Supreme Court dismisses appeal against bank debt judgment, ruling alleged fraud insufficient to overturn final ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn a final judgment against them for debt owed to multiple banks. The appellants argued that the banks colluded to induce them into insolvency without proper credit checks, but the court found this claim to be merely an argument rather than a new fact. The court held that the lower court had already considered and rejected these allegations as unfounded, and no additional objective evidence of fraud was required to establish the bank's intent. Consequently, the appeal was rejected as both inadmissible and baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(5)(b) and 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal as inadmissible if the alleged new fact is merely an argument or denial of the lower court's findings, and the lower court has already considered and rejected such claims as unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1435 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1435/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Λ. του Σ. και 2) Α. Τ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Αντύπα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αlpha Bank ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως διαχειρίστριας της εδρεύουσας στη Μ.
Βρετανία εταιρείας με την επωνυμία "….", 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "….", που εδρεύει στον …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Πειραιώς Leases ΑΕ" και ήδη "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ. "ΠΕΙΡΑΙΩΣ LEASES", που εδρεύει στo Mαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κύπρου Χρηματοδοτικές Μισθώσεις ΑΕ", 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", 7) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "….", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 8) Αστικού Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Συνεταιριστική Τράπεζα Δράμας ΣΥΝ.Π.Ε.", που εδρεύει στη Δράμα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου του εδρεύοντος στην Αλεξανδρούπολη Αστικού Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Συνεταιριστική Τράπεζα Έβρου ΣΥΝ.Π.Ε.", 9) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 10) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "….", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 11) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 12) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 13) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 14) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, καθώς και ότι παρίσταται ατομικά μόνο γι' αυτήν και όχι και ως διαχειρίστριας της …", η 5η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Βλάχου, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις της την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας και η 7η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παππά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., ενώ οι 1η, 2η, 4η, 6η, 8ος, 9η, 10, 11η, 12η, 13η και 14η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2013 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 478/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 78/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-10-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και οι 3η, 5η και 7η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των 3ης και 5ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 17.10.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 78/2019 οριστική απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των πρώτης, δεύτερης, τετάρτης, ενάτης, δεκάτης, ενδεκάτης, δωδεκάτης και δεκάτης τετάρτης των εφεσιβλήτων και ήδη πρώτης, δεύτερης, τετάρτης, ενάτης, δεκάτης, ενδεκάτης, δωδεκάτης και δεκάτης τετάρτης των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς τις ανωτέρω ερήμην δικασθείσες διαδίκους.
Κατά την διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη την δίκη ή μόνο την δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι, η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός εκ των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στην συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην αποφάσεως αναιρέσεως, η οποία, αν παρά ταύτα ασκηθεί, είναι απορριπτέα, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με την διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή, αναλόγως, έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998, Α.Π. 884/2020, 739/2019, 33/2019), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπομένων ενδίκων μέσων (Α.Π. 896/2020, Α.Π. 884/2020, Α.Π. 829/2020, Α.Π. 58/2020, Α.Π. 329/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, που αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε ερήμην των πρώτης, δεύτερης, τετάρτης, ενάτης, δεκάτης, ενδεκάτης, δωδεκάτης και δεκάτης τετάρτης της δευτέρας των εφεσιβλήτων εταιρειών, και ήδη πρώτης, δεύτερης, τετάρτης, ενάτης, δεκάτης, ενδεκάτης, δωδεκάτης και δεκάτης τετάρτης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της (βλ. 2ο φύλλο, εμπρόσθια όψη αυτής), είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν στην δικάσιμο της 23-5-2017 ενώπιον του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης και ότι η συζήτηση της υποθέσεως (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) εχώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες.
Επομένως, ως προς τις ανωτέρω διαδίκους, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθ' όσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ., και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξ άλλου, με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021 "Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα" ορίζεται ότι "2.
Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.
Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Με την προαναφερόμενη διάταξη, προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζητήσεως των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, σε περίπτωση, όμως, ερημοδικίας κάποιου διαδίκου κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπομένου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ο ίδιος, είτε να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη από 17.10.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7/2019 αίτηση αναιρέσεως, προσδιορίστηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., για τη δικάσιμο της 5-3-2021, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση της υποθέσεως, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξ αιτίας του κορωνοϊού COVID-19, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως για τη δικάσιμο της 15-10-2021, με πράξη της Προέδρου του Δ' τμήματος, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021 και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο.
Κατά τη δικάσιμο εκείνη ματαιώθηκε και πάλι η συζήτηση της υποθέσεως, λόγω έκτακτων καιρικών φαινομένων, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 1-4-2022), με πράξη της Προέδρου του Δ' τμήματος, και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο [σύμφωνα με το άρθρο 260 Κ.Πολ.Δ.
και την υπ' αριθμ. 45298/15-10-2021 απόφαση (ΦΕΚ Β' 4762/15-10-2021) του Υπουργού Δικαιοσύνης, περί αναστολής λειτουργίας δικαστηρίων και εισαγγελιών της Περιφέρειας Αττικής την 15η-10- 2021 "λόγω αιφνίδιων και έκτακτων καιρικών φαινομένων"]. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, οι πρώτη, δεύτερη, τετάρτη, έκτη, ογδόη, ενάτη, δεκάτη, ενδεκάτη, δωδεκάτη, δεκάτη τρίτη και δεκάτη τετάρτη των αναιρεσιβλήτων, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτές έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, παρέστησαν δε νομίμως και προσηκόντως μόνο οι αναιρεσείοντες και οι τρίτη, πέμπτη και εβδόμη των αναιρεσιβλήτων.
Από τις υπ' αριθμ. …. εκθέσεις επιδόσεως, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ν. Α. οι οκτώ πρώτες, της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θράκης Π. Σ. η ενάτη και η δεκάτη και του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Α. Λ. η ενδεκάτη, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω αρχική δικάσιμο της 5-3-2021, επιδόθηκαν, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις προαναφερόμενες, απούσες κατά την παρούσα συζήτηση, αναιρεσίβλητες.
Αφού όμως αυτές είχαν νομίμως κλητευθεί να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο της 5-3-2021, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξ αιτίας του κορωνοϊού COVID-19, εν συνεχεία δε, κατά την ορισθείσα αυτεπαγγέλτως δικάσιμο της 15-10-2021, ματαιώθηκε και πάλι λόγω εκτάκτων καιρικών συνθηκών, η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή αυτής στο οικείο πινάκιο κατά την αυτεπαγγέλτως ορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (1-4-2022), ισχύει ως κλήτευσή τους.
Συνεπώς, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία τους. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...") -όπως το άρθρο αυτό ίσχυε (και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως, στις 9-12-2013, της ένδικης, από 2-12-2013, αιτήσεως), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α. 4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του- ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να την αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (Α.Π. 656/2021, Α.Π. 644/2020, Α.Π. 735/2019).
Ειδικότερα, βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη και όχι απλώς παροδική περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του (Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1460/2019, Α.Π. 418/2019, Α.Π. 632/2019, Α.Π. 551/2018).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά, με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη, τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (Α.Π. 257/2020, Α.Π. 208/2020, Α.Π. 735/2019, Α.Π. 641/2019, Α.Π. 1208/2017).
H μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο και μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λ.π.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 656/2021, 552/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1208/2017). Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ.. που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.Α.Π. 4/2010, Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λ.π.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω, απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει, και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του και συγκεκριμένα όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματός του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η παράλειψη από την πλευρά των πιστωτικών ιδρυμάτων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα (πριν χορηγήσουν την πίστωση) της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (Α.Π. 58/2020, Α.Π. 1485/2019).
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.
άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 1299/ 2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση της πιστώτριας τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:
α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 1007/21, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 758/2020, Α.Π. 508/2020).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Α.Π. 4123/2021, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 501/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 1221/2020, Α.Π. 1210/2020). Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ.
β' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας -δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα (Α.Π. 1342/2021, Α.Π. 1175/2020, Α.Π. 270/2020, Α.Π. 1365/2019)- ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 58/2020, ΑΠ 65/2017, Α.Π. 92/2013).
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (Α.Π. 177/2021, Α.Π. 870/2020, Α.Π. 549/2020, Α.Π. 372/2020). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει από αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (Α.Π. 619/2020, Α.Π. 609/2020, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 69/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη 78/2019 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα, κρίσιμα για τη διερεύνηση των λόγων αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "Οι αιτούντες, ηλικίας 55 και 56 ετών, αντίστοιχα, τέλεσαν θρησκευτικό γάμο στις 12-5-1990, και απέκτησαν δύο τέκνα, τα οποία έχουν ήδη ενηλικιωθεί, τον Α. - Σ., που γεννήθηκε στις 16-10-1996, και τη Ν. - Α., που γεννήθηκε στις 25-11-2000.
Η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε το έτος 2016 και ο γάμος τους λύθηκε με συναινετικό διαζύγιο, δυνάμει της υπ' αριθ. 26/6-2-2018 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), που έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη. Ο υιός τους πάσχει από σπονδυλομεταφυσιακή δυσπλασία και έχει κριθεί ανάπηρος σε ποσοστό 81%, έχει διακριθεί σε αγώνες κολύμβησης για άτομα με αναπηρία σε παγκόσμιο επίπεδο και είναι φοιτητής των …..
Η θυγατέρα τους έχει ολοκληρώσει το Λύκειο και δεν αποδεικνύεται ότι συνεχίζει σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Και τα δύο τέκνα διαμένουν μαζί με την αιτούσα μητέρα τους στην πρώην οικογενειακή στέγη των διαδίκων, μία διώροφη κατοικία (τύπου μεζονέτα), που βρίσκεται επί της οδού … αριθ. … στην…, εμβαδού 185 τ.μ., έτους κατασκευής 2003, εκ της οποίας ο πρώτος όροφος παραμένει ημιτελής.
Η ανωτέρω κατοικία ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στον πρώτο αιτούντα και η αντικειμενική της αξία ανέρχεται στο ποσό των 113.074,50 €. Μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των αιτούντων, ο πρώτος εξ αυτών διαμένει σε μίσθιο διαμέρισμα για το οποίο καταβάλλει μηνιαίως μίσθωμα ύψους 230,00 €. Επίσης, είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου με αριθ. κυκλοφορίας …, εργοστασίου κατασκευής …, τύπου…. , 1.686 κυβικών εκατοστών, πετρελαιοκίνητου, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας 31-1-2005. Ακόμη, η δεύτερη αιτούσα είναι αποκλειστική κυρία ενός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου με αριθ. κυκλοφορίας…, εργοστασίου κατασκευής…, τύπου 107, 998 κυβικών εκατοστών, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας 3-7-2009, το οποίο έχει θέσει σε ακινησία από το Δεκέμβριο του έτους 2012.
Ο αιτών εργάζεται ως Προϊστάμενος της Διεύθυνσης … και οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονται στο ποσό των 1.077,00 €. Η αιτούσα είναι …. και εργάζεται ως …. της …., ενώ οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονται στο ποσό των 1.988,09 €. Η ίδια διατηρούσε επί, σειρά ετών, ιδιωτικό μικροβιολογικό εργαστήριο, και συγκεκριμένα από τις 20-12-1994 μέχρι τις 30-7-2013, οπότε προέβη σε δήλωση διακοπής εργασιών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Αλεξανδρούπολης. Ο υιός τους εισπράττει επίδομα από την Πρόνοια, ύψους 313,00 €, σε μηνιαία βάση. Έτσι, το συνολικό οικογενειακό τους εισόδημα ανέρχεται σήμερα στο ποσό των (1.077,00 + 1.988,09 + 313,00) = 3.378,09 €. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος των αιτούντων, οι καθαρές αποδοχές τους το έτος 2003 ανέρχονταν σε 19.545,40 € και 63.959,53 € αντίστοιχα, συνολικά δε στο ποσό των 83.504,93 € και μηνιαίως σε 6.958,74 €.
Το έτος 2004 οι καθαρές αποδοχές τους ανέρχονταν στο ποσό των 25.715,58 € και 43.826,07 € αντίστοιχα, συνολικά δε στο ποσό των 69.541,65 € και μηνιαίως σε 5.795,14 €. Το έτος 2005 οι καθαρές αποδοχές τους ανέρχονταν στο ποσό των 21.930,74 € και 46.945,05 € αντίστοιχα, συνολικά δε στο ποσό των 68.875,79 € και μηνιαίως σε 5.739,65 €. Το έτος 2006 οι καθαρές αποδοχές τους ανέρχονταν στο ποσό των 22.499,12 € και 33.565,01 € αντίστοιχα, συνολικά δε στο ποσό των 56.064,13 € και μηνιαίως σε 4.672,01 €.
Το έτος 2007 οι καθαρές αποδοχές τους ανέρχονταν στο ποσό των 23.496,39 € και 41.184,78 € αντίστοιχα, συνολικά δε στο ποσό των 64.681,17 € και μηνιαίως σε 5.390,10 €. Το έτος 2008 οι καθαρές αποδοχές τους ανέρχονταν στο ποσό των 21.258,05 € και 45.276,06 € αντίστοιχα, συνολικά δε στο ποσό των 66.534,11 € και μηνιαίως σε 5.544,51 €. Το έτος 2009 οι καθαρές αποδοχές τους ανέρχονταν στο ποσό των 24.165,17 € και 34.889,15 € αντίστοιχα, συνολικά δε στο ποσό των 59.054,32 € και μηνιαίως σε 4.921,19 €.
Το έτος 2010 οι καθαρές αποδοχές τους ανέρχονταν στο ποσό των 20.425,50 € και 69.570,98 € αντίστοιχα, συνολικά δε στο ποσό των 89.996,48 € και μηνιαίως σε 7.499,71 €. Το έτος 2011 οι καθαρές αποδοχές τους ανέρχονταν στο ποσό των 15.484,42 € και 46.920,98 € αντίστοιχα, συνολικά δε στο ποσό των 62.405,40 € και μηνιαίως σε 5.200,45 €. Το έτος 2012 οι καθαρές αποδοχές τους ανέρχονταν στο ποσό των 14.220,83 € και 19.129,44 € αντίστοιχα, συνολικά δε στο ποσό των 33.350,27 € και μηνιαίως σε 2.779,19 €.
Και το έτος 2013, στο τέλος του οποίου κατατέθηκε η ένδικη αίτηση, οι καθαρές αποδοχές τους ανέρχονταν στο ποσό των 13.275,84 € και 18.723,14 € αντίστοιχα, συνολικά δε στο ποσό των 31.998,98 € και μηνιαίως σε 2.666,58 €. Στο ποσό αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται το επίδομα που εισέπραττε ο υιός τους από την Πρόνοια. Εξάλλου, το ποσό που απαιτούνταν, κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης, για την κάλυψη των βασικών δαπανών για τη διαβίωση της οικογένειας των αιτούντων, στις οποίες περιλαμβάνεται η διατροφή, η ένδυση και υπόδηση, τα λειτουργικά έξοδα κατοικίας, οι μετακινήσεις, η επισκευή και συντήρηση επίπλων και οικιακού εξοπλισμού, τα είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, η μόρφωση, η ενημέρωση, οι υπηρεσίες τηλεφωνίας, τα είδη και οι υπηρεσίες υγείας, ανερχόταν στο ποσό των 1.800,00 € μηνιαίως, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν είχε ακόμη επέλθει η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των αιτούντων.
Μεταξύ των ετών 2002 - 2007 οι αιτούντες ανέλαβαν σημαντικές δανειακές υποχρεώσεις, για τις οποίες γίνεται λόγος παρακάτω. Κατά το χρόνο εκείνο, η οικογενειακή τους κατάσταση ήταν η ίδια, δεδομένου δε ότι κατά το χρονικό διάστημα εκείνο τα τέκνα τους βρίσκονταν στην παιδική ηλικία - συνεπώς οι δαπάνες για την εκπαίδευσή τους ήταν μικρότερες - και ότι οι τιμές των ειδών πρώτης ανάγκης και των λογαριασμών ύδατος και κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, όπως και οι διάφοροι φορολογικοί δείκτες, ήταν σημαντικά μικρότεροι, εκτιμάται ότι το ποσό που απαιτούνταν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα για την κάλυψη των βασικών δαπανών για τη διαβίωση της οικογένειας των αιτούντων, δεν υπερέβαινε το ποσό των 1.300,00 €.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, ο αιτών είχε αναλάβει ως πρωτοφειλέτης τα παρακάτω χρέη προς τους πιστωτές του, οι ενεργές οφειλές του δε κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου-ανέρχονταν στα εξής ποσά: 1) από την υπ' αριθ. … σύμβαση πιστωτικής κάρτας την οποία είχε συνάψει με την ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ το έτος 2005, με πιστωτικό όριο 1.500,00 €, όφειλε το ποσό των 2.368,31 € και έπρεπε να καταβάλλει σε μηνιαία βάση το ποσό των 31,70 € για την εξόφληση του χρέους αυτού, 2) από την υπ' αριθ.
…. σύμβαση πιστωτικής κάρτας, την οποία είχε συνάψει με την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ το έτος 2005, με πιστωτικό όριο 4.000,00 €, όφειλε το ποσό των 1.467,29 € και έπρεπε να καταβάλλει σε μηνιαία βάση το ποσό των 41,50 € για την εξόφληση του χρέους αυτού, 3) από την υπ' αριθ. …. σύμβαση πιστωτικής κάρτας, την οποία είχε συνάψει με την ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ στις 1-3-2005, με πιστωτικό όριο 2.500,00 €, όφειλε το ποσό των 2.362,87 € και έπρεπε να καταβάλλει σε μηνιαία βάση το ποσό των 66,40 € για την εξόφληση του χρέους αυτού, 4) από την υπ' αριθ.
… σύμβαση καταναλωτικού δανείου ύψους 15.000,00 € την οποία είχε συνάψει με την ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ στις 25-7-2006, όφειλε το ποσό των 7.498,63 € και έπρεπε να καταβάλλει σε μηνιαία βάση το ποσό των 184,30 € για την εξόφληση του χρέους αυτού, 5) από την υπ' αριθ. …. σύμβαση πιστωτικής κάρτας την οποία είχε συνάψει με την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ στις 1-8-2007, με πιστωτικό όριο 900,00 €, όφειλε το ποσό των 365,07 € και έπρεπε να καταβάλλει σε μηνιαία βάση το ποσό των 7,30 € για την εξόφληση του χρέους αυτού, 6) από την υπ' αριθ.
… σύμβαση στεγαστικού δανείου ύψους 110.000,00 € την οποία είχε συνάψει με την ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ στις 18-10-2007 και είχε συνυπογράψει ως εγγυήτρια η σύζυγός του, όφειλε το ποσό των (46.289,16 + 49.749,29) = 96,038,45 € και έπρεπε να καταβάλλει σε μηνιαία βάση το ποσό των (298,90 + 339,30) = 638,20 € για την εξόφληση του χρέους αυτού, 7) από την υπ' αριθ.
… σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ύψους 20.700,00 € την οποία είχε συνάψει με την ΤΡΑΠΕΖΑ ΕFG ΕURΟΒΑΝΚ ΕRGASIAS στις 24-6-2010, όφειλε το ποσό των 19.499,06 € και έπρεπε να καταβάλλει σε μηνιαία βάση το ποσό των 154,70 € για την εξόφληση του χρέους αυτού (με το δάνειο αυτό αποπληρώθηκαν παλαιότερες οφειλές από πιστωτικές κάρτες από την ίδια τράπεζα για τις οποίες θα γίνει λόγος παρακάτω), 8) από την υπ' αριθ.
…. σύμβαση καταναλωτικού δανείου ύψους 4.600,00 € την οποία είχε συνάψει με τη ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΒΡΟΥ στις 12-8-2010 και είχε συνυπογράψει ως εγγυήτρια η σύζυγός του, όφειλε το ποσό των 5.086,07 € και έπρεπε να καταβάλλει σε μηνιαία βάση το ποσό των 93,80 € για την εξόφληση του χρέους αυτού. Το σύνολο λοιπόν των οφειλών του αιτούντος ως πρωτοφειλέτη προς τους ανωτέρω πιστωτές του ανερχόταν κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στο ποσό των 134.685,75 €, για την εξυπηρέτηση των οποίων απαιτούνταν μηνιαίως το ποσό των 1.217,90 €, με βάση το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης που αναφέρεται στις καταστάσεις οφειλών των άνω τραπεζών.
Η αιτούσα, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, είχε αναλάβει ως πρωτοφειλέτρια τα παρακάτω χρέη προς τους πιστωτές της, οι ενεργές οφειλές της δε κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ανέρχονταν στα εξής ποσά: 1) από την υπ' αριθ. … σύμβαση καταναλωτικού δανείου ύψους 15.000,00 €, την οποία είχε συνάψει με την ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ στις 5-9-2007, όφειλε το ποσό των 10.061,80 € και έπρεπε να καταβάλλει σε μηνιαία βάση (κατόπιν σύμβασης ρύθμισης που καταρτίσθηκε στις 26-11-2012) το ποσό των 68,10 € για την εξόφληση του χρέους αυτού (προ ρύθμισης έπρεπε να καταβάλλει το ποσό των 180,00 €), 2) από την υπ' αριθ.
… σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης ύψους 9.700,00 € την οποία είχε συνάψει με την ΚΥΠΡΟΥ LEASING στις 10-3-2009, όφειλε το ποσό των 5.987,60 € και έπρεπε να καταβάλλει σε μηνιαία βάση το ποσό των 123,00 € για την εξόφληση του χρέους αυτού, 3) από την υπ' αριθ. …. σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ύψους 15.100,0 €, την οποία είχε συνάψει με την ΤΡΑΠΕΖΑ ΕFG ΕURΟΒΑΝΚ ΕRGASIAS στις 5-1-2012 και είχε συνυπογράψει ως εγγυητής ο σύζυγος της, όφειλε το ποσό των 16.589,74 € και έπρεπε να καταβάλλει σε μηνιαία βάση το ποσό των 140,00 € για την εξόφληση του χρέους αυτού (με το δάνειο αυτό αποπληρώθηκαν παλαιότερες οφειλές από πιστωτικές κάρτες από την ίδια τράπεζα για τις οποίες θα γίνει λόγος παρακάτω), 4) από την υπ' αριθ.
…. σύμβαση καταναλωτικού δανείου ύψους 2.079,23€ την οποία είχε συνάψει με την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ στις 17-9-2012, όφειλε το ποσό των 2.079,23 € και έπρεπε να καταβάλλει σε μηνιαία βάση το ποσό των 17,50 € για την εξόφληση του χρέους αυτού (με το δάνειο αυτό αποπληρώθηκαν παλαιότερες οφειλές από πιστωτικές κάρτες από την ίδια τράπεζα για τις οποίες θα γίνει λόγος παρακάτω), 5) από την υπ' αριθ.
…. σύμβαση καταναλωτικού δανείου ύψους 3,705,10 € την οποία είχε συνάψει με την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ στις 17-9-2012, όφειλε το ποσό των 3.705,10 € και έπρεπε να καταβάλλει σε μηνιαία βάση το ποσό των 31,20 € για την εξόφληση του χρέους αυτού (με το δάνειο αυτό αποπληρώθηκε παλαιότερη οφειλή από δάνειο για την αγορά αυτοκινήτου από την ίδια τράπεζα, για το οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω).
Πέραν των ανωτέρω δανειακών υποχρεώσεων, η αιτούσα όφειλε πριν την κατάθεση της αίτησης, και εξακολουθούσε να οφείλει κατά τη συζήτηση αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα ακόλουθα ποσά σε τρίτους: 1) από την υπ' αριθ. …. σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων με αναγωγή ύψους 50.000,00 € την οποία είχε συνάψει με την ΠΕΙΡΑΙΩΣ ….στις 31-8-2010, όφειλε το ποσό των 13.707,07 €, 2) από την υπ' αριθ.
… σύμβαση παροχής υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας την οποία είχε συνάψει με τη… , όφειλε το ποσό των 268,02 €, 3) από σύμβαση αγοράς ιατρικών αναλωσίμων (αντιδραστηρίων) την οποία είχε συνάψει με την … Α.Ε., όφειλε το ποσό των 500,90 €, 4) από συμβάσεις παροχής υπηρεσιών (εξειδικευμένων εργαστηριακών εξετάσεων) που είχε συνάψει με το … Α.Ε., όφειλε το ποσό των 3.665,85 €, 5) από σύμβαση αγοράς ιατρικών αναλωσίμων (αντιδραστηρίων) την οποία είχε συνάψει με την… ., όφειλε το ποσό των 581,77 €, 6) από σύμβαση αγοράς ιατρικών αναλωσίμων (αντιδραστηρίων) την οποία είχε συνάψει με την … Ο.Ε., όφειλε το ποσό των 2.136,58 € (το ποσό αυτό υποχρεώθηκε να καταβάλει η αιτούσα στην άνω εταιρία με την υπ' αριθ. 3021/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης), 7) από σύμβαση μίσθωσης την οποία είχε συνάψει με τη….. (αφορούσε το μίσθιο που στεγαζόταν το ιδιωτικό μικροβιολογικό της εργαστήριο), όφειλε το ποσό των 6.320,00 € (μισθώματα από Ιούνιο 2012 έως και Απρίλιο 2013).
Το σύνολο λοιπόν των οφειλών της αιτούσας ως πρωτοφειλέτριας προς τους ανωτέρω πιστωτές της ανερχόταν, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στο ποσό των 65.602,76 €. Από αυτές, οι δανειακές της υποχρεώσεις ανέρχονταν στο ποσό των 38.423,47 €, για την εξυπηρέτηση των οποίων απαιτούνταν μηνιαίως το ποσό των 379,80 €, με βάση το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης που αναφέρεται στις καταστάσεις οφειλών των άνω τραπεζών, ενώ οι λοιπές οφειλές της, πλην των δανειακών, ανέρχονταν στο ποσό των 27.179,29 € και ήταν καταβλητέες εφάπαξ.
Έτσι, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα χρέη των αιτούντων ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των (134.685,75 + 65.602,76) = 200.288,51 €. Για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων απαιτούνταν σε μηνιαία βάση το ποσό των (1.217,90 + 379,80) = 1.597,70€, ενώ το ποσό των 27.179,29 € ήταν καταβλητέο εφάπαξ.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι οι αιτούντες κατά το παρελθόν είχαν συνάψει και τις ακόλουθες δανειακές συμβάσεις, από τις οποίες δεν υπάρχουν σήμερα οφειλές: 1) Ο πρώτος αιτών ως πρωτοφειλέτης και η δεύτερη αιτούσα ως εγγυήτρια συνήψαν την υπ' αριθ. 2985/10-3-1999 σύμβαση στεγαστικού δανείου με την ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ ποσού 8.500.000 δρχ.
με σκοπό την αγορά του οικοπέδου που ανεγέρθηκε κατόπιν η προαναφερθείσα κατοικία τους, 2) Ο πρώτος αιτών ως πρωτοφειλέτης και η δεύτερη αιτούσα ως εγγυήτρια συνήψαν τις υπ' αριθ. 2889920/18-6-2002 και 2896920/17-6-2002 συμβάσεις στεγαστικών δανείων με την ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ ποσού 96.845,00 € και 22.753,94 €, αντίστοιχα, με σκοπό την ανέγερση της κατοικίας τους (τα δάνεια αυτά εξοφλήθηκαν με το προμνησθέν στεγαστικό δάνειο που έλαβαν από την Αγροτική Τράπεζα το έτος 2007), 3) Η δεύτερη αιτούσα είχε συνυπογράψει ως εγγυήτρια την υπ' αριθ. 650000507444 σύμβαση στεγαστικού δανείου με την ΤΡΑΠΕΖΑ ΕURΟΒΑΝΚ ΕRGASIAS, με πρωτοφειλέτες τους γονείς της, εκ του οποίου υφίστατο οφειλή ύψους 3.838,30 € κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, που εξοφλήθηκε ολοσχερώς στις 7-8-2014, 4) Ο πρώτος αιτών συνήψε ως πρωτοφειλέτης την υπ' αριθ. 2279007020/20-1-2005 σύμβαση καταναλωτικού δανείου με την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ποσού 3.000,00 €, 5) Ο πρώτος αιτών συνήψε ως πρωτοφειλέτης την υπ' αριθ. 951215/8-4-2005 σύμβαση στεγαστικού δανείου με τη ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ποσού 45.000,00 €, για την εξόφληση του οποίου αναγκάσθηκε να πωλήσει το έτος 2010 ένα διαμέρισμα ιδιοκτησίας του επί της οδού ….
Στην… , εμβαδού 66,39 τ.μ., 6) Η δεύτερη αιτούσα συνήψε ως πρωτοφειλέτρια την υπ' αριθ. 5278900086198343/11-2-2003 σύμβαση πιστωτικής κάρτας με την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ με πιστωτικό όριο 3.520,00 €, καθώς και την υπ' αριθ. 4917910008815130/18-7-2005 σύμβαση πιστωτικής κάρτας με την ίδια τράπεζα με πιστωτικό όριο 1.800,00 €, τα χρεωστικά υπόλοιπα των οποίων εξοφλήθηκαν με το προαναφερθέν καταναλωτικό δάνειο ύψους 2.079,23 € που συνήψε με την ίδια τράπεζα στις 17-9-2012, 7) Η δεύτερη αιτούσα συνήψε ως πρωτοφειλέτρια την υπ' αριθ. 4218787417/23-7-2009 σύμβαση καταναλωτικού δανείου για την αγορά αυτοκινήτου με την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ποσού 7.500,00 €, το οποίο εξοφλήθηκε με το προαναφερθέν καταναλωτικό δάνειο ύψους 3.705,10 €, που συνήψε με την ίδια τράπεζα στις 17-9-2012, 8) Η δεύτερη αιτούσα συνήψε ως πρωτοφειλέτρια την υπ' αριθ. 6019760900662979/2003 σύμβαση πιστωτικής κάρτας με την ΤΡΑΠΕΖΑ ΕURΟΒΑΝΚ ΕRGASIAS, με πιστωτικό όριο 10.000,00 €, καθώς και την υπ' αριθ. 4550540337175500/2005 σύμβαση πιστωτικής κάρτας με την ίδια τράπεζα, με πιστωτικό όριο 10.000,00 €, τα χρεωστικά υπόλοιπα των οποίων εξοφλήθηκαν με το προαναφερθέν καταναλωτικό δάνειο ύψους 15.100,00 € που συνήψε με την ίδια τράπεζα στις 5-1-2012, 9) Ο πρώτος αιτών συνήψε ως πρωτοφειλέτης την υπ' αριθ. 4134920165470030/2003 σύμβαση πιστωτικής κάρτας με την ΤΡΑΠΕΖΑ ΕURΟΒΑΝΚ ΕRGASIAS με πιστωτικό όριο 10.000,00 €, καθώς και την υπ' αριθ. 6019760855069022/2005 σύμβαση πιστωτικής κάρτας με την ίδια τράπεζα με πιστωτικό όριο 10.000,00 €, τα χρεωστικά υπόλοιπα των οποίων εξοφλήθηκαν με το προαναφερθέν καταναλωτικό δάνειο ύψους 20.700,00 €, που συνήψε με την ίδια τράπεζα στις 24-6-2010.
Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν, αποδεικνύονται τα εξής: Εντός χρονικού διαστήματος 13 ετών (1999 - 2012) οι αιτούντες συνήψαν συνολικά δεκαεπτά (17) δανειακές συμβάσεις και δέκα (10) συμβάσεις πιστωτικών καρτών. Με τη χρήση κάποιων από τα παραπάνω τραπεζικά προϊόντα εξόφλησαν τις παλαιότερες οφειλές τους, πλην όμως, στην ενέργεια αυτή δεν προέβησαν από συνετή διαχείριση, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται, αλλά στα πλαίσια μιας διαρκούς ανακύκλωσης των δανειακών αυτών προϊόντων, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα εξόφλησής τους.
Τούτο, αποδεικνύεται πρωτίστως, από το γεγονός ότι ακόμη και κατά τα έτη που το οικογενειακό τους εισόδημα υπερέβαινε το ποσό των 5.000,00 € σε μηνιαία βάση, αυτοί προέβαιναν στη σύναψη καταναλωτικών δανείων και συμβάσεων πιστωτικών καρτών για ασήμαντα -σε σχέση με τα εισοδήματά τους- ποσά (βλ. λ.χ. τη σύμβαση καταναλωτικού δανείου με την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ποσού 3.000,00 € το έτος 2005 ή τη σύμβαση πιστωτικής κάρτας με την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ με πιστωτικό όριο 900,00 € το έτος 2007), επιβαρυνόμενοι με την καταβολή σημαντικών ποσών για τόκους, αφού τα συγκεκριμένα προϊόντα χορηγούνταν με επιτόκια που πολλές φορές υπερέβαιναν το 10% (βλ.
προσκομιζόμενες συμβάσεις). Εξάλλου, και αν ακόμη είναι αληθής ο ισχυρισμός των αιτούντων ότι ήταν προς το συμφέρον τους η εξόφληση του στεγαστικού δανείου σε δραχμές που είχαν λάβει από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ, με τη σύναψη νέου δανείου σε ευρώ από την ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, επειδή μετά την είσοδο της χώρας στην ευρωζώνη μειώθηκαν δραματικά τα επιτόκια χορηγήσεων, τούτο δεν ισχύει σε καμία άλλη περίπτωση, αφού όλες οι άλλες συμβάσεις καταρτίσθηκαν μετά την 1η-1-2002, τουλάχιστον δε σε μία εξ αυτών (εξόφληση στεγαστικών δανείων από την ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ) υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν και ποινή προεξόφλησης.
Η προαναφερθείσα δε αδυναμία εξόφλησης των χρεών τους, δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας έκτακτης ανάγκης που ανέτρεψε τον οικονομικό προγραμματισμό τους, ούτε, όπως προαναφέρθηκε, έλλειψης εισοδημάτων, δοθέντος ότι, κατά τα προεκτεθέντα, το ποσό που απαιτούνταν για την κάλυψη των βασικών δαπανών διαβίωσης τους κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2002 - 2007 δεν υπερέβαινε το ποσό των 1.300,00 €, αλλά ακόμη κι αν οι δαπάνες αυτές ανέρχονταν στο ποσό των 2,500,00 € που αναφέρουν οι αιτούντες στο δικόγραφό τους, πάλι τα εισοδήματά τους ήσαν αρκετά για να καλύψουν τις δαπάνες διαβίωσής τους και τις δανειακές τους υποχρεώσεις.
Η αδυναμία εξόφλησης των χρεών τους οφείλεται στο γεγονός ότι οι αιτούντες το ανωτέρω χρονικό διάστημα δαπανούσαν περισσότερα από όσα αποκέρδαιναν από την εργασία τους, κι έτσι, τα χρέη τους διαρκώς διογκώνονταν, οι ίδιοι δε συνέχισαν να δανείζονται κάνοντας χρήση και εξειδικευμένων τραπεζικών προϊόντων (… …), με αποτέλεσμα να περιέλθουν σε δεινή οικονομική κατάσταση, πριν την έναρξη της οικονομικής κρίσης στη χώρα και την είσοδο της ελληνικής οικονομίας σε διαδικασία δημοσιονομικής προσαρμογής με τα γνωστά αποτελέσματα για όλα τα νοικοκυριά (αύξηση άμεσης και έμμεσης φορολογίας, αύξηση τιμών ειδών πρώτης ανάγκης και λογαριασμών ύδατος και κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος).
Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το έτος 2010 ο αιτών υποχρεώθηκε να πωλήσει το προαναφερθέν διαμέρισμα ιδιοκτησίας του για να εξοφλήσει το στεγαστικό δάνειο από τη ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ. Ώστε, τελικά, η αιτούσα έφθασε στο σημείο να αδυνατεί να καταβάλει τα απαραίτητα έξοδα για τη λειτουργία του ιδιωτικού ιατρείου της (μισθώματα, δαπάνες αντιδραστηρίων, έξοδα κινητής τηλεφωνίας) και να αναγκασθεί να σταματήσει τη λειτουργία του.
Συμπερασματικά, συνάγεται ότι οι αιτούντες προέβλεψαν ότι οδηγούνται σε αδυναμία πληρωμών και δεν άλλαξαν συμπεριφορά, αποδεχόμενοι ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών τους, θα τους οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Η συμπεριφορά δε αυτή ήταν που τους οδήγησε τελικά σε αδυναμία πληρωμών. Ειδικότερα, οι αιτούντες καρπώθηκαν οφέλη από την υπερχρέωση τους, γνωρίζοντας ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτηση των χρεών που αναλάμβαναν, ωστόσο, σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο των ιδίων, όσο και των πιστωτών τους, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπώνονταν, εφόσον πραγματοποιούνταν ο κίνδυνος, προέβησαν στη σύναψη των σχετικών δανειακών συμβάσεων, επειδή έκριναν ότι η σκοπούμενη γι' αυτούς ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνταν από την επέλευση του κινδύνου.
Επομένως, με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή αμφοτέρων των αιτούντων στη ρύθμιση των διατάξεων του Ν. 3869/2010". Με βάση τις παραδοχές αυτές το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 22.5.2018 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης 478/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία είχε επίσης απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένδικη αίτησή τους, επειδή αυτοί είχαν περιέλθει από δόλο σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων προς τις πιστώτριες εταιρείες.
Με το δεύτερο (υπό στοιχείο Β) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την παραδοχή ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έκρινε ως αποδειχθέντα, συνιστούν ενδεχόμενο δόλο αυτών: 1) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 3869/2010 και 330 του Α.Κ., 2) παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα οποία:
α) όταν υπάρχει επαρκές εισόδημα κατά το χρόνο συνάψεως της δανειακής συμβάσεως, ο οφειλέτης δεν τελεί σε κατάσταση δόλου ως προς την μελλοντική αθέτησή της, στην περίπτωση που μειωθεί, στο μέλλον, το εισόδημά του λόγω εξωγενών παραγόντων, όπως η περικοπή των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων ή η αποτυχία του ελευθερίου επαγγέλματος και β) όταν ο οφειλέτης έχει λογιστικά επαρκές εισόδημα κατά το χρόνο εξυπηρέτησης των δανειακών του υποχρεώσεων, δηλαδή σε χρόνο απώτερο των δανειακών συμβάσεων, πλην όμως η εκπλήρωση των υποχρεώσεών του θέτει σε κίνδυνο τη διαβίωση αυτού και της οικογένειάς του, δεν τελεί σε κατάσταση δόλου, εάν αθετήσει τις υποχρεώσεις του προκειμένου να καλύψει τις ανωτέρω ανάγκες διαβίωσης, 3) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 της ΚΥΑ 699/2010, 4 παρ. 3 περ.
γ' ii και 16 παρ. 3 ν. 3862/2010, ΟΔΓ 2007 ΕΚ και ΟΔΓ 2008/48 ΕΚ, με βάση τις οποίες, η χρήση της καταναλωτικής πίστης εκ μέρους των εν δυνάμει καταναλωτών δεν αποτελεί επίμεμπτη συμπεριφορά, και συνεπώς, από την έκδοση πιστωτικών καρτών, οι οποίες αποτελούν μέσο πληρωμής και μόνο επικουρικώς μέσο βραχυχρόνιας πιστώσεως, δεν μπορεί να συναχθεί ενδεχόμενος δόλος, 4) παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών:
α) ως προς τις αναφερόμενες συμβάσεις πιστωτικών καρτών, από τους όρους των οποίων προκύπτει ότι η πιστωτική κάρτα αποτελεί κυρίως μέσο πληρωμής και επικουρικώς μόνο μέσο πιστώσεως, και ότι η χορήγησή της δεν συνεπάγεται, ούτε τη χρήση της, ούτε, απαραιτήτως την εξάντληση του πιστωτικού ορίου και β) ως προς τις συμβάσεις … … , από τους όρους των οποίων προκύπτει ότι αυτές δεν συνιστούν δανεισμό, που οδηγούν σε διόγκωση των χρεών του οφειλέτη, αλλά, η μεν πρώτη (… ) συνιστά χρηματοδοτική μίσθωση, για την οποία καταβάλλεται μίσθωμα για χρήση που έχει πραγματοποιηθεί ή προκαταβάλλεται για τη χρήση τρέχοντος μηνός, η δε δεύτερη (σύμβαση προεξόφλησης επιχειρηματικών απαιτήσεων,…) συνιστά τρόπο καταβολής για αμοιβές και δαπάνες παρασχεθεισών εργασιών, μέσω της οποίας καθίσταται βιώσιμο το επιτήδευμα του οφειλέτη, ο οποίος, διαφορετικά, δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις τρέχουσες υποχρεώσεις του και 5) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 330 του Α.Κ., σε συνδυασμό με την παρ. 8 της ΚΥΑ 699/2010, που ενσωμάτωσε την ΟΔΓ 2008/48/ΕΚ, με την παράγραφο 26 του προοιμίου της οποίας ορίζεται ότι α) Τα κράτη- μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την προαγωγή υπεύθυνων πρακτικών σε όλες τις φάσεις της πιστωτικής σχέσης, β) στη διευρυνόμενη πιστωτική αγορά, είναι σημαντικό να αποφεύγουν οι πιστωτικοί φορείς τον ανεύθυνο δανεισμό ή τη χορήγηση δανείων χωρίς προηγούμενο έλεγχο φερεγγυότητας και γ) οι καταναλωτές θα πρέπει επίσης να ενεργούν με σύνεση και να τηρούν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους, από την οποία συνάγεται ότι η ευθύνη ως προς τη σύναψη καταναλωτικών πιστωτικών συμβάσεων, στην περίπτωση που δεν εκπληρωθούν οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από αυτές, βαρύνει κυρίως τα πιστωτικά ιδρύματα, ενώ ο καταναλωτής θεωρείται ότι ενεργεί χωρίς σύνεση, απερίσκεπτα μεν, όχι όμως δολίως.
Πλην όμως, το, ως Εφετείο, δικάσαν, ως άνω Δικαστήριο, το οποίο, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, δέχθηκε ότι οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες: α) μετά από στάθμιση της διακινδύνευσης των οικονομικών συμφερόντων, τόσο των ιδίων, όσο και των πιστωτών τους, με το επιδιωκόμενο όφελος που αυτοί θα καρπώνονταν, εφόσον επήρχετο ο κίνδυνος, συμφώνησαν με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση των αναλυτικά παρατεθέντων τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών τους, θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα, αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό και β) ότι η αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών τους οφειλών δεν ήταν αποτέλεσμα, ούτε έκτακτης ανάγκης, που ανέτρεψε τον οικονομικό τους προγραμματισμό, ούτε της μείωσης των εισοδημάτων τους, αλλά οφείλεται στο γεγονός ότι δαπανούσαν περισσότερα απ' όσα αποκέρδαιναν από την εργασία τους, με επακόλουθο τη διόγκωση των χρεών τους, δεν παραβίασε, ευθέως, την εφαρμοστέα εν προκειμένω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 330 του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ' αυτήν των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με την ανωτέρω υπό τον αριθμό 1 αιτίαση του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
Επίσης, η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την ανωτέρω υπό τον αριθμό 2 αιτίαση του ίδιου λόγου αναιρέσεως, πλημμέλεια της παραβίασης διδαγμάτων κοινής πείρας, είναι απορριπτέα (πέραν του ότι τα αναφερόμενα δεν συνιστούν διδάγματα της κοινής πείρας, υπό την εκτεθείσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη έννοια αυτών) ως απαράδεκτη, καθ' όσον η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αναφέρεται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών, αλλά στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
Οι λοιπές επικαλούμενες, υπό τους αριθμούς 3, 4 και 5 ως άνω αιτιάσεις, είναι επίσης απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίκληση της παράβασης των αναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (18.10.2019), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 1388/2021, Α.Π. 1146/2021, Α.Π. 1147/2020, Α.Π. 38/2020, Α.Π. 30/2020).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 764/2021, Α.Π. 1266/2020, Α.Π. 663/2020, Α.Π. 270/2020).
Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 232/2020, Α.Π. 81/2020, Α.Π. 22/2020, Α.Π. 7/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο (υπό στοιχείο Γ) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, έκρινε ότι οι ίδιοι ενήργησαν με ενδεχόμενο δόλο, ενώ, αν αιτιολογούσε επαρκώς, θα κατέληγε στην απόφανση ότι η πιστωτική τους συμπεριφορά ήταν η προσήκουσα και η αδυναμία τους προς πληρωμή των δανειακών τους υποχρεώσεων οφείλεται στην οικονομική κρίση, δεν υπήρχε δε η δυνατότητα, ούτε να προβλέψουν, ούτε να αποδεχθούν ως ενδεχόμενη τη μελλοντική αθέτηση αυτών.
Ειδικότερα, αιτιώνται ότι το ως άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση: 1) δεν προσδιορίζει ποιες οι συνθήκες που καθιστούσαν προβλέψιμη και αποδεκτή εκ μέρους τους τη μελλοντική αδυναμία πληρωμής, αφού δέχεται ότι κατά το χρόνο συνάψεως των συμβάσεων τα εισοδήματά τους επαρκούσαν λογιστικά για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, 2) δεν αιτιολογεί κατά ποιο τρόπο οι συμβάσεις χρηματοδοτικής μισθώσεως και πρακτορείας και εκχωρήσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων με προεξόφληση (… ….) επιδρούν στον υπερδανεισμό τους και κατά ποιο τρόπο συμποσούνται και συναθροίζονται με τις λοιπές πιστώσεις, ώστε να οδηγήσουν σε προβλέψιμη και αποδεκτή εκ μέρους τους αθέτηση των υποχρεώσεων που πηγάζουν από αυτές, 3) ενώ δέχεται ότι με νεότερες δανειακές συμβάσεις εξοφλήθηκαν παλαιότερες οφειλές τους, δεν προέβη σε σύγκριση του επιτοκίου των νεότερων συμβάσεων με αυτό των παλαιοτέρων, ώστε να αιτιολογήσει επαρκώς την κρίση του ότι η συμπεριφορά αυτή δεν συνιστά συνετή διαχείριση, αλλά διαρκή ανακύκλωση των δανειακών τους υποχρεώσεων, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα εξόφλησής τους και 4) ενώ δέχεται ότι "οι αιτούντες προέβλεψαν ότι οδηγούνται σε αδυναμία πληρωμών και δεν άλλαξαν συμπεριφορά, αποδεχόμενοι ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών τους, θα τους οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών", δεν προσδιορίζει ποιος ο κρίσιμος χρόνος κατά τον οποίο όφειλαν να αλλάξουν συμπεριφορά, καθώς και ποιες οι ενδεδειγμένες ενέργειες, στις οποίες έπρεπε να προβούν για να θεωρηθεί ότι αποτρέπουν την προβλέψιμη και αποδεκτή αθέτηση των υποχρεώσεών τους.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι αιτιάσεις αυτές αφορούν στην εκτίμηση των πραγμάτων και στην αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, υπό την επίφαση δε της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, στα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος των αναιρεσειόντων ενδεχόμενου δόλου.
Σε κάθε περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την αναφερόμενη παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος των αναιρεσειόντων ενδεχόμενου δόλου, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η κατάγνωση σε βάρος των αναιρεσειόντων ενδεχομένου δόλου, οι οποίοι, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές, παρότι προέβλεψαν ότι οδηγούνται σε αδυναμία πληρωμών, δεν άλλαξαν συμπεριφορά, αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών τους, θα τους οδηγήσουν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Κατ' ακολουθίαν, ο τρίτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ.
ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1015/2021, Α.Π. 781/2021, Α.Π. 159/2018).
Αντίθετα, δεν είναι "πράγματα" με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί (Α.Π. 62/2021, Α.Π. 1064/2020, Α.Π. 790/2020, Α.Π. 365/2020).
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αριθμ. 8 εδαφ. β' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π 1388/2021, Α.Π. 1281/2020, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 950/2019).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσεως ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744 Κ.Πολ.Δ.) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από την ρύθμιση του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δ. και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δ., αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής αποδείξεως (Α.Π. 769/2015, Α.Π. 236/2015).
Επομένως, κατά την πιο πάνω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 εδαφ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για την παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (Α.Π. 58/2020, Α.Π. 154/2018) και, αναλόγως, από τον αριθμό 5 του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (Α.Π. 883/2021, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 1348/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, καθ' όσον αφορά στο κεφάλαιο περί της καταγνώσεως σε βάρος αυτών ενδεχομένου δόλου κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων:
A) έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι (κατ' εκτίμηση των εκτιθεμένων), αν και για την θεμελίωση της προβληθείσας από τις τρίτη, έκτη και ογδόη των αναιρεσιβλήτων, σχετικής ενστάσεως, έπρεπε να εξειδικεύεται σε τι συνίσταται ο επικαλούμενος υπερδανεισμός, ποια η σχέση των μηνιαίων δόσεων προς τα εισοδήματα αυτών (αιτούντων- αναιρεσειόντων) κατά τη διαδρομή του χρόνου, καθώς και πότε και υπό ποιες συνθήκες έπαυσαν να εξυπηρετούνται οι δανειακές τους υποχρεώσεις, εντούτοις, παρά τη μη αναφορά των ανωτέρω στοιχείων, με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ορισμένος και έγινε δεκτός ως και κατ' ουσίαν βάσιμος ο σχετικός περί δόλου ισχυρισμός και Β) δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό τους, ότι υπαίτιες, άλλως συνυπαίτιες για τη σύναψη των πιστωτικών συμβάσεων, είναι οι τραπεζικές εταιρείες, οι οποίες δεν έλεγξαν τη φερεγγυότητά τους, όπως ήταν υποχρεωμένες, με επακόλουθο να ευθύνονται οι ίδιες για τη ζημία που υπέστησαν.
Ο λόγος αυτός, ως προς το υπό στοιχείο Α' σκέλος του (εκ του αριθμού 5 εδαφ. α' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας νομικής σκέψεως, στην προκειμένη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 5 εδαφ.
α' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι στην εν λόγω δικαιοδοσία ισχύει το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο, ακόμη και στο δευτεροβάθμιο, ελευθερία να ενεργεί αυτεπαγγέλτως και να συλλέγει το αποδεικτικό υλικό για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, έστω και αν δεν έχουν προταθεί, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το υπό στοιχείο Β σκέλος του, κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, καθ' όσον ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του προεκτεθέντος άρθρου 560 αριθμ. 5 εδαφ. β' του Κ.Πολ.Δ., αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσεως της προβληθείσας από τις ήδη τρίτη, έκτη και ογδόη των αναιρεσιβλήτων ενστάσεως περί δόλιας περιελεύσεως των αναιρεσειόντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, καθώς και επιχείρημα που προβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες προς απόκρουση της ως άνω ενστάσεως.
Πέραν τούτου, όπως έχει ήδη εκτεθεί στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, κατά τη διερεύνηση του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, νομική σκέψη, για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη, κατά την ανάληψη του χρέους του, δεν απαιτείται η προσθήκη και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι και η παράλειψη από την πλευρά των πιστωτικών ιδρυμάτων να ενεργήσουν, πριν χορηγήσουν την πίστωση, την αναγκαία έρευνα της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη.
Σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη το πιο πάνω περιστατικό συγκροτεί αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο έλαβε ασφαλώς υπόψη αυτόν και τον απέρριψε ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες Επομένως, ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το προεκτεθέν υπό στοιχ.
Β σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.10.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 78/2019 οριστικής αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ