Legislator Case Law & Legislation
1435/2012 AI generated

1435/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1435/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1435/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την ίδια ημέρα με το .../14-3-1998 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταμ. Καραγιαννοπούλου-Ποθητού, έδωσε στον δεύτερο εναγόμενο την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλήσει και μεταβιβάσει σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο τις εν λόγω 40.320 μετοχές του, η ισχύς δε αυτού του πληρεξουσίου εξαρτήθηκε από την εγκυρότητα του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1435 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1435/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Ι. Α. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Λάλα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΙΑΣΩ Μαιευτικό-Γυναικολογικό-Χειρουργικό-Διαγνωστικό-Θεραπευτικό και Ερευνητικό κέντρο ΑΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ξ. Φ. του Ν., 3. Γ. Ι. Σ. και 4. Μ. Α. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπήλιο Μούζουλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10038/2002, 10169/2002 μη οριστικές, 4736/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6065/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-2-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 1-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 28-2-2003 αγωγή του ο εδώ αναιρεσείων επικαλέσθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής: Με το από 14-3-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό ανέλαβε την υποχρέωση να πουλήσει και μεταβιβάσει στον δεύτερο των εναγομένων-αντισυμβαλλόμενό του 40.320 μετοχές του της εταιρίας "ΗΡΑ Α.Ε.", αντί τιμήματος 140.000.000 δρχ., από το οποίο 100.000.000 συμφωνήθηκε να καταβληθεί και καταβλήθηκε σε μετρητά και σε εξόφληση του υπολοίπου ποσού των 40.000.000 συμφωνήθηκε να μεταβιβασθούν στο ενάγοντα μέχρι την 14-9-1998 16.667 ονομαστικές μετοχές της πρώτης εναγόμενης εταιρίας "ΙΑΣΩ", οι οποίες, όμως, ποτέ δεν μεταβιβάστηκαν.

Την ίδια ημέρα με το .../14-3-1998 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταμ. Καραγιαννοπούλου-Ποθητού, έδωσε στον δεύτερο εναγόμενο την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλήσει και μεταβιβάσει σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο τις εν λόγω 40.320 μετοχές του, η ισχύς δε αυτού του πληρεξουσίου εξαρτήθηκε από την εγκυρότητα του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού.

Τον Δεκέμβριο 1998 αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας 'ΉΡΑ Α.Ε." και έτσι στον ενάγοντα περιήλθαν από την αύξηση αυτή επί πλέον 15.120 μετοχές. Την 13 -12-1998 ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας ως πληρεξούσιός του δυνάμει του ως άνω .../1998 πληρεξουσίου, προσυμφώνησε με την πρώτη των εναγομένων, δυνάμει του .../13-12-1998 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Γιαν.

Κουτσογιάννη-Σκαρίμπα, να μεταβιβάσει σ' αυτήν όχι μόνο τις πιο πάνω 40.320 μετοχές του ενάγοντος για τις οποίες είχε πληρεξουσιότητα, αλλά και τις 15.120 μετοχές αυτού που προήλθαν από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, για τις οποίες δεν είχε πληρεξουσιότητα, καθώς επίσης συμφώνησε ότι υπόχρεος για την καταβολή του φόρου υπεραξίας είναι ο ενάγων, ενεργώντας κατά τρόπο δόλιο και αθέμιτο και καθ' υπέρβαση της δοθείσας σ' αυτόν εντολής, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Την 19-12-1998, μετά από εξώδικη πρόσκληση του δευτέρου εναγομένου, ο ενάγων προσήλθε στα γραφεία των εναγομένων, όπου μεταξύ άλλων ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα που είχε δώσει στον δεύτερο εναγόμενο με το .../1998 πληρεξούσιο, ανακάλεσε τις δηλώσεις του πιο πάνω εναγομένου προς την πρώτη εναγόμενη που περιελήφθησαν στο .../1998 προσύμφωνο και ανακάλεσε επίσης τις εντολές και πληρεξουσιότητες που έδωσε για το δικό του λογαριασμό ο πιο πάνω εναγόμενος στην πρώτη εναγομένη, περί των δηλώσεών του δε αυτών συντάχθηκε η .../19-12-1998 Πράξη της συμβολαιογράφου Πειραιώς Γ.

Κουτσογιάννη. Παρά τις αντιρρήσεις του ενάγοντος και τις ανακλήσεις των πληρεξουσίων, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο πιο πάνω δεύτερος εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αρ. .../12-1-1999 οριστικού συμβολαίου, μεταβίβασε το σύνολο των πιο πάνω μετοχών στην πρώτη εναγομένη και την 22-1-1999 του κοινοποιήθηκε αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού του συμβολαίου αυτού, με επιταγή όπως παραδώσει στην πρώτη εναγομένη 55.440 μετοχές.

Η ενέργεια αυτή είναι παράνομη και υπαίτια από την πλευρά της πρώτης εναγομένης και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή αλλά και από την πλευρά του δευτέρου εναγόμενου, εφόσον συμβλήθηκε για λογαριασμό του, ενώ η σχετική εντολή, που αφορούσε αποκλειστικά το συμφέρον του (ενάγοντος) είχε ανακληθεί.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε: 1) Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα, άλλως το ανίσχυρο: α) του από 14-3-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού, β) του υπ' αρ. .../14-3-1998 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου συμβολαίου Αθηνών Σταμ. Καραγιαννοπούλου-Ποθητού, γ) του υπ' αρ. .../1998 συμβολαίου της προσυμφώνου συμβολαιογράφου Πειραιώς Γ.

Κουτσογιάννη-Σκαρίμπα και δ) του υπ' αρ. .../1999 συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου, καθώς και ότι από τα συμβόλαια αυτά δεν απέρρεαν ως προς τον ενάγοντα έννομες συνέπειες, 2) Να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι, να καταβάλουν στον ενάγοντα, καθένας εις ολόκληρον, ως αποζημίωση α) το ποσό των 221.863,54 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία των 15.120 μετοχών, β) το ποσό των 76.143,18 ευρώ, που κατέβαλε ως υπεραξία κατά τη μεταβίβαση των μετοχών, όπως παράνομα συμφώνησε για λογαριασμό του ο δεύτερος εναγόμενος, γ) το ποσό των 880.410 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη συνεπεία της καταβολής φόρου υπεραξίας από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, δ ) το ποσό των 613.172,70 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία των 16.667 μετοχών, οι οποίες δεν του παραδόθηκαν και κατακρατήθηκαν παράνομα από την πρώτη εναγόμενη και ε ) το ποσό των 117.390 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη συνεπεία της υπεξαίρεσης των 16.667 μετοχών του.

Περαιτέρω, με την ένδικη αγωγή, ο ενάγων εξέθετε ότι, με τα δικόγραφα, που αναφέρονται στην αγωγή (τρεις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων και αντίστοιχες αγωγές) οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν για τον ίδιο, περιστατικά ψευδή και δυσφημιστικά, εν γνώσει της αναλήθειας αυτών και προσέβαλαν έτσι την τιμή και την υπόληψή του και ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση τους να του καταβάλουν, ο καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 234.776 ευρώ, για την παράνομη συμπεριφορά τους με το καθένα από τα πιο πάνω δικόγραφα και συνολικά το ποσό των 704.328 ευρώ (234.776 Χ3), ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4736/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή. Κατ' αυτής ασκήθηκε από τον ενάγοντα έφεση, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει απ' αυτήν, το Εφετείο:

α) έκρινε ότι, εφόσον το από 14-3-1998 ιδιωτικό προσύμφωνο πώλησης από τον ενάγοντα των 40.320 μετοχών του της εταιρίας "ΗΡΑ Α.Ε." κρίθηκε άκυρο με την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία κατά το κεφάλαιο τούτο δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο, διότι δεν θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ.3 του Ν. 2459/1997, ως εκ τούτου είναι άκυρη και η αντιπαροχή καταβολής του τιμήματος και η σε εξόφληση μέρους αυτού υποχρέωση μεταβίβασης στον ενάγοντα 16.667 μετοχών της εναγόμενης εταιρίας "ΙΑΣΩ", των οποίων ουδέποτε ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα και δε ζημιώθηκε, μη περιεχομένης στην αγωγή άλλης αυτοτελούς βάσης που να στηρίζει υποχρέωση μεταβίβασης στον ενάγοντα των 16.667 μετοχών, β) δέχθηκε ότι για τη μεταβίβαση των 15.120 μετοχών του ενάγοντος δεν υπήρχε μεν σχετική πληρεξουσιότητα του τελευταίου, πλην, όμως, μετά την αμετάκλητη, με την 1503/2000 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, αναγνώριση ως ακύρων:

βα) της 110/10-12-1998 απόφασης του Δ.Σ. της εταιρίας ΗΡΑ Α.Ε. περί αυξήσεως του εταιρικού κεφαλαίου με κεφαλαιοποίηση ισόποσου αποθεματικού της από αναπροσαρμογή της υπεραξίας των παγίων στοιχείων της με έκδοση νέων ονομαστικών μετοχών, ββ) των προσωρινών τίτλων μετοχών που εκδόθηκαν σε εκτέλεση της άνω αποφάσεως και βγ) της από 11-12-1998 απόφασης της γενικής συνέλευσης περί εγκρίσεως της 110/1998 ως άνω απόφασης του Δ.Σ., οι μετοχές αυτές (15.120) θεωρούνται ανύπαρκτες, ουδεμία αξία έχουν και ο ενάγων δεν υπέστη καμία ζημία από τη μεταβίβασή τους χωρίς την πληρεξουσιότητά του, ούτε από την καταβολή φόρου υπεραξίας των εν λόγω μετοχών, γ) δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν για τον ενάγοντα ψευδή και δυσφημιστικά της τιμής και της υπολήψεώς του γεγονότα και απέρριψε ως αβάσιμη και τη βάση αυτή της αγωγής και δ ) απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το αίτημα αναγνώρισης ως ακύρων των υπ' αριθ. .../14-3-1998 και .../1998 ως άνω συμβολαίων, με την αιτιολογία ότι το αίτημα αυτό συνδέεται με το έννομο συμφέρον του ενάγοντος για καταβολή σ' αυτόν των χρηματικών ποσών που ζήτησε με την ένδικη αγωγή, τα οποία κρίθηκαν ως αβάσιμα κατ' ουσίαν.

Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο ενάγων και εδώ αναιρεσείων δεν είχε καταστεί κύριος των 16.667 νέων ονομαστικών μετοχών επί του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγόμενης και εδώ πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας "ΙΑΣΩ", λόγω ακυρότητας του από 14-2-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού, παραβίασε αφενός τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 3 του Ν. 2459/1997, η οποία ορίζει ότι: " Η μεταβίβαση εν ζωή ή λόγω θανάτου ονομαστικών ή ανώνυμων μετοχών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών πραγματοποιείται αποκλειστικώς με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο θεωρημένο από τον προϊστάμενο της οικείας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας.

Απόκτηση τέτοιων μετοχών κατά παράβαση της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται άκυρη και δεν παράγει κανένα έννομο δικαίωμα υπέρ αυτού που τις αποκτά, όπως το δικαίωμα είσπραξης μερίσματος, συμμετοχής στις γενικές συνελεύσεις, μεταβίβασης των μετοχών αυτών κτλ." και την οποία εφάρμοσε ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα και αφετέρου (ευθέως και εκ πλαγίου) τις διατάξεις των άρθρων 33, 34 και 35 Εμπ.

Ν. και 2, 8 και 13 του Ν. 2190/1920, οι οποίες ορίζουν ότι επί αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου ο μέτοχος γίνεται κύριος των νέων μετοχών από της αναλήψεώς των δια της καταβολής του κεφαλαίου και τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες, καθόσον βάση της αγωγής του ήταν η αυτοτελής και ανεξάρτητη του κύρους του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού σύμβαση αγοράς μετοχών της πρώτης εναγόμενης δια της συμμετοχής του στην αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και καταβολής προς τούτο στην εναγόμενη του ποσού των 40.000.000 δρχ.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε σ' αυτήν κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της τα εξής: "Με το από 14-3-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό υποσχέθηκα να πουλήσω στον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος στην ουσία ενεργούσε για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης, 40.320 νέες ονομαστικές μετοχές μου της εταιρίας "ΗΡΑ Ιδιωτικό Μαιευτήριο-Γενική Κλινική ΑΕ" αντί τιμήματος 140.000.000 δρχ., το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί από τον δεύτερο εναγόμενο κατά το ποσό των 100.000.000 δρχ.

σε μετρητά και κατά το ποσό των 40.000.000 δρχ. σε μετοχές της πρώτης των εναγομένων. Συγκεκριμένα, ο δεύτερος εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να μου μεταβιβάσει εντός έξι μηνών, δηλαδή μέχρι την 14-9-1998 16.667 ονομαστικές μετοχές της πρώτης εναγόμενης ΙΑΣΩ ΑΕ ονομαστικής αξίας 750 δρχ. εκάστης με τιμή διάθεσης 2.400 δρχ.

ανά μετοχή... Επειδή η πρώτη των εναγομένων ασκεί ανταγωνιστική επιχείρηση και δεν μπορούσε να γίνει μέτοχός της συμφωνήθηκε με την πρώτη των εναγομένων να εμφανίζεται εικονικώς ως αντισυμβαλλόμενος ο δεύτερος των εναγομένων, τον οποίο υπέδειξε η πρώτη των εναγομένων και ο οποίος είναι μέτοχος αυτής.

Κατόπιν αυτού την ίδια ημέρα ( 14-3-1998 ) συνετάγη μεταξύ εμού και του υπό της πρώτης των εναγομένων υποδειχθέντος δευτέρου των εναγομένων ιδιωτικό προσύμφωνο μη θεωρημένο από τη Δ.Ο.Υ., με το οποίο ανέλαβα την υποχρέωση να μεταβιβάσω σ' αυτόν 40.230 μετοχές μου της εταιρίας ΗΡΑ ΑΕ και η πρώτη των εναγομένων (η ίδια ή μέσω του δεύτερου των εναγομένων) να μου μεταβιβάσει εντός εξαμήνου από της υπογραφής του εν λόγω προσυμφώνου 16.667 ονομαστικές μετοχές της ονομαστικής αξίας 750 δρχ.

εκάστης. Ούτω πραγματικός αγοραστής ήταν η πρώτη των εναγομένων, η οποία υπείχε υποχρέωση για την πληρωμή του τιμήματος των μετοχών, κατά τον ως είρηται τρόπον ... Η πρώτη εναγομένη μολονότι ανέλαβε την υποχρέωση μέσω του δεύτερου εναγομένου να μου μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή 16.667 ονομαστικές μετοχές της ειδικής εκδόσεως, παρακράτησε, υπεξαίρεσε και δεν μου παρέδωσε μέχρι σήμερα κατά νομή και κατοχή τις εν λόγω μετοχές...

Ανεξάρτητα από την ακυρότητα του από 14-3-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού η ΙΑΣΩ ΑΕ παρακρατά μέχρι σήμερα το υπερβολικά μεγάλης αξίας ποσό των 40.000.000 δρχ. στο οποίο αντιστοιχούν οι ως άνω μετοχές εκδόσεως της ΙΑΣΩ ΑΕ, όπως επίσης η ίδια αυτή μου παρακρατά παρανόμως και υπαιτίως και τις αντιστοιχούσες στο ποσό αυτό των 40.000.000 δρχ.

μετοχές ... Ούτω και τυπικώς σε καμία περίπτωση δεν έχω εισπράξει ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα πωλήσεως των μετοχών μου και η μόνη αληθής πραγματικότης είναι ότι τούτο δεν εξοφλήθηκε, αφού μέχρι τώρα δεν μου παρέδωσε τις εν λόγω 35.716 μετοχές εκδόσεώς της ... Με την από 18-1-1999 εξώδικη δήλωσή της η πρώτη των εναγομένων ΙΑΣΩ ΑΕ μου γνωστοποίησε ότι προβαίνει σε επίσχεση των τίτλων επί 25.000 ονομαστικών μετοχών μου εκδόσεώς της, λόγω ποινικής ρήτρας, η οποία επίσχεση είναι άκυρη και ανίσχυρη και αποτελεί κατ' ουσίαν υπεξαίρεση ...

Από την παράνομη ιδιοποίηση των τίτλων των μετοχών μου, οι οποίες μετά το split της μετοχής ανήλθαν σε 35.716, ζημιώθηκα κατά την πραγματική αξία αυτών, η οποία ανήρχετο κατά τον χρόνο της αδικοπραξίας στο ποσό των 613.172, 70 ευρώ ... Ζητώ να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι μου οφείλουν για την ανωτέρω αιτία ως αποζημίωση το ποσό των 613.172,70 ευρώ ...".

Υπό το άνω περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι ναι μεν γίνεται σ' αυτήν επίκληση βάσης αποζημίωσης από αδικοπραξία και ειδικότερα από την μη εκπλήρωση της αναληφθείσας με το από 14-2-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό (προσύμφωνο), την ακύρωση του οποίου ζήτησε (και πέτυχε) ο ενάγων, ενοχικής υποχρέωσης μεταβίβασης 35.716 μετοχών της εταιρίας ΙΑΣΩ ΑΕ σε εξόφληση του συνομολογηθέντος τιμήματος πώλησης μετοχών του ενάγοντος, υποχρέωσης δηλαδή πηγάζουσας και εξαρτώμενης άμεσα από το κύρος του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, πλην, όμως, η βάση αυτή δεν είναι νόμιμη, αφού από το άκυρο ιδιωτικό συμφωνητικό δεν παράγεται ενοχική υποχρέωση εκπλήρωσης της παροχής και σε κάθε περίπτωση η μη εκπλήρωση της ενοχικής υποχρέωσης μεταβίβασης των μετοχών δεν συνιστά αδικοπραξία.

Στην αγωγή δεν γίνεται επίκληση άλλης, ανεξάρτητης από την αναληφθείσα με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό ενοχικής υποχρέωσης μεταβίβασης των μετοχών, αυτοτελούς βάσης αδικοπραξίας και ειδικότερα ότι είχαν περιέλθει στην κατοχή της εναγόμενης εταιρίας ΙΑΣΩ ΑΕ μετοχές του ενάγοντος, τις οποίες εκείνη υπεξαίρεσε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων.

Ειδικότερα, δεν γίνεται επίκληση των περιστατικών που αναφέρονται στο αναιρετήριο, ότι δηλαδή ο ενάγων συμμετείχε στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ΙΑΣΩ ΑΕ με την καταβολή του ποσού των 40.000.000 δρχ., με αποτέλεσμα άνευ άλλης διατυπώσεως να καταστεί πρωτοτύπως κύριος των ονομαστικών μετοχών από της αναλήψεως καταβολής της αξίας τους και από την επικαλούμενη υπεξαίρεσή τους από την πρώτη εναγόμενη να υποστεί ζημία.

Ο ενάγων με την έφεση και τις προτάσεις του στο Εφετείο (οι πρωτόδικες προτάσεις του δεν προσκομίζονται, αν και επισημάνθηκε τούτο με την Εισήγηση), μετέβαλε απαράδεκτα τη βάση της αγωγής του και επικαλέσθηκε ως αυτοτελή βάση αυτής τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά περί συμμετοχής του στην αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της εναγόμενης εταιρίας με καταβολή του ποσού των 40.000.000 δρχ., το οποίο προηγουμένως είχε εισπράξει από την εναγόμενη σε εξόφληση του υπολοίπου του τιμήματος πώλησης των μετοχών του, και, αφού ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι η πρώτη εναγομένη του μεταβίβασε τις επίμαχες μετοχές στις 29-3-2004, προσδιόρισε πλέον τη ζημία του από την εκπρόθεσμη παράδοση των μετοχών του στη διαφορά της τιμής που είχαν οι μετοχές του (7.000 δρχ.

ανά μετοχή) κατά το χρόνο κατά τον οποίο όφειλε να της παραδώσει και της τιμής (2,5 ευρώ ανά μετοχή) στην οποία αυτός τις διέθεσε μετά την παράδοσή τους. Επομένως, ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, αφού στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αγωγή έχει και αυτοτελή βάση αδικοπραξίας, συνισταμένης στην υπεξαίρεση μετοχών του ενάγοντος, οι οποίες είχαν περιέλθει σ' αυτόν από τη συμμετοχή του στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγόμενης εταιρίας "ΙΑΣΩ" δια της καταβολής προς τούτο του ποσού των 40.000.000 δρχ.

και της από την πρώτη εναγόμενη έκδοσης και μη παράδοσης (ιδιοποίησης) των ονομαστικών μετοχών που αντιστοιχούν στο τίμημα αυτό. Ας σημειωθεί ότι η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ζημία του από την φερόμενη ως υπαίτια καθυστέρηση παράδοσης των ως άνω 35.716 ονομαστικών μετοχών θα μπορούσε, ενδεχομένως, να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (ενδοσυμβατική ευθύνη), πλην, όμως, τέτοια αξίωση δεν ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή.

Με τους δεύτερο από τον αριθμό 8, τρίτο και τέταρτο από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους του αναιρετηρίου, προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο: α) παρά τον νόμο έλαβε υπόψη ισχυρισμό των εναγομένων που δεν προβλήθηκε απ' αυτούς, ήτοι ότι ο ενάγων δεν ήταν κύριος των μετοχών (2ος λόγος), β) παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τις ομολογίες των εναγομένων ότι αυτός ήταν κύριος των 16.677 μετοχών της πρώτης εναγόμενης, τις οποίες ομολογίες επικαλέσθηκε με τον 8ο λόγο της έφεσής του (3ος λόγος), γ) παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, που επικαλέσθηκε ο ενάγων για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του περί της κτήσεως των μετοχών με αγορά κατά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγόμενης και με καταβληθέν τίμημα 40.000.000 δρχ. (4ος λόγος).

Από τους λόγους αυτούς ο πρώτος είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός περί ελλείψεως κυριότητας είναι αρνητικός της αγωγής και όχι πράγμα κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι λοιποί δε λόγοι είναι αβάσιμοι, αφού προϋποθέτουν αγωγική βάση περί κτήσεως των μετοχών με αγορά κατά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγόμενης, τέτοια δε βάση όπως προαναφέρθηκε δεν περιέχεται στην αγωγή και δεν τη δέχθηκε το Εφετείο.

Με τον πέμπτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ακύρως μεν μεταβιβάσθηκαν οι 15.120 μετοχές του ενάγοντος που προήλθαν από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "ΗΡΑ Α.Ε." λόγω αναπροσαρμογής των παγίων στοιχείων της, πλην ο ενάγων δεν υπέστη καμία ζημία από τη μεταβίβαση των μετοχών αυτών, διότι με δικαστική απόφαση ακυρώθηκαν αμετάκλητα οι αποφάσεις του Δ.Σ.

και της Γ.Σ. της εναγόμενης εταιρίας ΙΑΣΩ και των προσωρινών τίτλων που εκδόθηκαν με βάση τις ως άνω αποφάσεις, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, άλλως εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 42β', 43 παρ.1 εδ. γ' και 9 του Ν. 2190/1920, 20, 21, 22 και 23 παρ.2 και 3 του Ν. 2065/1992 και 914 του Α.Κ., καθόσον η ακύρωση των αποφάσεων αφορούσε μόνο τον τύπο και όχι την ουσία της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, αφού η υπεραξία των παγίων στοιχείων της εταιρίας το έτος 1996 ήταν δεδομένη και ανήκε στον ενάγοντα η αναλογία του σε αυτή, την οποία αυτός απώλεσε οριστικά, αφού μετά την ακύρωση των αποφάσεων αυξήθηκε η ονομαστική αξία των παλαιών μετοχών που είχαν ήδη μεταβιβασθεί στην πρώτη εναγόμενη, η οποία έτσι καρπώθηκε την υπεραξία των μετοχών του ενάγοντος.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, εφόσον κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου η εταιρία ΗΡΑ Α.Ε. , μετά την ακύρωση των εκδοθέντων προσωρινών τίτλων αποφάσισε νόμιμα (άρθρα 8α, 9, 13, 14 και 43 παρ. 1 εδ. γ` του ν. 2190/1920, A.Π. 1300/2006) αντί να εκδώσει νέες μετοχές, λόγω αναπροσαρμογής των πάγιων στοιχείων της, να αυξήσει την ονομαστική αξία των παλαιών μετοχών, δεν είχαν πλέον ισχύ οι 15.120 νέες μετοχές, δεν ενσωμάτωναν αυτές καμία αξία και εντεύθεν η άκυρη μεταβίβασή τους δεν επέφερε ζημία στον ενάγοντα και εντεύθεν δεν πληρούται το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 914 του Α.Κ., στην οποία αποκλειστικά στηρίζεται το αίτημα της αγωγής για καταβολή αποζημίωσης εξ αιτίας της παράνομης και υπαίτιας άκυρης μεταβίβασης των εν λόγω μετοχών.

Ο επικαλούμενος από τον αναιρεσείοντα αδικαιολόγητος σε βάρος της περιουσίας του πλουτισμός της πρώτης εναγόμενης, που φέρεται ότι επήλθε από την μετά την ακύρωση των εκδοθεισών νέων μετοχών αύξηση της ονομαστικής αξίας των παλαιών μετοχών, τις οποίες αυτός είχε μεταβιβάσει στην πρώτη εναγόμενη, με την ενσωμάτωση σ' αυτές (παλαιές μετοχές) της υπεραξίας των παγίων στοιχείων της εταιρίας ΗΡΑ ΑΕ, η οποία, κατά την αγωγή δεν είχε εκχωρηθεί, αλλά είχε συμφωνηθεί να παραμείνει εις όφελος του ενάγοντος, θα μπορούσε, ενδεχομένως, να θεμελιώσει αξίωση του αναιρεσείοντος από το άρθρο 904 Α.Κ., τέτοια, όμως, αξίωση δεν ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή.

Με τον έκτο από το άρθρο 559 αριθ. 1, άλλως 8, άλλως 19 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η ακυρότητα του από 14-3-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού (προσυμφώνου) δεν άσκησε οποιαδήποτε επιρροή στο κύρος του υπ' αριθ. .../1998 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταμ.

Καραγιαννοπούλου και κατ' επέκταση και στα υπ' αριθ. .../1998 προσύμφωνο συμβόλαιο και .../1999 οριστικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Γ. Κουτσογιάννη-Σκαρόμπα, περαιτέρω δε ότι το .../1998 συμβόλαιο ήταν έγκυρο και ισχυρό: α) παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 211, 216, 218, 219, 220 , 724 του Α.Κ., β) δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό του ενάγοντος ότι το υπ' αριθ. .../1999 οριστικό συμβόλαιο, με το οποίο ο δεύτερος εναγόμενος μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην πρώτη εναγόμενη εταιρία ΙΑΣΩ το σύνολο των μετοχών του ενάγοντος, ήταν άκυρο (και) για το λόγο ότι ο ενάγων είχε ανακαλέσει την πληρεξουσιότητα προς τον δεύτερο των εναγομένων, η οποία αφορούσε αποκλειστικά το δικό του (ενάγοντος) συμφέρον, γ ) άλλως δεν αιτιολογεί την κρίση της ότι η πληρεξουσιότητα αυτή ήταν ανέκκλητη.

Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι η ακυρότητα του προσυμφώνου δεν επιδρά στο κύρος του υπ' αριθ. .../1998 ειδικού πληρεξουσίου, ενώ άνευ άλλου καθιστά τούτο άκυρο, είναι αβάσιμος, διότι, η ακυρότητα του προσυμφώνου λόγω μη τήρησης του οριζομένου από το νόμο τύπου δεν επιδρά στο κύρος του αποτελούντος αφηρημένη δικαιοπραξία, ανεξάρτητη από το κύρος της εσωτερικής έννομης σχέσης, πληρεξουσίου, που περιβάλλεται τον νόμιμο τύπο και δίδεται για την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης σε εκπλήρωση άκυρου προσυμφώνου ούτε στο κύρος της καταρτισθείσης με την τήρηση του προβλεπόμενου από τοn νόμο τύπου οριστικής σύμβασης, εξάρτηση δε του κύρους του πληρεξουσίου από το κύρος του προσυμφώνου δεν δέχθηκε το Εφετείο ότι συμφωνήθηκε από τα μέρη.

Επομένως, ορθώς το Εφετείο έκρινε ότι η ακυρότητα του ιδιωτικού συμφωνητικού δεν ασκεί επιρροή στο κύρος του .../1998 ειδικού πληρεξουσίου και εντεύθεν και στο κύρος του προσυμφώνου .../1998 και του οριστικού συμβολαίου .../1999. Κατά το μέρος που ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού του ενάγοντος, που επαναφέρθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης, περί ακυρότητας των αμέσως ανωτέρω δύο συμβολαίων, λόγω ανάκλησης της πληρεξουσιότητας, που είχε δοθεί με το .../1998 ειδικό πληρεξούσιο, με μονομερή δήλωση του ενάγοντος που περιελήφθη στην .../1998 Πράξη της συμβολαιογράφου Γ, Κουτσογιάννη, αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε εκ του πράγματος, με την μη πληττόμενη με αναιρετικό λόγο αιτιολογία ότι δεν υφίσταται έννομο συμφέρον του ενάγοντος για αναγνώριση της ακυρότητας των άνω συμβολαίων, αφού το επικαλούμενο έννομο συμφέρον του συνδέεται με την επιδίκαση σ' αυτόν ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης των αναφερομένων στην αγωγή και την προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικών ποσών, τα οποία κρίθηκαν (από το Εφετείο) ως αβάσιμα κατ' ουσίαν.

Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-2-2010 αίτηση του Ι. Α. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 6065/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Σεπτεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ