Legislator Case Law & Legislation
1435/2017 AI generated

1435/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1435/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1435/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 11-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο (μοναδικός) λόγος αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
revocable offer non-renewal of contract waiver of concession withdrawal of opposition opt-out clause termination agreement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1435 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1435/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... A.E.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Λυκουρέζο.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Μήλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 419/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1383/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-8-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 11-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο (μοναδικός) λόγος αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ.

ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από το ... σαφές περιεχόμενο του από 20-6-2007 μεταξύ των διαδίκων υπογραφέντος εγγράφου πλαισίου συνεργασίας, που αποτυπώνει και τα όσα πράγματι αυτοί συμφώνησαν, συνάγεται ότι η ...

καταρτισθείσα σύμβαση αποκλειστικής διανομής συμφωνήθηκε να ισχύει για ορισμένο χρόνο, ήτοι από 1-1-2007 έως 31-12-2007, με δυνατότητα περαιτέρω ανανεώσεώς της κατ’ έτος, καθώς και ότι η μη έγγραφη ανανέωσή της πιστοποιεί τη λήξη της συνεργασίας τους. Με τη σαφή αυτή συμφωνία οι διάδικοι όρισαν ως αποδεικτικό τύπο της ετήσιας ανανεώσεως της μεταξύ τους συνεργασίας τον έγγραφο τύπο, η έλλειψη του οποίου όρισαν να πιστοποιεί τη λήξη της.

Μετά την 31 Δεκεμβρίου 2007 οι διάδικοι εξακολούθησαν να συνεργάζονται, ενώ παράλληλα από τον Ιανουάριο του 2008 ξεκίνησαν μεταξύ τους διαπραγματεύσεις για την ετήσια ανανέωση της συμβάσεως για το έτος 2008. Οι διαπραγματεύσεις αυτές αφορούσαν στο ύψος των ετήσιων στόχων αγορών και της εγγυητικής επιστολής που έπρεπε να καταβάλει η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα για το έτος 2008, καθώς και στο όριο της μηνιαίας πιστώσεως, που αποτελούσαν και ουσιώδη στοιχεία της μεταξύ τους συνεργασίας.

Στα πλαίσια των εν λόγω διαπραγματεύσεων η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη απέστειλε στην ενάγουσα, περί τα μέσα Ιανουαρίου 2008, ανυπόγραφο σχέδιο νέας συμβάσεως για το 2008, όπου: α) στους ετήσιους στόχους αγορών είχε αναγράψει το ποσό των 6.700.000 ευρώ (αντί των 5.200.000 ευρώ που ήταν το 2007), β) στην καταβλητέα από την ενάγουσα εγγυητική επιστολή πρότεινε το ποσό των 1.800.000 ευρώ (αντί των 1.250.000 ευρώ που ήταν το 2007) και γ) όριζε το όριο της πιστώσεως σε 600.000 ευρώ (αντί του ποσού των 500.000 ευρώ που ήταν το 2007), ενώ κατά τα λοιπά το κείμενο της συμβάσεως για το 2008 ήταν όμοιο με εκείνο της συμβάσεως του 2007, το οποίο είχαν προηγουμένως υπογράψει τα μέρη.

Για το ύψος των παραπάνω προταθέντων από την εναγομένη ποσών η ενάγουσα διαφώνησε, ζητώντας να οριστούν οι ετήσιοι για το 2008 στόχοι αγορών σε 5.775.000 ευρώ, το ποσό της εγγυητικής επιστολής σε 1.375.000 ευρώ και το όριο της πιστώσεως σε 550.000 ευρώ. Ακολούθως, η ενάγουσα στις 21-4-2008 παρέδωσε στην εναγομένη και εκείνη παρέλαβε την υπ’ αρ. .../21-4-2008 εγγυητική επιστολή της ...

BANK, ύψους 1.375.000 ευρώ. Λίγες ημέρες μετά την ... παράδοση της εγγυητικής επιστολής, ήτοι στις 30-4-2008, και ενώ οι διάδικοι δεν είχαν υπογράψει κάποιο έγγραφο για την ανανέωση της συνεργασίας τους για το 2008 η εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα την από 29-4-2008 επιστολή της υπογεγραμμένη από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο Π.

Σ., με την οποία της ανακοίνωσε τη βούλησή της να μην προχωρήσει η συνεργασία τους για το έτος 2008, επικαλούμενη τα μέχρι τότε αποτελέσματα των πωλήσεων. Παράλληλα, με την ίδια επιστολή η εναγομένη χορήγησε στην ενάγουσα ένα περαιτέρω διάστημα δύο μηνών (από 1-5-2008 έως 30-6-2008), προκειμένου να συνεχιστεί η μεταξύ τους συνεργασία με τους όρους του 2007, μετά την πάροδο του οποίου της δήλωσε ρητά ότι θα δραστηριοποιείται πλέον η ίδια στους τομείς, τους οποίους, έως τότε, είχε αναλάβει η ενάγουσα.

Με τα δεδομένα αυτά, κατά τη λήξη του χρόνου της παραπάνω συμβάσεως, ναι μεν συνεχιζόταν η συνεργασία των διαδίκων, πλην όμως παράλληλα διεξάγονταν μεταξύ τους διαπραγματεύσεις για τους προαναφερόμενους ουσιώδεις όρους της ετήσιας ανανεώσεως της συνεργασίας τους, με συνέπεια, εξ αυτού του λόγου, να μη δύναται, σε κάθε περίπτωση, να τύχει (αναλογικής) εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του π.δ. 219/1991, η οποία ορίζει ότι "Σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά τη λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου".

Ομοίως, λόγω των γενόμενων, ως άνω, διαπραγματεύσεων για ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως, αλλά και του γεγονότος ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται περί μιας μακροχρόνιας συνεργασίας των διαδίκων, χωρισμένης σε περισσότερες όμοιες ή παρόμοιες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι υφίστανται εν προκειμένω "αλυσιδωτές συμβάσεις", οι οποίες ...

αντιμετωπίζονται ως συμβάσεις αορίστου χρόνου. Έτσι, κατά το χρόνο που εστάλη η εν λόγω επιστολή στην ενάγουσα δεν υφίστατο ενεργός σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, αφού: α) η σύμβαση που υπογράφηκε στις 20-6-2007 δεν ήταν αορίστου χρόνου, αλλά σε αυτή είχε τεθεί εξαρχής ως χρόνος λήξεώς της η 31η Δεκεμβρίου 2007, β) η ίδια σύμβαση δεν κατέστη αορίστου χρόνου, ώστε να ισχύει και για το 2008, αφού οι διάδικοι κατά τη λήξη της, ναι μεν συνέχιζαν τη συνεργασία τους, πλην όμως βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις για την ετήσια ανανέωσή της, ...

γ) δεν πρόκειται για περίπτωση "αλυσιδωτών συμβάσεων", που αντιμετωπίζονται ως συμβάσεις αορίστου χρόνου και δ) δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για την ανανέωση της συνεργασίας τους για το έτος 2008, αφού δεν υπογράφηκε από αυτούς κάποιο σχετικό έγγραφο. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι αφού οι διάδικοι στη σύμβαση του 2007 είχαν ορίσει ως αποδεικτικό τύπο της ετήσιας ανανεώσεως της συνεργασίας τους το έγγραφο, ...

η απόδειξη μιας τέτοιας συμφωνίας με μάρτυρες δεν είναι επιτρεπτή ... δοθέντος ότι, εν προκειμένω, δεν συντρέχει η περίπτωση της διατάξεως του άρθρου 394 παρ. 1 εδ. γ’ ΚΠολΔ (τυχαία απώλεια εγγράφου). Εξάλλου, από το γεγονός και μόνο ότι η εναγομένη συνομολογεί στον ... έκτο λόγο της εφέσεώς της ότι η ίδια συνέχισε να πωλεί προϊόντα στην ενάγουσα κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο του 2008 δεν συνάγεται ...

ομολογία της για κατάρτιση μεταξύ τους συμφωνίας περί ανανεώσεως για το 2008, αφού η διάδικος αυτή στον ίδιο παραπάνω λόγο της εφέσεώς της ρητά επικαλείται ότι, ήδη από τις αρχές του έτους 2008 διεξάγονταν μεταξύ τους διαπραγματεύσεις για την ετήσια ανανέωση της συνεργασίας τους και ότι τελικά δεν επετεύχθη μεταξύ τους τέτοια συμφωνία.

Συνεπώς, αφού τον Απρίλιο του 2008 δεν υπήρχε μεταξύ των διαδίκων ενεργός σύμβαση, η παραπάνω επιστολή της εναγομένης δεν συνιστά καταγγελία και η ενάγουσα δεν έχει τις ένδικες αξιώσεις, που απορρέουν, κατά τα επικαλούμενα στην αγωγή της, από την γενόμενη τον Απρίλιο του 2008, χωρίς σπουδαίο λόγο και καταχρηστικά, καταγγελία της υφιστάμενης μεταξύ αυτής και της εναγομένης συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, γι’ αυτό και η υπό κρίση ... αγωγή της είναι ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολό της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ακολούθως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο είχε δεχθεί μερικώς την αγωγή της αναιρεσείουσας, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, και αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με το αν η μεταξύ των διαδίκων συνεργασία έληξε με την πάροδο της 31ης Δεκεμβρίου 2007 ή παρατάθηκε αορίστως, ζήτημα που αποτελούσε και το δικαιοπρακτικό θεμέλιο στο οποίο στηρίζονται τα αγωγικά αιτήματα, καθίσταται δε εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, κατά πόσον ορθά αποκλείσθηκε η εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 8 και 9 π.δ. 219/1991 και 297, 298, 914, 919 και 932 ΑΚ, για τις οποίες έκρινε το Εφετείο ότι δεν έχουν πεδίο εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ρητά ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έληξε στις 31-12-2007 και δεν κατέστη αορίστου χρόνου, αφού δεν υπογράφηκε κάποιο σχετικό έγγραφο, όπως προβλεπόταν στην από 20-6-2007 αρχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, ως ο μόνος τρόπος για την ανανέωση της συμβάσεως, ούτε υπήρχε μεταξύ των διαδίκων μακροχρόνια συνεργασία χωρισμένη σε περισσότερες όμοιες συμβάσεις ορισμένου χρόνου ώστε να θεωρηθεί ότι υφίστανται " αλυσιδωτές συμβάσεις" που θα μπορούσαν να αντιμετωπισθούν ως συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Η κρίση αυτή του Εφετείου δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι οι διάδικοι συνέχισαν τη συνεργασία τους και μετά τη λήξη της συμβάσεως, εφόσον δέχεται ταυτόχρονα ότι βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις για την ανανέωσή της, οι οποίες ωστόσο δεν ολοκληρώθηκαν επιτυχώς. Ούτε άλλωστε ήταν αναγκαίος για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης, ειδικότερος νομικός χαρακτηρισμός της μετά τη λήξη της αρχικής συμβάσεως συνεργασίας των διαδίκων, εφόσον κατά τις παραδοχές του Εφετείου στο στάδιο αυτό συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις για την ανανέωση της συμβάσεως, οι οποίες όμως τελικά δεν τελεσφόρησαν.

Περαιτέρω, η παραδοχή αυτή του Εφετείου, για τη μη ανανέωση της συμβάσεως, δεν δημιουργεί αντίφαση με την ετέρα παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα στα πλαίσια των μεταξύ τους διαπραγματεύσεων ως προς το ύψος της εγγυητικής επιστολής παρέδωσε στην αναιρεσίβλητη και εκείνη παρέλαβε εγγυητική επιστολή της Τράπεζας ...

BANK, ποσού 1.375.000 ευρώ, ενόψει του ότι ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι λίγες ημέρες αργότερα, και ενώ οι διάδικοι δεν είχαν υπογράψει κάποιο έγγραφο για την κατάρτιση νέας συβάσεως για το έτος 2008, η αναιρεσίβλητη απέστειλε προς αυτήν επιστολή του διευθύνοντος συμβούλου της για τη μη ανανέωση της συνεργασίας τους.

Κατόπιν τούτου ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (μοναδικός) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Αυγούστου 2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... A.E για αναίρεση της 1383/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ