1435/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1435/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4).
Full text
Απόφαση 1435 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1435/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. θυγ. Β. Γ., συζ. Β. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αφροδίτη Βαρδουνιώτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Αναγνωστάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουνίου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 68/2012 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30 Οκτωβρίου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αυτής.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 68/2012 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε επί των από 21-1-2010 και 7-6-2010 εφέσεων της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου αντίστοιχα κατά της υπ' αριθμ. 74/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, δυνάμει της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η από 10-6-2008 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Αφανής ή μετοχική εταιρεία είναι η προσωπική, χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική περιουσία, εταιρεία, με απουσία ανάπτυξης του εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων. Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνον ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων που δημιουργεί η δράση του εμφανούς, συμμετέχοντας μόνο στη κατανομή των κερδοζημιών που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς, ενώ προς τα έξω εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι.
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 ΕμπΝ προκύπτει, ότι στην αφανή εταιρεία, που δεν έχει νομική προσωπικότητα, εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, οι διατάξεις περί εταιρειών του Αστικού Κώδικα, δηλαδή τα άρθρα 741 επ. αυτού. Η αφανής εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία με εφαρμογή των άρθρων 765 επ.
ΑΚ. Μεταξύ των λόγων λύσεως της εταιρείας περιλαμβάνεται και η καταγγελία, που επιφέρει τα αποτελέσματά της έστω και αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος (ΑΚ 766). Μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας δεν απαιτείται να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθαρίσεως, διότι δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εφόσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων, με αποτέλεσμα να είναι παραδεκτή η άσκηση αγωγής εκ μέρους του αφανούς εταίρου, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 779 έως 782 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 719 ΑΚ, κατά του εμφανούς εταίρου προς απόδοση σ' αυτόν της ανήκουσας στον ίδιο μερίδας από τα εταιρικά κέρδη, καθώς και της εισφοράς του, - είτε μεταβίβασε αυτήν κατά κυριότητα στον εμφανή συνεταίρο του, προς άσκηση της εταιρικής εμπορικής δραστηριότητας, ως ατομικής του τελευταίου, είτε παρέμεινε κύριος αυτής, τάσσοντας όμως αυτήν κατά προορισμό στην εξυπηρέτηση του εταιρικού σκοπού με παραχώρηση της χρήσης της μόνο στον εμφανή εταίρο - χωρίς να προηγηθεί εκκαθάριση, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο μεταξύ των εταίρων (ΑΚ 361) ή αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απαραίτητη η εκκαθάριση, διότι από την παράλειψή της επέρχεται σύγχυση, υπό την προϋπόθεση όμως ότι μετά τη λύση της εταιρείας υπάρχει υπόλοιπο σε μετρητά καλύπτον τη ζητούμενη προς απόδοση εισφορά.
Πράγματι, από το συνδυασμό των άρθρων 779 ΑΚ, που ορίζει ότι σε περίπτωση που η εισφορά συνίσταται στη χρήση ορισμένων πραγμάτων, αυτά αποδίδονται αυτούσια, 780 ΑΚ, που ρυθμίζει τον τρόπο εκκαθάρισης της εταιρείας αν υπάρχουν κοινά χρέη των εταίρων απέναντι σε τρίτους και μεταξύ τους και τα της επιστροφής των εισφορών, 781 ΑΚ, περί μετατροπής του ενεργητικού σε χρήμα για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, 782 ΑΚ, περί διανομής του τελικά απομένοντος υπολοίπου μεταξύ των εταίρων και 719 ΑΚ, που ορίζει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεσή της, προκύπτει, ότι ο αφανής, (εταίρος) δικαιούται να απαιτήσει την εισφορά του σε χρήμα μετά τη λύση της εταιρείας, αν αυτή υπάρχει στο ενεργητικό της είτε γιατί δεν δαπανήθηκε, για τις ανάγκες της εταιρείας, είτε γιατί καλύπτεται από το υπόλοιπο της εκκαθάρισης των σχετικών λογαριασμών (Α.Π. 116/2013).
Η τυχόν ύπαρξη εξόδων που πρέπει να αφαιρεθούν είναι ισχυρισμός του διαχειριστή και εμφανούς εταίρου, όχι δε στοιχείο της αγωγής (ΑΠ 362/2008).
Περαιτέρω, ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος. Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 470/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη νόμου, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 560/2013). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (ΚΠολΔ 561 § 2) προκύπτει ότι σ' αυτή, μεταξύ άλλων, εκτίθεται ότι η αναιρεσείουσα κατά μήνα Σεπτέμβριο του 2003 συνέστησε με τον αναιρεσίβλητο ατύπως αφανή εταιρεία, με σκοπό την εκμετάλλευση πρακτορείου του Ο.Π.Α.Π., οποίο ήδη λειτουργούσε βάσει αδείας εκδοθείσας στο όνομα αυτής, με συμμετοχή στα κέρδη και στις ζημίες κατά ποσοστό 50% για τον καθένα εκ των εταίρων, με εμφανή εταίρο την τελευταία και εμφανή τον ίδιο, ότι η εταιρική του εισφορά για την υλοποίηση του εταιρικού σκοπού συνίστατο στα αναφερόμενα στην αγωγή κινητά πράγματα και στις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε για την ανακαίνιση του καταστήματος, στο οποίο λειτουργούσε το ανωτέρω πρακτορείο, συνολικής αξίας (της εισφοράς) 25.364,64 ευρώ, ότι το Σεπτέμβριο 2005, η εναγόμενη έλυσε άτυπα την μεταξύ τους αφανή εταιρεία, αλλάζοντας την κλειδαριά του καταστήματος και αρνούμενη να του επιτρέψει έκτοτε τη χρήση του και ζήτησε, μετά την λύση της εταιρείας, επειδή υπήρχε υπόλοιπο σε μετρητά, που κάλυπτε την προς απόδοση εισφορά του, να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του αποδώσει αυτήν, είτε με αυτούσια απόδοση των αναφερομένων σ' αυτήν κινητών πραγμάτων, είτε, σε περίπτωση αδυναμίας ή άρνησης προς απόδοσή τους, να του καταβάλει την αξία τους, ποσού 23.564,64 ευρώ, καθώς και το ποσό των 1.800 ευρώ, το οποίο δαπάνησε για την ανακαίνιση του καταστήματος και συνολικά το ποσό των 25.364,64 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή, σύμφωνα με τα πιο πάνω περιστατικά, στηρίζεται στη σύμβαση αφανούς εταιρείας που συνήψαν οι διάδικοι, δηλαδή στις διατάξεις των άρθρων 47-50 Εμπ. Ν. 741, 742, 748, 749, 754, 758, 762, 763, 767, 779, 780, 781, 782 και 719 ΑΚ, περιέχει δε όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 216 ΚΠολΔ στοιχεία και είναι επαρκώς ορισμένη.
Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ομοίως, ορθώς τις πιο πάνω διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Η εναγομένη, που κατέχει την με αρ. 21523 άδεια λειτουργίας του Ο.Π.Α.Π., λειτουργεί απ' το 1997 κατάστημα πρακτόρευσης και διάθεσης των δελτίων των παιχνιδιών (ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟ-ΠΟ κλπ) του άνω Οργανισμού, σε μισθωμένο κατάστημα, που βρίσκεται στην οδό ..., στο … .
Το φθινόπωρο του 2003, η εναγομένη αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα υγείας της θυγατέρας της και αναγκαζόταν να μεταβαίνει συχνά στην Αθήνα, τόσο αυτή, όσο και ο γιός της, Γ. Γ., που αυτός, κυρίως ασχολείτο με το κατάστημα. Για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των συχνών απουσιών της από το πρακτορείο, συμφώνησε να την αντικαθιστά μερικές φορές το μήνα, ο ενάγων, που ήταν πολύ καλός φίλος του γιού της αλλά και όλης της οικογενείας της και του είχε εμπιστοσύνη.
Συγχρόνως, όμως, την εποχή εκείνη, η εναγομένη έπρεπε να ανακαινίσει και το πρακτορείο της, όπως επιβάλλεται απ' τον Κανονισμό λειτουργίας του Ο.Π.Α.Π. για να προσελκύεται περισσότερη πελατεία και να αυξάνονται έτσι τα κέρδη του Οργανισμού, πλην, όμως, δεν διέθετε τα ανάλογα χρήματα. Αντιθέτως, μάλιστα, αντιμετώπιζε μεγάλο οικονομικό πρόβλημα και είχε άμεση ανάγκη να βρει πρόσθετους οικονομικούς πόρους.
Έτσι, ήρθε σε συμφωνία με τον ενάγοντα, που επεδίωκε να ασχοληθεί με εμπορικές δραστηριότητες και σύστησαν μεταξύ τους άτυπα αφανή εταιρεία με αφανή εταίρο αυτόν και εμφανή εταίρο - διαχειρίστρια την ίδια, επ' ονόματι της οποίας έπρεπε να εξακολουθήσει να λειτουργεί η επιχείρηση, καθόσον ο Κανονισμός του Ο.Π.Α.Π.
απαγορεύει την μίσθωση - υπενοικίαση και εν γένει παραχώρηση της εκμετάλλευσης της άδειας σε τρίτον, με κύρωση, σε περίπτωση παράβασης, την ανάκληση της χορήγησής της. Έναντι της εισφερομένης στην εταιρεία αυτή από την εναγόμενη άδειας εκμετάλλευσης του πρακτορείου, οι διάδικοι συμφώνησαν να εισφέρει ο ενάγων κατά χρήση σ' αυτήν τα κινητά πράγματα που απαιτούνται για την ανακαίνιση του καταστήματος και θα τα αγόραζε ο ίδιος με δικά του χρήματα, καθώς και τη δαπάνη για τις εργασίες που έπρεπε να εκτελεσθούν.
Για την πραγματοποίηση της συμφωνίας τους αυτής ο ενάγων βρήκε μόνος του τους τεχνίτες και τα συνεργεία που απαιτούντο, συμφώνησε τις αμοιβές τους, επέβλεπε τις εργασίες δίνοντας αυτός οδηγίες και εντολές, παρήγγειλε τις απαιτούμενες κατασκευές και τον εξοπλισμό, αποπλήρωνε με δικά του χρήματα το τίμημα των αγορών και τις αμοιβές των τεχνιτών που απασχολούσε, καταβάλλοντας είτε με μετρητά, είτε με την πιστωτική του κάρτα και μετά, αφού ολοκληρώθηκαν οι εργασίες και το κατάστημα αναβαθμίστηκε και έγινε, μάλιστα, πολυτελέστατο, ο ενάγων παραιτήθηκε απ' την εργασία του στο Καζίνο Λουτρακίου (τέλος του 2003 ) και προσέφερε πλέον καθημερινά τις προσωπικές του υπηρεσίες στο πρακτορείο, εναλλασσόμενος στο ωράριο λειτουργίας του με τον γιό της εναγομένης, που απασχολείτο παράλληλα και με τις αγροτικές του δραστηριότητες, ενώ 2-3 φορές το μήνα απασχολείτο και η εναγομένη σ' αυτό.
Παράλληλα με τη λειτουργία του πρακτορείου, οι διάδικοι σύστησαν μαζί με τον Σ. Κ. και μια ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Κ. Κ. - Σ. Κ. και Σια Ε.Ε.", που είχε σαν αντικείμενο τη λειτουργία καφέ - μπαρ. Για το σκοπό αυτό, τον Μάιο του 2004, οι διάδικοι μίσθωσαν ένα κατάστημα στην κεντρική πλατεία του Κιάτου και εισφέροντας ο καθένας το ποσό των 4.000 ευρώ, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 20-4-2004 καταστατικό της εταιρείας, άρχισαν την ανακαίνιση του χώρου λειτουργίας του καφέ - μπαρ, που στοίχισε σημαντικά ποσά και γι' αυτό χρειάστηκε να δανειστεί η εταιρεία από την Alpha Bank.,- με την εγγύηση και των τριών εταίρων - αρχικά, (τον Αύγουστο του 2004), το ποσό των 30.000 ευρώ και αργότερα, (το Νοέμβριο του 2004), το ποσό των 40.000 ευρώ.
Μετά την αποπεράτωση της ανακαίνισης το κατάστημα αυτό λειτούργησε μέχρι τον Αύγουστο του 2005, αποφέροντας, όμως, λίγα έσοδα και συσσωρεύοντας πολλά έξοδα και από τότε άρχισαν και τα προβλήματα μεταξύ των συνεταίρων. Σύμφωνα με όσα αναφέρει η εναγομένη στην από 3-11-2005 εξώδικη διαμαρτυρία της προς τους λοιπούς συνεταίρους, τα οποία δεν αμφισβητούνται από τον ενάγοντα, αυτοί απαιτούσαν την αποχώρησή της από την ετερόρρυθμη εταιρεία, χωρίς όμως να της αποδίδουν την εισφορά της, που αυτή την αποτιμούσε στο ποσό των 54.000 ευρώ.
Μάλιστα, επειδή η εναγόμενη δεν συναινούσε, τον Αύγουστο του 2005 άλλαξαν τη κλειδαριά του καφέ - μπαρ και έκτοτε αυτή δεν είχε πρόσβαση σε αυτό. Συνεπεία όλης αυτής της κατάστασης και η εναγόμενη, στις 9-9-2005, αφαίρεσε την κλειδαριά του πρακτορείου, χωρίς να δώσει καινούργιο κλειδί στον ενάγοντα και έκτοτε καταγγέλθηκε άτυπα η μεταξύ τους αφανής εταιρεία.
Κατόπιν τούτου, ο ενάγων απέστειλε στην εναγόμενη την με ημερομηνία 19-9-2005 εξώδικη δήλωσή του για να του αποδώσει τα κινητά πράγματα που είχε εισφέρει, με δικά του χρήματα, στην εταιρεία, άλλως να του αποδώσει την αξία τους, την οποία αποτιμούσε στα 30.000 ευρώ. Συγχρόνως, μάλιστα, την κατήγγειλε στον Ο.Π.Α.Π.
ότι συνεκμεταλλευόταν μαζί του τη άδεια που ο Οργανισμός της είχε χορηγήσει, με αποτέλεσμα η εναγόμενη να κληθεί από τον Οργανισμό σε εξηγήσεις, συνεπεία δε αυτού του γεγονότος, η εναγόμενη υπέβαλε εναντίον του την από 17-11-2005 έγκληση για συκοφαντική της δυσφήμιση. Σ' αυτήν ανέφερε ότι η μόνη εταιρική συνεργασία της με τον ενάγοντα ήταν αυτή της ετερόρρυθμης εταιρείας που εκμεταλλευόταν το καφέ - μπαρ και όσον αφορά την αφανή εταιρεία ισχυρίστηκε ότι δεν είχε κανένα οικονομικό συμφέρον να την συστήσει με κάποιον τρίτο και να μοιράζεται τα κέρδη της επικερδούς, όπως τη χαρακτήριζε, και ευδοκιμούσας, με "στρωμένη" πελατεία επιχείρησής της, μαζί του, γιατί από το 1997, που της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας, είχε διαμορφώσει από τότε το χώρο του πρακτορείου με δικές της δαπάνες, και δεν χρειαζόταν, επομένως, να κάνει ανακαίνιση και επίσης ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ανάγκη ούτε από προσωπικό γιατί αρκούσαν τα μέλη της οικογένειάς της.
Τα παραπάνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά της σύστασης αφανούς εταιρείας αποδεικνύονται απ' την κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος Πάνου Κίσσα, ο οποίος ήταν πολύ φίλος και με την εναγόμενη (βλ. κατάθεση γιου της "... είχε πολύ φιλικές σχέσεις με τον ενάγοντα, απέκτησε και με την εναγόμενη ...") και ανέφερε ότι του είπε και η ίδια ότι πήρε προφορικά τον ενάγοντα συνέταιρο, με τα έσοδα και έξοδα μισά - μισά, δικαιολόγησε δε ο μάρτυρας τη σύναψη αυτής της συνεργασίας απ' το γεγονός ότι το πρακτορείο πριν την εταιρεία "φυτοζωούσε" και είχε "ελάχιστη δουλειά" και ότι η εναγόμενη προσέβλεπε στην "προσωπικότητα και δυναμικότητα" του ενάγοντος, ώστε να ανακαινισθεί το πρακτορείο και να προσελκύσει πελατεία.
Την αναγκαιότητα αυτή για τη σύναψη αφανούς εταιρείας την επιβεβαιώνει, άλλωστε, έμμεσα και ο μάρτυς της εναγομένης, ο οποίος, πέραν της ανάγκης εύρεσης ενός προσώπου για αντικατάστασή του στο πρακτορείο λόγω της απουσίας του στην Αθήνα, εκείνη την περίοδο, συνεπεία του χρόνιου προβλήματος υγείας της αδερφής του, παραδέχθηκε επιπλέον ότι "...
το κατάστημά τους κατά διαστήματα χρειαζόταν ανακαίνιση και ότι, λόγω των προβλημάτων υγείας της αδερφής του, είχαν οικονομικό πρόβλημα ...". Επίσης και από τις με ημερομηνία 8-11-2005 εξηγήσεις της εναγομένης προς τον Ο.Π.Α.Π., όπου η εναγόμενη αναφέρεται στην επιτακτική ανάγκη της να βρει πρόσθετους οικονομικούς πόρους, προκύπτει η κακή οικονομική της κατάσταση εκείνη την εποχή.
Περαιτέρω, από τον αριθμό των ειδικοτήτων των τεχνιτών που εργάσθηκαν στην ανακαίνιση αποδεικνύεται ότι αυτή δεν ήταν μικρού μεγέθους, όπως αναφέρει ο γιος της εναγομένης ("... μια τηλεόραση, τα καθίσματα και ένα τραπέζι ..."), επιδιώκοντας να αποδώσει τη συμμετοχή του ενάγοντος σ' αυτήν, απλώς και μόνο στη φιλική σχέση που τους συνέδεε αλλά ήταν εκτεταμένη ανακαίνιση, που περιελάμβανε ακόμα και οικοδομικές εργασίες, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, και απαιτούσε, ως εκ τούτου, την καθημερινή, επί μήνες, απασχόληση του ενάγοντος και μάλιστα σε όλα τα στάδια των επισκευών, αφού αυτός έδινε και τις οδηγίες για τις παραγγελίες και επέβλεπε την εκτέλεσή τους (βλ.
ένορκες βεβαιώσεις τεχνιτών), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να δικαιολογηθεί η τέτοιου εύρους απασχόλησή του, αν δεν είχε, πράγματι, συσταθεί με την εναγόμενη αφανής εταιρεία. Εξάλλου, και η ομολογούμενη και από τον μάρτυρα της εναγομένης παραίτηση του ενάγοντος απ' την εργασία του στο Καζίνο Λουτρακίου, το τέλος του 2003, που συμπίπτει με το χρόνο αποπεράτωσης της ανακαίνισης και την έναρξη λειτουργίας του πρακτορείου ανακαινισμένου συνηγορεί ότι αυτή (παραίτηση) πραγματοποιήθηκε προκειμένου να απασχοληθεί ο ενάγων μόνιμα και καθημερινά στο πρακτορείο, ως εταίρος, και όχι ευκαιριακά, σαν φίλος, ο δε περαιτέρω ισχυρισμός της εναγομένης ότι παραιτήθηκε για να απασχοληθεί στην άλλη επιχείρηση του καφέ - μπαρ, όπου παραδέχεται ότι ήταν εταίροι, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η τελευταία αυτή επιχείρηση, την οποία σύστησαν πέντε μήνες αργότερα (τον Μάιο του 2004), λειτούργησε, μετά τη λήψη του δανείου που πήραν για ανακαίνισή της, τον Νοέμβριο του 2005, οπότε η παραίτησή του δεν συνδέεται χρονικά με την έναρξη λειτουργίας αυτής.
Περαιτέρω και από τις με ημερομηνία προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα αποδείξεις είσπραξης, υπογεγραμμένες από τους τεχνίτες που απασχόλησε στην ανακαίνιση, οι οποίες έχουν εκδοθεί επ' ονόματί του, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων ήταν εταίρος της εναγομένης και τα ποσά που κατέβαλε στους τεχνίτες καθώς και για την αγορά του εξοπλισμού, αποτελούσαν την εισφορά του στην εταιρεία αυτή, καθόσον δεν υπήρχε άλλος λόγος για αυτές τις καταβολές.
Βέβαια, η εναγομένη αντιτείνει σ' αυτές τις αποδείξεις ότι τα χρήματα που αποπλήρωνε τις εργασίες ο ενάγων ήταν δικά της και ότι οι αποδείξεις εκδόθηκαν επ' ονόματί του από άγνοια των τεχνιτών και των προμηθευτών για τον απλό και μόνο λόγο ότι αυτός συναλλασσόταν μαζί τους, πλην, όμως και ο ισχυρισμός της αυτός δεν πείθει το Δικαστήριο καθόσον, πέραν της ομολογημένης, όπως παραπάνω εκτέθηκε, οικονομικής αδυναμίας της να αντιμετωπίσει τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή τα έξοδα μιας τέτοιας έκτασης ανακαίνισης, δεν δικαιολογείται καθόλου γιατί δεν επεδίωξε να αντικαταστήσει τις αποδείξεις αυτές με άλλες, που θα έφεραν το όνομά της (πράγμα που ήταν εύκολο να γίνει γιατί όλοι οι τεχνίτες ήταν κάτοικοι Κιάτου, ένας δε εξ αυτών, ο ηλεκτρολόγος Δ.
Σ., ήταν δίπλα, ακριβώς στο κατάστημά της - βλ. συμφωνία μίσθωσης), ώστε να τις κατέχει, πλέον, νόμιμα, δυναμένη να τύχει, μάλιστα, βάσει αυτών των αποδείξεων, παρουσιαζομένων ως εξόδων της επιχείρησής της και φορολογικής ελάφρυνσης. Από τα παραπάνω, επομένως, πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο ενάγων σύστησε αφανή εταιρεία με την εναγομένη για την εκμετάλλευση του πρακτορείου, η σύσταση δε αυτής δεν πάσχει, όπως προαναφέρθηκε, καμία ακυρότητα.
Περαιτέρω, με βάση τα παραπάνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος να του αποδοθεί η εισφορά του λόγω της λύσης της αφανούς εταιρείας είναι υπαρκτή και δεν αποτελεί επινόηση αυτού, ούτε και ασκήθηκε για λόγους αντιπερισπασμού προκειμένου η εναγομένη να μην ασκήσει τις αξιώσεις της από την ετερόρρυθμη εταιρεία, καθόσον, πέραν του ότι δεν αποδεικνύεται αν οι τελευταίες αυτές αξιώσεις της είναι ληξιπρόθεσμες και απαιτητές ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από αυτήν έγγραφα, είχαν συσσωρευτεί στην εταιρεία αυτή και χρέη προς τρίτους, που απαιτούσαν, προφανώς, προηγούμενη εκκαθάριση, δεν εμποδίστηκε η εναγομένη να ασκήσει τις αξιώσεις της αυτές είτε με αγωγή είτε με ένσταση προβαλλόμενη κατά της ένδικης αξίωσης ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου...
Περαιτέρω, απ' τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες απ' τον ενάγοντα αποδείξεις είσπραξης αποδεικνύεται ότι μεταξύ των κινητών πραγμάτων, που παραχώρησε ο ενάγων κατά χρήση στην αφανή εταιρεία και συμπεριλαμβάνονταν στην εταιρική του εισφορά, όπως επί λέξει αναφέρει στην αγωγή του, ήταν και τρεις μονάδες υπολογιστών Quest Pentium 4.40 GB Hard Disk, Windows XP, δύο (2) οθόνες LCD 17'' Vi brant, ένας (1) εκτυπωτής Kyocera ''1000'' laser, δύο (2) εκτυπωτές ΗΡ 3650, ένα πολυμηχάνημα ΗΡ 1210, καθώς και τα αναγκαία εξαρτήματά τους, δηλ.
τρία πληκτρολόγια, τρία mouse, ένα modem Intracom και ένας διακλαδωτής hamper (6 θέσεων). Τα κινητά αυτά πράγματα περιλαμβάνονται στην με αρ. 28/17-10-2003 απόδειξη είσπραξης της προμηθεύτριας Χρ. Ζάρκου. Βέβαια σ' αυτήν περιλαμβάνονται επιπλέον και μία οθόνη Samsung 15'' και δύο (2) printer Epson 442, τα οποία δεν τα αναφέρει ο ενάγων στην αγωγή του και των οποίων η αξία συνυπολογίζεται στην αναγραφόμενη συνολική αξία της απόδειξης, ποσού 7.000 ευρώ.
Η τοιαύτη αναγραφή της αξίας όλων μαζί των κινητών πραγμάτων που προμηθεύτηκε ο ενάγων από την προαναφερθείσα προμηθεύτρια δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, καθόσον πρόκειται περί αγωγής απόδοσης της εταιρικής εισφοράς είτε με τον τρόπο της αυτούσιας απόδοσης των περιουσιακών στοιχείων, τα οποία αναφέρονται ένα προς ένα, είτε για την περίπτωση αδυναμίας απόδοσης, κατ' άρθρ. 69§1γ ΚΠολΔ, με απόδοση της αξίας της εισφοράς, την οποία προσδιορίζει στο ποσόν των 25.364,64 ευρώ, είναι, δε, θέμα απόδειξης αν ανέρχεται σ' αυτό το ποσόν η αξία της εισφοράς.
Συνεπώς, πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσόν των 7.000 ευρώ η αξία της οθόνης Samsung και η αξία των δύο printer, η οποία, σύμφωνα με τα .διδάγματα της κοινής πείρας, ανερχόταν το 2003, στο ποσόν των 300 και 500 ευρώ αντίστοιχα. Επομένως τα παραπάνω κινητά πράγματα που εισφέρθηκαν κατά χρήση στην εταιρεία, αποτιμώνται στο ποσόν των 6.200 ευρώ.
Συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως και κατ' ουσίαν βάσιμοι ο δεύτερος και τρίτος λόγος έφεσης του εκκαλούντος που αφορούν και οι δύο το παραπάνω κονδύλιο. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων εισέφερε στην αφανή εταιρεία ένα ξύλινο γραφείο με βάση εκτυπωτή και βάση έτοιμων δελτίων και ένα διαχωριστικό ξύλινο παραβάν, αξίας 5.000 ευρώ (βλ.
την από 24-10-03 απόδειξη είσπραξης του Η. Π.), μοκέτες αξίας 440 ευρώ (βλ. απόδειξη με ημερομηνία 16-10-2003 του Γ. Κ.), υαλοπίνακες αξίας 350 ευρώ (βλ. τις από 27-12-2003 και 1-4-2004 αποδείξεις είσπραξης του Κ. Π.), μια τροχήλατη συρταριέρα αξίας 111 ευρώ (βλ. απόδειξη NEOSET), συναγερμό Alarco, αξίας 1.208,64 ευρώ, που παραγγέλθηκε την 21-1-2004 από το κατάστημα A.
και επί 17 μήνες κατέβαλε τις δόσεις του τιμήματος του με την πιστωτική του κάρτα (βλ. το με ημερομηνία 20-7-2005 αντίγραφο λογαριασμού της πιστωτικής κάρτας Eurobank). Επίσης αποδεικνύεται ότι κατέβαλε για ελαιοχρωματισμό του καταστήματος στον Α. Γ., το ποσόν των 800 ευρώ (βλ. την από 13-10-2003 απόδειξη είσπραξης), για διακόσμηση και διαρρύθμιση του χώρου στην Α.
Φ. το ποσόν των 1.000 ευρώ (βλ. την από 18-10-2003 απόδειξή της). Επίσης, από την κατάθεση της τελευταίας κατά την εκδίκαση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων (βλ. στα με αρ. 4185/2005 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου: "... αντικαταστάθηκε η ηλεκτρική εγκατάσταση, κατασκευάστηκε W.C. ..."), σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος αποδεικνύεται ότι κατασκευάστηκε πλήρης εγκατάσταση W.C.
αξίας 1.400 ευρώ, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε ειδικά από την εναγομένη. Επίσης κατασκευάστηκε πλήρης εγκατάσταση ηλεκτρική με κανάλια παροχής και πρίζες ρεύματος - TV - τηλεφώνου - δικτύου, όπως προκύπτει από την ένορκη βεβαίωση του ηλεκτρολόγου Δ. Σ., γείτονα του καταστήματος της εναγομένης και επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του γιου της εναγομένης ("...ήθελε συνεργείο για τη σύνδεση των υπολογιστών και των δικτύων ..."), αξίας, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας 1.000 ευρώ.
Επίσης αγοράστηκαν και εισφέρθηκαν τρεις (3) τηλεοράσεις, αξίας, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας 1.200 ευρώ (βλ. στα με αρ. 32/2008 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου κατάθεση του γιου της εναγομένης, που ομιλεί για τηλεοράσεις "... νομίζω Π. για τις τηλεοράσεις ..." και μάρτυρος ενάγοντος για "3 τηλεοράσεις"), και τέλος εισφέρθηκαν 18 καθίσματα inox (βλ.
κατάθεση του γιού της εναγομένης στα με αρ. 32/2008 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου: "... άλλαξαν μία τηλεόραση, καθίσματα και ένα τραπέζι ..."), αξίας, κατά διδάγματα της κοινής πείρας 560 ευρώ. Ως προς τα υπόλοιπα εισφερθέντα κατά χρήση κινητά πράγματα, αυτά δεν αποδείχθηκαν ούτε από έγγραφα ούτε από τον μάρτυρα του ενάγοντος, ο οποίος ανέφερε αόριστα ότι το συνολικό ποσό της δαπάνης που εισέφερε ο ενάγων στην αφανή εταιρεία, υπερέβαινε τα 30.000 ευρώ, όμως, δεν τα προσδιόρισε κατ' είδος και αξία.
Κατόπιν τούτου, αποδεικνύεται ότι η αξία των εισφερθέντων κινητών πραγμάτων και η δαπάνη των εργασιών ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 19.269,64 ευρώ ...". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε την από 21-1-2010 έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την από 7-6-2010 έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κατά μερική παραδοχή της αγωγής, υποχρέωσε την πρώτη να καταβάλει στον δεύτερο το πιο πάνω χρηματικό ποσό.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους και δεν παραβίασε αυτές εκ πλαγίου, αφού διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες και δεν στέρησε έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης, σε σχέση με ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να είναι δυνατόν να ελεγχθεί αναιρετικώς αν ορθώς εφαρμόστηκαν ή όχι οι ανωτέρω διατάξεις.
Ειδικότερα, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν το ενεργητικό της εταιρείας επαρκούσε, εν όλω ή εν μέρει, για την πληρωμή των χρεών προς τρίτους και των χρεών μεταξύ των εταίρων, καθώς επίσης και τα ποσά των χρεών αυτών, καθόσον η αναιρεσείουσα και εμφανής εταίρος δεν ισχυρίστηκε, κατ' ένσταση, ότι υπάρχουν συγκεκριμένα έξοδα που πρέπει να αφαιρεθούν από τις εισπράξεις που πραγματοποιήθηκαν κατά το χρόνο λειτουργίας της εταιρείας.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4).
Τέλος, πρέπει η αναιρεσείουσα να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ