Legislator Case Law & Legislation
1434/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to non-appearance of the appellee during the hearing.

Case Number 1434/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a lower court decision. The appellee failed to appear or be represented by a lawyer during the hearing, despite having been legally summoned. The court ruled that the absence of the appellee did not render the proceedings inadmissible, as the appellant had been properly notified and the lower court acted within its authority.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1) and 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines the proceedings ex officio when a party is absent, and the absence of a legally summoned party does not render the hearing inadmissible if the remaining party proceeds with the discussion.

Keywords

AI generated
cassation appeal non-appearance of party legal summons admissibility of hearing Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 14/2015
Supreme Court Case 548/2020
Supreme Court Case 359/1993
Supreme Court Case 185/1993
Supreme Court Case 339/1996
Supreme Court Case 1046/2022
Supreme Court Case 605/2021
Supreme Court Case 1195/2018
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1434 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1434/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Ο. - Ζ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Ρωμαίο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ά. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 100/2021 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-11-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολ.Α.Π.14/2015, Α.Π.548/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθ. …./13-3-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου Μ. Π., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσείων, επιμελεία του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15-5-2023), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 4/11/2021 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, αφού αυτή κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 και 595 ΚΠολΔ). Με την ως άνω (από 4-11-2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, υπ' αριθ. 100/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου κατά της υπ' αριθ. 78/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 25-10-2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης περί διατροφής του εκπροσωπούμενου από αυτήν τέκνου της, που απέκτησε από την εκτός γάμου συμβίωσή της με τον αναιρεσείοντα, και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να προκαταβάλλει στην αναιρεσίβλητη, για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα ως συνεισφορά του στη διατροφή αυτού, το ποσό των 450 ευρώ από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, νομιμότοκα από την καθυστέρησης πληρωμής κάθε δόσης.

Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489, 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, της οποίας όμως τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του, δεν αρκούν για τη διατροφή του.

Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτήρησης και εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου.

Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ' αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις.

Η κατά τα ως άνω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου τους βαρύνει αυτούς, κατά το άρθρο 1489 παρ. 2 ΑΚ, ανάλογα με τις δυνάμεις τους (Α.Π. 995/2019). Στοιχεία δε θεμελιωτικά του δικαιώματος διατροφής τέκνου, είναι η αδυναμία του ανηλίκου τέκνου να διατρέφει τον εαυτό του από τα εισοδήματα της περιουσίας ή το προϊόν της εργασίας του, τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου γονέα, οι ανάγκες του ανηλίκου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του, οι οποίες είναι προσδιοριστικές του ύψους της διατροφής που πρέπει να του καταβληθεί, και το αιτούμενο, για όλες αυτές τις ανάγκες του, συνολικό ύψος της δαπάνης, που αποτελεί την κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις ανάλογη διατροφή του, χωρίς να απαιτείται να προσδιορίζεται στο δικόγραφό της με ακρίβεια και το απαραίτητο για την κάλυψη κάθε επί μέρους ανάγκης του χρηματικό ποσό, ούτε και να εκτίθενται και οι οικονομικές δυνατότητες του άλλου γονέα, διότι το στοιχείο αυτό ανήκει στη βάση ένστασης από το άρθρο 1489 παρ. 2 ΑΚ, την οποία μπορεί να προτείνει ο εναγόμενος προς περιορισμό της υποχρέωσής του προς διατροφή, ισχυριζόμενος ότι το τέκνο έχει δικαίωμα διατροφής έναντι και του άλλου γονέα ο οποίος υποχρεούται να συμβάλλει στη διατροφή του τέκνου, ανάλογα με τις προσδιορισμένες με την ένσταση οικονομικές του δυνατότητες (Α.Π.1175/2020, Α.Π.124/2017, Α.Π.1322/2013).

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο επιμερισμός αυτός της απαιτούμενης για το ανήλικο τέκνο διατροφής, μεταξύ των γονέων του, γίνεται χωρίς να απαιτείται η υποβολή ένστασης συνεισφοράς και του άλλου γονέα, εκ μέρους του εναγομένου, όταν με την αγωγή ζητείται όχι ολόκληρο το ποσό της απαιτούμενης για το εν λόγω ανήλικο διατροφής, αλλά μόνο το ποσό που αντιστοιχεί στην υποχρέωση συμμετοχής του εναγομένου στη διατροφή αυτή, μετά την αφαίρεση της συμμετοχής του άλλου γονέα, και σ' αυτή την περίπτωση η ένσταση συνεισφοράς και του άλλου γονέα αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό (Α.Π.1330/2011).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών (αναιρεσείων) Χ. Ο.-Ζ. και η εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) ‘Α. Κ. διατηρούσαν εκτός γάμου ερωτικό δεσμό από το έτος 2010, κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν ένα τέκνο, τον 'Α…, που γεννήθηκε στις 6.7.2011.

Ο εκκαλών προέβη σε εκούσια αναγνώριση αυτού ως γνήσιου τέκνου του, δυνάμει της με αριθ. …./1.7.2013 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Ρόδου Αθηνάς Κουταλιανού, ενώ ακολούθως, με την με αριθ. …./18.12.2013 πράξη προσδιορισμού επωνύμου της ιδίας συμβολαιογράφου ο ανήλικος έλαβε το επώνυμο της μητέρας του.

Λόγω προστριβών στις σχέσεις τους, που επιτάθηκαν εξαιτίας του ότι ο 'Α…. γεννήθηκε με τρισωμία 21 (σύνδρομο Down) και εξαδακτυλία και παρουσίαζε σφαιρική αναπτυξιακή καθυστέρηση, οι διάδικοι διέκοψαν οριστικά την εκτός γάμου συμβίωσή τους τον Μάρτιο του 2014. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ως άνω ανήλικος δεν διαθέτει περιουσία ή εισοδήματα που να καλύπτουν τις διατροφικές του ανάγκες.

Δικαιούται συνεπώς διατροφή σε χρήμα έναντι του εναγόμενου πατέρα του, ο οποίος ενέχεται ανάλογα με τις οικονομικές του δυνάμεις. Ο τελευταίος διατηρεί επιχείρηση πώλησης τουριστικών ειδών και κοσμημάτων αργυροχρυσοχοΐας στο Φ. της Ρόδου, σε περιοχή με αυξημένη τουριστική κίνηση, η οποία λειτουργεί εποχικά έξι μήνες τον χρόνο κατά την θερινή περίοδο.

Μετά την έκδοση της με αριθ. 167/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ο εκκαλών υποχρεώθηκε προσωρινά να καταβάλει στην εφεσίβλητη ως μηνιαία διατροφή σε χρήμα για το ως άνω ανήλικο τέκνο του το ποσό των 500 ευρώ, η εφεσίβλητη προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση στα εμπορεύματα της επιχείρησής του, δυνάμει της με αριθ.

…./2016 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Ρόδου Σ. Μ.. Ο εκκαλών, προκειμένου να αποφύγει νέα κατάσχεση, μεταβίβασε την επιχείρησή του στο όνομα της συζύγου του Α. Μ., με την οποία είχε συνάψει θρησκευτικό γάμο στις 22.11.2014, απορριπτομένου του ισχυρισμού αυτού ότι πώλησε την επιχείρησή του στη σύζυγο του επειδή ήταν ζημιογόνα...ο οποίος κρίνεται αναληθής...

Από τις ηλεκτρονικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και τις πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου που ο εκκαλών νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει προκύπτει ότι τα ακαθάριστα έσοδα από την ατομική του επιχείρηση ανέρχονταν κατά το έτος 2011 (οικονομικό 2012) στο ποσό των 51.613,22 ευρώ, κατά το έτος 2012 (οικονομικό έτος 2013) στο ποσό των 23.499,63 ευρώ, κατά το έτος 2013 (οικονομικό έτος 2014) στο ποσό των 25.508,94 ευρώ, κατά το έτος 2014 στο ποσό των 34.663,16 ευρώ, κατά το έτος 2015 στο ποσό των 20.394,19 ευρώ, κατά το έτος 2016 στο ποσό των 14.801,58 ευρώ, κατά το έτος 2017 στο ποσό των 7.897 ευρώ, ενώ δηλώθηκαν ως καθαρά κέρδη για το έτος 2011 το ποσό των 5.832,66 ευρώ και δηλώθηκαν ως ζημίες για το έτος 2012 το ποσό των 1.063,57 ευρώ, για το έτος 2013 το ποσό των 7.889,06 ευρώ, για το έτος 2014 το ποσό των 10.260,67 ευρώ, για το έτος 2015 το ποσό των 14.905,99 ευρώ, για το έτος 2016 το ποσό των 16.433,57 ευρώ και για το έτος 2017 το ποσό των 3.834,35 ευρώ, και για το 2018 δήλωσε ως εισόδημα το ποσό 4,60 ευρώ και για το έτος 2019 το ποσό των 2.435,20 ευρώ από μισθωτή εργασία.

Οι δηλώσεις αυτές ωστόσο δεν έχουν ελεγχθεί ως προς την ειλικρίνεια τους από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και δεν αποτελούν ασφαλές προσδιοριστικό στοιχείο των εισοδημάτων του, για το λόγο δε αυτό δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο..., ενώ κρίνεται πως δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά ετήσια εισοδήματά του από την προαναφερόμενη επιχειρηματική του δραστηριότητα. 'Αλλωστε εάν η ως άνω επιχείρηση ήταν πράγματι ζημιογόνα, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών, δεν θα συνέχιζε τη λειτουργία της.

Αντίθετα, εξακολουθεί να λειτουργεί ο ίδιος την ως άνω επιχείρηση, ασκώντας εν τοις πράγμασι τη διαχείριση αυτής, καθώς άλλωστε η σύζυγός του, η οποία πριν το γάμο τους εργαζόταν ως ξενοδοχοϋπάλληλος, όπως ο ίδιος εκθέτει, κατά το έτος 2017 ξεκίνησε να λειτουργεί επιχείρηση παιδότοπου στο Φ. της Ρόδου, μισθώνοντας κατάστημα αντί μηνιαίου μισθώματος ποσού 3.000 ευρώ...

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος πως εργάσθηκε από τον Ιούνιο έως τον Οκτώβριο του 2017 ως μεταφορέας-διανομέας λαμβάνοντας μηνιαίως ως μισθό το ποσό των 350 ευρώ, ότι ακολούθως ήταν άνεργος έως την 4.7.2019 οπότε άρχισε να εργάζεται ως βοηθός λογιστή με καθαρές απολαβές ποσού 337 ευρώ μηνιαίως, ότι τον Μάρτιο του 2020 ξεκίνησε να εργάζεται ως εργάτης με μερική απασχόληση στην επιχείρηση του Π.

Μ. με μικτές αποδοχές ποσού 400 ευρώ και ότι από 1.4.2020 είναι άνεργος δεν κρίνεται αληθής. Ειδικότερα από τη συνεκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι ο εκκαλών διατηρεί μία επιχείρηση πώλησης τουριστικών ειδών και κοσμημάτων αργυροχρυσοχοΐας σε μία από τις πλέον τουριστικές περιοχές της Ρόδου, και μάλιστα σε κεντρικό σημείο αυτής, με διαρκή επισκεψιμότητα τόσο μεμονωμένων τουριστών όσο και οργανωμένων τουριστικών πρακτορείων, αποκερδαίνοντας κατά το διάστημα λειτουργίας αυτής (έξι μήνες ετησίως) κατά μέσο όρο ποσό που δεν υπολείπεται των 3.500 ευρώ μηνιαίως.

Μετά δε την διακοπή της συμβίωσής του με την εφεσίβλητη και την προβολή από την τελευταία αξιώσεων διατροφής για το ανήλικο τέκνο τους, ο εκκαλών, προκειμένου να αποφύγει την υποχρέωσή του αυτή, εμφανίζεται να έχει οφειλές σε τρίτους που καλύπτει η σύζυγός του, στην οποία μεταβιβάζει και την επιχείρησή του, ώστε να αποφύγει τυχόν νέα κατάσχεση των εμπορευμάτων του.

Περαιτέρω ο εκκαλών προσκομίζει το από 1.2.2016 τιμολόγιο αγοράς της εταιρίας C….., από το οποίο φαίνεται πως προέβη σε πώληση του ΙΧΕ αυτοκινήτου, κυριότητάς του, με αριθμό κυκλοφορίας ……, αντί του ποσού των 5.000 ευρώ. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών διαμένει, μαζί με τη σύζυγο του και τα δύο τέκνα που έχουν αποκτήσει, στην ιδιόκτητη κατοικία της γιαγιάς του, και συνεπώς δεν βαρύνεται με την καταβολή μισθώματος, αλλά μόνο με την αναλογία του στις λειτουργικές δαπάνες αυτής.

Δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει άλλη περιουσία ή εισοδήματα από άλλη πηγή, ενώ είναι υγιής και δεν αντιμετωπίζει άλλες ιδιαίτερες δαπάνες, πλην των συνήθων για τη διατροφή και τη συντήρησή του, και, εκτός από τη νόμιμη υποχρέωσή του προς διατροφή του ως άνω ανηλίκου τέκνου που απέκτησε με την εφεσίβλητη, βαρύνεται κατά νόμο με υποχρέωση διατροφής των δύο ανηλίκων τέκνων που έχει αποκτήσει από το γάμο του με την Μ.

Ο. Α., τα οποία γεννήθηκαν την 2.12.2015 και την 23.5.2020. Εξάλλου, η μητέρα του ανηλίκου διατηρεί δύο καταστήματα τουριστικών ειδών στο Φ. της Ρόδου, σε κεντρικό σημείο, και απασχολεί 4-6 άτομα, όπως η ίδια κατέθεσε κατά την ποινική δίκη που διεξήχθη εναντίον του εκκαλούντος για κακόβουλη παραβίαση της υποχρέωσής του για διατροφή κατ' εξακολούθηση (σχετ.

η με αριθ. 172/2020 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, με την οποία ο εκκαλών καταδικάσθηκε πρωτοδίκως σε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών). Από τη λειτουργία των καταστημάτων αυτών, για διάστημα έξι μηνών ετησίως, αποκερδαίνει μηνιαίως ποσό που κατά μέσο όρο, λαμβάνοντας και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν υπολείπονται των 4.000 ευρώ.

Έως τους πρώτους μήνες του 2020 διέμενε, μαζί με τον ανήλικο υιό της, σε μισθωμένη κατοικία, αντί μηνιαίου μισθώματος ποσού 500 ευρώ, ενώ ακολούθως διαμένει, μαζί με τον μικρό '….., στην κατοικία της μητέρας της (σχετ. η ως άνω κατάθεσή της που διαλαμβάνεται στην με αριθ. 172/2020 απόφαση του Μον.Πλημ.Ροδ.), βαρυνόμενη με την αναλογία της στις λειτουργικές δαπάνες αυτής.

Λαμβάνει δε προνοιακή παροχή για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της, ως προσώπου με μέτρια νοητική υστέρηση, μηνιαίως ποσού 320 ευρώ. Δεν έχει ακίνητη περιουσία, ούτε εισοδήματα από άλλη πηγή και δεν αντιμετωπίζει άλλες ιδιαίτερες δαπάνες, ενώ δεν βαρύνεται κατά νόμο με υποχρέωση διατροφής τρίτων προσώπων πλην του ανηλίκου τέκνου της.

Το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, που, όπως ήδη εκτέθηκε, γεννήθηκε στις 6.7.2011 με τρισωμία 21 (σύνδρομο Down) και εξαδακτυλία, παρουσίαζε σφαιρική αναπτυξιακή καθυστέρηση, με έμφαση στην έκφραση και στην κατανόηση, με συνέπεια οι θεραπευτικές του ανάγκες να είναι διαρκείς και αυξημένες, με απαιτήσεις για εντατικότερο πρόγραμμα σπουδών και περισσότερες ώρες θεραπειών, καθώς σύμφωνα με τα διδάγματα κοινής πείρας, όσο περισσότερο εκπαίδευση παρέχεται σε νεαρή παιδική ηλικία τόσο αυξάνονται οι ικανότητές του στον ανώτερο βαθμό.

Όπως προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης Ε. Μ., μητέρας της εφεσίβλητης, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο ανήλικος χρήζει ειδικών θεραπευτικών προγραμμάτων εργοθεραπείας, λογοθεραπείας φυσικοθεραπείας και ειδικής διαπαιδαγώγησης με ενισχυτική διδασκαλία, για την κάλυψη των οποίων, πέραν του ποσού που καλύπτεται από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα, απαιτείται το ποσό των 1000 ευρώ.

Οι υπόλοιπες ανάγκες του για ένδυση, διατροφή και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη είναι οι συνήθεις για παιδιά της ηλικίας του. Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των γονέων του, οι μηνιαίες ανάγκες αυτού, οι οποίες είναι ασφαλώς αυξημένες λόγω των αναγκαίων θεραπευτικών προγραμμάτων που πρέπει να παρακολουθεί, όπως προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και ανταποκρίνονται στα απαραίτητα έξοδα για διατροφή, ένδυση, εκπαίδευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ψυχαγωγία, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 1.320 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνεται η αναλογούσα επιβάρυνση των λειτουργικών εξόδων της κατοικίας στην οποία διαμένει ως εκ της εκεί διαβίωσής του, την οποία καλύπτει η μητέρα του, καθώς και οι αποτιμώμενες σε χρήμα συναφείς με την περιποίηση και τη φροντίδα του προσώπου του υπηρεσίες, των οποίων έχει ανάγκη, και του προσφέρονται από την ασκούσα την επιμέλεια αυτού μητέρα του, αφαιρούμενου του ποσού των 320 ευρώ, το οποίο συνιστά προνοιακό επίδομα που λαμβάνει η μητέρα του για λογαριασμό του και αποτελεί εισόδημα του.

Από το συνολικό αυτό ποσό ο εκκαλών είναι σε θέση, με βάση την προαναφερθείσα οικονομική του δυνατότητα και την προσωπική του κατάσταση, σε σχέση με την αντίστοιχη οικονομική δυνατότητα και την προσωπική κατάσταση της μητέρας του ανηλίκου, να συνεισφέρει με το ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στην κάλυψη των διατροφικών αναγκών του τέκνου του.

Κατά το υπόλοιπο ποσό των πεντακοσίων πενήντα (550) ευρώ συμμετέχει η εφεσίβλητη- μητέρα του ανηλίκου με τα ως άνω εισοδήματά της και με την προσφορά της προσωπικής της εργασίας και απασχόλησης για τη φροντίδα και περιποίηση του ανηλίκου". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που υποχρέωσε τον εναγόμενο να προκαταβάλλει στην ενάγουσα, μέσα στις πρώτες πέντε (5) ημέρες κάθε μήνα, για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, το ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, αναπροσαρμοζόμενου ετησίως από 1-1-2019 κατά το ύψος του τιμαρίθμου, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου και εξαφάνισε την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, ακολούθως δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να προκαταβάλλει στην ενάγουσα, για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα ως τακτική σε χρήμα διατροφή του, το ποσό των 450 ευρώ από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 Α.Κ. και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις οι οικονομικές δυνατότητες των γονέων, η έλλειψη περιουσίας και εισοδημάτων του ανηλίκου, το οποίο γεννηθέν στις 6.7.2011 με τρισωμία 21 (σύνδρομο Down) και εξαδακτυλία, παρουσιάζει σφαιρική αναπτυξιακή καθυστέρηση, οι αυξημένες για το λόγο αυτό ανάγκες του, καθώς και το απαιτούμενο για όλες τις αναλυτικά αναφερόμενες ανάγκες συνολικό ποσό της κατά μήνα χρηματικής δαπάνης που συνιστά την ανάλογη διατροφή του, ανερχόμενο στο ποσό των 1.320 ευρώ, μετ' αφαίρεση δε του προνοιακού επιδόματος των 320 ευρώ, στο ποσό 1.000 ευρώ, οι παραδοχές δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το υποκείμενο σ' αυτόν ποσοστό συμμετοχής τόσο του υποχρέου εναγομένου πατέρα (αναιρεσείοντος), όσο και της συνυπόχρεης μητέρας (αναιρεσίβλητης) στη διατροφή του κοινού τέκνου τους, το οποίο (ποσοστό) κρίνεται ανάλογο προς τις οικονομικές δυνατότητες αυτών.

Ειδικότερα, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό, , αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) Ότι το ως άνω ανήλικο τέκνο των διαδίκων αδυνατεί να διαθρέψει τον εαυτό του, καθόσον δεν διαθέτει περιουσία ή εισοδήματα που να καλύπτουν τις διατροφικές του ανάγκες και υπόχρεοι προς διατροφή του είναι οι γονείς του από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις οικονομικές του δυνάμεις.

β) Ότι ο εναγόμενος, διατηρεί επιχείρηση πώλησης τουριστικών ειδών και κοσμημάτων αργυροχρυσοχοΐας στο Φ. της Ρόδου, σε περιοχή με αυξημένη τουριστική κίνηση, η οποία λειτουργεί εποχικά έξι μήνες τον χρόνο κατά την θερινή περίοδο, αποκερδαίνοντας κατά μέσο όρο το ποσό των 3.500 ευρώ μηνιαίως, προέβη σε πώληση του ΙΧΕ αυτοκινήτου, κυριότητάς του, αντί του ποσού των 5.000 ευρώ, διαμένει στην ιδιόκτητη κατοικία της γιαγιάς του, και συνεπώς δεν βαρύνεται με την καταβολή μισθώματος, αλλά μόνο με την αναλογία του στις λειτουργικές δαπάνες αυτής, δεν διαθέτει άλλη περιουσία ή εισοδήματα από άλλη πηγή, ενώ είναι υγιής και δεν αντιμετωπίζει άλλες ιδιαίτερες δαπάνες, πλην των συνήθων για τη διατροφή και τη συντήρησή του, και, εκτός από τη νόμιμη υποχρέωσή του προς διατροφή του ως άνω ανηλίκου τέκνου που απέκτησε με την αναιρεσίβλητη, βαρύνεται κατά νόμο με υποχρέωση διατροφής των δύο ανηλίκων τέκνων που έχει αποκτήσει από το γάμο του με την Μ.

Ο. Α.. γ) Ότι η ενάγουσα διατηρεί δύο καταστήματα τουριστικών ειδών στο Φ. της Ρόδου, σε κεντρικό σημείο, στα οποία απασχολεί 4-6 άτομα και από τη λειτουργία των καταστημάτων αυτών, για διάστημα έξι μηνών ετησίως, αποκερδαίνει μηνιαίως, κατά μέσο όρο, το ποσό των 4.000 ευρώ, διέμενε δε ως τις αρχές του 2020, μαζί με τον ανήλικο υιό της, σε μισθωμένη κατοικία, αντί μηνιαίου μισθώματος ποσού 500 ευρώ, ενώ ακολούθως διαμένει, μαζί με τον μικρό '……., στην κατοικία της μητέρας της, βαρυνόμενη με την αναλογία της στις λειτουργικές δαπάνες αυτής, ενώ λαμβάνει προνοιακή παροχή για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της, ως προσώπου με μέτρια νοητική υστέρηση, ποσού 320 ευρώ μηνιαίως.

Επίσης, δεν έχει ακίνητη περιουσία, ούτε εισοδήματα από άλλη πηγή και δεν αντιμετωπίζει άλλες ιδιαίτερες δαπάνες, ενώ δεν βαρύνεται κατά νόμο με υποχρέωση διατροφής τρίτων προσώπων πλην του ανηλίκου τέκνου της. δ) Ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, που γεννήθηκε στις 6.7.2011 με τρισωμία 21 (σύνδρομο Down) και εξαδακτυλία, παρουσιάζει σφαιρική αναπτυξιακή καθυστέρηση, με έμφαση στην έκφραση και στην κατανόηση, με συνέπεια να χρήζει ειδικών θεραπευτικών προγραμμάτων εργοθεραπείας, λογοθεραπείας, φυσικοθεραπείας και ειδικής διαπαιδαγώγησης με ενισχυτική διδασκαλία, για την κάλυψη των οποίων απαιτείται το ποσό των 1000 ευρώ.

Επομένως, ο δεύτερος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π.22/2005, Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π.757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π.50/2020, Α.Π.1795/2008). "Πράγμα" αποτελεί και ο κύριος και ο πρόσθετος λόγος έφεσης, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π.3/2008, Α.Π.13/2014).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π.8/2013, Ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π.630/2020, Α.Π.1142/2019).

Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, κατά δε τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 536 του ίδιου Κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, αν δε ο εφεσίβλητος δεν ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, κατά μεταρρύθμιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μόνο δε αν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κατά τα κεφάλαια κατά τα οποία εξαφάνισε αυτήν κατ` αποδοχή της έφεσης ή της αντέφεσης και δίκασε περαιτέρω την υπόθεση κατ` ουσίαν μπορεί να πράξει τούτο, γιατί αλλιώς ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

α` ΚΠολΔ, αφού έτσι το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π.134/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι με την υπ' αριθ. 78/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 25-10-2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης περί διατροφής του, από την εκτός γάμου συμβίωσή της με τον αναιρεσείοντα, τέκνου της και είχε υποχρεωθεί ο εναγόμενος να προκαταβάλλει σ' αυτή (ενάγουσα), για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα ως τακτική σε χρήμα διατροφή του το ποσό των 600 ευρώ από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, αναπροσαρμοζόμενου ετησίως από 1-1-2019 κατά το ύψος του τιμαρίθμου.

Το Εφετείο, στο οποίο μεταβιβάστηκε η υπόθεση, με την από 1-7-2019 έφεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου, που ως αίτημά της είχε την εξαφάνιση της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης και την εξ ολοκλήρου απόρριψη της αγωγής της αντιδίκου του, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 535 παρ.1 ΚΠολΔ, κράτησε και δίκασε την ως άνω αγωγή της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε αυτή εν μέρει και υποχρέωσε τον εναγόμενο να προκαταβάλλει στην ενάγουσα, για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα ως συνεισφορά του στη διατροφή αυτού, το ποσό των 450 ευρώ από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, νομιμότοκα από την καθυστέρησης πληρωμής κάθε δόσης.

Με τις ως άνω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα - λόγο έφεσης- που δεν προτάθηκε, ούτε κατέστησε χειρότερη τη θέση του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος, αλλά μέσα στο όριο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης αυτού, με την οποία είχε ζητήσει την εξαφάνιση της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης και την εξ ολοκλήρου απόρριψη της αγωγής της αντιδίκου του, τον υποχρέωσε να καταβάλλει μηνιαίως, χωρίς χρονικό περιορισμό (έως δηλαδή την ενηλικίωση του ανηλίκου τέκνου) μικρότερο ποσό για τη διατροφή αυτού από το πρωτοδίκως ορισθέν.

Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού,- αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικά από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.

Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμα του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, 1/1999).

Όμως δεν συνιστούν έγγραφο κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (Α.Π.861/1994, 674/1997) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (Α.Π.792/1993), οι βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (Α.Π.1596/2014), καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις μαρτύρων στην ποινική διαδικασία.

Αντίθετα συνιστούν έγγραφα κατά την παραπάνω έννοια οι αποφάσεις των ποινικών (ΑΠ 359/1993) ή πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 185/1993) κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεών τους (Α.Π.339/1996) και όχι βέβαια ως προς το περιεχόμενο των τυχόν διαλαμβανόμενων σ' αυτές μαρτυρικών καταθέσεων (Α.Π.1046/2022, Α.Π.605/2021, Α.Π.1195/2018).

Στην υπό κρίση περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι, παραμόρφωσε την κατάθεση της αντιδίκου του στην υπ' αριθ. 172/2020 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, προκειμένου να εκτιμήσει από την αξιολόγηση αυτής (κατάθεσης) την αναλογία των εισοδημάτων αυτού και της αντιδίκου του.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι πρωτίστως απαράδεκτος καθόσον, σύμφωνα μ' όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, η ως άνω ποινική απόφαση δεν συνιστά έγγραφο, κατά την παραπάνω έννοια ως προς το περιεχόμενο της διαλαμβανόμενης σ' αυτή μαρτυρικής κατάθεσης της αναιρεσίβλητης. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, αλλά απλώς από το περιεχόμενο του εγγράφου, που σωστά ανέγνωσε, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, οπότε πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο και επιπλέον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο εν λόγω έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά, αναφορικά με τα εισοδήματα των διαδίκων, προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του, σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα διδάγματα της κοινής πείρας, οπότε δεν τίθεται ζήτημα παραμόρφωσης εγγράφου, αλλά σφάλματος εκτίμησης που είναι αναιρετικά ανέλεγκτο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνακόλουθα, δεν θεμελιώνεται ο παρών λόγος (άρθρο 559 αριθ. 20 του ίδιου Κώδικα) αναίρεσης.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του υπ' αυτού καταβληθέντος παραβόλου, τούτο δε, ανεξάρτητα από την απόρριψη της αναίρεσής του, διότι το παράβολο αυτό καταβλήθηκε αχρεωστήτως, αφού η ένδικη υπόθεση, λόγω του αντικειμένου της, δεν υπόκειται σε παράβολο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν θα περιληφθεί στην παρούσα, αφού η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ

την από 4/11/2021 αίτηση του Χ. Ο.-Ζ. για αναίρεση της υπ` αριθ. 100/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του υπ' αυτού καταβληθέντος αχρεωστήτως παραβόλου αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ