Legislator Case Law & Legislation
1435/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that prior final judgment precludes re-examination of substantive employment contract issues.

Case Number 1435/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 'Tsokas Leasing' against the Athens Court of Appeal's final judgment in an employment dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider their claim regarding the tacit acceptance of a detrimental change to their employment contract terms. The court held that the principle of res judicata applies to the substantive issue because the first-instance court had already ruled definitively on the contract modification, thereby precluding the appellate court from re-examining the merits.

Legislator headnote

AI generated

Art. 322 para. 1 C.Pol.D.; The principle of res judicata extends to the substantive issue finally decided by a court, preventing re-examination of the merits if the lower court rendered a final judgment on the matter, even if the appeal raises new procedural arguments.

Keywords

AI generated
res judicata employment contract appellate review substantive issue procedural bar final judgment res judicata scope

Cited Legislation

AI generated
Art. 322 para. 1 C.Pol.D.
Art. 561 para. 2 C.Pol.D.
Art. 559 C.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 12/1991
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1435 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1435/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία «ΑΦΟΙ ΤΣΟΚΑ Α.Ε. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ» και ήδη φερούσης την επωνυμία «Τσόκας Leasing - Ανώνυμη Εταιρεία - Μισθώσεις Αυτοκινήτων», με διακριτικό τίτλο «Τσόκας Leasing Α.Ε.», κατά τροποποίηση του καταστατικού της, δημοσιευθείσης νομίμως στο Τεύχος «Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης» της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως με αριθμό (Φ.Ε.Κ.) 3844/10-5-2004, που εδρεύει στο Γέρακα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τρίμη.

Του αναιρεσίβλητου: .... , ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/6/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1669/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 835/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/5/2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλητάς Περίδης, ανέγνωσε την από 22/4/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Το δεδικασμένο εκτείνεται και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά. Από την ως άνω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι αν απορριφθεί η αγωγή ή η ανταγωγή ως απαράδεκτη, τότε το δεδικασμένο που δημιουργείται από την τελεσίδικη απόφαση περιορίζεται στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε και δεν περιλαμβάνει την ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν εξετάσθηκε και δεν διαγνώσθηκε, διότι για την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς την τελευταία απαιτείται τομή του αμφισβητούμενου δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία ο Άρειος Πάγος επιτρεπτώς επισκοπεί (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 1664/2003 απόφασή του απέρριψε την μεν αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποίαν αυτός, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης και μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας του από την τελευταία, ζήτησε διαφορές αποδοχών κλπ, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την αιτιολογία ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση δεν ήταν η της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αλλά της συμβάσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών, την δε ανταγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία η τελευταία, επικαλούμενη μονομερή από μέρους του αναιρεσίβλητου μεταβολή στο σύστημα πληρωμής των προμηθειών και είσπραξη παρ' αυτού παρανόμως και χωρίς νόμιμη αιτία ποσού 4.346.356 δρχ., πλέον ποσού 1.400.000 δρχ.

λόγω παράνομης ιδιοποιήσεως, ζητούσε την επιδίκαση των ποσών αυτών, ως απαράδεκτη, λόγω εκδικάσεώς της κατά διαφορετική διαδικασία, το δε Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη την προβληθείσα ενώπιόν του ένσταση της αναιρεσείουσας περί υπάρξεως δεδικασμένου ως προς τον χαρακτήρα της ένδικης συμβάσεως ως συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, που κατ' αυτήν απέρρεε από την άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την ανταγωγή της κατά τα ανωτέρω και είχε καταστεί τελεσίδικη ως προς αυτήν (ανταγωγή) λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση έφεσης, με την αιτιολογία ότι το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σχετικά με την ανταγωγή, αποφάνθηκε μόνο περί του παραδεκτού αυτής και όχι επί του ουσιαστικού ζητήματος της φύσεως της συνδέουσας τους διαδίκους συμβάσεως.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 16 και 14 ΚΠολΔ.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τους αριθ. 16 και 14 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο αφενός μεν κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την άνω τελεσίδικη απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσον αφορά τον χαρακτήρα της ένδικης συμβάσεως ως συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, παρά το γεγονός ότι η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά την απορριπτική της άνω ανταγωγής διάταξή της κατέστη τελεσίδικη, αφετέρου δε δεν απέρριψε για τον ως άνω λόγο την έφεση του αναιρεσιβλήτου ως απαράδεκτη, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του Αστικού Κώδικα και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος αμείβεται με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και επιπλέον υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να παρέχει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες για την προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, άσχετα αν ο εργοδότης ασκεί έμπρακτα το δικαίωμα αυτό ή αφήνει περιθώρια πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον η ευχέρεια αυτή δεν εξικνείται μέχρι της κατάλυσης της υποχρέωσης υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας αντίστοιχα δικαιώματος ελεύθερης από τον έλεγχο του τελευταίου υπηρεσιακής δράσης.

Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ειδικότερα αν ο παρέχων την εργασία δεν υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη κατά την παραπάνω έννοια, πρόκειται για σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (Ολ. ΑΠ 28/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:

Η εναγομένη – αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΑΦΟΙ ΤΣΟΚΑ ΑΕ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ» και ήδη κατόπιν τροποποίησης του καταστατικού της, έχουσα την επωνυμία «ΤΣΟΚΑΣ LEASING ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», που ιδρύθηκε το 1990, με έδρα το Γέρακα Αττικής, είχε ως αντικείμενο δραστηριότητας, μεταξύ άλλων, την προμήθεια και εκμίσθωση σε τρίτους επιβατικών αυτοκινήτων.

Λόγω του ότι η δραστηριότητά της στον παραπάνω τομέα ήταν περιορισμένη μέχρι και τα τέλη του 1994, προέβη μέσω του τύπου και δη με καταχώρηση στην εφημερίδα «ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ» σε αναζήτηση προσώπου για πρόσληψη, χαρακτηρίζοντάς το διοικητικό στέλεχος, που θα έχει την ευθύνη της ανάπτυξης και προώθησης των ενοικιάσεων αυτοκινήτων και των μακροχρόνιων μισθώσεων σε εταιρείες, και με ιδανικό υποψήφιο αυτόν που θα έχει εμπειρία στον χώρο αυτό, αποτελεσματική επικοινωνία, διαπραγματευτική ικανότητα και οργανωτικότητα, και με προσφορά ανταγωνιστικού πακέτου αποδοχών, όπως αναφέρεται στην συγκεκριμένη καταχώρηση στην παραπάνω εφημερίδα.

Ο ενάγων – αναιρεσίβλητος, διαθέτοντας τα παραπάνω προσόντα, ως έχων ασχοληθεί στο παρελθόν με τις μακροχρόνιες μισθώσεις σε άλλες εταιρείες ενοικιάσεων και γνώστης του αντικειμένου, αφού παρουσιάσθηκε στην εναγομένη στις αρχές του 1995 και πρότεινε τη συνεργασία και, αφού κρίθηκε ως κατάλληλος, προσλήφθηκε από αυτήν προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του για τον παραπάνω σκοπό στις 2.2.1995 με άτυπη σύμβαση για αόριστο χρόνο.

Ειδικότερα η πρόσληψη κατά την παραπάνω ημεροχρονολογία έγινε κατόπιν διαπραγμάτευσης ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος για την παρεχόμενη από αυτόν εργασία προς επίτευξη του σκοπού της εναγομένης, που τελικά κατόπιν συμφωνίας προσδιορίσθηκε στο σταθερό ποσό των 350.000 δρχ. το μήνα, πλέον ποσοστών κατά μήνα επί των πωλήσεων που θα πραγματοποιούνταν από αυτόν για λογαριασμό της εναγομένης, που θα ανέρχονταν σε 3% για το 1997, 2,5% για το 1998 και 2% για τα επόμενα χρόνια επί των πωλήσεων.

Από την πρόσληψή του και τουλάχιστον μέχρι και το Μάιο του 2002 παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη και στην έδρα της στο παραπάνω τμήμα, όπου του παραχωρήθηκε γραφείο, με τα καθήκοντα του Διευθυντή του τμήματος αυτού, προσερχόμενος καθημερινά στο χώρο της εργασίας του και εργαζόμενος όχι μόνο κατά το ωράριο που εργάζονταν οι λοιποί εργαζόμενοι στην εναγομένη και στο τμήμα αυτό αλλά και πλέον των ωρών ημερήσιας απασχόλησης, με αποτέλεσμα η εναγομένη να αναπτυχθεί σημαντικά ως προς τον παραπάνω τομέα.

Η παροχή της εργασίας του στο συγκεκριμένο τόπο και καθημερινά κατά πλήρες ωράριο ήταν δεσμευτική για τον ενάγοντα, που ελεγχόταν από τα διοικητικά όργανα της εναγομένης. Μάλιστα η εναγομένη στις καταστάσεις προσωπικού και ωρών εργασίας που θεωρούσε στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας, περιλαμβάνοντας τον ενάγοντα στο προσωπικό της με την ειδικότητα του πωλητή – πλασιέ, τον εμφάνιζε με ωράριο εργασίας 08-16.00.

Για την εκτέλεση των καθηκόντων του η εναγομένη του παρείχε τον απαραίτητο υλικοτεχνικό εξοπλισμό και δη κυρίως αυτοκίνητα κατάλληλα για ενοικίαση καθώς και προσωπικό για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, υποκείμενος και ως προς τον τρόπο εργασίας του στον έλεγχο και τις οδηγίες της εναγομένης και ιδία του ... , αντιπροέδρου του Δ.Σ.

αυτού. Ειδικότερα, τα συγκεκριμένα καθήκοντα που ασκούσε ο ενάγων στο παραπάνω τμήμα και με την παραπάνω ιδιότητα συνίσταντο στην προβολή των προς εκμίσθωση αυτοκινήτων σε διαφημιστικά έντυπα στον ημερήσιο ή περιοδικό τύπο, η τιμολόγηση και σύνταξη προσφορών και προτάσεων σε κάθε ενδιαφερόμενο για μίσθωση ιδιώτη ή επιχείρηση, η διαπραγμάτευση της τιμής του μισθώματος και των κατ' ιδίαν όρων με τον πελάτη, η κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης και η υπογραφή αυτής στη θέση του εκμισθωτή και κάτω από τη σφραγίδα της εναγομένης για λογαριασμό αυτής, η με επιμέλειά του είσπραξη του μισθώματος, η διαχείριση κάθε ζημίας που υφίστατο εκμισθωμένο αυτοκίνητο, η φροντίδα αποκατάστασης της ζημίας και η είσπραξη του ασφαλίσματος από την υπόχρεη ασφαλιστική εταιρεία.

Για όλες τις παραπάνω αρμοδιότητες που του είχαν ανατεθεί και για την εκτέλεση τούτων για τις οποίες εργάσθηκε επιτυχώς με οικονομική ωφέλεια της εναγομένης αλλά και του ιδίου, αφού κατά τα προαναφερόμενα από τις πωλήσεις ενοικιάσεις εξαρτάτο το ύψος της αμοιβής του, εκτός από το σταθερό ποσό των 350.000 δρχ., δεν διέθετε πλήρη πρωτοβουλία και ελευθερία κινήσεων, αλλά ακολουθούσε όχι μόνο τις γενικές οδηγίες και την πολιτικής της εναγομένης, αλλά ιδία τις εντολές του παραπάνω αντιπροέδρου του ΔΣ αυτής ως προς την τιμολογιακή πολιτική, την πολιτική στο χώρο της διαφήμισης, και τις αναγκαίες δαπάνες που έπρεπε να γίνουν για την επιτυχή οργάνωση και λειτουργία του παραπάνω τμήματος, του οποίου κατά τα προαναφερόμενα είχε τη διεύθυνση, αφού γινόταν συνεχής ενημέρωση από τον ίδιο ως προς το χειρισμό των πελατών και τα οικονομικά ζητήματα που προέκυπταν και λύνονταν κατόπιν έγκρισης της εναγομένης.

Η τελευταία, κατά τα προαναφερόμενα, θεωρώντας τον ενάγοντα ως ανήκοντα στο προσωπικό της και περιλαμβάνουσα αυτόν στις καταστάσεις της επιθεώρησης εργασίας με την ιδιότητα του πωλητή – πλασιέ και με το προαναφερόμενο ωράριο εργασίας και με αποδοχές το σταθερό ως άνω ποσό των 350.000 δρχ., καθώς και στις μισθολογικές καταστάσεις το προσωπικού της, κατέβαλε ανελλιπώς στον ενάγοντα όχι μόνο το ως άνω ποσό ως και τα συμφωνημένα ποσοστά επί των πωλήσεων, αλλά και τα επιδόματα (δώρα) των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας, χορηγώντας και άδεια αναψυχής κατ' έτος, όπως τα τελευταία προκύπτουν ιδία από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον ενάγοντα αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας κατά μήνα από το έτος 1998 έως το έτος 2002, ενώ ασφάλιζε αυτόν στο ΙΚΑ με βάση το παραπάνω καταβαλλόμενο σταθερό ποσό των 350.000 δρχ.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αποφάνθηκε ότι συνήφθη μεταξύ των διαδίκων η επικαλούμενη στην ένδικη αγωγή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε αποφανθεί αντιθέτως, δηλαδή ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση ήταν η της συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν.

Με την κρίση του αυτή, το άνω δικαστήριο αφενός μεν ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφετέρου δε διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επί του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος της παροχής από τον αναιρεσίβλητο εξαρτημένης εργασίας.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και για έλλειψη νόμιμης βάσεως και δη για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 656, 349 ως 351, 361 και 281 του ΑΚ, 1, 3 και 7 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας για τον εργαζόμενο υπάρχει, όταν ο εργοδότης μεταβάλλει μονομερώς τους όρους της σύμβασης, χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από το νόμο ή τη σύμβαση ή κατά κατάχρηση δικαιώματος και χωρίς τη συγκατάθεση του εργαζομένου, με αποτέλεσμα να επέρχεται άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημιά στον εργαζόμενο.

Αν γίνει μονομερής μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη βλαπτική για το μισθωτό με μερική ή ολική διακοπή ή περιορισμό του ύψους της παροχής, δικαιούται ο μισθωτός, με δικαίωμα επιλογής, είτε να θεωρήσει την συμβατική μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεώς του, είτε να αποκρούσει τη μεταβολή να απαιτήσει την τήρηση των όρων της εργασιακής συμβάσεως και να εξακολουθήσει να παρέχει την εργασία του με τους ίδιους πριν την μεταβολή συμβατικούς όρους και σε περίπτωση μη αποδοχής της εργασίας του από τον εργοδότη να ζητήσει από αυτόν, που καθίσταται πλέον υπερήμερος, την πληρωμή του μισθού και την ικανοποίηση κάθε άλλης νόμιμης αξιώσεως.

Αν όμως η μονομερής από τον εργοδότη μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας γίνει δεκτή από τον μισθωτό, τότε δημιουργείται νέα τροποποιητική συμβατική σχέση διάφορη της αρχικής συμβάσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 361 ΑΚ και 7 παρ. 1 ν. 2112/1920, η οποία καταλύει το δικαίωμα του εργαζόμενου να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής υπό τους προ της μεταβολής συμβατικούς όρους, εφόσον βεβαίως αυτό δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη.

Η αποδοχή δε της τροποποιητικής συμβάσεως από τον μισθωτό μπορεί να γίνει ρητώς ή σιωπηρώς, δηλαδή με ατομικές πράξεις από τις οποίες προκύπτει συμπερασματικώς η βούληση του τελευταίου για αποδοχή της. Τέτοια σιωπηρή αποδοχή μπορεί να συναχθεί αν ο εργαζόμενος παρά το ότι σαφώς γνωρίζει τη μεταβολή των όρων της αρχικής εργασιακής τους σχέσεως, εξακολουθεί και μετά από αυτήν τη μεταβολή αδιαμαρτύρητα να προσφέρει για μακρύ χρονικό διάστημα τις υπηρεσίες του στον εργοδότη του.

Αν όμως ο μισθωτός διαμαρτυρηθεί ειδικά και με συγκεκριμένες ενέργειες για τη μονομερή εκ μέρους του εργοδότη του βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως, τότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για αποδοχή της ανωτέρω ενέργειας του πρώτου από τον εργαζόμενο. Περαιτέρω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής:

Ενώ κατά τα συμφωνηθέντα καταβάλλονταν οι αποδοχές του ενάγοντος, αναφορικά με το ύψος των ποσοστών του επί των πωλήσεων/ ενοικιάσεων και δη ποσοστό 2% κατά μήνα από το 2000 μέχρι και το Νοέμβριο του 2001, στις αρχές του μήνα Ιανουαρίου 2002 ο ενάγων διαπίστωσε διαφορές ως προς τις αποδοχές του αναφορικά με τα ποσοστά του προηγούμενου μήνα.

Μετά από σχετική και άμεση ενημέρωση του λογιστηρίου που τον διαβεβαίωνε περί επίλυσης του προβλήματος, χωρίς όμως αποτέλεσμα, και κατόπιν συνάντησης με τη διοίκηση της εναγομένης περί τα τέλη Μαρτίου του ιδίου έτους και, αφού εν τω μεταξύ το ίδιο πρόβλημα ανέκυψε και στις αποδοχές και κατά τους επόμενους δύο μήνες (Ιανουάριο – Φεβρουάριο), του ανακοινώθηκε η μείωση του ποσοστού του από 2% σε 1,6%, για την οποία διαμαρτυρήθηκε προφορικά ο ενάγων.

Έκτοτε και στις αναλυτικές εκκαθαρίσεις μισθοδοσίας του 2002 υπολογιζόταν η αμοιβή του επί των πωλήσεων/ενοικιάσεων σε ποσοστό 1,6% αντί του 2%, και δη και για τους επακολουθήσαντες μήνες Μάρτιο και εντεύθεν και αφού ο ενάγων στις σχετικές αποδείξεις πληρωμής του Απριλίου και εντεύθεν διατύπωνε ρητά επιφύλαξη ως προς το ύψος αυτών.

Μάλιστα, με την από 9.4.2002 εξώδικη δήλωση – πρόσκληση και διαμαρτυρία του, που κοινοποίησε στην εναγομένη στις 10.4.2002, διαμαρτυρήθηκε και εγγράφως για την παραπάνω μείωση του ποσοστού του ζητώντας την τήρηση των συμφωνηθέντων και την καταβολή ολόκληρου του ποσοστού του, η δε εναγομένη σε απάντηση αυτής του απέστειλε την προαναφερόμενη από 11.4.2002 εξώδικη απάντηση – διαμαρτυρία και πρόκληση, επικαλούμενη, εκτός άλλων, λάθος του λογιστηρίου και πλάνη της υπεύθυνης του λογιστηρίου ως προς τον υπολογισμό των ποσοστών του σε ποσοστό 2% από το 2000 και εντεύθεν.

Στη συνέχεια, ο ενάγων προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας στις 23.4.2002 θεωρώντας τη μείωση του ποσοστού του ως βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας και αιτούμενος τη καταβολή των μέχρι τότε διαφορών, που αρνήθηκε η εναγομένη και ακολούθως άσκησε την ένδικη αγωγή, ενώ εξακολουθούσε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη τουλάχιστον και μέχρι το Μάιο του 2002, αξιώνοντας την τήρηση των συμφωνηθέντων και επιφυλασσόμενος των δικαιωμάτων του.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, το δικαστήριο έκρινε ότι η μείωση του ποσοστού του ενάγοντος και κατ' ακολουθίαν η μείωση των αποδοχών του συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως εκ μέρους της εναγομένης, την οποία ρητά απέκρουσε ο ενάγων, διαμαρτυρόμενος όχι μόνο προφορικά, αλλά ιδίως εγγράφως, και ειδικά εντός του παραπάνω εύλογου χρονικού διαστήματος, αξιώνοντας την τήρηση των πριν από τη μεταβολή συμφωνηθέντων όρων της εργασιακής συμβάσεως και την καταβολή ολόκληρου του ποσοστού του και ειδικά των διαφορών των αποδοχών του από τη μείωση αυτού, και απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την ένσταση της εναγομένης, που επανέφερε με τις προτάσεις της στο Εφετείο, περί ρητής, άλλως σιωπηρής αποδοχής εκ μέρους του ενάγοντος της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας ως προς το παραπάνω ποσοστό και δημιουργίας νέας τροποποιητικής συμβάσεως και κατ' ακολουθία κατάλυση των με την ένδικη αγωγή αξιώσεών του, επιδίκασε στον ενάγοντα τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά προμήθειας επί των πωλήσεων (διαφορές).

Με τις παραδοχές αυτές και κρίσεις το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες περί της βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής συμβάσεως και του ουσιώδους ισχυρισμού της εναγομένης περί ρητής, άλλως σιωπηράς αποδοχής της άνω βλαπτικής μεταβολής από τον ενάγοντα, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Επομένως, ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό (ένσταση) της αναιρεσείουσας περί ρητής, άλλως σιωπηράς αποδοχής από τον αναιρεσίβλητο της άνω βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής συμβάσεως και τον απέρριψε κατ' ουσίαν. Επομένως δεν υπέπεσε στον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και γι' αυτό ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης, ο τρίτος, κατά το τρίτο μέρος, λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αόριστος, γιατί, πέραν της αριθμητικής απλώς επικλήσεως της διατάξεως αυτής, δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συγκεκριμένως συνίστανται οι αναιρετικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.5.2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Αφοί Τσόκα ΑΕ – Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις» και ήδη εχούσης την επωνυμία «Τσόκας Leasing – Ανώνυμη Εταιρεία – Μισθώσεις Αυτοκινήτων» για αναίρεση της 835/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποίαν ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων είκοσι (420) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ