Supreme Court dismisses appeal against insurance company's refusal to pay due to driver's license validity issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment. The court found that the insurance agent knew the driver held a valid military license but failed to inform the insured, creating a reliance on the agent's silence. Consequently, the court ruled that invoking the driver's license deficiency violated good faith principles and exceeded the limits of the right to claim damages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 214 and 281 of the Civil Code; The insurer's failure to disclose known facts regarding the insured's qualifications, combined with the insured's reliance on the agent's silence, precludes the insurer from invoking such defects to deny coverage based on good faith principles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1436 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1436/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, κατοίκων ..., 6) Ψ6, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Δούκα και κατέθεσαν προτάσεις, 7) Ψ7, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκρινιαράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/7/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 1/7/1997 αγωγή των υπό στοιχεία 1-6 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1610/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 557/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/6/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 23/3/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν είναι όμως αναγκαία η ειδική αναφορά και η ξεχωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτη βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το εδάφιο 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί για την απόδειξη της βασιμότητας των λόγων της εφέσεώς της, και, συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: α) την από 4-6-1996 έκθεση αυτοψίας του ΤΟΤΑ και β) την από 26-8-1996 ένορκη προανακριτική κατάθεση της μάρτυρος ΑΑ. Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, τόσο από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και εξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω έγγραφα που επικαλεστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Επίσης, και μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 26/2004).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αυτή διορθώθηκε, το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι το πιο κάτω αναφερόμενο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: "... Στις 4-6-1996 και περί ώρα 12.50' ο πρώτος εναγόμενος Ψ7, οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλ ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα κυριότητάς του, που ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α", με συνεπιβάτη τον ΒΒ, εκινείτο στην οδό ...
με κατεύθυνση προς ... . Προσεγγίζοντας στη συμβολή της οδού αυτής με την οδό ... ο φωτεινός σηματοδότης άλλαξε από κόκκινο σε πράσινο φως για τους κινούμενους στην οδό ..., με αποτέλεσμα να μη διακοπεί η πορείας της μοτοσυκλέτας. Την ίδια στιγμή η ΩΩ διέσχιζε κάθετα και εκτός διαβάσεως πεζών το οδόστρωμα της οδού ... .
Πλέον συγκεκριμένα είχε ήδη διανύσει το ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., καθώς και την αριστερή λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας προς ... και βρισκόταν στο μέσο της δεξιάς λωρίδας του ρεύματοί αυτού, οπότε κτυπήθηκε με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος της μοτοσυκλέτας με αποτέλεσμα να πέσει ύπτια δεξιά επί της οδού και να υποστεί βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, από τις οποίες ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος αυτής στις 15-10-1996.
Για το εν λόγω ατύχημα υπαίτιος κατά ποσοστό 70% τυγχάνει ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στο εμπρόσθιο αυτού χώρο και έτσι δεν αντελήφθη, εγκαίρως την πεζή, η οποία πριν βρεθεί στην πορεία του, είχε διανύσει επί του οδοστρώματος τουλάχιστον τέσσερα (4) μέτρα, δεδομένου ότι η δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, έχει πλάτος 3,60 μ.
ακινδύνως, χωρίς δηλ. να την κτυπήσει κανένα όχημα από τα κινούμενα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Ο εναγόμενος δε αν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που θα κατέβαλε κάθε μέσος συνετός οδηγός, ευρισκόμενος κάτω από ανάλογες περιστάσεις, οπωσδήποτε θα αντιλαμβανόταν την πεζή από απόσταση τουλάχιστον 10 μ., δεδομένου ότι μπροστά του δεν εκινούντο άλλα οχήματα, αφού είχε ξεκινήσει κατά τα, ως άνω, από φωτεινό σηματοδότη και συνεπώς είχε πλήρη ορατότητα.
Έτσι (δηλ. αν κατέβαλε την από απάνω επιμέλεια και προσοχή) θα είχε τη δυνατότητα να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά για να αποφύγει την πεζή, αλλά και να πεδήσει εγκαίρως, ενέργειες στις οποίες δεν προέβη. Συνυπαίτια όμως για το εν λόγω ατύχημα και δη κατά ποσοστό 30% τυγχάνει και η παθούσα η οποία διέσχιζε την οδό ...
εκτός διαβάσεως πεζών και ενώ είχε ανάψει το πράσινο φως για τους οδηγούς των αυτοκινήτων, οι οποίοι ήδη τα είχαν θέσει σε κίνηση. Κατά συνέπεια, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η υπό των εναγομένων προβληθείσα ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας της παρούσας στο ένδικο ατύχημα και να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη η υπό των ιδίων προβληθείσα ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος αυτής ...".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή την από 15-7-1999 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά τις πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει την θανατωθείσα συνυπαίτιο κατά ποσοστό 85%, ακολούθως, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει εις ολόκληρον με τον ασφαλισμένο οδηγό της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας του ως άνω οδηγού, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Πιο συγκεκριμένα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διευκρινίζεται ότι ο ανωτέρω οδηγός μπορούσε να κάνει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, αφού μπορούσε να αντιληφθεί την επί του οδοστρώματος κίνηση της θανατωθείσας τουλάχιστον από απόσταση δέκα μέτρων και στη λωρίδα κυκλοφορίας όπου εκινείτο αυτός δεν υπήρχαν άλλα οχήματα.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να προσδιοριστεί η ταχύτητα της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας, ούτε το ακριβές σημείο του σώματος της θανατωθείσας στο οποίο προσέκρουσε η μοτοσυκλέτα. Επομένως, το Εφετείο δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, γι'αυτό και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην ως άνω απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 2 § 1 του ν. 1569/1985 "διαμεσολάβηση στις συμβάσεις ιδιωτικής ασφάλισης κλπ" όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 § 1 του ν. 2170/1993 ο ασφαλιστικός πράκτορας δεν θεωρείται "αντιπρόσωπος" της ασφαλιστικής επιχείρησης. Στην περίπτωση όμως που έχει χορηγηθεί σ'αυτόν η εξουσία σύναψης ασφαλιστικών συμβάσεων επ' ονόματι της ασφαλιστικής επιχείρησης, αναγορεύεται σε αντιπρόσωπο αυτής κατά την έννοια του άρθρου 211 ΑΚ (ΑΠ 134/2004, 1540/1992) και, κατά συνέπεια, τα ελαττώματα βούλησης, η γνώση ή η υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, όπως και η επίδρασή τους επί της δικαιοπραξίας κρίνονται από το πρόσωπό του (άρθρο 214 ΑΚ).
Στην περίπτωση αυτή ο πράκτορας θεωρείται βοηθός εκπληρώσεως της ασφαλιστικής επιχείρησης, χωρίς να μπορεί η σχετική ευθύνη του να αποκλεισθεί συμβατικά, αφού ναι μεν δεν διατελεί υπό στενή έννοια στην υπηρεσία της ασφαλιστικής επιχείρησης, αλλά αναπτύσσει δραστηριότητα στο χώρο δράσης αυτής. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 25 περ. 6 της Κ4-585/5.4.1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, αποκλείονται της ασφαλίσεως οι ζημίες, που προξενούνται κατά το χρόνο κατά τον οποίο ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν είχε την προβλεπόμενη για την κατηγορία του οχήματος, άδεια οδηγήσεως.
Η παραπάνω απόφαση, κατά τη διάταξη της αυτή, που επιβάλλει περιορισμό στην ασφαλιστική κάλυψη, βρίσκεται έξω από τη νομοθετική εξουσιοδότηση, που παρασχέθηκε στον Υπουργό με το άρθρο 6 παρ. 6 ν. 489/1976, να καθορίζει, με απόφασή του, τους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που καλύπτει την αστική ευθύνη από αυτοκινητικά ατυχήματα, εφόσον με αυτή δεν καθορίζεται κάποιος τέτοιος όρος, αλλά επιβάλλεται κατά το νόμο αυτό περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή έναντι του ζημιωθέντος.
Ο αποκλεισμός όμως της ευθύνης του ασφαλιστή, για το λόγο, που αναφέρεται στη διάταξη αυτή όχι έναντι του ζημιωθέντος, αλλά έναντι του ασφαλισμένου, μπορεί εγκύρως, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ και 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, να συμφωνηθεί μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου. Η συνομολόγηση του όρου αυτού, που δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή της υποχρεώσεώς του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως στον ασφαλιστή το δικαίωμα να καλύψει τον ασφαλισμένο και να ζητήσει από αυτόν ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας, που έχει υποστεί ο τρίτος, μπορεί να γίνει είτε με την ενσωμάτωση του όρου αυτού στη σύμβαση ασφαλίσεως είτε με παραπομπή της συμβάσεως στους όρους της παραπάνω αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, που έχει δημοσιευθεί στο τεύχος 795 Α.Ε.
και ΕΠΕ της 8.4.1978. Τέλος, κατά το άρθρο 281 AK, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται κι έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Περαιτέρω, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άνω άρθρου λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχοντα καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή και την προβληθείσα από τον παρεμπιπτόντως εναγόμενο οδηγό της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι απεδείχθησαν τα εξής: "... Ο Ψ7, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος εστερείτο αδείας ικανότητας οδηγού μοτοσυκλέτας κατάρτισε με τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και ήδη αναιρεσείουσα την ασφαλιστική σύμβαση με τον σχετικό υπ' αριθμ. 12 στοιχ. 6 όρο της οποίας αποκλείστηκαν της ασφαλιστικής καλύψεως ζημίες που θα προξενούσε ο οδηγός, ο οποίος δεν θα είχε την κατά νόμο άδεια ικανότητας οδηγού, εκδόθηκε δε το με αριθμό ...
ασφαλιστήριο αυτοκινήτων. Όμως, ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος Ψ7 κατά τον χρόνο του ατυχήματος κατείχε την ... στρατιωτική άδεια ικανότητας οδηγήσεως οχημάτων μέχρι 2 τόνων γενικής χρήσεως με βάση την οποία εκδόθηκε στη συνέχεια η από 24-6-1996 με αριθμό ... άδεια του Υπουργείου Συγκοινωνιών. Η πράκτορας της παρεμπιπτόντως εναγούσης ΓΓ τελούσε σε γνώση της κατά τα, ως άνω κατοχής της στρατιωτικής αδείας οδηγήσεως, αρκέστηκε στο γεγονός αυτό και χωρίς να ενημερώσει τον εναγόμενο για την ύπαρξη και τη σημασία του, ως άνω, όρου.
Επομένως λαμβανομένου υπ' όψη ότι ο πράκτορας ασφαλίσεων είναι αντιπρόσωπος της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι είχε γνώση του ανωτέρω περιστατικού και η ενάγουσα αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 214 ΑΚ. Εξάλλου, η ίδια η ενάγουσα και μετά το ατύχημα εισέπραττε κανονικά τα ασφάλιστρα, έχοντας προβεί σε διαδοχικές ανανεώσεις του αρχικού ασφαλιστηρίου με τα ...
από 1-9-1996, 1-3-1997, 1-9-1997 ανανεωτήρια και μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως στις 4-6-1996 και μετά την κοινοποίηση της κύριας αγωγής την 14-7-1997. Με τη συμπεριφορά της αυτή η παρεμπιπτόντως ενάγουσα δημιούργησε στον παρεμπιπτόντως εναγόμενο την πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να επικαλεσθεί την έλλειψη της αδείας ικανότητας οδηγού.
Επομένως, η επίκληση της ελλείψεως αυτής στην παραπάνω παρεμπίπτουσα αγωγή και η άσκηση με αυτή του δικαιώματος της ενάγουσας να ζητήσει αποζημίωση υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, οπότε πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη η νόμιμη ένσταση του παρεμπιπτόντως εναγομένου, στηριζόμενη στο άρθρο 281 Α.Κ. ...".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία κατά του ασφαλισμένου και εβδόμου αναιρεσιβλητου παρεμπίπτουσα αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιατικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-6-2007 αίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" για αναίρεση της 557/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει, λόγω της χωριστής εκπροσώπησής τους, για μεν τους πρώτους έξι αναιρεσιβλήτους σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, για δε έβδομο αναιρεσίβλητο Ψ7, επίσης, σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ