Supreme Court dismisses appeal on civil service promotion where future promotion depended on employer's discretionary assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a civil service promotion. The appellant argued that the lower court erred by not considering unproven claims about the competitor's performance and training, while the bank contended the promotion relied on the employer's discretionary evaluation of future conditions. The court ruled that since the promotion was conditional on future events determined by the employer, the employer's assessment was not a violation of good faith, and the appellant's arguments were inadmissible as they lacked independent legal existence.
Legislator headnote
AI generatedArt. 201, Art. 207 para. 1 A.K.; A conditional promotion depends on future events determined by the employer, so the employer's assessment is not a violation of good faith if the applicant does not clearly exceed the competitor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1436 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1436/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γεωργόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/11/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1612/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 5754/2002 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η με αριθ. 35/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 7552/2004 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/4/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλητάς Περίδης, ανέγνωσε την από 19/4/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 201 Α.Κ. επί αναβλητικής αίρεσης το αποτέλεσμα της δικαιοπραξίας εξαρτάται, ολόκληρο ή μέρος, από γεγονός μέλλον και αβέβαιο, πριν από την επέλευση του οποίου δεν επέρχεται αυτό. Στην περίπτωση αυτή έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 Α.Κ. κατά την οποία η αίρεση λογίζεται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Τέτοια υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξία είναι και εκείνη με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή του τελευταίου ή η χορήγηση μισθολογικών ή άλλων παροχών, αν συντρέχουν στον κατάλληλο χρόνο ορισμένες συμφωνηθείσες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη ή όργανό του, πράγμα που συμβαίνει όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγική εξέλιξη του υπαλλήλου προβλέπεται στον επέχοντα ισχύ σύμβασης κανονισμό του εργοδότη.
Στην περίπτωση αυτή, εφόσον θα διαπιστωθεί ότι η κρίση του προαγωγικού οργάνου, ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του μισθωτή των προαγωγικών προϋποθέσεων είναι κατάφωρα άδικη ή παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστης να πληρωθεί, θεωρείται η αίρεση υπό την οποία τελεί η προαγωγή ότι πληρώθηκε και ότι η προαγωγή πραγματοποιήθηκε από το χρονικό σημείο από το οποίο έπρεπε να είχε διατυπωθεί η ευμενής κρίση.
Εξάλλου κατά το άρθρο 12 του οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας και κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ (Ολ. Α.Π. 27/1995), όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωση του με τις από 25-9-1981 και 29-2-1982 αποφάσεις του γενικού συμβουλίου της, η προαγωγή των υπαλλήλων της από το βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη – προϊσταμένου στο βαθμό του Υποδιευθυντή, δηλαδή από τον 3ο στον 2ο βαθμό, αποφασίζεται από το γενικό συμβούλιο αυτής κατά απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, μετά γνώμη του διοικητή, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον ίδιο άρθρο, ήτοι α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας ενός έτους στον 3ο βαθμό (εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου), γ) ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσεως, επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας και δ) ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των διαθεσίμων μέσων και του υπάρχοντος προσωπικού με τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας και την παραγωγικότητα των εργαζομένων, ειδικότερα δε επίδειξη μέριμνας για την πλήρη απασχόληση του προσωπικού, αναφέροντας αρμόδια τις περιπτώσεις υποαπασχόλησης.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως δόκιμος την 27.3.1969. Εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο και εξελίχθηκε βαθμολογικά.
Κατέχει το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη – Προϊσταμένου από 1.12.1992. Είναι πτυχιούχος από το έτος 1973 του Οικονομικού Τμήματος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. και από το έτος 1979 του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γνωρίζει στο επίπεδο του «πολύ καλά» την αγγλική και τη γαλλική (για τη γαλλική γλώσσα, κατέχει, από το έτος 1976, δίπλωμα ανωτέρων σπουδών πρώτης βαθμίδος του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, με επάρκεια από το έτος 1979 διδασκαλίας σε φροντιστήρια, σύμφωνα με σχετική απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, λαμβάνει δε από την εναγομένη ειδικό επίδομα ξένης γλώσσας).
Στο χρονικό διάστημα 1978-1999 παρακολούθησε τα προγράμματα βασικής Εκπαιδεύσεως (σεμινάρια, «Συνάλλαγμα» και «Πίστη»), καθώς και το Πρόγραμμα Διοικητικής Επιμορφώσεως (σεμινάρια, «Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα», «Αγορά Τίτλων (SECURITIES)», «Αξιολόγηση Προσωπικού», «επιμόρφωση Στελεχών (διευθυντών υποκαταστημάτων) στα Τραπεζικά-Χρηματοοικονομικά»), αποσπάσθηκε (το έτος 1989) επί πενθήμερο στο υποκατάστημα στον Πειραιά προς ενημέρωση σε θέματα ναυτιλιακού συναλλάγματος και υπηρέτησε στο Κεντρικό Κατάστημα (Τμήμα Αξιών προς Είσπραξη) μέχρι τον Απρίλιο 1984, στο υποκατάστημα Πάτρας (Υπηρεσίες Λογιστηρίου, Ενεγγύων Πιστώσεων και Αξιών) ως Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ελέγχου Συναλλάγματος τον Αύγουστο 1984, ως Υποδιευθυντής την 5.8.1993, ως Διευθυντής την 18.2.1999) και στο υποκατάστημα Πύργου (καθήκοντα Διευθυντή την 18.6.1991).
Η βαθμολογία του, από 1.10.1987 μέχρι 30.9.1989 (κλίμακα «1-5» με «1» το ΑΡΙΣΤΑ) είναι «2» (για υπηρεσιακή κατάρτιση) και «1» (για ποιοτική απόδοση, ποσοτική απόδοση, επικοινωνία, συνεργασία, πρωτοβουλία, οργάνωση και προγραμματισμό, εποπτεία και διοίκηση), ενώ δεν έχει ποινές. Από του χρόνου εκείνου μέχρι το έτος 1999 δεν συντάσσονται «εκθέσεις αξιολογήσεως» - «φύλλα επιδόσεως» για τους υπαλλήλους της εναγομένης, οι οποίοι αξιολογούνται από Γνωμοδοτική Επιτροπή Προαγωγών (άρθρο 34 Γενικού Κανονισμού της υπηρεσίας στην Τράπεζα).
Αξιολόγηση του ενάγοντος από τη Γνωμοδοτική Επιτροπή Προαγωγών στο διάστημα από 1.10.1989 μέχρι το έτος 1999 δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις των υπαλλήλων της Κατηγορίας Β΄ έτους 1999 για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Υποδιευθυντή, από 1.11.1999 (απόφαση του Γενικού Συμβουλίου με ημερομηνία 17.11.1999-9/18.11.1999 εγκύκλιος της Διοικήσεως της εναγομένης), ο ενάγων παραλήφθηκε, ενώ προήχθη (και) ο ομοιόβαθμος συνάδελφός του, του ιδίου κλάδου Χ1 (Εντεταλμένος Τμηματάρχης – Προϊστάμενος, από τους αναφερόμενους στην αγωγή προς σύγκριση).
Ο συγκρινόμενος Χ1 έχει Γ.Υ.Α. την 24.7.1976 και Ε.Υ.Α. (στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη – Προϊσταμένου) την 1.1.1997, είναι δε πτυχιούχος από το έτος 1976 του Τμήματος Διοικήσεως Επιχειρήσεων της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. και από το έτος 1982 του Νομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών. Στο χρονικό διάστημα 1978-1999 παρακολούθησε τα σεμινάρια «Διοίκηση Αμοιβών – MANAGEMENT», «Αξιολόγηση Προσωπικού», «Βελτίωση Ανθρωπίνων Σχέσεων – Συνεργασία», «Εργατικό- Ασφαλιστικό Δίκαιο», «Διοίκηση Προσωπικού – Οργάνωση», «Οικονομική Ανάλυση (Μικρό-Μακροοικονομική)», «Ευέλικτη Διοίκηση», «Σύγχρονη Διοίκηση στην Πράξη», «Εκπαίδευση Εισηγητών», «Γρήγορο Διάβασμα-Μνήμη», «Τραπεζικές Εργασίες (στην Τράπεζα Γαλλία)», και «Εφηρμοσμένη Διοίκηση», γνωρίζει την αγγλική γλώσσα στο επίπεδο του «καλά» και υπηρέτησε την 2.8.1976 στο υποκατάστημα Ρόδου, την 20.2.1978 στο υποκατάστημα Ξάνθης και από την 9.11.1981 (εκτός ενός εξαμήνου τα έτη 1988-1989 στο Πρακτορείο Σύρου και ενός μηνός το έτος 1989 στο Πρακτορείο Σουφλίου) στο Κεντρικό Κατάστημα (Διεύθυνση Διοικητικού – Τμήμα Οικονομικών Θεμάτων Προσωπικού), το έτος 1983 Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Μισθολογικών Θεμάτων και Προϋπολογισμού, το έτος 1987 Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Στεγαστικών Δανείων και Ειδικών Παροχών, το έτος 1990 Προϊστάμενος του Τμήματος Οικονομικών Θεμάτων Προσωπικού, το έτος 1991 Προϊστάμενος του Τμήματος Ειδικών Λογαριασμών Εξωτερικού, το έτος 1992 Αναπληρωτής του Τμηματάρχη – Προϊσταμένου του Τμήματος Σχέσεων με τις τράπεζες της Διευθύνσεως Νομισματικής Πολιτικής και Τραπεζικών Εργασιών και του Τμήματος Λογιστικού Ελέγχου της Διευθύνσεως Γενικού Λογιστηρίου, το έτος 1993 Τμηματάρχης – Αναπληρωτής του Τμήματος Οικονομικών Θεμάτων, το έτος 1995 Τμηματάρχης – Προϊστάμενος του Τμήματος Οικονομικών Θεμάτων, το έτος 1999 Υποδιευθυντής στη Διεύθυνση Διοικητικού.
Η βαθμολογία του από 1.10.1987 μέχρι 30.9.1989 είναι «1» σε όλα τα κριτήρια και δεν έχει ποινές. Αξιολόγηση του Χ1 από τη Γνωμοδοτική Επιτροπή Προαγωγών στο διάστημα από 1.10.1989 μέχρι το έτος 1999 δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν υπερείχε καταδήλως του ως άνω συγκρινομένου και επομένως η κρίση των οργάνων της αναιρεσίβλητης που παρέλειψαν να προαγάγουν αυτόν τις κρίσεις του 1999 δεν αδικεί αυτόν κατάφωρα και έτσι η πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του αναιρεσείοντα στο βαθμό του Υποδιευθυντή δεν εμποδίστηκε από την αναιρεσίβλητη κατά παράβαση της καλής πίστης με την παράλειψη προαγωγής του αναιρεσείοντα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 207 Α.Κ., αφού υπό τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές ο αναιρεσείων ενάγων υπερείχε μεν του άνω συγκρινομένου ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό και στην γνώση ξένων γλωσσών, ήταν ισοδύναμος στους τίτλους σπουδών, αλλά υστερούσε στην βαθμολογία, την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων και την παρακολούθηση σεμιναρίων.
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάργηση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί της αγωγής ή ενστάσεως ισχυρισμοί, ούτε αυτοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα του δικαστηρίου ή των διαδίκων, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς ο δεύτερος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για λήψη υπόψη ισχυρισμών μη προταθέντων από την αναιρεσίβλητη, ήτοι ότι ο συγκρινόμενος βαθμολογήθηκε με 8 ένα, άσκησε καθήκοντα Υποδιευθυντή από το 1999 και παρακολούθησε 12 σεμινάρια, αναγόμενος εξ ολοκλήρου σε πραγματικά γεγονότα, τα οποία το Εφετείο εξήγαγε από την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.4.2005 αίτηση του .... για αναίρεση της 7552/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ