Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling evidence review is not required if generally acknowledged.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment regarding rent adjustment in a tenancy dispute. The appellant argued the Court of First Instance failed to consider her witness testimony and documents, but the Court found the lower court had explicitly acknowledged all evidence in its reasoning. Consequently, the Court ruled that a specific evaluation of each piece of evidence is unnecessary when the lower court's decision clearly indicates it considered the submitted materials.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; The Court of First Instance is not required to separately evaluate every piece of evidence if its decision explicitly states it considered all submitted evidence, thereby satisfying the requirement for a complete review of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1435 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1435/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. Λ. του Α., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Πάσχο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΕΛΛΑΣ", που εδρεύει στην Έδεσσα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο προήλθε από τη συνένωση των ΝΠΔΔ με την επωνυμία α) "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ" και β) "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΕΔΕΣΣΑΣ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πλιάτσικα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 361/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1452/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-11-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ. του Κ.Πολ.Δικ., υπ' αριθμ. 1452/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση της ενάγουσας, νυν αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμ. 361/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 26/11/2013 αγωγή της περί αναπροσαρμογής (μείωσης) μισθώματος του αναφερόμενου μισθίου ακινήτου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ), η οποία μπορεί να συντελεσθεί και με τη μη εφαρμογή διατάξεων που ήταν εφαρμοστέες, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής.
Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (Κ.Πολ.Δ. 578). Εξάλλου η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο (κατά το πρώτο σκέλος του) εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την ακόλουθη αιτίαση, όπως εκτιμάται το αναιρετήριο από το Δικαστήριο τούτο: ότι το εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, δεχόμενο ότι δεν υφίσταται περίπτωση αναπροσαρμογής (μείωσης) του αρχικά συμφωνημένου μισθώματος εξαιτίας της μεταβολής των συνθηκών, βάσει της διάταξης αυτής σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά και τις περί ισότητος διατάξεις του άρθρου 4 του Συντάγματος, λόγω της δια νόμου μείωσης των μισθωμάτων στις μισθώσεις με μισθωτή το Δημόσιο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης καθ'όλες τις αιτιάσεις του είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν οι παραδοχές του Εφετείου, με τις οποίες εχώρησε η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα παραβίαση των ως άνω διατάξεων ένεκα της μη εφαρμογής τους, ούτε διαλαμβάνεται σαφώς ο τρόπος με τον οποίο το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, δηλαδή, που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.
Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολομ.
ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/03 ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007), είτε ρητά, είτε εκ του πράγματος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 229/14, 117/13), όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1434/10).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο (κατά το δεύτερο σκέλος του) εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την ακόλουθη αιτίαση, όπως εκτιμάται το αναιρετήριο από το Δικαστήριο τούτο: ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό της περί της αλλαγής των συνθηκών που επέβαλε την, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, αναπροσαρμογή του μισθώματος, λόγω της μείωσης της κίνησης και, εντεύθεν, των εσόδων στο μίσθιο κυλικείο του Γενικού Νοσοκομείου Γιαννιτσών, εξ αιτίας της μείωσης των κλινών του νοσοκομείου, της αύξησης των τιμών των αναψυκτικών, συνεπεία επιβολής ΦΠΑ, και της περικοπής των μισθών και των συντάξεων και της κατ'αποτέλεσμα αυτών περιορισμένης κατανάλωσης.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, που επισκοπείται παραδεκτώς, το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον προταθέντα σχετικό ισχυρισμό και τον απέρριψε κατ'ουσίαν, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν, δεχόμενο ότι "...
Πλέον συγκεκριμένα, η ενάγουσα για τη διαμόρφωση της οικονομικής προσφοράς της και τη συμμετοχή της στον επίμαχο διαγωνισμό είχε λάβει υπόψη της την οικονομική κρίση που είχε ήδη από διετίας αρχίσει, συνεπώς δεν αποτέλεσε αυτή γεγονός ανατρεπτικό των προβλέψεών της. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε η μείωση της επισκεψιμότητας στις εγκαταστάσεις του Νοσοκομείου Γιαννιτσών από ασθενείς, συνοδούς και συγγενείς αυτών ούτε όμως και ικανή μείωση του διοικητικού και νοσηλευτικού προσωπικού αυτού, αφού κατά το έτος 2011 στο νοσοκομείο νοσηλεύθηκαν 5.914 άτομα, εξετάσθηκαν στα εξωτερικά ιατρεία 39.014 άτομα, και εξετάσθηκαν εκτάκτως 28.524 άτομα και κατά το έτος 2012 νοσηλεύθηκαν 7.844 άτομα, εξετάσθηκαν στα εξωτερικά ιατρεία 48.585 άτομα και εξετάσθηκαν εκτάκτως 42.891 άτομα, ενώ δεν έλαβε χώρα σημαντική μείωση του ιατρικού, νοσηλευτικού και διοικητικού προσωπικού, αφού κατά το μήνα Ιούλιο έτους 2011 υπηρετούσαν στο Νοσοκομείο Γιαννιτσών 65 ιατροί Ε.Σ.Υ.
ειδικευμένοι, 47 ιατροί ειδικευόμενοι, Ο επικουρικοί, 225 άτομα νοσηλευτικό προσωπικό, 134 άτομα διοικητικό προσωπικό, 4 άτομα συμβασιούχοι, ενώ κατά το μήνα Σεπτέμβριο έτους 2012 υπηρετούσαν στο ίδιο νοσοκομείο 64 ιατροί Ε.Σ.Υ. ειδικευμένοι, 44 ιατροί ειδικευόμενοι, 4 επικουρικοί, 209 άτομα νοσηλευτικό προσωπικό, 116 άτομα διοικητικό προσωπικό, 4 άτομα συμβασιούχοι και ο μέσος όρος εφημεριών ιατρικού προσωπικού κατά τα άνω έτη είναι ίδιος.
Δεν αποδείχθηκε συνεπώς ανατροπή των οικονομικών δεδομένων και συνθηκών, τα οποία είχε διαγνώσει και έλαβε υπόψη της η ενάγουσα, για ν' αποφασίσει για τη συμμετοχή της στον διενεργηθέντα διαγωνισμό και να υποβάλλει την άνω προσφορά της, η οποία ανατροπή να κατέστησε την παροχή της ουσιωδώς δυσανάλογη σε σχέση με την αντιπαροχή του εκμισθωτή ν.π., ώστε να απαιτείται η αναπροσαρμογή της παροχής της κατά τις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, προκειμένου αυτή να βρίσκεται σε σωστή ανταλλακτική σχέση με την αντιπαροχή του εναγομένου".
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Συγκεκριμένα ως προς το λόγο αυτό αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: "η αναιρετέα απόφαση δεν έχει καθόλου, άλλως δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο πως και με ποιά στοιχεία απερρίφθησαν οι αιτιάσεις μου και οι ισχυρισμοί μου οι οποίοι είναι νόμιμοι, απεδείχθησαν αληθείς δια δημοσίων εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων και διδαγμάτων της κοινής πείρας".
Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον αφορά την έλλειψη επαρκών αιτιολογιών, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν ούτε οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ούτε ποια επιπλέον πραγματικά περιστατικά θα έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση για την πληρότητα της αιτιολογίας, ενώ καθόσον αφορά την παντελή έλλειψη της αιτιολογίας, ο λόγος είναι αβάσιμος, αφού εκ του ανωτέρω παρατιθέμενου αποσπάσματος της αναιρεσιβαλλόμενης προκύπτει η ύπαρξη αιτιολογίας αναφορικά με το ουσιώδες θέμα της μη συνδρομής των προϋποθέσεων προς μείωση του μισθώματος, κατ'εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, κατά παραδοχή του ότι:
α) η επίδικη σύναψη συνάφθηκε μετά διετία από την έναρξη της οικονομικής κρίσης με εντεύθεν επίγνωση της ενάγουσας μισθώτριας των συνεπειών αυτής και β) ότι με βάση τα ειδικότερον διαλαμβανόμενα στοιχεία δεν είχε μειωθεί η επισκεψιμότητα των εγκαταστάσεων του νοσοκομείου, όπου βρίσκεται το μίσθιο κυλικείο.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναίρεσης αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 1/1999). Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να μη κηρύξει τη ακυρότητα ως καταχρηστικής της γενομένης, κατ'αρθρο 597 ΑΚ, καταγγελίας της μίσθωσης από τον εκμισθωτή (με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής αναπροσαρμογής για το μετά την καταγγελία διάστημα ως αβάσιμης), υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η επικαλούμενη ακυρότητα είναι ουσιαστικού δικαίου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται σαφώς και ειδικά στο αναιρετήριο ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 760/2004, ΑΠ139/2001, 539/2003). Κατ' ακολουθίαν αυτών ο αμέσως παραπάνω δεύτερος λόγος της αναίρεσης ακόμη και αν εκτιμηθεί ότι προβάλλεται με αυτόν η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ για το λόγο ότι η προσβαλλομένη, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη την ακυρότητα, ως καταχρηστικής, της γενομένης, κατ'άρθρο 597 ΑΚ, καταγγελίας της μίσθωσης από τον εκμισθωτή, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται, σαφώς και ειδικά στο αναιρετήριο, ότι είχε προτείνει στο εφετείο τον εν λόγω ισχυρισμό, οπότε και μόνο θα ήταν δυνατή η παραδεκτή προβολή του, ενόψει της μη συνδρομής στην ένδικη περίπτωση κάποιας, από τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, εξαίρεσης, η οποία θα καθιστούσε παραδεκτή την για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου προβολή του.
Τέλος, όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 Κ.Πολ.Δικ., το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Καμιά όμως διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική αναφορά και τη χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά. Η παράβαση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως.
Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 694/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρος της αναιρεσείουσας και τα προσκομισθέντα υπ'αυτής έγγραφα. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα προέβη σε εκτίμηση "των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, και των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους εγγράφων..." σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος της αναιρεσείουσας, όπως και όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση υπ'αυτής έγγραφα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάμει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση αυτών.
Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-11-2019 (αρ. κατ. 373/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1452/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία μισθωτικών διαφορών).
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Και Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που κατατέθηκε για την άσκηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ