Legislator Case Law & Legislation
1436/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against defamation judgment due to failure to consider relevant criminal acquittal.

Case Number 1436/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's defamation judgment. The court found that the lower court reached a contradictory evidentiary conclusion regarding the appellant's perjury charge without citing the relevant criminal acquittal decision. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's ruling and remitted the case for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57, 59, 914, and 932A of the Code of Civil Procedure; A claim for personality protection requires a violation of a specific prohibition, which may stem from criminal offenses like defamation. If a lower court reaches a contradictory evidentiary conclusion regarding a criminal act without citing the relevant criminal court decision, the appeal is admissible.

Keywords

AI generated
defamation perjury criminal acquittal evidentiary contradiction remittal for retrial personality protection Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 57, 59, 914 and 932A of the Code of Civil Procedure
Article 206 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1436 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1436/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Κωνσταντινίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Ορφανίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25246/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 376/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-2-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 30-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου με στοιχ. Α1 και του δεύτερου με στοιχ. Α λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57,59,914 και 932ΑΚ προκύπτει, ότι για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Ως γεγονός δε ,κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου ως στοιχεία της προσωπικότητας του.

Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο η διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυριστεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης ,απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές (ΑΠ308/2016).Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση ,όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το

νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα(ολΑΠ 15/2006).Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν, δεκτά ,κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Με το υπ’ αρίθμ. .../25-11-2005 εργολαβικό προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ.

Μ. - Α., ο ενάγων εργολάβος οικοδομών (ήδη αναιρεσίβλητος) συμφώνησε με τον πρώτο εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα)και τους Κ. Π. και Α. Π., οι οποίοι ήταν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% ο πρώτος, 26,54% ο δεύτερος και 23,46% η τρίτη, δύο οικοπέδων με αριθμούς ... του οικοδομικού συνεταιρισμού υπαλλήλων καπνέεμπορικών επιχειρήσεων Θεσσαλονίκης στον οικισμό "...

και στη διασταύρωση των οδών ..., να αναλάβει την ανέγερση συγκροτήματος 8 κατοικιών - μεζονέτων........Με το ανωτέρω συμφωνητικό ο πρώτος εναγόμενος ελάμβανε τις υπό στοιχεία ... μεζονέτες, ο Κ. Π. την υπό στοιχεία … μεζονέτα και η Α. Π. την υπό στοιχεία … μεζονέτα, όπως αυτές περιγράφονται στο συμφωνητικό και με την ειδική μνεία ότι επισυνάπτονται οι κατόψεις των αναφερομένων διαιρετών ιδιοκτησιών.......

Μετά τις διαπραγματεύσεις οι διάδικοι υπέγραψαν, μαζί με τους λοιπούς συνοικοπεδούχους την υπ’ αριθμ. .../21-12-2006 τροποποιητική πράξη του ανωτέρω εργολαβικού προσυμφώνου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου...... Ακόμη, ο ενάγων και οικοπεδούχοι την ίδια ως άνω ημερομηνία υπέγραψαν συμφωνητικό, το οποίο συνυπέγραψαν και οι τεχνικοί τους σύμβουλοι, με το οποίο καθόρισαν το ύψος των ορόφων των κατοικιών της αντιπαροχής των οικοπεδούχων, ανέλαβαν την υποχρέωση εντός 15 ημερών να υπογράψουν τη διανομή προ πάσης ανέγερσης και όρισαν ότι η προθεσμία παράδοσης της αντιπαροχής των οικοπεδούχων θα ξεκινήσει από την ημερομηνία της προαναφερόμενης διανομής και όλες οι τροποποιήσεις που θα ζητηθούν από τους οικοπεδούχους για τους χώρους της αντιπαροχής τους θα είναι έγγραφες προς τον εργολάβο από τους μηχανικούς τους.

Η ως άνω διανομή πραγματοποιήθηκε..........Ακολούθως, οι εργασίες ανοικοδόμησης προχωρούσαν κανονικά μέχρι την 15/6/2007, οπότε ο πρώτος εναγόμενος προέβη σε καταγγελία κατά του ενάγοντος στη Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, με την αιτιολογία ότι ο ενάγων υπερέβη το επιτρεπόμενο ύψος στο προαναφερόμενο συγκρότημα κατοικιών και μάλιστα μόνο σε αυτές που αποτελούσαν το εργολαβικό αντάλλαγμα, δηλαδή στις ....

Ο ενάγων για να αποφύγει, την άμεση αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας, διότι θα καθυστερούσε, ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τον αρχιτέκτονα - μηχανικό εκπρόσωπο του εναγομένου, ώστε να ανακαλέσει ο τελευταίος την καταγγελία. Κατόπιν αυτού, ο πρώτος εναγόμενος συνέταξε ιδιωτικό συμφωνητικό με χρόνο τον Ιούλιο του 2007 με τις ενέργειες που απαιτούσε από τον ενάγοντα, όπως το κλείσιμο των παραθύρων στην κατοικία … ,που δεν είχε σχέση με τις κατοικίες της αντιπαροχής του, αλλά με γειτονική κατοικία και περιείχε συμπληρωματικές διευκρινίσεις που αφορούσαν το χώρο στάθμευσης, το δε ιδιωτικό συμφωνητικό συνοδεύονταν από κατάλογο ενεργειών του ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνονταν η επιστροφή ποσού 5000 Ευρώ, η επαναφορά της μεταβίβασης των ποσοστών του εργολαβικού ανταλλάγματος σε αυτά που προβλέπονταν στο αρχικό εργολαβικό προσύμφωνο, βελτίωση στην κατασκευή των κατοικιών των εναγομένων ..., ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη, εσωτερικές και εξωτερικές γκαραζόπορτες που δεν αναφέρονται στη.

συγγραφή υποχρεώσεων. Ο πρώτος εναγόμενος όμως δεν ήταν διατεθειμένος να ανακαλέσει την από 15/6/2007 καταγγελία του και να σταματήσει να ασχολείται με την κατασκευή των κατοικιών του εργολαβικού ανταλλάγματος, παρά τις προσπάθειες του ενάγοντος και την ανταλλαγή του ανωτέρω από τον Ιούλιο του 2007 ιδιωτικού συμφωνητικού με διορθώσεις από τον ενάγοντα και μετά από τον πρώτο εναγόμενο.

Έτσι, αφού κατέστη αδύνατη η συνεννόηση των διαδίκων και διακόπηκαν οι εργασίες για όλο το έργο με σήμα της πολεοδομίας στις 27/7/2007, ο ενάγων προέβη στην υπ’ αριθμ. ...27-7-2007 αναθεώρηση της άδειας και στις 16/8/2007 του επιτράπηκε να συνεχίσει τις εργασίες στο έργο, μετά από σχετικό σήμα του τμήματος Πολεοδομίας Δυτικής Θεσσαλονίκης.

Στη συνέχεια, ο πρώτος εναγόμενος κατέθεσε την υπ’ αριθμ..../23- 10-2007 καταγγελία στην ως άνω πολεοδομική υπηρεσία, με την οποία κατήγγειλε τον ενάγοντα: α) ‘ Ότι με την ανωτέρω αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας παραπλάνησε την πολεοδομία για τις κλειστές θέσεις στάθμευσης, διότι δεν υπάρχει πρόσβαση στον πίσω ακάλυπτο χώρο, δεν έχει εξασφαλίσει πρόσβαση για τους χώρους στάθμευσης και δεν υπάρχει συμβολαιογραφική δήλωση του νόμου 960/1979 και του νόμου 1221/1981 για τη δέσμευση των θέσεων στάθμευσης και β)ότι έχει δείξει ψευδές τοπογραφικό διάγραμμα ως προς τις υψομετρικές καμπύλες εντός του οικοπέδου, τις οποίες παραποίησε για να παραπλανήσει την πολεοδομία, προκαλώντας υπέρβαση ύψους 1,5 μέτρων και ζητούσε την ανάκληση της οικοδομικής άδειας, μέχρι την αναθεώρηση της μελέτης από τον ενάγοντα σύμφωνα με τον ισχύοντα οικοδομικό κανονισμό μόνο για τις κατοικίες του εργολαβικού ανταλλάγματος (...), ενώ για τις κατοικίες της αντιπαροχής των οικοπεδούχων, για τις οποίες δεν θεωρούσε ότι υπάρχουν υπερβάσεις, ζητούσε να επιτραπεί η συνέχιση των εργασιών, Η ανωτέρω καταγγελία ήταν αβάσιμη, καθόσον και πρόβλεψη για είσοδο - πρόσβαση στον πίσω ακάλυπτο χώρο και στους χώρους στάθμευσης υπήρχε και είχε συνταχθεί η υπ αριθμόν ...25-7- 2007 συμβολαιογραφική δήλωση για χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ.

Μ. - Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης, ενώ σχετικά με το ψευδές τοπογραφικό, πέραν του γεγονότος ότι το έργο βρισκόταν σε εξέλιξη και δεν ήταν δυνατή η τελική διαμόρφωση του εδάφους, είναι και αντιφατικό το τοπογραφικό να είναι ψευδές ως προς τις κατοικίες του .εργολαβικού ανταλλάγματος και αληθές για τις κατοικίες της αντιπαροχής των οικοπεδούχων.

Εξάλλου, με το από 21/12/2006 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπέγραψαν οι διάδικοι με τους λοιπούς οικοπεδούχους και τους αρχιτέκτονες μηχανικούς τους, οι οικοπεδούχοι μετά τις λύσεις που δόθηκαν για τις αντιρρήσεις του πρώτου εναγομένου, παρέδωσαν στον ενάγοντα το οικόπεδο για την έναρξη των εργασιών, γεγονός που αποδεικνύει ότι η συγκεκριμένη άδεια είχε ελεγχθεί από αυτούς και ως προς το τοπογραφικό διάγραμμα.

Άλλωστε, μετά τις καταγγελίες του πρώτου εναγομένου και την έναρξη της έντασης στις σχέσεις του με τον ενάγοντα, ανέλαβε να εκπροσωπεί τους εναγομένους ως τεχνικός σύμβουλος ο μάρτυρας ανταπόδειξης και οπωσδήποτε θα έλεγχε με λεπτομέρεια το τοπογραφικό διάγραμμα και θα διαπίστωνε τυχόν ελλείψεις, ο δε ισχυρισμός του ότι δεν το έλεγξε δεν αντέχει στη λογική.

Ακολούθως ο πρώτος εναγόμενος επανήλθε με την υπ’ αριθμ. .../26-11-2007 καταγγελία του νια τους ανωτέρω λόγους, συγκρίνοντας τα υψομετρικά διαγράμματα από 21/10/1996 του τοπογράφου Β. Χ. , από το Νοέμβρη 2007 του τοπογράφου Π. Τ. και αυτό του ενάγοντος. Για την καταγγελία αυτή η αρμόδια υπηρεσία ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι έχει κατατεθεί νέο τοπογραφικό διάγραμμα και εάν χρειαζόταν θα προχωρούσε σε αυτοψία.

Ακολούθησαν και άλλες αναφορές του πρώτου εναγομένου προς το ανωτέρω πολεοδομικό τμήμα και στις 28/11/2008 δόθηκε εκ νέου σήμα διακοπής εργασιών στο εν λόγω συγκρότημα, ενώ μετά από αυτοψία της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας επιτράπηκε η μερική άρση της διακοπής για συγκεκριμένες εργασίες από 13/5/2009 έως 22/5/2009 και στη συνέχεια στις 3/6/2009 δόθηκε οριστική άδεια για την άρση της διακοπής εργασιών.

Εξάλλου, από την από το Δεκέμβριο του 2007 τεχνική έκθεση του Γ. Κ. και την από 27/10/2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Γ. Α., που ορίστηκε από το Τεχνικό Επιμελητήριο μετά από αίτηση του πρώτου εναγομένου, προκύπτει ότι υπάρχει απόκλιση των ισοϋψών καμπύλων μεταξύ των εμφαινομένων στα τοπογραφικά του ενάγοντος και αυτών του από 14/9/1960 διατάγματος ρυμοτομίας, το οποίο βασίστηκε στο από 29/10/1956 υψομετρικό διάγραμμα του τοπογράφου Β.

Χ., όμως το ίδιο ισχύει και για τους εντολοδόχους μηχανικούς του πρώτου εναγομένου και επομένως το ανάγλυφο του έτους 1960 δεν ταυτίζεται για την περιοχή της ... με το φυσικό έδαφος πριν την έναρξη των εργασιών από τον ενάγοντα στο οικόπεδο των εναγομένων και συνεπώς δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ψευδές το τοπογραφικό διάγραμμα που κατέθεσε ο ενάγων για την έκδοση της άδειας για το ως άνω συγκρότημα κατοικιών.

Επίσης η απόκλιση του 1 μ., κατά μήκος του δυτικού ορίου του οικοπέδου δεν μπορεί να εξακριβωθεί εάν συνεχίζει και στην πίσω όψη των οικοδομών ανατολικότερα, οπότε δεν προκύπτει παράβαση του μέγιστου επιτρεπόμενου ύψους κατά τον ισχύοντα ΓΟΚ. Περαιτέρω, ο πρώτος εναγόμενος κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της ΔΕΗ για την τοποθέτηση των μετρητών, υπέρ της τελευταίας δε παρενέβη προσθέτως ο ενάγων.

Η αίτηση και πρόσθετη παρέμβαση συνεκδικάσθηκαν και με την υπ’ αριθμ. .../18-7-2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έγινε δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση και απορρίφθηκε η αίτηση. Ακολούθως, ο πρώτος εναγόμενος κατέθεσε την 16/9/2008 έγκληση στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης σε βάρος του ενάγοντος και της συνοικοπεδούχου του και ανιψιάς του Α.

Π., μάρτυρας του προσθέτως παρεμβαίνοντος στην προαναφερόμενη δίκη, για τα αδικήματα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία και απάτης στο δικαστήριο για τον πρώτο εγκαλούμενο και της ψευδορκίας και απάτης στο δικαστήριο για τη δεύτερη εγκαλούμενη. Επί της ανωτέρω έγκλησης εκδόθηκε η υπ αριθμ. …2009 απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και κατόπιν προσφυγής του εγκαλούντος η υπ’ αριθμ….2009 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης με την οποία διατάχθηκε προανάκριση και κατόπιν ασκήθηκε ποινική δίωξη για τα αδικήματα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία και της ψευδορκίας και τελικά εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. 919/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, διότι δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για τις ανωτέρω κατηγορίες, καθόσον κρίθηκε ότι με την κατάθεση της η Α.

Π. δεν κατέθεσε ψευδή γεγονότα. Από όλα αυτά καθίσταται σαφές ότι ο πρώτος εναγόμενος από την έναρξη της συνεργασίας των διαδίκων κατέφευγε συνεχώς σε καταγγελίες και εξώδικους δηλώσεις, δημιουργώντας προβλήματα στον ενάγοντα που προσπαθούσε να εκτελέσει το έργο που είχε αναλάβει από την 25/11/2005. Είναι χαρακτηριστικό ότι από την ημερομηνία υπογραφής του εργολαβικού προσυμφώνου ως την έναρξη εκτέλεσης του έργου τον Ιανουάριο του 2007 παρήλθε διάστημα 14 μηνών, λόγω των παρεμποδιστικών ενεργειών του πρώτου εναγομένου.

Εξάλλου, η εμμονή του πρώτου εναγομένου από τις 15/6/2007 μέχρι και την παράδοση του έργου δεν δύνανται να δικαιολογηθεί ούτε από την υπερβολική επιθυμία του να εκτελέσει το έργο με απόλυτη νομιμότητα, καθόσον από της καταγγελίες του στην πολεοδομία άλλες ήταν τελείως αβάσιμες και άλλες άνευ ουσίας για τη νομιμότητα που αυτός επικαλούνταν, αφού διορθώνονταν με μικρές διορθώσεις - αναθεωρήσεις της άδειας οικοδομής.

Επιπλέον, ο πρώτος εναγόμενος σε κάθε καταγγελία που κατέθετε στο τμήμα Πολεοδομίας Δυτικής Θεσσαλονίκης, ακολούθως εξέφραζε στον ενάγοντα και νέες απαιτήσεις για την εκτέλεση του έργου που αφορούσαν την κατασκευή των κατοικιών της αντιπαροχής του, ενώ με τα αναγραφόμενα στις καταγγελίες και την ανωτέρω έγκληση συκοφάντησε τον ενάγοντα, καθόσον τα αναφερόμενα σε αυτές αφορούν:

α) σε γεγονός το οποίο διαδόθηκε σε ευρύ κοινό, δηλαδή της κατηγορίας σε βάρος του ενάγοντος για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία, το οποίο είναι ψευδές και β)στο ότι ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε το ψεύδος αυτό και την βλάβη που ήταν δυνατόν να προκαλέσει η διάδοση του. Επίσης, τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα για το πρόσωπο του ενάγοντα μπορούσαν να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος τόσο στο επαγγελματικό του περιβάλλον, καθόσον είναι τεχνολόγος πολιτικός μηχανικός και δραστηριοποιείται ως εργολάβος οικοδομών, όλες δε οι ενέργειες του πρώτου εναγομένου απευθύνονταν στον επαγγελματικό κύκλο του, δημιουργώντας αμφιβολία για την ικανότητα του ως επαγγελματία μηχανικού και εργολάβου, όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον του, ενόψει και του ότι ήταν εκλεγμένος δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο ..., στην περιοχή του οποίου πραγματοποιούνταν το έργο, η ολοκλήρωση, του οποίου χρειάστηκε τέσσερα έτη μετά από αλλεπάλληλες παρεμβάσεις της πολεοδομίας, λόγω των καταγγελιών του πρώτου εναγομένου.

Για την προσβολή αυτή του ενάγοντος ευθύνεται ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος, ενώ γνώριζε το ψευδές των ανωτέρω γεγονότων, διέδωσε αυτά σε τρίτους, γνωρίζοντας ότι θα προκαλέσει την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, με συνέπεια ο τελευταίος πράγματι να υποστεί ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση...".Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε, ακολούθως, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μόνο ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης και αναγνώρισε ότι ο τελευταίος υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο για αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης το ποσό των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε στο αποδεικτικό της πόρισμα ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 36...63 ΠΚ, κατά το μέρος που στήριξε την κρίση του το Εφετείο για την πρόκληση ηθικής βλάβης του αναιρεσίβλητου λόγω συκοφαντικής δυσφήμησης του, προερχόμενης και από τις ψευδείς καταγγελίες του αναιρεσείοντος ,όσον αφορά κυρίως στην υπέρβαση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου του επιτρεπόμενου ύψους του συγκροτήματος κατοικιών.

Ειδικότερα ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, από τις προεκτεθείσες αναλυτικά παραδοχές, συνάγεται ότι το Εφετείο συμπεραίνει ότι και το περιεχόμενο των ανωτέρω καταγγελιών του αναιρεσείοντος (εκτός από την από 16-9-2008 έγκληση του) ήταν ψευδές και μάλιστα αυτός τελούσε σε γνώση του ψεύδους αυτού, αφού με βάση και το περιεχόμενο των καταγγελιών αυτών, δέχεται ότι ο τελευταίος τέλεσε σε βάρος του αναιρεσιβλήτου το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Δεν αιτιολογεί όμως γιατί: α) αφού ήταν ψευδής η πρώτη από 15-6-2007 καταγγελία του αναιρεσείοντος στη Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης (περί του ότι ο αναιρεσίβλητος υπερέβη το επιτρεπόμενο ύψος στο προαναφερόμενο συγκρότημα κατοικιών) προέβη ο τελευταίος (αναιρεσίβλητος) στις 27-7-2007, στην αναθεώρηση της άδειας με αριθμό ..., οπότε και του επετράπει η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών που είχαν διακοπεί λόγω της καταγγελίας αυτής και β) ενώ δέχεται ότι το περιεχόμενο των καταγγελιών του αναιρεσείοντος ήταν ψευδές, η διεύθυνση Πολεοδομίας σταμάτησε κατ’ επανάληψη την πρόοδο των εργασιών, διενήργησε αυτοψία, αρχικά επέτρεψε τη συνέχιση μέρους των εργασιών και στη συνέχεια του όλου έργου.

Εξάλλου, η παραδοχή του Εφετείου, ότι το τοπογραφικό διάγραμμα που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος για την έκδοση της άδειας για το συγκρότημα των κατοικιών, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ψευδές, αντιφάσκει σαφώς προς την προγενέστερη παραδοχή αυτού, ότι μετά την τρίτη καταγγελία του (αναιρεσείοντος), η Διεύθυνση Πολεοδομίας τον ενημέρωσε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε καταθέσει νέο τοπογραφικό.

Επίσης, ενώ δέχεται το Εφετείο, ότι "από τις καταγγελίες του(αναιρεσείοντος) στην πολεοδομία, άλλες ήταν τελείως αβάσιμες και άλλες άνευ ουσίας για τη νομιμότητα που αυτός επικαλούνταν, αφού διορθώνονταν με μικρές διορθώσεις-αναθεωρήσεις της άδειας οικοδομής", παραδοχή που υποδηλώνει εμμέσως πλην σαφώς, ότι οι καταγγελίες αναφορικά με τη παράβαση του επιτρεπόμενου ύψους, μπορεί να ήταν άνευ ουσίας,αλλά ήταν πάντως αληθείς, αφού διορθώθηκαν με αναθεωρήσεις της οικοδομικής άδειας, συγκαταλέγει το περιεχόμενο αυτών των καταγγελιών και το συνυπολογίζει για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της διάπραξης συκοφαντικής δυσφήμησης από τον αναιρεσείοντα.

Περαιτέρω, ως προς το ουσιώδες εν προκειμένω ζήτημα της γνώσης εκ μέρους του αναιρεσείοντος του ψεύδους των καταγγελιών, και τη διάπραξη και με την υποβολή αυτών, συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του αναιρεσίβλητου, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει επί λέξει: "... με τα αναγραφόμενα στις καταγγελίες και την ανωτέρω έγκληση συκοφάντησε τον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο), καθόσον τα αναφερόμενα σε αυτές αφορούν:

α)σε γεγονός το οποίο διαδόθηκε σε ευρύ κοινό, δηλαδή της κατηγορίας σε βάρος του (αναιρεσίβλητου) για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία το οποίο είναι ψευδές και β)στο ότι ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσείων) γνώριζε το ψεύδος αυτό και τη βλάβη που ήταν δυνατόν να προκαλέσει η διάδοση του. Επίσης, τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα για το πρόσωπο του (αναιρεσίβλητου) μπορούσαν να βλάψουν...." Με την ως άνω όμως ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία, δεν καθίσταται σαφές αν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων γνώριζε το ψεύδος και του περιεχομένου των καταγγελιών του ,ή αν αυτές αποτελούσαν περιεχόμενο της ψευδούς κατηγορίας για ψευδορκία μάρτυρα.

Επομένως, είναι βάσιμος ο δεύτερος, υπό στοιχείο Α, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως συμπληρώθηκε με την εισήγηση (αρθρ. 562 παρ.4 ΚΠολΔ),με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να τα λάβει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ’ αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Ειδικώς δε, όταν πρόκειται για απόφαση ποινικού δικαστηρίου, το δίκασαν εφετείο, δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο αυτής και δύναται να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης, πρέπει, όμως, εν όψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το αντικρούσει (ΑΠ240/2011,704/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.11γ,μέμφεται το Εφετείο, ότι κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της επίδικης αγωγής δεν έλαβε υπόψη την 6282/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία κηρύχθηκε αθώος για την ασκηθείσα σε βάρος του μετά από μήνυση του αναιρεσίβλητου δίωξη για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, κατ’ εξακολούθηση, την οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις από 7-11-2013 προτάσεις του κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και η οποία ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ,ενώ καταλήγει στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι ο αναιρεσείων συκοφάντησε τον αναιρεσίβλητο και με την από 16-9-2008 μήνυση του κατ’ αυτού για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και απάτη στο δικαστήριο , μνημονεύει δε ρητώς το 919/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ,το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του αναιρεσίβλητου για τις ανωτέρω πράξεις ,ουδεμία αναφορά κάνει στην 6282/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος για την κατηγορία της ψευδούς καταμήνυσης η οποία του ασκήθηκε μετά από μήνυση του αναιρεσίβλητου και αφορούσε στο περιεχόμενο της ίδιας ως άνω από 16-9-2008 μήνυσης του αναιρεσείοντος, δεχόμενο το ανωτέρω ποινικό δικαστήριο, ότι το περιεχόμενο της εν λόγω μήνυσης ήταν αληθές.

Η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρει βεβαίως ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι είχαν επικαλεσθεί νομίμως και είχαν προσκομίσει, το γεγονός όμως ότι καταλήγει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από την ποινική αυτή απόφαση ,χωρίς να την μνημονεύει,ούτε να την αντικρούει(ή να αναφέρει ότι δεν προσκομίστηκε) γεννά αμφιβολία για το αν πράγματι λήφθηκε υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία είναι κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο και θα μπορούσε να είχε επηρεάσει τον δικανικό συλλογισμό του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την παραδοχή της τέλεσης της άδικης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης και με το περιεχόμενο της από 16-9-2008 μήνυσης.

Επομένως, είναι βάσιμος ο ανωτέρω πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των άνω γενόμενων δεκτών και να παραπεμφθεί η υπόθεση (στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν (αρθρ.580παρ.3ΚΠολΔ). Επισημαίνεται ότι το αίτημα του αναιρεσείοντος να διαγραφούν κατ’ άρθρο 206ΚΠολΔ,ανάρμοστες εκφράσεις που περιέχονται στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του αναιρεσίβλητου, εκφεύγει της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου και θα κριθεί (εφόσον επανυποβληθεί) από το Εφετείο. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέβαλε (αρθρ.495παρ.4ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε στα δικαστικά του έξοδα(αρθρ.176,183ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 376/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ