Legislator Case Law & Legislation
1435/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, upholding partial fault finding against driver.

Case Number 1435/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeal's judgment regarding a traffic accident. The lower court found the appellant partially liable for 30% of the damages due to his failure to avoid a pedestrian crossing illegally, while acknowledging the pedestrian's own fault. The Court of Appeal provided clear reasoning based on the appellant's ability to see the victim from ten meters away and the lack of other vehicles, leading the Supreme Court to uphold the decision and award the appellant court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338, 339, 340, 346, 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's finding of partial fault against a driver who failed to execute a necessary evasive maneuver despite having full visibility constitutes a valid exercise of judicial discretion and does not warrant cassation.

Keywords

AI generated
traffic accident liability partial fault finding evasive maneuver pedestrian crossing judicial discretion cassation appeal court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338, 339, 340, 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 559(8), 106 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1435 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1435/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: X, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκρινιαράκη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, κατοίκων ..., 6) Ψ6, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Δούκα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 22/7/1998 αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1610/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 557/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1890/2008 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/7/2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 23/3/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν είναι όμως αναγκαία η ειδική αναφορά και η ξεχωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Το γεγονός ότι μνημονεύεται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτη βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 8, 106, 335 και 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης απ' αυτές, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Τέλος, κατά τα άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ απόδειξη δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογήσαντο γεγονότος, πρέπει δε να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν ενώπιον του δικαστηρίου ή του εισηγητή δικαστή αναγνωριζόμενο από τον διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 115/2007, 1230/2000).

Εν προκειμένω, με τους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τα εδάφια 8 και 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο: Α) δεν έλαβε υπόψη κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε για να αποδείξει τη βασιμότητα των λόγων της εφέσεώς του, αναφορικά με τον ισχυρισμό του για αποκλειστική υπαιτιότητα της θανατωθείσας κατά το ατύχημα, και συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη α) την από 26-8-1996 προανακριτική κατάθεση της μάρτυρος ΑΑ, β) την από 4-9-1996 έκθεση αυτοψίας του ΤΟΤΑ, γ) το από 4-6-1996 σχεδιάγραμμα, δ) την υπ' αριθμ. 11422/2001 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ε) την δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων εναγόντων που περιέχεται στην αγωγή τους, αναφορικά με τον ακριβές σημείο του οδοστρώματος στο οποίο βρισκόταν η θανατωθείσα πριν παρασυρθεί και β) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι η θανατωθείσα κατά το ατύχημα ΩΩ επιχείρησε να διασχίσει την οδό ...

από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας που οδηγούσε, και ότι το ατύχημα έγινε σε απόσταση ενός μέτρου από το δεξιό πεζοδρόμιο. Ο πρώτος από τους πιο πάνω λόγους, με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, τόσο από την περιεχομένη σε αυτήν γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, και μάλιστα και των εγγράφων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και εξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις κατά τα ως άνω έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων.

Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείου η αιτίαση από το εδάφιο 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι τάχα δεν έλαβε υπόψη για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος την προκύπτουσα, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, από το δικόγραφο της αγωγής δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων, ότι το ατύχημα έγινε σε απόσταση ενός μέτρου από το δεξιό πεζοδρόμιο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για δικαστική ομολογία με την έννοια που προεκτέθηκε.

Τέλος, κατά τα λοιπά ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με το οποίο προσάπτονται στο Εφετείο αιτιάσεις από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο η τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Επίσης, και μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωση τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 26/2004).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αυτή διορθώθηκε το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι το πιο κάτω αναφερόμενο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: "... Στις 4-6-1996 και περί ώρα 12.50' ο πρώτος εναγόμενος Χ, οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλ ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα κυριότητάς του, που ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α.", με συνεπιβάτη τον ΒΒ, εκινείτο στην οδό ...

με κατεύθυνση προς ... . Προσεγγίζοντας στη συμβολή της οδού αυτής με τον οδό ... ο φωτεινός σηματοδότης άλλαξε από κόκκινο σε πράσινο φως για τους κινούμενους στην οδό ..., με αποτέλεσμα να μη διακοπεί η πορείας της μοτοσυκλέτας. Την ίδια στιγμή η ΩΩ διέσχιζε κάθετα και εκτός διαβάσεως πεζών το οδόστρωμα της οδού ... .

Πλέον συγκεκριμένα είχε ήδη διανύσει το ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., καθώς και την αριστερή λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας προς ... και βρισκόταν στο μέσο της δεξιάς λωρίδας του ρεύματος αυτού, οπότε κτυπήθηκε με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος της μοτοσυκλέτας με αποτέλεσμα να πέσει ύπτια δεξιά επί της οδού και να υποστεί βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, από τις οποίες ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος αυτής στις 15-10-1996.

Για το εν λόγω ατύχημα υπαίτιος κατά ποσοστό 70% τυγχάνει ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στο εμπρόσθιο αυτού χώρο και έτσι δεν αντελήφθη, εγκαίρως την πεζή, η οποία πριν βρεθεί στην πορεία του, είχε διανύσει επί του οδοστρώματος τουλάχιστον τέσσερα (4) μέτρα, δεδομένου ότι η δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, έχει πλάτος 3,60 μ.

ακινδύνως, χωρίς δηλ. να την κτυπήσει κανένα όχημα από τα κινούμενα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Ο εναγόμενος δε αν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που θα κατέβαλε κάθε μέσος συνετός οδηγός, ευρισκόμενος κάτω από ανάλογες περιστάσεις, οπωσδήποτε θα αντιλαμβανόταν την πεζή από απόσταση τουλάχιστον 10 μ., δεδομένου ότι μπροστά του δεν εκινούντο άλλα οχήματα, αφού είχε ξεκινήσει κατά τα, ως άνω, από φωτεινό σηματοδότη και συνεπώς είχε πλήρη ορατότητα.

Έτσι (δηλ. αν κατέβαλε την παραπάνω επιμέλεια και προσοχή) θα είχε τη δυνατότητα να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά για να αποφύγει την πεζή, αλλά και να πεδήσει εγκαίρως, ενέργειες στις οποίες δεν προέβη.

Συνυπαίτια όμως για το εν λόγω ατύχημα και δη κατά ποσοστό 30% τυγχάνει και η παθούσα η οποία διέσχιζε την οδό ... εκτός διαβάσεως πεζών και ενώ είχε ανάψει το πράσινο φως για τους οδηγούς των αυτοκινήτων, οι οποίοι ήδη τα είχαν θέσει σε κίνηση. Κατά συνέπεια, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η υπό των εναγομένων προβληθείσα ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας της παρούσας στο ένδικο ατύχημα και να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη η υπό των ιδίων προβληθείσα ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος αυτής ...".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή την από 15-7-1999 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει την θανατωθείσα συνυπαίτια κατά ποσοστό 85%, ακολούθως, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει εις ολόκληρον με την ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία είχε ασφαλισμένη τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.

Πιο συγκεκριμένα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διευκρινίζεται ότι ο αναιρεσείων μπορούσε να κάνει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, αφού μπορούσε να αντιληφθεί την επί του οδοστρώματος κίνηση της θανατωθείσας τουλάχιστον από απόσταση δέκα μέτρων και στη λώριδα κυκλοφορίας όπου εκινείτο αυτός δεν υπήρχαν άλλα οχήματα.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να προσδιορισθεί η ταχύτητα της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας, ούτε ο λόγος για τον οποίο η θανατωθείσα, μετά την πρόσυρσή της από τη μοτοσυκλέτα, έπεσε ύπτια αριστερά, οι δε περαιτέρω αιτιάσεις αφορούν τη συμπεριφορά της θανατωθείσας και, ως εκ τούτου, προβάλλονται αλυσιτελώς.

Επομένως, το Εφετείο δεν στέρησε, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, γι' αυτό και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδονται στην ως άνω απόφαση πλημμέλειες από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-7-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 557/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1890/2008 απόφαση του ίδιου Εφετείου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ