Legislator Case Law & Legislation
1435/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal decision due to failure to examine substantive law arguments on property ownership.

Case Number 1435/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the plaintiff's property ownership claim. The court found the lower court failed to examine substantive legal arguments regarding the plaintiff's good faith possession and the validity of the defendants' prior agreements. Consequently, the appeal was granted, and the case was remanded for further examination by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine substantive law arguments raised in an appeal if the lower court failed to address them, necessitating remand for further trial.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law examination property ownership good faith possession remand for retrial judicial costs allocation failure to examine arguments

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1, 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1041 of the Civil Code
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1435 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1435/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Α. του Δ., 2) Γ. Α. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παναγιωτόπουλο, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2021 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-9-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 09-09-2022 αίτηση προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με αριθμ. 42/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία απορρίφθηκε η από 09-06-2020 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 49/2019, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, το οποίο είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 14-11-2017 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων. Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. [1] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων ... παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από τον θάνατο του κληρονομούμενου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του ή αν εκδοθεί και μεταγραφεί κληρονομητήριο, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου (ΑΠ 515/2023, ΑΠ 1325/2022, ΑΠ 138/2021). [2] Κατά το άρθρο 1041 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος (τακτική χρησικτησία).

Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976 - 978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) (ΑΠ 121/2022, ΑΠ 238/2021).

H ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης τούτου, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου (ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 515/2023, ΑΠ 1555/2021). [3] Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή.

Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης.

Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, ενώ η απόκρουση της νομιμοποίησης ή της συνδρομής εννόμου συμφέροντος από τον εναγόμενο αποτελεί άρνηση και όχι ένσταση.

Οι εν λόγω διαδικαστικές προϋποθέσεις, της νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής έννομου συμφέροντος, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας και η παραβίασή τους εμπίπτει στον λόγο με αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 362/2023, ΑΠ 1499/2023) και στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 19 του ιδίου άρθρου όταν η πλημμέλεια αναφέρεται στην εκ πλαγίου παραβίασή του. [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019). [5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1491/2023). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1034/2023).

ΙΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση "Λεβετάκη" ή "Λεβετάκι" της εδαφικής περιφέρειας του Δήμου Ελαφονήσου του νομού Λακωνίας, έχει έκταση 9.346,27 τ.μ., εμφαίνεται δε στο από Μαρτίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α.

Ψ., που έχει προσαρτηθεί στο υπ' αριθμ. ....2009 συμβόλαιο της Συμβ/φου Πατρών Ε. Ρ. με τα στοιχεία Β1-Β2-Β4-Β5-Β6-Β7-Β1 και συνορεύει σύμφωνα με αυτό βόρεια στην πλευρά Β1-Β2 με φερόμενη ως ιδιοκτησία του ενάγοντος, νότια στην πλευρά Β3-Β4 με φερόμενη ιδιοκτησία Σ. Α., Γ. Α. και Ε. Ψ., ανατολικά στην πλευρά Β2-Β3 με έτερη φερόμενη ως ιδιοκτησία του ενάγοντος και δυτικά στις πλευρές Β1-Β7, Β7-Β6, Β6-Β5 και Β5-Β4 με κοινοτικό δρόμο.

Με το ως άνω υπ' αριθμ. ....2009 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο πωλήθηκε το επίδικο ακίνητο στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) από τον Η. Μ., διά της αντιπροσώπου του Μ. Σ., με τον όρο το συμφωνηθέν τίμημα να καταβληθεί από τον αγοραστή - ενάγοντα εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την αμετάκλητη περάτωση της εκκρεμούς δίκης επί της διεκδικητικής - αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής που έχει ασκήσει ο πωλητής (Η.

Μ.) κατά των εναγομένων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, αναφορικά με το επίδικο ακίνητο, καθώς επίσης και μετά την αμετάκλητη περάτωση της διοικητικής διαδικασίας χαρακτηρισμού του ως άνω ακινήτου ως μη δασικής έκτασης. Πράγματι, ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Η. Μ., είχε ασκήσει κατά των εναγομένων την από 15.10.2009 και με αριθμ.

έκθ. κατάθ. 62/2009 αγωγή, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος του επίδικου ακινήτου, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε δυνάμει του από 14.9.2017 δικογράφου παραιτήσεως που επιδόθηκε στους εναγομένους την 18.9.2017. Προσέτι, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου έχει ασκηθεί και η από 8.5.2008 αγωγή (αριθμ.

έκθ. κατάθ. 50/2008) του Σ. Ψ. του Β. σε βάρος των εναγομένων με όμοιο περιεχόμενο και αίτημα, ήτοι την αναγνώριση αυτού ως κυρίου του επίδικου ακινήτου, η οποία, ωστόσο, αγωγή τυγχάνει ακόμα εκκρεμής. Σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, στο δικαιοπάροχο του ενάγοντος, Η. Μ., το επίδικο ακίνητο περιήλθε αιτία εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος το έτος 1964 πατρός του, Π.

Μ. του Χ., την κληρονομιά του οποίου αποδέχτηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 25364/2009 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβ/φου Πατρών Ε. Ρ. Στο δε Π. Μ. του Χ. είχε περιέλθει το ακίνητο αιτία εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος το έτος 1892 πατρός του, Χ. Μ. του Ν., σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. .../1938 σύμβαση αυτούσιας διανομής του συμβ/φου Βοΐων Δ.

Λ. Στο δε Χ. Μ. του Ν. το ακίνητο είχε περιέλθει αιτία εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του πατρός του Ν. Μ., ο οποίος το είχε αποκτήσει δια παραχωρήσεως από το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει του υπ' αριθμ. ....1880 παραχωρητηρίου του τότε Υπουργού Οικονομικών. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του ως άνω παραχωρητηρίου, ουδόλως προκύπτει εξ αυτού παραχώρηση οιασδήποτε εδαφικής έκτασης στη θέση όπου κείται το επίδικο ακίνητο, ήτοι στη θέση "Λεβετάκι" ή "Λεβετάκη".

Το ακίνητο δε που αναφέρεται στο ως άνω παραχωρητήριο, έκτασης 10 βασιλικών στρεμμάτων, κείται στη θέση "Γαϊδουροσπηλιά". Ισχυρίζεται ο εκκαλών ότι η θέση "Λεβετάκι" αποτελεί τμήμα της ευρύτερης σε εμβαδόν εδαφικής περιφέρειας του δήμου Ελαφονήσου που φέρει παλαιόθεν την ονομασία "Γαϊδουρόσπηλο" ή "Γαϊδουροσπαλιά".

Όμως από τις δύο σε φωτοτυπίες αεροφωτογραφίες από το κτηματολογικό διάγραμμα του οικείου φύλλου του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάρτης, που ο εκκαλών - ενάγων προσκομίζει, σαφώς προκύπτει ότι οι θέσεις "Λεβετάκι" και "Γαϊδουρόσπηλο" είναι διαφορετικές και ξεχωριστές μεταξύ τους, χωρίς η μία να αποτελεί τμήμα της άλλης.

Άλλωστε, και ο ίδιος ο εκκαλών στην προσκομιζόμενη από αυτόν βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης μέχρι την 20.7.2017, το εν λόγω ακίνητο το έχει δηλώσει στη θέση "Λεβετάκη", ενώ έτερα ακίνητά του στην Ελαφόνησο τα έχει δηλώσει στη θέση "Γαϊδουρόσπηλο". Επιπροσθέτως, στις δύο προαναφερθείσες αγωγές με αριθμ.

έκθ. κατάθ. 62/2009 (του Η. Μ. σε βάρος των εναγομένων) και με αριθμ. έκθ. κατάθ. 50/2008 (του Σ. Ψ. σε βάρος των εναγομένων) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου το επίδικο ακίνητο αναγράφεται ότι κείται στην τοποθεσία "Λιμνίτσα ή Κεντράκι" με την ειδικότερη ονομασία "Λεβετάκι"-σημειώνεται ότι αυτήν την ονομασία φέρει το ακίνητο που μεταβιβάστηκε στους εναγομένους το έτος 2000 με τα υπ' αριθμ. .../2000 και .../2000 συμβόλαια αγοραπωλησίας και γονικής παροχής, αντίστοιχα.

Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται με ποιο νόμιμο τρόπο το επίδικο ακίνητο που ανήκε στον Ν. Μ. βάσει του ανωτέρω παραχωρητηρίου κληρονομήθηκε εξ ολοκλήρου στον υιό του Χ. Μ., καθόσον δεν προσκομίστηκε ουδένα σχετικό έγγραφο που να αποδεικνύει την ισχυριζόμενη επέλευση της κληρονομικής διαδοχής. Περαιτέρω, το επίδικο ακίνητο φέρεται να αποκτήθηκε από τον υιό του Χ.

Μ., Π. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1938 συμβολαίου διανομής της πατρικής κληρονομιάς. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του ως άνω συμβολαίου διανομής, ο Π. Μ. φέρεται ως κύριος ενός αγρού, ξηρικού, εκτάσεως τριών (3) στρεμμάτων περίπου, που κείται στη θέση "Λεβετάκι" Ελαφονήσου Βοιών, δηλαδή ενός ακινήτου που υπολείπεται σε έκταση κατά πολύ από το επίδικο ακίνητο.

Όσα δε αναφέρει στην ένορκη κατάθεσή της η μάρτυρας του ενάγοντος, Μ. Σ., περί άτυπων συμφωνιών και ανταλλαγών ακινήτων του Π. Μ., αφενός δεν επιρρωνύονται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο, αφετέρου ουδόλως τα αναφέρει ο ίδιος ο ενάγων στην ένδικη αγωγή του. Επίσης, ο άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Η.

Μ., φέρεται στο αγωγικό δικόγραφο να αποκτάει το επίδικο ακίνητο αιτία εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής από τον αποβιώσαντα το έτος 1964 πατέρα του, ως άνω Π. Μ., την οποία αποδέχεται δυνάμει της υπ' αριθμ. ....2009 πράξης αποδοχής κληρονομιάς. Ωστόσο, πέραν του ότι, σύμφωνα με τ' ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στον Π.

Μ., προσέτι, όπως προκύπτει από το με αριθμ. πρωτ. .../2017 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών, ο Π. Μ. κατέλειπε ως ζώντες, κατά το χρόνο του θανάτου του, πλησιέστερους συγγενείς του τη σύζυγό του Μ. Δ. και τα τέκνα του Μ. Κ., Μ. Σ., Μ. Χ., Μ. Η., Μ. Θ., Μ. Γ., Μ. Α., Μ. Π. και Μ. Ε. Ως εκ τούτου, δεν αποδείχθηκε με ποιο νόμιμο τρόπο ο Η.

Μ. αποδέχθηκε το επίδικο ακίνητο ως πλήρης και αποκλειστικός κύριος αυτού, δεδομένου ότι ούτε πιστοποιητικά αποποιήσεως των λοιπών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Π. Μ. προσκομίστηκαν, ούτε κάποιο τυχόν συμβόλαιο διανομής της πατρικής περιουσίας, δεδομένου ότι η περιουσία αυτή θα πρέπει να μεταβιβάστηκε στους εξ αδιαθέτου ως άνω κληρονόμους του Π.

Μ. κατ' ισομοιρία και κατά ιδανικά μερίδια (άρθρ.1813 ΑΚ). Μάλιστα, στο υπ' αριθμ. .../2009 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο αναγράφεται γενικά και αόριστα ότι ο Π. Μ. κληρονομήθηκε από τον πωλητή - υιό του Η. Μ., στο δε προηγηθέν τούτου υπ' αριθμ. .../2009 προσύμφωνο αγοραπωλησίας αγροτεμαχίου (που αφορά το επίδικο ακίνητο) αποκρύπτεται η ύπαρξη λοιπών κληρονόμων - χαρακτηριστικά αναγράφεται "Περιήλθε το άνω ακίνητο στον αφενός συμβαλλόμενο πωλητή (Η.

Μ. του Π.) από κληρονομιά του πατέρα του Π. Μ. του Χ., κατοίκου ... που πέθανε το έτος 1964 χωρίς να αφήσει διαθήκη με μοναδικό εγγύτερο συγγενή και κληρονόμο του τον αφενός συμβαλλόμενο,..". Σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν προέκυψε από το προσαχθέν αποδεικτικό υλικό αλληλουχία τίτλων ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος.

Περαιτέρω, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό δεν προέκυψε ότι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος διενεργούσαν εμφανείς πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου για μία συνεχή εικοσαετία. Ειδικότερα, η μάρτυρας του ενάγοντος Μ. Σ. (βλ. την υπ' αριθμ. 16461/2018 ένορκη βεβαίωση) αναφέρεται μόνο σε πράξεις νομής που διενήργησε η ίδια για λογαριασμό αρχικά του Η.

Μ. και κατόπιν του ενάγοντος από το έτος 2006 κι έκτοτε, ενώ η μάρτυρας Α. συζ. Ε. Χ. (βλ. την υπ' αριθμ. .../2018 προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση) αναφέρει τη διενέργεια πράξεων νομής εκ μέρους του Η. Μ., χωρίς όμως να τις προσδιορίζει χρονικά. Βέβαια, η τελευταία μάρτυρας στην προσκομιζόμενη το πρώτον υπ' αριθμ. .../2020 ένορκη βεβαίωση σπεύδει να συμπληρώσει ότι οι πράξεις νομής γίνονταν από τον Η.

Μ., άλλες αυτοπροσώπως και άλλες μέσω ανθρώπων εμπιστοσύνης του, συνεχώς από το έτος 1964 μέχρι το τέλος του έτους 2009. Τέλος, η μάρτυρας A. L. M. (βλ. την υπ' αριθμ, 2469/2018 προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση) αναφέρει ότι ο πατέρας της Η. Μ., με τη βοήθεια του ανιψιού του Σ. Ψ., φύτευε ελιές, συκιές, αχλαδιές κ.ά. γενικώς στα κτήματά του στην Ελλάδα μετά το έτος 1961, χωρίς να προσδιορίζει όμως πότε ακριβώς μετά το 1961, ακολούθως δε αναφέρει ότι μάρκαρε τα δέντρα επί του επίδικου ακινήτου, χωρίς όμως, επίσης, να προσδιορίζει χρονικώς πότε έλαβε χώρα η ως άνω πράξη.

Έτι περαιτέρω, η ως άνω μάρτυρας A. L. M. αναφέρει ότι μεταξύ των πράξεων νομής που διενεργήθηκαν από τον πατέρα της και από τους Σ. Ψ. και Μ. Σ. είναι η έγγραφη ή προφορική παροχή άδειας βοσκής, η εκμίσθωση και παραχώρηση της έκτασης για χορτονομή και καλλιέργεια, η περιοδική επίβλεψη και έλεγχος τυχόν αυθαίρετων μεταβολών των ορίων της και η λήψη μέτρων δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων του πατέρα της.

Ωστόσο, η διενέργεια των ως άνω πράξεων νομής ουδόλως επιρρωνύεται από το λοιπό αποδεικτικό υλικό, αλλά αντίθετα αναιρείται. Ενδεικτικά : α) Αν και οι εναγόμενοι είχαν συνάψει ήδη από το έτος 2000 τα υπ' αριθμ. .../2000 και .../2000 συμβόλαια αγοραπωλησίας και γονικής παροχής, αντίστοιχα, μόλις το έτος 2009 ο πατέρας της ως άνω μάρτυρος, Η.

Μ., ασκεί την από 15.10.2009 και με αριθμ. εκθ. κατάθ. 62/2009 αγωγή εναντίον τους. Αναγράφει ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του "Περί τον Απρίλιο του έτους 2009 ο Η. Μ. ενημερώθηκε από τον Σ. Ψ..... ότι οι εναγόμενοι επισκέπτοντο επανειλημμένα το ακίνητο και με τη σύμπραξη τρίτων προσώπων είχαν προβεί σε καταμέτρηση αυτού".

Τα ως άνω αναιρούν τον ισχυρισμό του ενάγοντα περί περιοδικής επίβλεψης και ελέγχου του ακινήτου από τον άμεσο δικαιοπάροχό του. β) Δεδομένου ότι ο ως άνω αντιπρόσωπος του Η. Μ., Σ. Ψ., άσκησε την από 8.5.2008 και με αριθμ. έκθ. κατάθ. 50/2008 αγωγή του εναντίον των εναγομένων με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο και αίτημα με την υπό κρίση αγωγή, ήτοι την αναγνώριση του ίδιου ως κυρίου του επίδικου ακινήτου, είναι αμφίβολο εάν οι όποιες τυχόν πράξεις νομής που διενεργούσε στο εν λόγω ακίνητο ήταν για λογαριασμό και επ' ονόματι του Η.

Μ. ή για δικό του λογαριασμό (Σ. Ψ.). γ) Δεν προσκομίζεται καμία έγγραφη παροχή άδειας βοσκής και δεν κατονομάζονται τα πρόσωπα στα οποία δινόταν, έστω και προφορικά, η άδεια αυτή η εκμισθωνόταν η έκταση για χορτονομή και καλλιέργεια. Μόνον οι δύο μάρτυρες Α. συζ. Ε. Χ. και A. L. M. στις προσκομιζόμενες το πρώτον, αντίστοιχα, υπ' αριθμ. .../2020 και .../2020 ένορκες βεβαιώσεις αναφέρουν το όνομα της Κ.

Π. δ) Προσέτι δε ο Η. Μ. δεν προβαίνει σε δήλωση του ακινήτου ενώπιον φορολογικών αρχών, παρά μόνο για πρώτη φορά το έτος 2009, ενόψει της σύναψης του υπ' αριθμ. .../2009 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω, θα πρέπει να απορριφθούν οι ισχυρισμοί του ενάγοντος (εκκαλούντος) περί κτήσης της κυριότητας του ένδικου ακινήτου τόσο παραγώγως, αφού του μεταβιβάστηκε το επίδικο ακίνητο από μη κύριο, όσο και πρωτοτύπως.

Με το ίδιο που έκρινε και το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε, απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβασίμων των πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγων της υπό κρίση έφεσης....". Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Ειδικότερα, με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι : 1) Το επίδικο είναι αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση "Λεβετάκη" ή "Λεβετάκι" της εδαφικής περιφέρειας του Δήμου Ελαφονήσου του νομού Λακωνίας, έχει έκταση 9.346,27 τ.μ., και εμφαίνεται στο από Μαρτίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α.

Ψ., που έχει προσαρτηθεί στο υπ' αριθμ. ....2009 συμβόλαιο της συμβ/φου Πατρών Ε. Ρ., που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο ο αναιρεσείων - ενάγων αγόρασε από τον Η. Μ., με τον όρο το συμφωνηθέν τίμημα να καταβληθεί από τον αγοραστή - αναιρεσείοντα μέσα σε προθεσμία ενός (1) μήνα από την αμετάκλητη περάτωση της εκκρεμούς δίκης επί της διεκδικητικής - αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής που έχει ασκήσει ο πωλητής (Η.

Μ.) κατά των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, με αντικείμενο το επίδικο ακίνητο, καθώς επίσης και μετά την αμετάκλητη περάτωση της διοικητικής διαδικασίας χαρακτηρισμού του ως άνω ακινήτου ως μη δασικής έκτασης. 2) Ότι ο αναιρεσείων δεν απέκτησε κυριότητα στο ανωτέρω επίδικο ακίνητο με παράγωγο τρόπο διότι δεν αποδείχθηκε αλληλουχία τίτλων ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος, Η.

Μ. του Π., πωλητή, στον οποίο φέρεται, από τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα, να περιήλθε με την παραπάνω με αριθμ. 25364/2009 πράξη αποδοχής κληρονομίας του, αποβιώσαντος το έτος 1964, πατέρα του, Π. Μ. του Χ., στον οποίο φέρεται, από τον αναιρεσείοντα, να είχε περιέλθει ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος το έτος 1892 πατέρα του, Χ.

Μ. του Ν. σε συνδυασμό με την παραπάνω με αριθμ. .../1938 σύμβαση αυτούσιας διανομής, και στον Χ. Μ. του Ν. το ακίνητο φέρεται, από τον αναιρεσείοντα, να είχε περιέλθει ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του Ν. Μ., ο οποίος φέρεται, από τον αναιρεσείοντα, να το είχε αποκτήσει με το με αριθμ. ....1880 παραχωρητήριο του τότε Υπουργού Οικονομικών, ως 10 βασιλικά στρέμματα, ευρισκόμενα στη θέση "Γαϊδουρόσπηλο" ή "Γαϊδουροσπηλιά", που είναι διάφορη θέση αυτής της θέσης "Λεβετάκη" ή "Λεβετάκι" η οποία είναι ειδικότερη θέση της "Λιμνίτσα - Κεντράκι", και όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο. 3) Ότι ο αναιρεσείων δεν απέκτησε το επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο (τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας), διότι δεν άσκησε σε αυτό εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου, ο ίδιος ούτε οι προαναφερθέντες δικαιοπάροχοι αυτού (Η.

Μ. του Π., από το έτος 1964, είτε αυτοπροσώπως είτε δια αντιπροσώπων του, Π. Μ. του Χ., από το έτος 1892 και 1938, Χ. Μ. του Ν. μέχρι το έτος 1892, και Ν. Μ. του Χ. από το έτος 1880). [2] Έτσι, που έκρινε το Εφετείο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσης κυριότητας από τον αναιρεσείοντα (εκκαλούντα - ενάγοντα) με παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσας από μη αληθή κύριο, και με τον πρωτότυπο τρόπο (τακτικής και έκτακτης), προσμετρώντας τη διανοία κυρίου νομή του άμεσου και απώτερων δικαιοπαρόχων του, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις 974, 1045, 1051 ΑΚ διότι κατά τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά απαίτησε για τη θεμελίωση πράξεων νομής διανοία κυρίου του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος Η.

Μ., του ιδίου ή δια των αντιπροσώπων του, (φυτείας δένδρων ελεών, συκεών, αχλαδιάς, μετά το έτος 1961/1964 μέχρι το έτος 2009), να προσδιορίζεται πότε έλαβαν χώρα χρονολογικά οι ως άνω πράξεις, μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, χωρίς, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να απαιτείται τούτο, από τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 1α (και όχι 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. [3] Με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο ως προς το αυτό παραπάνω ουσιώδες ζήτημα παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 68 ΚΠολΔ, 1033, 1045, 1051 ΑΚ, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, Α.

με ανεπαρκείς αιτιολογίες: α) διότι αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το επίδικο ακίνητο, έκτασης 9.346,27 τ.μ., για το οποίο συντάχθηκε το με αριθμ. ....2009 συμβόλαιο της συμβ/φου Πατρών Ε. Ρ. βρίσκεται στη θέση "Λεβετάκη ή Λεβετάκι", της εδαφικής περιφέρειας του Δήμου Ελαφονήσου του νομού Λακωνίας, που είναι ειδικότερη θέση της "Λημνίτσα - Κεντράκι", και όχι στη θέση "Γαϊδουρόσπηλο" ή "Γαϊδουροσπηλιά" για την οποία θέση είχε εκδοθεί παραχωρητήριο υπέρ του απώτατου δικαιοπάροχου του αναιρεσείοντος και ότι το ακίνητο για το οποίο συντάχθηκαν τα με αριθμ. .../2000 και .../2000 συμβόλαια αγοραπωλησίας και γονικής παροχής, αντίστοιχα, αναφέρονται στη θέση "Λιμνίτσα - Κεντράκι", δεν διαλαμβάνεται η ακριβής σχέση της θέσης "Λιμνίτσα - Κεντράκι" και της θέσης "Λεβετάκη ή Λεβετάκι" αν αμφότερες ταυτίζονται και σε περίπτωση που δεν ταυτίζονται οι ακριβείς ειδικότερα θέσεις αυτών, πόσο απέχουν μεταξύ τους οι άνω θέσεις, ενώ δεν διαλαμβάνεται ούτε η ακριβής θέση "Γαϊδουρόσπηλο ή Γαϊδουροσπηλιά" σε σχέση με τις προαναφερθείσες θέσεις και η απόσταση αυτής από καθεμία απ' αυτές, ούτε η γεωμορφολογία των ανωτέρω θέσεων και του επίδικου ακινήτου, Β.

με ενδοιαστικές αιτιολογίες : α) διότι διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν αποδεικνύονται πράξεις νομής εκμίσθωσης και παραχώρησης της έκτασης για χορτονομή και καλλιέργεια, έγγραφη ή προφορική, στη συνέχεια δε ότι δεν προσκομίζεται καμία έγγραφη παροχή άδειας βοσκής και τέλος ότι αναφέρεται μόνο το όνομα της Κ.

Π. ως μισθώτριας, β) διότι διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι αναιρεσίβλητοι - εναγόμενοι είχαν συνάψει ήδη από το έτος 2000 τα υπ' αριθμ. .../2000 και .../2000 συμβόλαια αγοραπωλησίας και γονικής παροχής, αντίστοιχα, ότι στην ένδικη αγωγή μνημονεύεται ότι τον Απρίλιο του έτους 2009 ο Η. Μ. ενημερώθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι - εναγόμενοι επισκέπτοντο, επανειλημμένα, το επίδικο ακίνητο και είχαν προβεί σε καταμέτρηση αυτού, ότι ο Η.

Μ. άσκησε, μόλις το έτος 2009, την από 15.10.2009 και με αριθμ. εκθ. κατάθ. 62/2009 αγωγή εναντίον των αναιρεσίβλητων - εναγόμενων, χωρίς να γίνεται μνεία στην απόφαση της ακριβούς ταυτότητας του ακινήτου που αναφέρεται στα ανωτέρω δύο συμβόλαια, και του χρόνου καταμέτρησης του επίδικου ακινήτου, γ) ενώ στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνεται ότι ο Σ.

Ψ. ήταν αντιπρόσωπος του Η. Μ. στη συνέχεια αναφέρεται ότι ο Σ. Ψ. άσκησε την από 8.5.2008 και με αριθμ. έκθ. κατάθ. 50/2008 αγωγή του εναντίον των εναγόμενων, με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο και αίτημα με την υπό κρίση αγωγή, ήτοι την αναγνώριση του ίδιου ως κυρίου του επίδικου ακινήτου, και ότι είναι αμφίβολο εάν οι όποιες τυχόν πράξεις νομής που διενεργούσε στο εν λόγω ακίνητο ήταν για λογαριασμό και επ' ονόματι του Η.

Μ. ή για δικό του λογαριασμό (Σ. Ψ.), δεν υφίσταται παραδοχή ότι αυτός γνωστοποίησε στον αντιπροσωπευόμενο Η. Μ. ότι ενεργεί για τον εαυτό του πράξεις νομής, με αποτέλεσμα ενόψει όλων των προαναφερομένων να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού, είναι βάσιμος. IV. Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή του ανωτέρω γενόμενου δεκτού ως βάσιμου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του από τον αρ. 11γ δεύτερου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ` άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του προκαταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμ. 42/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ