Legislator Case Law & Legislation
1434/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against expropriation compensation ruling due to procedural inadmissibility and lack of standing.

Case Number 1434/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 18 individuals against a first-instance court ruling on expropriation compensation. The appellants were partially represented by counsel, while the remaining parties did not appear, and the State did not participate. The court rejected the appeal as inadmissible for most appellants due to lack of standing and dismissed the remaining arguments as unfounded regarding the valuation methodology.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant lacks standing or if the grounds do not constitute a valid request under the relevant procedural articles, and the appeal is rejected as unfounded if the lower court's decision on the merits is correct.

Keywords

AI generated
expropriation compensation appeal inadmissibility lack of standing procedural defect unfounded appeal civil procedure code expropriation valuation

Cited Legislation

AI generated
Article 94 of the Code of Civil Procedure
Article 96 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 568 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1434 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1434/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) … και 18) …, κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 3ος, 4ος και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαράτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2007 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 23-7-2007 αίτηση των ήδη 1ου έως και 16ης των αναιρεσειόντων, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 764/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-8-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι 1ος, 2η, 3ος, 4ος και 5ος των αναιρεσειόντων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη διάβασε την από 25-3-2020 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ουρανίας Παπαδάκη, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 21-8-2009 και με αριθμό καταθ. 112/11-9-2009 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 764/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του Κ.Πολ.Δ. ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.

γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους. Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1- 3 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεως, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (Α.Π. 683/2021, Α.Π. 762/2020, Α.Π. 342/2020, Α.Π. 96/2020, Α.Π. 93/2020, πρβλ. Α.Π. Ολομ.8/2009, Α.Π. Ολομ. 9/2003) και 2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναιρέσεως, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναιρέσεως από τον αναιρεσίβλητο ή τους νομίμως παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (Α.Π.

Ολομ. 4/1994, Α.Π. Ολομ. 2/1992, Α.Π. 683/2021, Α.Π. 342/2020, Α.Π. 762/2020, Α.Π. 172/2020). Στην αντίθετη περίπτωση, η υπόθεση χωρίζεται για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, που δεν κλητεύθηκαν νόμιμα (Α.Π. 1293/2021, Α.Π. 1093/2021, Α.Π. 1258/2020, Α.Π. 685/2020). Εξάλλου, κατά την γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

β' και γ' του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά την δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και, επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά την δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο, καθόσον με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.

Περαιτέρω, με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 "Μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και άλλες κατεπείγουσες διατάξεις" ορίζεται ότι "2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".

Με την προαναφερόμενη διάταξη, προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζητήσεως των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κάποιου διαδίκου κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπομένου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ο ίδιος, είτε να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.

Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 21-8-2009 και με αρ. κατ. 112/2009 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 764/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Εφετείου Πατρών.

Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, να συζητηθεί στη δικάσιμο της 3-4-2020.

Κατά τη δικάσιμο εκείνη ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξ αιτίας του κορωνοϊού COVID-19, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως για τη δικάσιμο της 18-12-2020, με πράξη της Προέδρου του Δ' τμήματος, και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020.

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, η υπόθεση αναβλήθηκε, με αίτημα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι 1ος, 2η, 3ος, 4ος και 5ος των αναιρεσειόντων παρέστησαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου των Ιωάννη Μαράτου, ενώ οι 6ος, 7α, 7β, 8α, 8β, 9α, 9β, 10α, 10β, 11ος, 12ος, 13ος, 14ος, 15η , 16η , 17ος και 18ος των αναιρεσειόντων, Χ.

Α., Δ. Χ., Κ. Χ., Χ. Μ., Θ. συζ. Χ. Μ., Δ. Μ., Κ. Μ., Ι. Μ., Α. Μ., Δ. Φ., Α. Κ., Γ. Κ., Π. Λ., Μ. συζ. Ν. Χ., Π. χήρα Β. Θ., Α. Γ. και Κ. Γ., καθώς και το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, δεν παρέστησαν στο δικαστήριο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στη δίκη για την αναίρεση, κατ' άρθρ. 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, δεν αποδεικνύεται ότι οι προαναφερόμενοι, απόντες κατά τη συζήτηση, αναιρεσείοντες, είχαν χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαράτο (που υπογράφει το αναιρετήριο) πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., για την άσκηση από αυτούς της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

Επίσης, δεν αποδεικνύεται ότι οι εν λόγω αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί -για την παρούσα ή για μία από τις προγενέστερες δικασίμους, κατά τις οποίες ματαιώθηκε και εν συνεχεία αναβλήθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, η συζήτηση- από τους λοιπούς, παριστάμενους (απλούς) ομοδίκους τους αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση ή από το αντίδικό τους αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.

Κατά συνέπειαν, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, αφού δεν αποδεικνύεται ότι οι ανωτέρω αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν από τους λοιπούς αναιρεσείοντες ή το αναιρεσίβλητο, πρέπει, ως προς αυτούς, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, να διαταχθεί ο χωρισμός της υποθέσεως και να ερευνηθεί η αίτηση ως προς τους λοιπούς, παρισταμένους, αναιρεσείοντες.

Περαιτέρω από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες με αριθμούς 7589Δ'/16-12-2019 και 3334/27-11-2019 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών, της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Π. η πρώτη και της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών Γ. Τ. η δεύτερη, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 3-4-2020 (κατά την οποία, κατά τα προαναφερθέντα, ματαιώθηκε η συζήτηση και προσδιορίστηκε αυτεπαγγέλτως η δικάσιμος της 18-12-2020, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε, με αίτημα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες προς τους εκπροσωπούντες το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο Υπουργό των Οικονομικών και Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΠΕΛΟΠΟΝΝΝΗΣΟΥ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΙΟΝΙΟΥ", ως διάδοχο του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, αντιστοίχως.

Συνεπώς, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου.

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 764/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, εκδόθηκε, μετά από συνεκδίκαση, μεταξύ άλλων, και της από 23.7.2007 (αρ. κατ. 104/26.7.2007) αιτήσεως των αναιρεσειόντων, με αντικείμενο τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για το έδαφος και τα επικείμενα των ακινήτων τους, για δε τον τέταρτο τούτων Α. Α. και την αναγνώριση της επελθούσας μειώσεως της αξίας των εναπομείναντος τμήματος της αναφερόμενης ιδιοκτησίας του, μετά την απαλλοτρίωση, η οποία κηρύχθηκε με την υπ' αριθμ. 1031286/2291/0010/7-4-2005 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Π.Ε.Χ.Ω.Δ.Ε., για λόγους δημοσίας ωφελείας και ειδικότερα για την κατασκευή του φράγματος Αστερίου και αγωγού προσαγωγής, από Πείρο προς Παραπείρο, εκτάσεως συνολικού εμβαδού 2.892.328,80 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Φαρρών Νομού Αχαΐας, για την οποία είχε καθορισθεί ήδη προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως με την υπ' αριθμ. 171/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι επομένως παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο, αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκρι¬ση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, 42/2002, Α.Π. 1147/2019, Α.Π. 220/2019).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1199/2019, Α.Π. 530/2019 Α.Π. 220/2019).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 1183/2020, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 430/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου και το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του α) τα προσκομισθέντα τοπογραφικά διαγράμματα και τις εκθέσεις των μηχανικών Γ.

Κ. και Σ. Κ., κρίσιμα για την απόδειξη της αξίας των ακινήτων τους και ειδικότερα του χαρακτήρα αυτών, εάν δηλαδή πρόκειται περί αρδευτικών - ποτιστικών καλλιεργήσιμων εκτάσεων μονοετούς ή πολυετούς καλλιέργειας, περί δενδροκαλλιεργειών και περί του εάν έχουν πρόσοψη σε εθνική, δημοτική, κοινοτική ή αγροτική οδό (πρώτος λόγος και πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως) και β) το υπ' αριθμ. .../20-3-1975 έγγραφο του τότε Δασάρχη Πατρών Η.

Π., κρίσιμη για την απόδειξη της ιδιότητας των δασικών τους εκτάσεων ως ιδιωτικών. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθ' όσον, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπου ρητά αναφέρεται (βλ. 60ο φύλλο - 2η όψη αυτής) ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, με ρητή μνεία σε "τεχνικές εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις μηχανικών", σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα ως άνω, φερόμε¬να ως αγνοηθέντα, έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 9 εδάφιο γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (Α.Π. Ολομ. 25/2003, Α.Π. 1004/2015), όπως και η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως, σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους ή της ιδιαίτερης, κατ' άρθρο 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, αποζημιώσεως (Α.Π. 171/2020 Α.Π. 209/2019, Α.Π. 365/2018, Α.Π. 2062/2017).

Ως αίτηση, επίσης, νοείται και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό εκδόσεως οριστικής αποφάσεως, εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης (Α.Π. 1278/2019, Α.Π. 343/2019), όχι όμως και εκείνη που αναφέρεται σε κάθε είδους "πράγματα", με την έννοια του αρ. 8 του ίδιου άρθρου (Α.Π. 802/2019, Α.Π. 483/2011, Α.Π. 1892/2009, Α.Π. 2129/2007).

Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, για την θεμελίωση του προβλεπομένου από αυτήν λόγου αναιρέσεως απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει, όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό. Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (Α.Π. 549/2020, Α.Π. 94/2020, Α.Π. 1014/2019, Α.Π. 936/2019).

Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ανταγωγής εν-στάσεως αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως (Α.Π.

Ολομ. 25/ 2003, 12/2000 και 3/1997). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 1306/2021, Α.Π. 322/2021, Α.Π. 379/2020, Α.Π. 1021/2019), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Α.Π.

Ολομ. 11/1996, Α.Π. 255/2020, Α.Π. 1232/2019, Α.Π. 109/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, χωρίς να συνυπολογίσει αν τα ακίνητα αυτά κείνται εντός σχεδίου ή εντός ζώνης ή εκτός οικισμού, αν πρόκειται περί αγρών καλλιεργήσιμων ποτιστικών και συγκεκριμένα πολυετούς ή μονοετούς καλλιέργειας και κυρίως εάν προσβλέπουν σε εθνική ή δημοτική οδό, όπως οι ίδιοι είχαν αιτηθεί, αφήνοντας αδίκαστο το σχετικό αίτημά τους.

Με το ως άνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού η προβαλλόμενη με αυτόν αιτίαση δεν αποτελεί "αίτηση" κατά την έννοια του αριθμού 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ενόψει του ότι, ούτε εκκρεμοδικία δημιουργεί, ούτε αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης.

Ο ίδιος λόγος, και υπό την εκδοχή ότι επιχειρείται η θεμελίωση πλημμέλειας από τον αριθμό 559 αρ. 8 β' Κ.Πολ.Δ., είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά "πράγμα", κατά την αναφερόμενη στην ανωτέρω νομική σκέψη έννοια, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, της ένδικης από 23-7-2007 αιτήσεως, είχε προβληθεί αορίστως από τους αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες, χωρίς καμία εξειδίκευση του χαρακτήρα καθενός των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, χωρίς αναφορά δηλαδή ποια από αυτά κείνται εντός σχεδίου ή εντός ζώνης ή εκτός οικισμού, ποια προσβλέπουν σε εθνική ή δημοτική οδό και ποιοι από τους αγρούς είναι πολυετούς ή μονοετούς καλλιέργειας.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ)" προκύπτει ότι μετά την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, επιτροπή, συγκροτούμενη από τα αναφερόμενα πρόσωπα, προβαίνει στην εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, οίκοθεν ή ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερόμενου και καταρτίζει αιτιολογημένη έκθεση, στην οποία περιγράφει λεπτομερώς την κατάσταση του απαλλοτριωμένου και των συστατικών του και τις τυχόν ιδιαίτερες συνθήκες αυτού.

Η έκθεση υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο, ως στοιχείο της προδικασίας της δίκης για τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως και συνεκτιμάται ως συμβουλευτική γνωμοδότηση. Στην παράγραφο δε 6 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Η εκτίμηση παραλείπεται για ακίνητα που εμπίπτουν στο κατά τις ισχύουσες διατάξεις σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους".

Στο δεύτερο όμως εδάφιο της ως άνω παραγράφου 6, που προστέθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 1 του Ν. 2985/2002, ΦΕΚ Α' 18/4-2-2002 (με έναρξη ισχύος την 01.01.2002), ορίζεται ότι: "προκειμένου ειδικώς για τον προσδιορισμό της κατά το άρθρο 13 παρ. 4 αποζημίωσης, η εκτίμηση γίνεται σε κάθε περίπτωση". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 3 του ΚΑΑΑ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 9 του Ν. 3193/2003 (ΦΕΚ Α' 266/20-11-2003) "η συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης είναι απαράδεκτη εάν δεν προσαχθούν: (α) ... (β) η κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 15 έκθεση ή η κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου βεβαίωση και (γ) η έκθεση που ορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 15".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με την παράγραφο 6 εδ. β' του άρθρου 15 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, όταν ζητείται ο προσδιορισμός της κατά το άρθρο 13 παράγραφος 4 αποζημιώσεως (ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη μετά την απαλλοτρίωση), για το παραδεκτό αυτής απαιτείται, ως μέρος της προδικασίας, η σύνταξη από την άνω επιτροπή εκθέσεως εκτιμήσεως της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου (Α.Π. 1001/2021).

Εξ άλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν προσκομίστηκε κάποιο έγγραφο, ως αναγόμενη σε πράγματα, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., βλ. και Α.Π. 1139/2020, Α.Π. 911/2019, Α.Π. 62/2019, Α.Π. 456/2014, Α.Π. 1956/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο τέταρτος αναιρεσείων Α.

Α. προβάλλει πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο Πατρών με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, παρά τον νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημά του για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως, όσον αφορά τη μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος της με α.κ.π. 153 ιδιοκτησίας του, λόγω μη τηρήσεως της προδικασίας του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, παρότι η τήρηση της ως άνω προδικασίας δεν είναι προϋπόθεση του παραδεκτού αυτού, σε κάθε δε περίπτωση, είχε, εν προκειμένω, τηρηθεί η προδικασία, με την κατάθεση εκ μέρους του της σχετικής αιτήσεως στην αρμόδια εκτιμητική επιτροπή και την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας, χωρίς τη σύσταση αυτής.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το υποβληθέν από τον τέταρτο αναιρεσείοντα Α. Α. αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως, για την ιδιοκτησία του με α.κ.π. 153, ως απαράδεκτο, με την αιτιολογία ότι "δεν επικαλείται, ούτε προκύπτει ότι υπέβαλε στην αρμόδια Εκτιμητική Επιτροπή του άρθρου 15 του 2882/2001 αίτηση, ούτε προσκομίζει την οικεία έκθεση εκτίμησης της εν λόγω Επιτροπής, που είναι απαραίτητο στοιχείο της προδικασίας" (βλ. 51ο φύλ¬λο της προσβαλλομένης αποφάσεως).

Βεβαιώνει, δηλαδή, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι δεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω αναιρεσείων έχει υποβάλει, καθ' όσον αφορά στην προαναφερόμενη ιδιοκτησία του, την απαιτούμενη, προς την Επιτροπή του άρθρου 15 του 2882/2001, αίτηση (κατά λογική ακολουθία, λόγω μη προσκομίσεως της αιτήσεως) και δεν έχει προσκομίσει την οικεία έκθεση εκτιμήσεως της εν λόγω επιτροπής.

Η βεβαίωση, όμως του Δικαστηρίου ότι δεν προσκομίστηκαν τα προαναφερόμενα έγγραφα, ως αναγόμενη σε πράγματα, είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Κατά συνέπειαν, εφόσον το Εφετείο έκρινε ότι δεν προσκο¬μίστηκαν τα ως άνω έγγραφα, ορθώς απέρριψε ως απαράδεκτο το υποβληθέν από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα αίτημα και, συνακόλουθα, ο με το παραπάνω περιεχόμενο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Σε εκτέλεση του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι, η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, που οφείλει να λαμβάνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα, πρόσφορα για την προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, εκδόθηκε ο ν. 998/1979 (Α' 289) "περί προστασίας δασών- δασικών εκτάσεων", ο οποίος κατέστρωσε λεπτομερές σύστημα προστασίας των δασών και δασικών εκτάσεων, των οποίων οριοθέτησε την έννοια, καθόρισε δε, προσωρινώς και τη διαδικασία χαρακτηρισμού των εκτάσεων ως δασικών ή μη, ελλείψει Δασολογίου, η σύνταξη του οποίου προϋποθέτει την προηγούμενη κατάρτιση εγκύρων δασικών χαρτών.

Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ως άνω ν. 998/1979 "περί προστασίας δασών-δασικών εκτάσεων", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση, πριν αντικατασταθεί με την παράγραφο 5 του άρθρου 32 του ν. 4280/2014 "περιβαλλοντική αναβάθμιση και ιδιωτική πολεοδόμηση -Βιώσιμη ανάπτυξη οικισμών- Ρυθμίσεις δασικής νομοθεσίας και άλλες διατάξεις", ορίζονται, σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού της αξίας δασών και δασικών εκτάσεων, τα εξής: "Στις περιπτώσεις που είναι απαραίτητο να προσδιορισθεί η αξία δάσους ή δασικής εκτάσεως για οιαδήποτε αιτία, ο προσδιορισμός αυτός ενεργείται με βάση την θέση, την μορφή, τη σύσταση ως και την τυχόν απόδοση του δάσους ή της δασικής εκτάσεως, σε δασικά προϊόντα, την ιδιοσυστασία του εδάφους και των λοιπών φυσικών χαρακτηριστικών αυτού, λαμβανομένης υπόψη της, κατά νόμον, αδυναμίας χρησιμοποιήσεώς του για οικιστικούς σκοπούς ή άλλη εκμετάλλευση ξένη προς τον προσδιορισμό αυτού.

Για τον εν λόγω προσδιορισμό δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη συγκριτικά στοιχεία αναφερόμενα σε γειτονικές οικοπεδικές εκτάσεις ή άλλα στοιχεία που εμφανίζουν το δάσος ή την δασική έκταση, ως έχοντα οικοπεδική αξία". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος του 1975: "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2.

Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο 2 του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α' και β' του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), στο οποίο περαιτέρω ορίζεται, στο εδάφιο γ', ότι ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου.

Ως πρόσοδος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμεταλλεύσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου ως εκ του είδους, της θέσεως, της μορφής και του προορισμού του, σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή, στην οποία βρίσκεται. Εξάλλου, στο άρθρο 117 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση δασών ή δασικών εκτάσεων που ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, επιτρέπεται μόνο υπέρ του Δημοσίου σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 17, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, διατηρείται πάντως η μορφή τους αμετάβλητη ως δασική".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, που ανήκουν και σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, υπάγονται, ως φυσικά αγαθά και ανεξάρτητα από την ειδικότερη ονομασία τους ή τη θέση τους σε σχέση με οικιστικές περιοχές, σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς, για να διατηρηθεί η μορφή και η κατά τον προορισμό τους χρήση, με σκοπό τη διαφύλαξη της οικολογικής ισορροπίας (ΣτΕ Ολομ. 666/2021, ΣτΕ Ολομ. 667/2021).

Ενόψει των ανωτέρω ρυθμίσεων, όταν αιτία για τον προσδιορισμό της αξίας δάσους ή δασικής εκτάσεως είναι η αναγκαστική απαλλοτρίωση, όπως προβλέπεται από τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 117 του Συντάγματος του 1975, οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 του ν. 998/1979 "περί προστασίας δασών-δασικών εκτάσεων" και 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), είναι από κοινού εφαρμοστέες, ως διατάξεις ουσιαστικές, που περιέχουν γενικά κριτήρια προσδιορισμού της αποζημιώσεως, η πρώτη όμως ως ειδική και η δεύτερη ως γενική διάταξη, εις τρόπον ώστε να παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να προσδιορίζει ελευθέρως την, κατά το Σύνταγμα, πλήρη αποζημίωση, λαμβανομένου όμως υπόψη ότι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις της χώρας, που ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, υπάγονται, ως φυσικά αγαθά και οικοσυστήματα, σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς, με σκοπό τη διατήρηση της κατά προορισμό χρήσεώς τους και τη διαφύλαξη της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας.

Έτσι, οι ανωτέρω διατάξεις, σε κάθε περίπτωση εφαρμογής τους, δεν είναι δυνατόν να περιορίζουν τη δυνατότητα του Δικαστή να προσδιορίσει ελεύθερα την πλήρη κατά το Σύνταγμα αποζημίωση. Επομένως, ο υπολογισμός της αξίας απαλλοτριωθείσας δασικής εκτάσεως θα γίνει, με βάση τα οριζόμενα από την ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 998/1979 "περί προστασίας δασών-δασικών εκτάσεων", κριτήρια, της θέσεως, της μορφής, της συστάσεως, καθώς και της τυχόν αποδόσεως της δασικής εκτάσεως σε δασικά προϊόντα, λαμβανομένου υπόψη ότι υπάρχει περιορισμός προς πλήρη οικονομική εκμετάλλευση, διότι δεν μπορεί αυτή, ούτε να καλλιεργηθεί, ούτε να οικοδομηθεί και γενικά να αλλάξει μορφή, ακριβώς λόγω της ειδικής προστασίας των δασικών εκτάσεων, οι οποίες, ως φυσικό κεφάλαιο και κατ' εξοχήν περιβαλλοντικό αγαθό, τελούν σε προστατευτικό καθεστώς, δηλαδή είναι μικρότερης αξίας από τα υπόλοιπα ακίνητα που προορίζονται για καλλιέργεια και οικοδομική χρήση.

Ειδικότερα δε, καθόσον αφορά τον τρόπο προσδιορισμού της τιμής μονάδος αποζημιώσεως δασικών εκτάσεων, με αυτοφυή φυτικά επικείμενα, οι ιδιοκτήτες των οποίων δεν έχουν υποβληθεί σε δαπάνες για την καλλιέργεια και εκμετάλλευσή τους και η μόνη εξ αυτών ωφέλεια εκ της παραγωγικής λειτουργίας τους προέρχεται εκ της ξυλεύσεως αυτών, πάντα μετά από άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής (άρθρο 50 του π.δ/τος 19-11-1928 σε συνδ.

με τα άρθρα 62 και 141 του ν.δ/τος 86/1969 "δασικός κώδικας") ή εκ δικαιωμάτων βοσκής (άρθρ. 6 του ν. 4351/2015), η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως καθορίζεται ενιαίως ανά τετραγωνικό μέτρο, για το έδαφος και τα επ' αυτού αυτοφυή φυτικά επικείμενα (Ολ.Α.Π. 2/2022). Εξ άλλου, με το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 2/2021, Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 501/2021).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 1330/2020, Α.Π. 333/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.Α.Π. 2/2022, Ολ.Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1203/2020, Α.Π. 1112/2020, Α.Π. 972/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, προσάπτονται στην προ-σβαλλομένη απόφαση 1) με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο καθόρισε για τις απαλλοτριωθείσες ιδιωτικές δασικές εκτάσεις τιμή οριστικής αποζημιώσεως ενιαία ανά τ.μ., συμπεριλαμβανομένης και της αξίας των φυτικών επικειμένων τους, αφήνοντας αδίκαστο το αίτημά τους για καθορισμό ξεχωριστής αποζημιώσεως για κάθε δένδρο, ανάλογα με το είδος και το μέγεθος αυτού και 2) με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως πλημμέλειες α) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, με τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως των ιδιωτικών δασικών εκτάσεων στο ποσό του 1,10 € ανά τ.μ.

εδάφους, ενιαίως για το έδαφος και τα επ' αυτών δένδρα, και όχι ξεχωριστά για το έδαφος και για κάθε δένδρο, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 4 του ν. 2882/2001, παρ. 2 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και 6 της ΕΣΔΑ περί δικαίας δίκης και β) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων ως άνω διατάξεων, με την αιτίαση ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δέχτηκε ως αξία για παρόμοια μεμονωμένα δένδρα σε απαλλοτριούμενα ακίνητα, όπως για τους ευκαλύπτους, 580,00 ευρώ για τους μεγάλους, 350,00 ευρώ για τους μεσαίους και 150,00 ευρώ για τους μικρούς, για τα πεύκα, 260,00 ευρώ για τα μεγάλα, 150,00 ευρώ για τα μεσαία και 60,00 ευρώ για τα μικρά, για τα κυπαρίσσια, 260,00 ευρώ για τα μεγάλα, 150,00 ευρώ για τα μεσαία και 60,00 ευρώ για το μικρά, για τα πουρνάρια, 50,00 ευρώ για τα μεγάλα, 30,00 ευρώ για τα μεσαία και 10,00 ευρώ για τα μικρά, για τις μεγάλες δρύες 450,00 ευρώ, για τους φοίνικες, 1.500,00 ευρώ για τους μεγάλους, 800,00 ευρώ για τους μεσαίους και 500,00 ευρώ για τους μικρούς, και για κάθε μεγάλο πλατάνι 600,00 ευρώ, εν τούτοις, για τα ίδια δένδρα, που είναι εμφυτευμένα στις απαλλοτριωθείσες ιδιωτικές δασικές εκτάσεις τους, τουλάχιστον δύο (2) ανά τ.μ., καθόρισε ως αξία μόνο για το έδαφος, το ποσό του 1,10 €/τ.μ., υποπολλαπλάσια αυτής των δένδρων που είναι εμφυτευμένα σ' αυτή.

Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, προκειμένου να προβεί στον οριστικό προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως των ιδιοκτησιών (δασικών εκτάσεων), των αιτούντων - ήδη αναιρεσειόντων, οι οποίες απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικώς για λόγους δημοσίας ωφελείας, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τους παρόντες λόγους αναιρέσεως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".........

Η αξία των απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεων (δασικών εκτάσεων, οικοπέδων, αγρών) και των φυτικών επικειμένων τους (πλην των φυτικών επικειμένων των δασικών εκτάσεων), που αναφέρονται στους κτηματολογικούς πίνακες και ορισμένα παρακάτω στη παρούσα, ανέρχεται στα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά. Για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, που, κατά τους κτηματολογικούς πίνακες είναι δασικές εκτάσεις, ήτοι δάση, δασώδεις βοσκότοποι και δασωμένοι αγροί με επικείμενα κυρίως χαλέπιο πεύκη και πουρνάρια η 171/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών καθόρισε προσωρινή τιμή για το έδαφος των δασικών εκτάσεων και επί πλέον καθόρισε τιμή και για τα επικείμενα αυτών, ήτοι για πουρνάρια και πεύκα [...................] η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τις δασικές εκτάσεις θα καθορισθεί για έδαφος και επικείμενα ενιαία ανά τ.μ., λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για ακίνητα που δεν αποφέρουν ιδιαίτερη πρόσοδο, χρησιμοποιούμενα κυρίως ως βοσκότοποι και, ενόψει αυτού, δεν θα καθορισθεί ξεχωριστή οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για κάθε δασικό δένδρο (κυρίως πεύκα και πουρνάρια .........." (βλ.

οπίσθια όψη 65ου φύλλου και 66ο φύλλο προσβαλλόμενης). Ειδικά δε για τα ακίνητα των ήδη αναιρεσειόντων, στο 71ο φύλλο, εμπρόσθια και οπίσθια όψη αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Το α.κ.π. … είναι δασική έκταση, το … ποτιστικός αγρός, το … ποτιστικός αγρός, το … δασική έκταση, το … ποτιστικός αγρός [...........], το … δασική έκταση. [...........].

Τα α.κ.π. … και … είναι δασικές εκτάσεις, το … ποτιστικός αγρός.........., δασικές εκτάσεις τα α.κ.π. … και … και ποτιστικοί καλλιεργήσιμοι αγροί τα …, …, …. Το α.κ.π. … έχει έκταση 7.742,68 τ.μ., από τα οποία 4.282,68 τ.μ. είναι δασική έκταση και 3.200 τ.μ. είναι καλλιεργήσιμος αγρός, ενώ το α.κ.π. … έχει επιφάνεια 11.499,26 τ.μ., από τα οποία 1.700 τ.μ.

είναι καλλιεργήσιμος αγρός και 9.749,26 τ.μ. δασική έκταση [.........] τα α.κ.π. ... και … είναι καλλιεργήσιμοι ποτιστικοί αγροί, το 154 δασική έκταση ...... και το … δασική έκταση [.............] το α.κ.π. … είναι καλλιεργήσιμος ποτιστικός αγρός και το … δασική έκταση........". Περαιτέρω, προσδιορίζει την οριστική αποζημίωση για τα αναφερόμενα στο σκεπτικό ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια, υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, ως εξής: "Α.

Για τις εκτός οικισμού δασικές εκτάσεις, που βρίσκονται στο Δήμο Φαρρών του Νόμου Αχαΐας στις θέσεις "ΚΡΙΘΑΡΑΚΙΑ-ΧΙΟΝΑ", "ΣΤΑΡΟΧΩΡΙ" και "ΕΛΛΗΝΙΚΟ": α] για όσες έχουν πρόσωπο σε αγροτική οδό 1,10, 1,60 και 1,20 ευρώ ανά τ.μ., αντίστοιχα, β] για όσες έχουν πρόσωπο σε εθνική οδό 2,10, 3,90 και 2,50 ευρώ ανά τ.μ., αντίστοιχα και γ] για όσες έχουν πρόσωπο σε κοινοτική οδό σε 1,33, 1,97 και 1,43 ευρώ ανά τ.μ., αντίστοιχα....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε εν μέρει την από 23.7.2007 (αρ. κατ. 104/26.7.2007) αίτηση των δικαιούχων της αποζημιώσεως αναιρεσειόντων και την αντίστοιχη, από 17-4-2007 (αρ. κατ. 74/8.5.2007), αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου (αναιρεσιβλήτου), καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τις απαλλοτριούμενες, με α.κ.π. ..., τμήμα της με α.κ.π. 141, τμήμα της με α.κ.π. ...

και … δασικές εκτάσεις, ενιαίως ανά τετραγωνικό μέτρο για το έδαφος και τα φυτικά επικείμενα, στα παραπάνω ποσά, με βάση τα κριτήρια του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 998/1979 "περί προστασίας δασών-δασικών εκτάσεων". Κρίνοντας έτσι, το δικάσαν Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την εφαρμοστέα εν προκειμένω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 998/1979 "περί προστασίας δασών και δασικών εκτάσεων", την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, εχώρησε δε ακολούθως στον καθορισμό της αξίας των απαλλοτριωθεισών δασικών εκτάσεων με βάση τα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω ειδική διάταξη κριτήρια, της θέσεως, της μορφής, της συστάσεως και της περιορισμένης, λόγω του δασικού τους χαρακτήρα, παραγωγής και αποδόσεως των συγκεκριμένων εκτάσεων.

Επιπροσθέτως δε, το Εφετείο, με την ίδια κρίση του δεν παρεξέκλινε της συνταγματικής, κατ' άρθρο 17 παρ. 1 και 2, επιταγής περί καταβολής πλήρους αποζημιώσεως. Τούτο δε διότι η καθορισθείσα αποζημίωση ανταποκρίνεται στην, κατά τον χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, αξία των απαλλοτριωθεισών δασικών εκτάσεων, λαμβανομένων υπόψη της θέσεως, της μορφής και της συστάσεως των εν λόγω εκτάσεων, του είδους και των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών των επ' αυτών φυτικών επικειμένων, της δυνατότητος εκμεταλλεύσεως αυτών και της αποδόσεώς τους σε περιορισμένα δασικά προϊόντα, αφού, λόγω του δασικού τους χαρακτήρα, οι εκτάσεις αυτές δεν αποφέρουν ιδιαίτερη πρόσοδο, αλλά και της απομειώσεως της αξίας τους, συνεπεία των νομίμων περιορισμών που υπαγορεύονται από την ανάγκη διατηρήσεως της μορφής και της κατά προορισμό χρήσεως αυτών.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το υπό στοιχείο α' σκέλος αυτού, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι, το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων προέβη στον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριωθεισών ως άνω δασικών εκτάσεων των αναιρεσειόντων, ενιαίως για το έδαφος και τα φυτικά επικείμενα, αντί του επιβαλλομένου από τις οικείες διατάξεις χωριστού προσδιορισμού αποζημιώσεως για το έδαφος και τα αυτοφυή φυτικά τους επικείμενα (πεύκα, θάμνους κ.λ.π.), είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Επίσης, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την κρίση του, τόσο για τον τρόπο καθορισμού της αποζημιώσεως των απαλλοτριωθεισών δασικών εκτάσεων (ενιαίως για το έδαφος και τα φυτικά επικείμενα), όσο και για το ύψος της καταβλητέας αποζημιώσεως, σύμφωνα με την αξία των εν λόγω εκτάσεων, η οποία προσδιορίζεται από την θέση αυτών, τη μορφολογία (δασική έκταση), την σύσταση αυτών (δένδρα πεύκης, πουρνάρια), τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των φυτικών επικειμένων και την περιορισμένη απόδοσή τους σε δασικά ή άλλα προϊόντα.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το υπό στοιχείο β' σκέλος αυτού, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα, ως άνω, ζητήματα του τρόπου καθορισμού και του ύψους της αποζημιώσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τέλος, ο με ο προαναφερθέν περιεχόμενο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 το Κ.Πολ.Δ. (της αφέσεως αδίκαστου του αιτήματος της αιτήσεως για καθορισμό ξεχωριστής αποζημιώσεως για κάθε δένδρο), είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που παρατίθεται ανωτέρω, κατά τη διερεύνηση του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, αφού η προβαλλόμενη με αυτόν αιτίαση δεν αποτελεί "αίτηση" κατά την έννοια του αριθμού 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ενόψει του ότι, ούτε εκκρεμοδικία δημιουργεί, ούτε αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί του αιτήματος των αναιρεσειόντων για καθορισμό οριστικής μονάδας αποζημιώσεως και καθόρισε για τις απαλλοτριωθείσες ιδιωτικές δασικές εκτάσεις τιμή οριστικής αποζημιώσεως ενιαία ανά τ.μ., λαμβάνοντας υπόψη και την αξία των φυτικών επικειμένων τους.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως προς τους παρόντες αναιρεσείοντες, να μην επιβληθούν όμως δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων και υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ενόψει του ότι το τελευταίο δεν έχει επιβαρυνθεί με δικαστική δαπάνη, λόγω της ερημοδικίας του.

Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, ενόψει του ότι η κατάθεση παραβόλου προβλέφθηκε το πρώτον με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, με το οποίο προστέθηκε η παράγραφος 4 στο άρθρο 495 του Κ.Πολ.Δ. και ισχύει από 2-4-2012, δεν προβλεπόταν δηλαδή κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (11-9-2009) και, συνακόλουθα, δεν έχει κατατεθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τους 6ο, 7α, 7β, 8α, 8β, 9α, 9β, 10α, 10β, 11ο, 12ο, 13ο, 14ο, 15η, 16η, 17ο και 18ο των αναιρεσειόντων, Χ. Α., Δ. Χ., Κ. Χ., Χ. Μ., Θ. συζ. Χ. Μ., Δ. Μ., Κ. Μ., Ι. Μ., Α. Μ., Δ. Φ., Α. Κ., Γ. Κ., Π. Λ., Μ. συζ. Ν. Χ., Π. χήρα Β. Θ., Α. Γ. και Κ. Γ., αντίστοιχα.

Διατάσσει το χωρισμό της υποθέσεως, ως προς τους προαναφερόμενους.

Απορρίπτει την από 21-8-2009 και με αρ. κατ. 112/2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 764/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ