα, τα οποία η αναιρεσίβλητη εισέπραττε χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει την εν λόγω καταβολή και την υπεισέλευσή αυτής στην θέση της αρχικής μισθώτριας.

Γ. Την αλληλογραφία, που είχε η αρχική μισθώτρια εταιρεία "…" και η αναιρεσείουσα με την αρχική εκμισθώτρια ΝΑ Αυτοδιοίκηση Αθηνών - Πειραιώς, την αναιρεσίβλητη και τις αρμόδιες υπηρεσίες αυτών και δη: 1) Το υπ'αριθ. πρωτ. … και 13) Την από … έγγραφη καταγγελία προς την εφεσίβλητη, που επιδόθηκε σ' αυτήν με την υπ'αριθ.

… έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού επιμελητού Α. Ι. Π. Γ. Τα παραστατικά που εκδόθηκαν στο όνομά της, σχετικά με τα καταβληθέντα χρηματικά ποσά για τη διενέργεια των αναγκαίων, προκειμένου να εκδοθεί η άδεια λειτουργίας του καταστήματος, και δη: 1) Την υπ' αριθ. … απόδειξη εισπράξεως του αρχιτέκτονος μηχανικού Δ.

Μ. ποσού 20.000 Ευρώ, την εκδοθείσα σε διαταγή του υπ' αριθ. …. ισόποση τραπεζική επιταγή της …και το υπ' αριθ. … πινάκιο παραδόσεως της εν λόγω επιταγής, 2) Την υπ' αριθ. … απόδειξη εισπράξεως του αρχιτέκτονος μηχανικού Δ. Μ. ποσού 20.000 Ευρώ, την εκδοθείσα σε διαταγή του υπ'αριθ. ….ισόποση τραπεζική επιταγή της … και το υπ' αριθ.

… πινάκιο παραδόσεως της εν λόγω επιταγής, 3) Την υπ' αριθ. … απόδειξη εισπράξεως του αρχιτέκτονος μηχανικού Δ. Μ. ποσού 25.000 Ευρώ, τις εκδοθείσες σε διαταγή του υπ'αριθ. …. τραπεζικές επιταγές της … ποσού 15.000 Ευρώ και 10.000 Ευρώ αντιστοίχως και τα υπ' αριθ. ….πινάκια παραδόσεως των εν λόγω επιταγών, 4) Την υπ' αριθ.

… απόδειξη εισπράξεως του αρχιτέκτονος μηχανικού Δ. Μ. ποσού 20.000 Ευρώ, τις εκδοθείσες σε διαταγή του υπ' αριθ. …. τραπεζικές επιταγές της …. ποσού 10.000 Ευρώ και 10.000 Ευρώ αντιστοίχως και τα υπ' αριθ. … πινάκια παραδόσεως των εν λόγω επιταγών, 5) Την υπ' αριθ. … απόδειξη εισπράξεως του αρχιτέκτονος μηχανικού Δ.

Μ. ποσού 54.288,22 Ευρώ, τις εκδοθείσες σε διαταγή του υπ'αριθ. … τραπεζικές επιταγές της … ποσού 20.000 Ευρώ και 9.113,44 Ευρώ αντιστοίχως και τα υπ'αριθ. …. πινάκια παραδόσεως των εν λόγω επιταγών, 6) Την από 11.3.2009 απόδειξη του γεωπόνου Χ. Ρ. ποσού 1.350 Ευρώ, την εκδοθείσα σε διαταγή του υπ' αριθ. …. ισόποση τραπεζική επιταγή της ….

και το υπ' αριθ. … πινάκιο παραδόσεως της εν λόγω επιταγής, 7) Την υπ' αριθ. … απόδειξη του γεωπόνου Χ. Ρ. ποσού 5.400 Ευρώ, την εκδοθείσα σε διαταγή του υπ' αριθ. …. ισόποση τραπεζική επιταγής της … και το υπ' αριθ. …. πινάκιο παραδόσεως της εν λόγω επιταγής, 8) Το υπ' αριθ. …. τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών και την υπ'αριθ.

… απόδειξη παραλαβής αξιόγραφων του Χ. Κ. ποσού 1.089 Ευρώ, την εκδοθείσα σε διαταγή του υπ' αριθ. … ισόποση τραπεζική επιταγή της … και το υπ' αριθ. 11/2.4.2009 πινάκιο παραδόσεως της εν λόγω επιταγής, 9) Την υπ' αριθ. 25/1.7.2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του μηχανολόγου μηχανικού Π. Β. ποσού 32.494,42 Ευρώ, την εκδοθείσα σε διαταγή του υπ' αριθ.

… ισόποση τραπεζική επιταγή της … και το υπ' αριθ. 22/15.7.2009 πινάκιο παραδόσεως της εν λόγω επιταγής, 10) Την υπ' αριθ. 186/1.7.2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του πολιτικού μηχανικού Ν. Σ. ποσού 10.241,13 Ευρώ, την εκδοθείσα σε διαταγή του ισόποση υπ'αριθ. …. τραπεζική επιταγή της … και το υπ' αριθ. 23/15.7.2009 πινάκιο παραδόσεως της εν λόγω επιταγής, 11) Την υπ' αριθ. 188/14.7.2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του πολιτικού μηχανικού Ν.

Σ. ποσού 14.875 Ευρώ, την εκδοθείσα σε διαταγή του υπ' αριθ. …. τραπεζική επιταγή της … ποσού 12.375 Ευρώ και το υπ' αριθ. 30/15.7.2009 πινάκιο παραδόσεως της εν λόγω επιταγής, 12) Το υπ' αριθ. 71/29.6.2009 αποδεικτικό καταθέσεως … ποσού 838,86 Ευρώ για την καταβολή των εισφορών του μηχανολόγου μηχανικού Π. Β. υπέρ του ΤΣΜΕΔΕ, την εκδοθείσα σε διαταγή του υπ' αριθ.

… ισόποση τραπεζική επιταγή της …. και το υπ' αριθ. 26/29.6.2009 πινάκιο παραδόσεως της εν λόγω επιταγής, 13) Το υπ' αριθ. … αποδεικτικό καταθέσεως της …. ποσού 264,39 Ευρώ για την καταβολή των εισφορών του πολιτικού μηχανικού Ν. Σ. υπέρ του ΤΣΜΕΔΕ, την εκδοθείσα σε διαταγή του υπ' αριθ. … ισόποση τραπεζική επιταγή της ….

και το υπ' αριθ. 27/29.6.2009 πινάκιο παραδόσεως της εν λόγω επιταγής, 14) Το υπ' αριθ. 66/29.6.2009 αποδεικτικό καταθέσεως της …. ποσού 1.473,51 Ευρώ για την καταβολή των εισφορών του αρχιτέκτονας μηχανικού Δ. Μ. υπέρ του ΤΣΜΕΔΕ, την εκδοθείσα σε διαταγή του υπ' αριθ. … ισόποση τραπεζική επιταγή της …. και το υπ' αριθ. 25/29.6.2009 πινάκιο παραδόσεως της εν λόγω επιταγής, 15) Το υπ' αριθ. 68/29.6.2009 αποδεικτικό καταθέσεως της ποσού 268,74 Ευρώ για την έκδοση οικοδομικής αδείας, την εκδοθείσα σε διαταγή της υπ' αριθ.

…. ισόποση τραπεζική επιταγή της …. και το υπ' αριθ. … πινάκιο παραδόσεως της εν λόγω επιταγής, 16) Το από 24.4.2009 σημείωμα καταθέσεως εισφορών του ΙΚΑ για έκδοση οικοδομικής αδείας ποσού 195,29 Ευρώ, την εκδοθείσα σε διαταγή του υπ' αριθ. …. ισόποση τραπεζική επιταγή της …. και το υπ' αριθ. …. πινάκιο παραδόσεως της εν λόγω επιταγής, 17) Το υπ' αριθ. 11035/1.7.2009 διπλότυπο εισπράξεως της Δ.Ο.Υ.

Γλυφάδας ποσού 4.841,01 Ευρώ για την έκδοση της οικοδομικής αδείας, την εκδοθείσα σε διαταγή της υπ' αριθ. … ισόποση τραπεζική επιταγή της …. και το υπ' αριθ. 28/30.6.2009 πινάκιο παραδόσεως της εν λόγω επιταγής και 18) Τα υπ' αριθ. …. τιμολόγια τωλήσεως-δελτία αποστολής του Ε. Σ. ποσού 44,20 Ευρώ, 26,47 Ευρώ και 24,99 Ευρώ αντιστοίχως.

Δ. Τις μελέτες, οι οποίες εκπονήθηκαν κατ' εντολήν και για λογαριασμό της για την ανακατασκευή και ανακαίνιση του επίμαχου μισθίου και για την θέση αυτού σε πλήρη λειτουργία και δη: 1) Την από Μαΐου 2009 μελέτη ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του μισθίου του μηχανολόγου μηχανικού Π. Β., 2) Την από Μαρτίου 2009 μελέτη στατικών του μισθίου του πολιτικού μηχανικού Ν.

Σ., 3) Την από 12.6.2009 μελέτη προϋπολογισμού του έργου της ανακαινίσεως και της ανακατασκευής του μισθίου του αρχιτέκτονας μηχανικού Δ. Μ. και 4) Την από Ιουνίου 2009 γενική αρχιτεκτονική μελέτη για την ανακαίνιση και την ανακατασκευή το μισθίου του αρχιτέκτονας μηχανικού Δ. Μ.. Ε. Τις οικονομικές προσφορές, κατασκευαστών και προμηθευτών για την ανακαίνιση και τον εξοπλισμό του επιδίκου μισθίου και δη: 1) Την οικονομική προσφορά της εταιρίας … για τις ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις του επιδίκου μισθίου ποσού 161.958 Ευρώ, 2) Την από 17.6.2009 οικονομική προσφορά της εταιρίας "… " για την πώληση των αναφερομένων σ' αυτήν προϊόντων ποσού 258.254 Ευρώ πλέον ΦΠΑ, 3) Την από 9.7.2009 οικονομική προσφορά της εταιρίας "…." για την εκτέλεση εργασιών καθαιρέσεως, αποξηλώσεως και ενισχύσεως του φέροντος οργανισμού του μισθίου ποσού 76.900 Ευρώ πλέον ΦΠΑ, 4) Την από 20.7.2009 οικονομική προσφορά της εταιρίας "…" για την αποκατάσταση - επισκευή των δομικών στοιχείων του φέροντος οργανισμού του μισθίου ποσού 79.570 Ευρώ πλέον ΦΠΑ. 5) Την από 7.4.2009 οικονομική προσφορά της εταιρίας "…" για την κατασκευή ανοιγομένων θυρών, των συστημάτων περιστρεφόμενων παραθύρων, σταθερών υαλοστασίων και μεταλλικών σκέπαστρων ποσού 60.835 Ευρώ πλέον ΦΠΑ. 6) Την από 9.4.2009 οικονομική προσφορά φωτιστικών σωμάτων της εταιρίας "…" ποσού 122.406,45 Ευρώ. 7) Την από 11.7.2009 οικονομική προσφορά της εταιρίας "…" ποσού 60.595 Ευρώ, 8) Την οικονομική προσφορά του αρχιτέκτονος μηχανικού Δ.

Μ. για την επισκευή, τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων, την αναδιαρρύθμιση των εσωτερικών χώρων και την αποκατάσταση των όψεων του επιδίκου μισθίου ποσού 145.000 Ευρώ και 9) Την από 5.8.2009 οικονομική προσφορά της εταιρίας "…."για τον εξοπλισμό του επιδίκου μισθίου ποσού 278.350 Ευρώ. ΣΤ. Το από 20.11.2009 ασφαλιστήριο συμβόλαιο πυρός για το επίδικο μίσθιο με λήπτη ασφαλίσεως την ίδια (αναιρεσείουσα) και με δικαιούχο ασφαλίσματος την αρχική εκμισθώτρια εταιρία ΝΑ Αθηνών-Πειραιώς.

Ζ. Το από Οκτωβρίου 2009 συνοπτικό επιχειρηματικό σχέδιο (business plan) της εταιρίας "…", το οποίο συντάχθηκε κατ' εντολήν και για λογαριασμό αυτής, προκειμένου να ελεγχθεί την αποδοτικότητα της λειτουργίας του επιδίκου μισθίου μετά την ανακαίνιση αυτού. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθ' όσον, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπου ρητά αναφέρεται (3ο φύλλο, εμπρόσθια όψη αυτής) ότι ελήφθησαν υπόψη και όλα τα νομοτύπως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα ως άνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, έγγραφα ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.

Η άποψη της αναιρεσείουσας ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν και συγκεκριμένα στο πόρισμα ότι η αρχική μισθώτρια "…" εκχώρησε σ' αυτή, κατόπιν συναινέσεως της τότε εκμισθώτριας ΝΑ Αθηνών- Πειραιώς, την επίδικη μισθωτική σχέση, με αποτέλεσμα να έχει έκτοτε η ίδια υπεισέλθει σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που εκπορεύονται από τη μίσθωση, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακολούθως, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα, όμως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και της κοινής απόφασης 134423/8-12-1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11 Β'/20-1-1993), σε συνδυασμό με τα άρθρα 38 παρ. 2 του ν. 2218/1994 και 283 παρ. 2 εδ.

β' του ν. 3852/2010. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.12.2018 και με αριθμό καταθέσεως 2239/183/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5719/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ