Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding minor's representation and burden of proof rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a second-instance court decision regarding a will. The appellants argued that the lower court incorrectly reversed the burden of proof regarding the testator's mental capacity, while the respondents contended that the initial claim of incapacity was unsubstantiated. The court rejected the appeal because no prior ruling on the burden of proof existed at the time of the first trial, and even under current law, the Supreme Court cannot review the substantive fact-finding of the trial court.
Legislator headnote
AI generatedArt. 63, 64 § 1, 127, 1510 A.K.; Art. 559 no. 13, 561 § 1 K.Pol.D.: The legal representative of a minor ceases to act automatically upon the minor's adulthood, and the Supreme Court cannot review the substantive evaluation of evidence by the trial court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1436 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1436/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Π. του Ν., κατοίκου …, 2. Π. Π. του Ι. και 3. Ν. Π. του Ι., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σιντόρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Χ. Π. του Ν., κατοίκου …, 2. Π. θυγ. Ν. Π., χας Γ. Α., κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαγεωργίου, 3. Ό. Τ. κατοίκου … και 4. Γ. Τ., κατοίκου ... Ο 1ος και η 3η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Καρακίτσιο, η 4η (Γ. Τ.) εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 334/2006 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-4-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 15-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 Κ.Πολ.Δ. όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 64 § 1 του ίδιου Κώδικα όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους. Ικανός για κάθε δικαιοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 127 ΑΚ, είναι όποιος έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του (ενήλικος). Άρα ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται σ' αυτό από τους δύο γενείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν τη γονική μέριμνά του (άρθρ. 1510 ΑΚ). Διάδικος όμως είναι το ανήλικο τέκνο και όχι οι γονείς του, οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητας του τέκνου να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Κατά συνέπεια, σε δίκη με διάδικο ανήλικο τέκνο που δεν έχει περατωθεί, μετά την ενηλικίωσή του, οπότε αυτό καθίσταται ικανό για κάθε δικαιοπραξία, επομένως και για να υπερασπίζεται τα δίκαιά του, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νόμιμου αντιπροσώπου του και στο εξής, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατά τα άρθρα 286 επ. Κ.Πολ.Δ., συνεχίζεται πλέον η διαδικασία με τη συμμετοχή στη δίκη του τέκνου που ενηλικιώθηκε.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, μεταξύ των διαδίκων στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκαν η προσβαλλόμενη 334/2006 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας ήταν και οι ανήλικοι Ν. και Π. Π., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους δύο γονείς τους Ι. και Τ. Π., που ασκούσαν τη γονική μέριμνά τους. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω αποφάσεως ασκήθηκε και από τους προαναφερόμενους ανηλίκους, εκπροσωπουμένους από τους νομίμους αντιπροσώπους τους (γονείς τους). Όμως, αμφότεροι οι ανωτέρω διάδικοι ενηλικιώθηκαν ήδη και συνεπώς νομίμως αυτοί παραστάθηκαν με το δικό τους όνομα κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού μετά την ενηλικίωσή τους κατέστησαν ικανοί για να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα και έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία των νομίμων αντιπροσώπων τους.
ΙΙ. Επειδή από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο πόρισμά του ως προς το κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των πρωτοδίκως εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων, τις περιεχόμενες στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, τις ειδικώς προσδιοριζόμενες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Ηγουμενίτσας και τα έγγραφα, που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι, και συγκεκριμένα τόσο αυτά που παρέχουν άμεση απόδειξη όσο και αυτά που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις καταθέσεις στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον της ως άνω Ειρηνοδίκου των μαρτύρων Τ. Π., Ν. Μ., Μ. Μ. και B. M., καθώς και τα ακόλουθα προσκομισθέντα με επίκληση από τους αναιρεσείοντες έγγραφα, ήτοι α) την από 31-10-2002 ιατρική γνωμάτευση της ιατρού Χ. Τ. και β) τα με χρονολογία 29-10-2000 δύο ιδιόχειρα σημειώματα του αποβιώσαντος διαθέτη Ν. Π..
Συνεπώς, οι δύο πρώτοι από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στην κρίση του, ότι ο συντάκτης των επίδικων διαθηκών Ν. Π. κατά το χρόνο της σύνταξης αυτών βρισκόταν, λόγω γεροντικής άνοιας, σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του και να αναγνωρίσει για το λόγο αυτό την ακυρότητα των διαθηκών, προέβη στην συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων ήταν και τα αναφερόμενα στον τρίτο λόγο αναιρέσεως. Στην περίπτωση, όμως αυτή, της συνεκτιμήσεως δηλαδή όλων των αποδεικτικών στοιχείων, εφόσον το εκ της συνεκτιμήσεως αυτής πόρισμα δεν βασίστηκε αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, διότι τότε πρόκειται για εκτίμηση των αποδείξεων, που διαφεύγει τον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο προέβη στη συνεκτίμηση τούτων μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία χωρίς να εξαίρονται αυτά αναφορικώς προς την ως άνω παραδοχή του Εφετείου.
ΙV. Επειδή με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, και κατ' ορθή εκτίμησή του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 1719 αρ. 3 του ΑΚ, συνίσταται δε στο ότι "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε την ύπαρξη της ανικανότητας του διαθέτη λόγω πνευματικής διαταραχής χωρίς συσχετισμό με τον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο κατάρτισης των διαθηκών και χωρίς να αποδειχθούν τέτοιες καταστάσεις πνευματικής διαταραχής έσφαλε στην ερμηνεία του νόμου και εντελώς εσφαλμένα δέχθηκε την έφεση των αντιδίκων και κατ' επέκταση και την ένδικη αγωγή τους, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της παραβίασης των ως άνω διατάξεων, πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ' εαυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. ΑΠ 1/1998).
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί αποδείξεως. Τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται, μετά την κατάργηση του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 5 του ν. 2195/2001, από τα δικαστήρια της ουσίας, ενώπιον των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 7 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001 και τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 524 § 1 Κ.Πολ.Δ.), η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο.
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, που συνίσταται στο ότι "ενώ οι αντίδικοι-ενάγοντες επικαλέστηκαν ανικανότητα του διαθέτη για τη σύνταξη της διαθήκης και ήταν υποχρεωμένοι να αποδείξουν συγκεκριμένη συμπεριφορά από την οποία απέρρεε η επικαλούμενη ανικανότητα, όμως αυτοί δεν απέδειξαν τίποτε ως προς το θέμα αυτό, διότι με την κατάθεση του ιατρού δεν αποδείχθηκε τίποτε και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν ουδέν συγκεκριμένο ανέφεραν, και έπρεπε το Εφετείο να απορρίψει την αγωγή ως αναπόδεικτη και όχι να αντιστρέψει ουσιαστικά το βάρος απόδειξης για να αποδείξουμε εμείς ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης των διαθηκών δεν υπέφερε από γεροντική άνοια και ότι είχε κατά το χρόνο αυτό ακώλυτη τη χρήση του λογικού του".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι επί της ένδικης από 14-1-2003 αγωγής, της οποίας η συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε στις 20-5-2004, δεν εκδόθηκε παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφαση. Σε κάθε όμως περίπτωση, και αν ήθελε γίνει δεκτό, ότι μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2915/2001, οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ.
περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν, υπό την επίφαση της παραβίασης των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, πλήττεται η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Απριλίου 2007 αίτηση των Ι. Π. του Ν. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 334/2006 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ