Supreme Court dismisses appeal on insurance contract dispute, upholding lower court's finding of legal sufficiency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court of Larissa regarding an insurance contract dispute. The appellant argued the lower court's reasoning was legally insufficient and violated procedural rules, but the court found the decision adequately addressed the substantive law and facts. Consequently, the appeal was rejected, the costs were shifted to the appellant, and the appeal bond was forfeited to the state.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559, 562 KPolD; The Supreme Court reviews appeals for legal insufficiency only if the lower court failed to provide sufficient reasoning based on the law, and such defects must be raised before the lower court unless they concern public order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1435 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1435/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 5-3-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Η. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κοντογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων και συνεκδικάστηκε με την από 14-5-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του Δ. Ε. Γ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 166/2014 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-7-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 14-11-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και του επικουρικά προβαλλόμενου πρώτου τμήματος του δευτέρου λόγου και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, (η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής), ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Σε κάθε όμως περίπτωση, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ’ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου με ειδικό λόγο έφεσης δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί (ΑΠ 571/2004).
Στην αντίθετη περίπτωση, ο λόγος έφεσης είναι αόριστος, η δε απόρριψή του δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 1363/2008).
Περαιτέρω, η επιδίκαση απαιτήσεως που ζητήθηκε με την αγωγή, αλλά με βάση που δεν περιέχεται σ’ αυτή, δεν δημιουργεί τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., ότι το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αφού ζητήθηκε. Δημιουργεί όμως το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., διότι το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 927/2001).
Κατά το άρθρο 197 του Α.Κ., κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη της σύμβασης, τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να τηρούν τη συμπεριφορά που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Κατά δε το άρθρο 198 παρ. 1 του Α.Κ. όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις από πταίσμα του προξενήσει στον άλλον ζημία υποχρεούται να την ανορθώσει και αν η σύμβαση δεν καταρτίστηκε.
Προϋποθέσεις της προσυμβατικής ευθύνης είναι η ύπαρξη σταδίου διαπραγματεύσεων, η αντισυμβατική συμπεριφορά του αντισυμβαλλόμενου, η υπαιτιότητα, η επέλευση ζημίας και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στον νόμιμο λόγο ευθύνης, δηλαδή στην υπαιτιότητα και τη ζημία. Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών διαπραγματεύσεις νοούνται οι προφορικές ή έγγραφες ανταλλαγές απόψεων των ενδιαφερομένων για τη σύναψη ορισμένης συμβάσεως με τις οποίες επιδιώκεται η βαθμιαία προσέγγιση των διαφορετικών αρχικών θέσεών τους σχετικά με τους όρους της υπό συζήτηση σύμβασης μέχρι την τελική σύμπτωσή τους ή την αδυναμία τέτοιας σύμπτωσης.
Το στάδιο των διαπραγματεύσεων διαρκεί μέχρι την διακοπή τους και ματαίωση της σύμβασης ή την κατάρτισή της. Κατά το στάδιο αυτό επιβάλλεται η παροχή διασαφηστικών πληροφοριών και εξηγήσεων σε σχέση με το αντικείμενο της σύμβασης και μάλιστα τέτοιων που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην απόφαση του άλλου, δηλαδή η λεγόμενη υποχρέωση διαφώτισης και προστασίας.
Πάντως, η υποχρέωση αυτή της διαφώτισης και προστασίας δεν φτάνει μέχρι το σημείο να επεκτείνεται και σε όσα θέματα το άλλο μέρος θα όφειλε και θα μπορούσε να πληροφορηθεί με δική του επιμελή έρευνα. Η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις που διαφέρει από την ευθύνη από την αδικοπραξία έχει εφαρμογή και στην περίπτωση ματαίωσης της σύμβασης ή της ακυρότητας αυτής όταν ο υπαίτιος της ματαίωσης έδωσε διαβεβαιώσεις για την κατάρτιση της σύμβασης ή απέκρυψε τους λόγους της ακυρότητας αυτής, οπότε έχει υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας του άλλου που πίστεψε στην κατάρτιση έγκυρης σύμβασης.
Εξάλλου ως πταίσμα κατά την έννοια των διατάξεων αυτών νοείται η μη τήρηση της συμπεριφοράς που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Το πταίσμα κρίνεται κατά το άρθρο 330 του Α.Κ. και έτσι αρκεί και αμέλεια. Η ζημία πρέπει να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την αθέμιτη ή την αντίθετη συμπεριφορά του άλλου προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και η υπαίτια συμπεριφορά που προκάλεσε τη ζημία να εκδηλώνεται κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων.
Η αποζημίωση περιλαμβάνει το αρνητικό διαφέρον της σύμβασης, δηλαδή τη ζημία που υπέστη ο διαπραγματευόμενος επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης και την οποία θα απέφευγε αν από την αρχή τηρούσε αρνητική στάση. Το αρνητικό αυτό διαφέρον εκτός των άλλων περιλαμβάνει την περιουσιακή μείωση, όπως τις δαπάνες για τη σύναψη της σύμβασης και την προκαταβολή, εφόσον αυτή είναι επακόλουθο του προσυμβατικού πταίσματος.
Αν ο συμβαλλόμενος κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων επιδείξει συμπεριφορά αντίθετη με τα χρηστά ήθη αποκρύπτοντας με πρόθεση από τον αντισυμβαλλόμενο περιστατικά τα οποία αν γνώριζε ο τελευταίος θα μπορούσαν να τον επηρεάσουν στην κατάρτιση της συμβάσεως, τότε παράλληλα με την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις θεμελιώνεται και αξίωση από αδικοπραξία, εφόσον συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 919 και 914 επ.
Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 10/91, ΑΠ 1302/2010).
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά για την τύχη της αίτησης αναίρεσης: "...Όμως η μη κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης κατά το χρόνο που επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος οφείλονταν σε πταίσμα του τρίτου εναγομένου.
Ειδικότερα ο τρίτος εναγόμενος θέτοντας την ένδειξη "προσωρινό" επί της αίτησης ασφάλισης του ενάγοντος, καθώς και την ιδιότητα και την υπογραφή του και προωθώντας αυτήν διαμέσου του δευτέρου εναγομένου στον ενάγοντα του δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι με αυτήν παρέχεται προσωρινή κάλυψη για όλους τους αιτηθέντες ασφαλιστικούς κινδύνους, μεταξύ των οποίων και από πυρκαγιά, αν και γνώριζε ότι το έγγραφο τούτο δεν τον καλύπτει ασφαλιστικά.
Περαιτέρω δεν φρόντισε να καταστήσει σαφές με οποιοδήποτε τρόπο στον ενάγοντα ότι ουδεμία κάλυψη παρέχεται με αυτό και ότι έπρεπε ή να αναμείνει τη νόμιμη κατάρτιση προσωρινής σύμβασης ασφάλισης, ή την έκδοση του οριστικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου προκειμένου να κινήσει και να λειτουργήσει με ασφάλεια την θεριζοαλωνιστική του μηχανή.
Επιπλέον, αν και είχε χορηγήσει το ως άνω έγγραφο, το οποίο καμία ασφαλιστική κάλυψη δεν πρόσφερε, δεν φρόντισε να ενεργήσει ώστε να καταρτισθεί εγκαίρως με την ασφαλιστική εταιρία σύμβαση προσωρινής ή οριστικής κάλυψης. Ο ισχυρισμός που προβάλλουν οι εναγόμενοι -εφεσίβλητοι ότι το "προσωρινό" επί της αιτήσεως είχε μόνο την έννοια της διασφαλίσεως κατά την μετακίνηση της μηχανής από το ...
στο ... σε περίπτωση ελέγχου της Τροχαίας κατά τη διαδρομή, δεν αποδεικνύεται. Τέτοια διασάφηση δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα κατά την εγχείριση της αιτήσεως συμπληρωμένης κατά τον ως άνω τρόπο από τον τρίτο εναγόμενο στον δεύτερο εναγόμενο και από αυτόν στον ενάγοντα. Εάν δε αυτός ήθελε να εννοήσει κάτι τέτοιο σε τίποτα δεν εμποδίζονταν να το αναγράψει προκειμένου να μην υπάρξει καμμία αμφιβολία.
Αντίθετα δια του ως άνω τρόπου του δημιούργησε την βέβαιη πεποίθηση στον ενάγοντα ότι ήταν προσωρινά ασφαλισμένος και ότι σύντομα επρόκειτο να καταρτισθεί η οριστική σύμβαση. Ο ενάγων δεν διέθετε ιδιαίτερες γραμματικές γνώσεις και ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι το ως άνω έγγραφο δεν τον κάλυπτε ασφαλιστικά.
Οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι εκ της προγενέστερης ασφαλίσεως άλλων μηχανημάτων του ενάγοντος, ο τελευταίος γνώριζε ότι για την ασφάλιση από τον κίνδυνο της πυρκαγιάς έπρεπε να είχε προηγηθεί έλεγχος του ασφαλιζόμενου πράγματος και επομένως ουδεμία ευθύνη φέρουν για τη μη κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης.
Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι αυτός και στο παρελθόν είχε συμβληθεί προσωρινά και είχε αποκτήσει τέτοια γνώση. Εξάλλου η υπογραφή επί της αιτήσεως του τρίτου εναγομένου και η θέση της σφραγίδας του επί αυτής διαλύει κάθε αβεβαιότητα περί την ισχύ του ασφαλιστηρίου.
Επίσης ο ενάγων δεν γνώριζε, ούτε και έπρεπε αυτός να γνωρίζει ότι η υπογραφή του ασφαλιστικού συμβούλου δεν δεσμεύει την ασφαλιστική εταιρία σε προσωρινό ασφαλιστήριο. Αν ο τρίτος εναγόμενος επεδείκνυε επιμελή συμπεριφορά, είτε θα καταρτιζόταν η ασφαλιστική σύμβαση, είτε εγκαίρως θα αποκρουόταν η πρόταση από την πέμπτη εναγομένη, οπότε ο ενάγων θα μπορούσε να αναζητήσει ασφαλιστική κάλυψη σε άλλο ασφαλιστή.
Έτσι ο ενάγων που ελλείψει ασφαλίσεως υπό τις άνω συνθήκες υπέστη ζημία, δικαιούται να αξιώσει να περιαχθεί στην κατάσταση που θα βρισκόταν αν δεν συνέβαινε η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τρίτου εναγομένου, για την οποία ευθύνεται τόσο η τέταρτη, όσο και η πέμπτη εναγομένη ως προστήσασες (βλ. και Καράση σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλο, ΕρμΑΚ αρ. 197-198 αριθμ. 10).
Αυτό σημαίνει ότι ο ενάγων που τελικά δεν ασφαλίσθηκε για τους παραπάνω λόγους, αν δεν συνέβαινε η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του ασφαλιστικού πράκτορα και ο τελευταίος προωθούσε την αίτηση ασφαλίσεως στην πέμπτη εναγομένη προς αποδοχή της από αυτήν, είτε θα είχε ασφαλιστική προστασία με την κατάρτιση της συμβάσεως ασφαλίσεως μέσω αποδοχής της προτάσεως από αυτήν, είτε η αίτηση ασφαλίσεως θα αποκρουόταν, οπότε ο ενάγων θα είχε το χρόνο να αναζητήσει εγκαίρως ασφαλιστική προστασία σε άλλο ασφαλιστή.
Όμως ο ενάγων απώλεσε την ασφαλιστική προστασία για τους παραπάνω λόγους και δικαιούται να αξιώσει από τον ευθυνόμενο ως ζημία το ποσό της ασφαλιστικής αποζημιώσεως, που θα δικαιούταν να απαιτήσει, είτε αν καταρτιζόταν η σκοπούμενη σύμβαση με την ασφαλίστρια εταιρεία, είτε, αν αυτή αποκρουόταν απ’ αυτήν, από άλλο ασφαλιστή δυνάμει άλλης μετ’ αυτού συμβάσεως αναλόγου περιεχομένου.
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η ζημία αυτή του ενάγοντος προς ασφάλιση συνάπτεται αιτιωδώς προς την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τρίτου εναγομένου, αφού συνδέεται πρόσφορα με αυτή. Η ζημία αυτή καλύπτεται από το προστατευτικό πεδίο των ΑΚ 197-198 που καθιερώνουν, όπως γίνεται δεκτό, το διαφέρον εμπιστοσύνης (βλ.
αντί άλλων Καράση σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλο, ΕρμΑΚ, αρ. 197-198, αριθμ. 9 επ., Κουμάντο, ΕρμΑΚ, άρθ. 197-198, αριθμ. 77) που περιλαμβάνει, τόσο τη θετική ζημία, όσο και την αποθετική ζημία, που προκλήθηκε στον παθόντα, επειδή αυτός πίστεψε ευλόγως στη διαβεβαίωση του αντισυμβαλλομένου του ή του προστηθέντος από αυτόν ότι είναι καταρτισμένη η σκοπούμενη σύμβαση, πράγμα που τελικώς αποδείχθηκε εκ των υστέρων ανακριβές.
Για το πταίσμα αυτό του τρίτου εναγομένου ευθύνεται πλην αυτού και η τέταρτη εναγομένη που είχε προστήσει τον ως άνω ασφαλιστικό σύμβουλο, ο οποίος ενεργούσε υπό τις εντολές και τις κατευθύνσεις της. Η πέμπτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία είχε προστήσει την τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική πράκτορα, η οποία είχε την εξουσία να συνάπτει συμβάσεις ασφαλίσεως επ’ ονόματι και για λογαριασμό της, ακολουθώντας τις εντολές και τις οδηγίες της και χρησιμοποιώντας τα έντυπα αυτής.
Επομένως ευθύνεται και αυτή για το πταίσμα του τρίτου εναγομένου. Η ευθύνη τους αυτή στηρίζεται στις διατάξεις περί προσυμβατικής ευθύνης, την αδικοπραξία και την πρόστηση (άρθ. 197, 198, 914, 297, 298, 296, 922, 481 ΑΚ), βάσεις που στηρίζεται και η ένδικη αγωγή. Εξαιτίας της πιο πάνω συμπεριφοράς των εναγομένων η θεριζοαλωνιστική μηχανή του ενάγοντος παρέμεινε ανασφάλιστη κατά το χρόνο της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου και απώλεσε αυτός το ποσό της ασφαλιστικής αποζημίωσης, η οποία καλύπτει την αξία του ασφαλιζομένου πράγματος.
Η αξία της θεριζοαλωνιστικής μηχανής ανερχόταν στο ύψος των 55.000 €...".
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, αληθώς από τον αριθ. 8 (και όχι του αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα (ΑΠ 927/2001), δεύτερο, κατά το πρώτο τμήμα, που προβάλλεται επικουρικά ως προς τον πρώτο λόγο και τρίτο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τους αριθ. 1, 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια περί ποσοτικής και νομικής αοριστίας της ένδικης αγωγής μόνον ως προς την βάση της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις περί ευθύνης εκ των διαπραγματεύσεων (άρθρα 197, 198 ΑΚ), ότι δηλαδή το Εφετείο δεχόμενο ότι "ο ενάγων απώλεσε την ασφαλιστική προστασία για τους παραπάνω λόγους και δικαιούται να αξιώσει από τον ευθυνόμενο ως ζημία το ποσό της ασφαλιστικής αποζημιώσεως, που θα δικαιούταν να απαιτήσει, είτε αν καταρτιζόταν η σκοπούμενη σύμβαση με την ασφαλίστρια εταιρία, είτε αν αυτή αποκρουόταν απ’ αυτή από άλλο ασφαλιστή δυνάμει άλλης μετ’ αυτού συμβάσεως αναλόγου περιεχομένου" έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή ως προς την ανωτέρω βάση, λαμβάνοντας υπόψη του αναγκαία για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθεται σ’ αυτή (αγωγή) και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 197, 198 ΑΚ.
Οι λόγοι αυτοί, που αφορούν την αγωγική αξίωση εκ της ευθύνης των διαπραγματεύσεων και πλήττουν την ίδια διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης προβάλλονται αλυσιτελώς, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, αφού δεν επιδρούν τελικώς στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι η τυχόν ευδοκίμηση των λόγων αυτών δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το διατακτικό της, που επαρκώς στηρίζεται στην κρίση αυτής ως προς την διαπίστωση της συνδρομής και της αγωγικής βάσης περί αδικοπραξίας.
Συνακόλουθα οι πρώτος, δεύτερος κατά το πρώτο τμήμα, που προβάλλεται επικουρικά ως προς τον πρώτο λόγο αναίρεσης και τρίτος λόγοι αναίρεσης που αφορούν την εκ των άρθρων 197, 198 ΑΚ αγωγική αξίωση είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.
Κατά το άρθρο 16 παρ. 1 Ν. 1569/1985 Διαμεσολάβηση στις συμβάσεις ιδιωτικής ασφάλισης (όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 36 παρ. 24 Ν. 2496/1997): "Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει ή προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων για την πρόσκτηση εργασιών.
Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με τους ως άνω είναι σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων, ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη. Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη". Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο τμήμα του δεύτερου λόγου αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 36 παρ. 24 του Ν. 2496/1997 ως προς τον ασφαλιστικό σύμβουλο Κ.
Χ., διότι η ίδια αλλά και η πρακτοριακή εταιρία με την επωνυμία "..." δεν δεσμεύονται εκ του ανωτέρω νόμου από τις ενέργειες του προαναφερθέντος ασφαλιστικού συμβούλου. Ο λόγος αυτός ως προς το ανωτέρω τμήμα πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως, την ύπαρξη ιδιαίτερης συμφωνίας μεταξύ του τρίτου εναγόμενου Κ.
Χ. και της τέταρτης εναγομένης βάσει της οποίας ο πρώτος ενεργούσε ως εκπρόσωπός της υπό τις εντολές και της κατευθύνσεις της αλλά και ως προστηθείς αυτής η δε τέταρτη εναγομένη που ήταν ασφαλιστική πράκτορας της πέμπτης ενεργούσε ως εκπρόσωπός της υπό τις εντολές και τις κατευθύνσεις της αλλά και ως προστηθείς αυτής (πέμπτης εναγομένης - αναιρεσείουσας), τα ακόλουθα: "Για το πταίσμα αυτό του τρίτου εναγομένου ευθύνεται πλην αυτού και η τέταρτη εναγομένη που είχε προστήσει τον ως άνω ασφαλιστικό σύμβουλο, ο οποίος ενεργούσε υπό τις εντολές και τις κατευθύνσεις της...".
Επομένως ο λόγος αυτός ως προς το ανωτέρω τμήμα του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 10 εδ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα, που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως απαράδεκτος, όταν στηρίζεται σε ισχυρισμό, που δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1202/2000).
Εν προκειμένω με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε "πράγματα" χωρίς απόδειξη, ότι δηλαδή ο αναιρεσίβλητος είχε δεχθεί προτάσεις από άλλες ασφαλιστικές εταιρίες για την ασφάλιση του οχήματός του. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 15-9-2009 (και με αριθμό κατάθ. 180/2-11-2009) ασκηθείσας από την αναιρεσείουσα έφεσης δεν προκύπτει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός προτάθηκε ενώπιον του Εφετείου, παρά το γεγονός ότι υπήρχε νόμιμη και παραδεκτή δυνατότητα προβολής του.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις δυο βάσεις της αγωγής (προσυμβατικής ευθύνης και αδικοπραξιών) με την αιτίαση ότι υπάρχουν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, αναφορικά με
το πταίσμα του ασφαλιστικού συμβούλου Κ. Χ. ως προς την ματαίωση της συνάψεως της ασφαλιστικής σύμβασης. Ότι δηλαδή το Εφετείο με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι: "...ο τρίτος εναγόμενος θέτοντας την ένδειξη "προσωρινό" επί της αίτησης ασφάλισης του ενάγοντος, καθώς και την ιδιότητα και την υπογραφή του και προωθώντας αυτήν διαμέσου του δευτέρου εναγομένου στον ενάγοντα του δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι με αυτήν παρέχεται προσωρινή κάλυψη για όλους τους αιτηθέντες ασφαλιστικούς κινδύνους, μεταξύ των οποίων και από πυρκαγιά, αν και γνώριζε ότι το έγγραφο τούτο δεν τον καλύπτει ασφαλιστικά.
Περαιτέρω δεν φρόντισε να καταστήσει σαφές με οποιοδήποτε τρόπο στον ενάγοντα ότι ουδεμία κάλυψη παρέχεται με αυτό και ότι έπρεπε ή να αναμείνει τη νόμιμη κατάρτιση προσωρινής σύμβασης ασφάλισης, ή την έκδοση του οριστικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου προκειμένου να κινήσει και να λειτουργήσει με ασφάλεια την θεριζοαλωνιστική του μηχανή.
Επιπλέον, αν και είχε χορηγήσει το ως άνω έγγραφο, το οποίο καμία ασφαλιστική κάλυψη δεν πρόσφερε, δεν φρόντισε να ενεργήσει ώστε να καταρτισθεί εγκαίρως με την ασφαλιστική εταιρία σύμβαση προσωρινής ή οριστικής κάλυψης... Αν ο τρίτος εναγόμενος επεδείκνυε επιμελή συμπεριφορά, είτε θα καταρτιζόταν η ασφαλιστική σύμβαση, είτε εγκαίρως θα αποκρουόταν η πρόταση από την πέμπτη εναγομένη, οπότε ο ενάγων θα μπορούσε να αναζητήσει ασφαλιστική κάλυψη σε άλλο ασφαλιστή...".
Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 197, 198, 914 επ.
ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση και άλλων, όπως το ονοματεπώνυμο του άλλου ασφαλιστή στον οποίο θα προσέφευγε ο αναιρεσίβλητος στην περίπτωση που η ένδικη αίτηση ασφαλίσεως της θεριζοαλωνιστικής μηχανής αποκρουόταν από την αναιρεσείουσα, για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία το πταίσμα του ασφαλιστικού συμβούλου Χ.
και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας συμπεριφοράς του με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Εξάλλου το γεγονός ότι διαβίβασε την αίτηση ασφαλίσεως στην τέταρτη εναγομένη και η τελευταία στην αναιρεσείουσα δεν αναιρεί την υπαίτια συμπεριφορά αυτού που επακολούθησε μετά την υποβολή της αιτήσεως ασφαλίσεως, η οποία περιγράφεται με επάρκεια και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Τέλος, η αιτίαση που προβάλλεται με το τρίτο τμήμα του πέμπτου λόγου αναίρεσης ως προς την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "η υπογραφή επί της αιτήσεως του τρίτου εναγομένου και η θέση της σφραγίδας του επ’ αυτής διαλύει κάθε αβεβαιότητα περί την ισχύ του ασφαλιστηρίου" τελεί σε πρόδηλη αντίφαση με την παραδοχή της ότι δεν καταρτίσθηκε στην προκειμένη περίπτωση σύμβαση προσωρινής κάλυψης είναι αβάσιμη, καθόσον η ως άνω πρώτη παραδοχή συνιστά επιχείρημα του δικαστηρίου, που άντλησε από τις αποδείξεις, ενισχυτικό της παραδοχής της προξενηθείσας στον αναιρεσίβλητο εύλογης πεποίθησης που δημιούργησε σ’ αυτόν η θέση της υπογραφής και της σφραγίδας του προαναφερθέντος ασφαλιστικού συμβούλου επί της αιτήσεως ασφαλίσεώς του.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και πρέπει ν’ απορριφθούν, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-7-2014 αίτηση για αναίρεση της 166/2014 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ