Supreme Court dismisses appeal on property ownership and compensation for impossibility of delivery.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's judgment regarding property ownership and compensation. The appellate court found the lower court correctly applied civil code provisions establishing that a landowner can claim compensation when delivery of the property is impossible due to construction. The court ruled that the lower court's reasoning was sufficient and did not violate substantive law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1094, 1097, 1098 of the Civil Code: A property owner may claim recognition of ownership and compensation equal to the property's value when delivery is impossible, provided they were the owner at the time of the lawsuit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1435 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1435/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκων ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αχιλλέα Δρογώση.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, και 2.Ψ2, συζ. Ψ1, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Δημητρέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, και με την από 24-7-2003 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 273/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 237/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-7-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 16-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Ο από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύετα, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωση της γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 §2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 §2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων εκθέτει αρχικώς στο αναιρετήριο, ότι με την υπ' αριθμ. 273/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων έγινε δεκτή, κατά το επικουρικό αίτημά της, η ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή που άσκησαν κατ' αυτού οι αναιρεσίβλητοι, με την οποία ζήτησαν κυρίως την αναγνώριση της κυριότητας και την απόδοση σ' αυτoύς του αναφερομένου στο αναιρετήριο τμήματος οικοπέδου τους και, επικουρικώς, για την περίπτωση που δεν γίνει δεκτό το κύριο αίτημά τους, την καταβολή αποζημίωσης, ίσης προς την αξία του ακινήτου τους, και ότι κατά της εν λόγω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αυτός άσκησε έφεση και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Στη συνέχεια ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να επικυρώσει την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει νόμιμη και δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή κατά το επικουρικό της αίτημα περί καταβολής στον αναιρεσίβλητο αποζημίωσης, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, το μη προταθέντα με την αγωγή ισχυρισμό, που ήταν αναγκαίος κατά νόμο για τη στήριξη του πιο πάνω επικουρικού αιτήματος της, ότι δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του διεκδικούμενου ακινήτου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσείοντος, ο παραπάνω ισχυρισμός αυτού περί του νόμω αβασίμου της αγωγής ως προς το επικουρικό αυτής αίτημα, για την πιο πάνω αιτία, στον οποίο ο λόγος αυτός στηρίζεται, δεν προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας του και την απόδοση του πράγματος, κατά το άρθρο 1097 ίδιου Κώδικα, ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιο άλλο λόγο και κατά το άρθρο 1098 εδ.α' αυτού, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα, ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος, την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος και, αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 1097 ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι και η αδυναμία προς απόδοση του πράγματος, αποζημίωση ίση προς την αξία αυτού (πράγματος). Η αξίωση αυτή του κυρίου για αποζημίωση, λόγω αδυναμίας προς απόδοση του πράγματος, γεννιέται από τότε που βεβαιώνεται στην απόφαση του δικαστηρίου ότι δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του διεκδικούμενου πράγματος.
Συνεπώς, για τη θεμελίωση της αξίωσης αυτής, αρκεί ο ενάγων ότι είναι κύριος του διεκδικούμενου ακινήτου κατά το χρόνο άσκησης της περί διεκδικήσεως αυτού αγωγής του, χωρίς να έχει σημασία ποιός ήταν κύριος κατά το χρόνο κατάληψης του ακινήτου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφού δέχθηκε, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα, εμβαδού 4,70 τ.μ., η οποία καταλήφθηκε από τον εναγόμενο το καλοκαίρι του έτους 1997, κατά την ανέγερση της οικίας του επί του αναφερομένου οικοπέδου του, που βρίσκεται στην πόλη των ..., ανήκει στο όμορο οικόπεδο της συγκυριότητας των εναγόντων, το οποίο περιήλθε σ' αυτούς από αγορά, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κόνιτσας Παρασκευής Χαλιαμάνη, που μεταγράφηκε νόμιμα, και ότι η απόδοση αυτής (λωρίδας) στους ενάγοντες είναι αδύνατη, λόγω του ότι έχει καταληφθεί από τον τοίχο της ανεγερθείσης οικοδομής του ενάγοντος, έκρινε ότι είναι βάσιμη η ένδικη αγωγή, κατά το επικουρικό αυτής αίτημα, περί καταβολής στους αναιρεσιβλήτους ενάγοντες αποζημίωσης, ίσης προς την αξία του επιδίκου τμήματος ακινήτου.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1097, 1098 εδ.α' του ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-7-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 237/2007 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ