Legislator Case Law & Legislation
1435/2011 AI generated

1435/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1435/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 327/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 350/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση την τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρείων με την από 14-1-2010 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1435/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, η αναίρεση, καθ' όσον απευθύνεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν είναι άκυρη και πρέπει η συζήτησή της να γίνει με τους κληρονόμους της, δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι και με την ιδιότητά τους αυτήν παρίστανται στη συζήτηση.

Keywords

AI generated
timeshare monopoly duty user fee action for exclusion from co-ownership private personal use transfer of development rights
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1435 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1435/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπρο-σωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βασιλείου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. χας Σ. Δ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Ε. Δ. του Σ. και 3. Ε.-Φ. συζ. Σ. Λ., το γένος Σ. Δ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Στεφόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη (Μ. Δ.) απεβίωσε στις 27-2-2006 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της Ε. Δ. και Ε.-Φ. Δ., ήδη 2ο και 3η αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 327/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 350/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση την τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρείων με την από 14-1-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 21-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 313 παρ. 1 εδαφ. δ', 286 επ. και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης και αποβίωσε χωρίς ο θάνατός του να γνωστοποιηθεί νόμιμα, η δίκη δεν διακόπτεται, αλλά συνεχίζεται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης και τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, διαφορετικά η αναίρεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατόν του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται, με την ιδιότητα αυτή στη συζήτηση (Ολ.ΑΠ 27/1987).

Στην προκείμενη περίπτωση, αποδεικνύεται από τη με αριθμό …/06 ληξιαρχική πράξη θανάτου, που συνέταξε ο ληξίαρχος του Δήμου Αρχαγγέλου Ρόδου και προσκομίζεται σε ακριβές φωτοαντίγραφο - με αριθ. πρωτ. 132 και ημερομηνία 2.3.2006 -, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, Μ. Δ., απεβίωσε στη Ρόδο την 27.2.2006, ήτοι μετά την έναρξη της δίκης εξαιτίας της άσκησης της ένδικης - από 15.9.2004 - αγωγής, χωρίς ο αναιρεσείων να λάβει γνώση του θανάτου της έως την πιο πάνω δικάσιμο της αναίρεσης (της 4.5.2011) που οι δεύτερος και τρίτη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι, όπως προκύπτει από το νομίμως προσκομιζόμενο, με αριθ.

πρωτ.10565 και ημερομηνία 18.10.2007, πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Αρχαγγέλου Νομού Δωδεκανήσου, είναι τα τέκνα της θανούσης, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αθανάσιου Στεφόπουλου, δυνάμει των ειδικών πληρεξουσίων .../28.3.2011 και .../21.4.2011 των συμβολαιογράφων Ρόδου, Δημήτρη Γιώρτσου και Παναγιώτας Καμπέρη, αντίστοιχα, δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατό της και ότι ως οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, γεγονός άλλωστε το οποίο επικαλούνται και με τις κατατεθείσες την 3.5.2011, από 4.4.2011 προτάσεις τους και δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα, συνεχίζουν και με την ιδιότητά τους αυτήν, δηλαδή του συγκληρονόμου, την εκκρεμούσα κατ' αυτής αναιρετική δίκη.

Επομένως, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, η αναίρεση, καθ' όσον απευθύνεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν είναι άκυρη και πρέπει η συζήτησή της να γίνει με τους κληρονόμους της, δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι και με την ιδιότητά τους αυτήν παρίστανται στη συζήτηση.

ΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Τέλος, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να μη δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης, από τους παραπάνω, πρέπει να προτείνεται στο Εφετείο και να αναγράφεται η πρόταση αυτή στο σχετικό λόγο.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 7 του κτηματολογικού κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το διάταγμα 132/1929 του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 8 παρ. 2 του νόμου 510/1947 "περί της εν Δωδεκανήσω εφαρμοστέας Δικαστικής Νομοθεσίας", τα ακίνητα που κείνται στη Ρόδο διακρίνονται σε α) δημόσια (μιρί, εραζί-εμιριέ, μετρουκέ, μεβάτ), β) ελεύθερης ιδιοκτησίας (μούλκ) και γ) βακουφικά, τα τελευταία δε διακρίνονται, α) σε γνήσια, ήτοι σε εκείνα τα οποία ήταν αρχικά κτήματα ελεύθερης κυριότητας (μούλκ) και κατέστησαν βακουφικά με αφιέρωση μετά την εκτέλεση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το θρησκευτικό μουσουλμανικό νόμο και β) σε μη γνήσια, ήτοι σ' εκείνα τα οποία αφιερώθηκαν από το Σουλτάνο ή άλλον με αυτοκρατορική άδεια υπερ ευαγούς σκοπού, χωρίς να αποβάλουν την ιδιότητα της δημόσιας γης, αφού και μετά την αφιέρωση ανήκουν κατά ψιλή κυριότητα (ρεκαμπέ) στην πολιτεία.

Με το σύστημα αυτό του Κτηματολογίου προβλέπεται η κατά την κατάρτισή του (αρχική) καταγραφή της κυριότητας και των λοιπών επί των ακινήτων δικαιωμάτων, ως και η καταχώρηση, στο κτηματολόγιο και επί του τίτλου του ακινήτου και των μεταγενεστέρων πράξεων μεταβολής των επί του ακινήτου δικαιωμάτων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 51 του Κανονισμού.

Όπως προκύπτει από τα άρθρα 37 έως 40 και 61 του αυτού Κανονισμού, οι εν λόγω εγγραφές αποτελούν απόδειξη για το δικαίωμα στο ακίνητο, κατ' αμάχητο μεν τεκμήριο, εφόσον πρόκειται περί της αρχικής και θεμελιώδους εγγραφής, κατά μαχητό δε τεκμήριο, εφόσον πρόκειται περί μεταγενέστερης εγγραφής (Ολ.ΑΠ 569/1975). Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1108 ΑΚ και 70, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ περαιτέρω προκύπτει, ότι επί αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, η οποία έχει σωρευθεί στο ίδιο δικόγραφο με αρνητική αγωγή, με αντικείμενο ακίνητο (και μάλιστα και βακουφικό), γνήσιο ή μη γνήσιο) που κείται στη Ρόδο, η για το οποίο κτήση της κυριότητας (πλήρους ή ωφέλιμης) στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει στην αγωγή, προκειμένου να είναι αυτή ορισμένη, όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος, δηλαδή το μεταβιβαστικό τίτλο και τη μεταγραφή του, και ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος, και, αν το τελευταίο αμφισβητείται, δηλαδή ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί - έστω και με τις προτάσεις του - και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη και σε αναφορά της καταγραφής του δικαιώματος στο κτηματολόγιο, που αποτελεί απόδειξη του δικαιώματος αυτού.

Η έλλειψη των αμέσως πιο πάνω στοιχείων στην αγωγή καθιστά το δικόγραφό της αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, η αοριστία δε αυτή δεν είναι νομική, ως συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 555 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αλλά είναι ποσοτική, εφόσον στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της - αγωγής - , οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες, με την ένδικη - από 15.9.2004 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 801/15.9.2004 - αγωγή τους, την οποία άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ισχυρίστηκαν, ότι με τρόπο παράγωγο και συγκεκριμένα με κληρονομική διαδοχή του Σ. Δ. του Ε., ο οποίος αποβίωσε στις 22.12.1986 χωρίς διαθήκη, και κληρονομήθηκε από αυτούς (σύζυγο και τέκνα του), ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, περιήλθε στην πρώτη από αυτούς κατά τα 2/8 εξ αδιαιρέτου και σε καθένα από τους λοιπούς κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου, κατά τα αναγραφόμενα και στο κληρονομητήριο .../1987, που εκδόθηκε με βάση την απόφαση 88/1987 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και έχει νόμιμα μεταγραφεί, η ωφέλιμη κυριότητα του ισογείου καταστήματος, που κείται στην Παλιά Πόλη της Ρόδου επί της οδού ...

αριθ. 19, νομικής φύσης "Βακούφ" με τα ειδικότερα αναφερόμενα όρια και με κτηματολογικά στοιχεία, Τόμος Οικοδομών Ρόδου παλαιός 1 και νέος 47, φύλλο παλαιό 160 και νέο 39, μερίδα IV-992 και φάκελλος 165 του κτηματολογίου Ρόδου, και δή ότι ο εναγόμενος, ο οποίος είναι μισθωτής του ισόγειου καταστήματος που είναι όμορο και συνεχόμενο του προαναφερόμενου ακινήτου τους και του οποίου η ταράτσα αποτελεί συνέχεια της ταράτσας του δικού τους καταστήματος, από τις αρχές του έτους 2003 με τις ειδικότερα αναφερόμενες πράξεις του αμφισβητεί και παράνομα διαταράσσει το δικαίωμα της κυριότητάς τους επί του πιο πάνω καταστήματός τους και της ταράτσας αυτού.

Ζήτησαν δε, με βάση το ιστορικό αυτό, να αναγνωρισθεί η ωφέλιμη κυριότητά τους επί του πιο πάνω καταστήματός τους κατά τα 2/8 εξ αδιαιρέτου για την πρώτη από αυτούς και κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου για καθένα από τους λοιπούς, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να παραλείπει κάθε μελλοντική διατάραξη της κυριότητάς τους επί του ακινήτου και της ταράτσας του, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης σε βάρος τους.

Η αγωγή, έχοντας το προεκτιθέμενο ιστορικό και τα πιο πάνω αιτήματα, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, ως στηριζόμενη στις πιο πάνω διατάξεις και σ' εκείνες των άρθρων 1033, 1173, 1710, 1711, 1813, 1820, 1846, 192, 1193, 1194, 1195, 1198, 1199 του ΑΚ, 218 παρ. 1 και 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα τα αναγκαία κατά νόμο για τη θεμελίωσή της πιο πάνω στοιχεία και περιγράφεται κατά θέση και όρια η επίδικη ταράτσα, όπως τα στοιχεία αυτά, τα οποία προσδιορίζουν την ατομικότητά τους, έχουν καταχωρηθεί στα πιο πάνω κτηματικά βιβλία.

Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (το οποίο - μετ' αποδοχή του περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - είχε εκφέρει αντίθετη κρίση) και να κρίνει την αγωγή ορισμένη και νόμιμη (και εν τέλει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη) δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθ. 8 περ.

β' και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη τον προεκτιθέμενο περί αοριστίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ούτε επίσης να κηρύξει την αγωγή απαράδεκτη, λόγω αοριστίας της, επειδή δεν αναφέρεται σ' αυτήν αγωγή - αν πρόκειται για ακίνητο γνήσιο βακουφικό ή μη, και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατ' ορθήν εκτίμησή του από τους αριθμούς 8 περ.

β' και 14 (και όχι και από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε πλήττονται μεν όλες ή μία απ' αυτές, η προσβολή όμως μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.ΑΠ 25/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Εξάλλου δεν υφίσταται σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, ώστε να αποκτήσει η εκμισθώτρια διακεκριμένη ιδιοκτησία και εξ αυτής δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης των ταρατσών ο εναγόμενος, ούτε επικαλείται ο τελευταίος άλλο εμπράγματο δικαίωμα και δη δουλείας επί των ταρατσών. Επομένως, παράνομα και χωρίς δικαίωμα ο εναγόμενος από το έτος 2003 παρεμποδίζει τους ενάγοντες στην ακώλυτη χρήση της ταράτσας του καταστήματός τους αλλά και την πρόσβασή τους σ' αυτήν προς συντήρηση, καθαρισμό των υδάτων από βροχοπτώσεις, επισκευή των κλιματιστικών που έχουν εκεί τοποθετήσει και εν γένει όλων των πράξεων που απορρέουν από το δικαίωμα κυριότητάς τους, προσβάλλοντας έτσι με διατάραξη το δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων επί της εν λόγω ταράτσας του καταστήματός τους".

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο στήριξε την κρίση του, ότι "παράνομα και χωρίς δικαίωμα από το έτος 2003 παρεμποδίζει τους ενάγοντες στην ακώλυτη χρήση της ταράτσας τους καταστήματός τους" στην παραδοχή του ότι δεν υπάρχει πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, "ώστε να αποκτήσει η εκμισθώτρια διακεκριμένη ιδιοκτησία και εξ αυτής (ο ίδιος - αναιρεσείων, ως μισθωτής) δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της ταράτσας" και, έτσι, παραβίασε τις προπαρατεθείσες (στην προηγούμενη σκέψη) ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Κτηματολογικού Κανονισμού, που αποκλείουν τη δυνατότητα σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας στα ακίνητα των διαδίκων, αφού σχετική συστατική πράξη μπορεί να γίνει μόνο στα πλαίσια της ίδιας κτηματικής μερίδας και εδώ πρόκειται για διακεκριμένες κτηματικές μερίδες.

Ο λόγος όμως αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού η επάλληλη πιο πάνω αιτιολογία "ούτε επικαλείται (ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων) άλλο εμπράγματο δικαίωμα και δη δουλείας επί της ταράτσας", η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η περιλαμβανόμενη δε στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, επίσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ότι "η επίδικη ταράτσα αποτελεί, άλλωστε, μέρος της κτηματολογικής μερίδας IV-1002 οικοδομών Ρόδου την οποία (ο αναιρεσείων) μισθώνει ..." προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη, γιατί δεν εξειδικεύεται σε τι συνίσταται η πλημμέλεια που με την αιτίαση αυτή αποδίδεται στο Εφετείο (ΑΠ 1648/2009), αλλά και διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο εάν ο ως άνω ισχυρισμός προτάθηκε στο Εφετείο νομίμως με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.1.2010 αίτηση του Κ. Κ. του Α. για αναίρεση της 350/2009 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ