Legislator Case Law & Legislation
1434/2021 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal on debt restructuring debt repayment period calculation under Law 3869/2010.

Case Number 1434/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Eurobank's appeal against the First Instance Court of Naxos regarding a debt restructuring case. The bank argued the court incorrectly set a 30-year repayment period instead of 20 years, claiming the debt did not stem from a long-term loan. The court rejected this, finding the First Instance provided sufficient reasoning based on the specific loan contracts and evidence, thereby maintaining the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 1 Law 3869/2010; Art. 561 no. 1 C.P.D.; The Supreme Court holds that an appeal challenging the determination of the repayment period in a debt restructuring case is inadmissible if it relies on assumptions contradicting the lower court's findings on the nature of the debt and evidence assessment.

Keywords

AI generated
debt restructuring repayment period long-term loan inadmissible appeal Law 3869/2010 evidence assessment Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 1 of Law 3869/2010
Art. 495 § 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 14 of Law 3869/2010
Art. 564 § 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 552 of the Code of Civil Procedure
Art. 556 of the Code of Civil Procedure
Art. 558 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 of the Code of Civil Procedure
Art. 769 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 746 of the Code of Civil Procedure
Art. 3 of Law 3869/2010
Art. 8 para. 6 no. 2 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1434 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1434/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού), Αικατερίνη Βλάχου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:

Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα Eurobank Ergasias Aνώνυμη Eταιρεία» και ήδη «Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 05.05.2021 δήλωση καθώς και στις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας εταιρείας.

Της αναιρεσίβλητης:

Ε. Π. του Ν., κατοίκου ... Θήρας Κυκλάδων, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τατάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.04.2014 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θήρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25.11.2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Η κρινόμενη από 25.11.2019, αίτηση αναίρεσης κατά της 96/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επί εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας, κατά της 86/2014 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θήρας και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 01.01.2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από την αναιρεσείουσα το παράβολο ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 33 του Ν. 4446/2016.

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 556, 558, 577 και 769 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

[II] Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 («Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων [...]»), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση (ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης της αιτήσεως στο Ειρηνοδικείο Θήρας στις 30.04.2014), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι «φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής».

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι «ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές».

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ. Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο.

Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που «θέλει» την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το «αποδέχεται» (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.

ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 677/2010). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται.

Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα, πράξη και, αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών.

Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά.

Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. Α’ του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην «περιέλευση» του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.

Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).

Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του και συγκεκριμένα όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματός του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει.

Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του. Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι’ αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.

άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 01.01.2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (25.11.2019), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1090/14, ΑΠ 1254/10, ΑΠ 495/13).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών ανάγονται είτε στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους, εφόσον βεβαίως το απ’ αυτές πόρισμα εκτίθεται σαφώς (ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1208/2008, ΑΠ 1300/2008), είτε στα συναρτώμενα μ’ αυτήν (εκτίμηση αποδείξεων) επιχειρήματα του δικαστηρίου (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 502/2007).

[III] Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την 25.04.2014 αίτησή της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θήρας, επικαλούμενη ότι είναι φυσικό πρόσωπο χωρίς εμπορική ιδιότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των προς την καθ'ης ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, ζήτησε να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο διευθετήσεως οφειλών, άλλως να γίνει ρύθμιση από το δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση η κύρια κατοικία της, ώστε με την τήρηση της ρυθμίσεως να επέλθει απαλλαγή της από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών της.

Το ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Θήρας), με την υπ’ αριθμόν 86/2014 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσία, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ’ αυτήν. Η καθ’ ης η αίτηση και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ζήτησε με την από 24.04.2015 έφεσή της, την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, προκειμένου να απορριφθεί η αίτηση της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, επικαλούμενη κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Στη συνέχεια, αφού εκδικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων η έφεση, έγινε τυπικά δεκτή, αλλά απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν.

[IV] Με τους τρεις λόγους της ένδικης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ. 6 του ΚΠολΔ, ήτοι εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα:

(α) έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς το στοιχείο του «ληξιπροθέσμου» των οφειλών της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης,

(β) έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την απόρριψη της ένστασης δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών, άλλως μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγμάτων κατά την απόρριψη της ανωτέρω ενστάσεως (άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ) και τέλος,

(γ) έλλειψη νόμιμης βάσης, τόσο κατά το νομικό χαρακτηρισμό και των δύο διαμερισμάτων της αναιρεσίβλητης ως κύριας κατοικίας της, όσο και κατά τον προσδιορισμό του χρόνου αποπληρωμής του ποσού για την εξαίρεση της πρώτης κατοικίας από την εκποίηση.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 74/2019).

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (άρθρο 560 ΚΠολΔ, αντίστοιχα).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το, ως εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά:

«| Η αιτούσα, γεννηθείσα εν έτει 1936, είναι έγγαμη, μητέρα τεσσάρων (4) ενήλικων τέκνων και ασχολούνταν ανέκαθεν με τις οικιακές εργασίες. Επίσης, στερείται της πτωχευτικής ικανότητας, αφού δεν έχει την εμπορική ιδιότητα και είναι κυρία, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου που βρίσκεται στην περιοχή ... της νήσου Θήρας Κυκλάδων, έκτασης 566 τ.μ.

επί του οποίου υπάρχει μία (1) διώροφη οικία, που αποτελείται από ισόγειο επιφανείας 94,98 τ.μ., το οποίο αποτελείται από χώρο τραπεζαρίας-καθιστικού, κουζίνα w.c. και τρία (3) υπνοδωμάτια, πρώτο όροφο επιφανείας 94,98 τ.μ., που διαθέτει χώρο τραπεζαρίας- καθιστικού, κουζίνα, w.c. και τρία υπνοδωμάτια και υπόγεια αποθήκη επιφανείας 18,72 τ.μ.

Το εν λόγω, δε ακίνητο συνιστά την κύρια κατοικία της αιτούσης και η αντικειμενική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 223.972,51 ευρώ. Ο σύζυγος της αιτούσης είναι συνταξιούχος εφημέριος (ιερέας) και η μηνιαία σύνταξη που λαμβάνει ανέρχεται στο ποσό των 1.100,00 ευρώ, το οποίο αποτελεί και το μοναδικό εισόδημα της οικογένειας της αιτούσης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα στερείται άλλων εισοδημάτων και περιουσιακών στοιχείων, ενώ ο σύζυγος αυτής υποβλήθηκε σε εγχείρηση ανοικτής καρδιάς την 24.11.2010, με αποτέλεσμα να επωμισθούν αυξημένες ιατροφαρμακευτικές και λοιπές έκτακτες δαπάνες. Έτι περαιτέρω, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της αιτούσης προς την καθ’ ης τράπεζα, αναληφθείσες σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, ανέρχονται στο συνολικό ύψος των 430.147,02 ευρώ, και συγκεκριμένα:

(1) οφειλή από την υπ’ αριθμόν ... σύμβαση δανείου-πίστωσης, ύψους 421.779,47 ευρώ, για την οποία η ίδια ευθύνεται ως εγγυήτρια και η οποία έχει εξασφαλισθεί με εμπράγματη ασφάλεια, και δη με προσημείωση υποθήκης στο προπεριγραφόμενο ακίνητο, ιδιοκτησίας της αιτούσης, εγγραφείσα στον τόμο 71 και με αύξοντα αριθμό 39 στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θήρας και

(2) οφειλή από την υπ’ αριθμόν ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ύψους 8.367,55 ευρώ, για την οποία ευθύνεται η ίδια, ως πρωτοφειλέτρια.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, η δε αδυναμία αυτή, δεν αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε ίδιο δόλο, αλλά λόγω της συνεχούς μειώσεως των μηνιαίων εισοδημάτων του συζύγου της αιτούσης και μετέπειτα των λαμβανομένων συντάξιμων αποδοχών, καθώς και των αυξημένων ιατρικών δαπανών, ένεκα της επιδεινούμενης κατάστασης της υγείας αυτού.

Ακολούθως, η ρευστότητα της αιτούσης, λόγω της μείωσης του οικογενειακού εισοδήματος, μετά την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογενείας της (ήτοι διατροφή, ένδυση, υπόδηση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, δαπάνες αγοράς αγαθών οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας), οι οποίες αποδείχθηκε ότι ανέρχονται στο ποσό των εξακοσίων είκοσι (620,00) ευρώ, δεν της επιτρέπει ν' ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της.

Η αρνητική δε, τούτη σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών της δεν αναμένεται να βελτιωθεί κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο, αλλά και στο εγγύς μέλλον, ένεκα και της σοβούσης οικονομικής κρίσεως που διέπει τη χώρα μας, ενώ παράλληλα οι δανειακές της υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς, λόγω της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας.

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κρίνεται ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσης, οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, απορριπτομένων των αντιθέτων περί τούτου ισχυρισμών της καθ'ης τράπεζας ως ουσιαστικά αβασίμων και οι καταβολές πρέπει να ρυθμιστούν από το Δικαστήριο [...]|».

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε ως παραδεκτούς και νόμιμους, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους και τους τρεις λόγους εφέσεως της εκκαλούσης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με τους οποίους αυτή ισχυρίζετο, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο:

1) αναιτιολόγητα δεν απάντησε στις προβληθείσες εκ μέρους της ενστάσεις: α) περί απαραδέκτου της αιτήσεως, λόγω μη αναφοράς του χρόνου ανάληψης των οφειλών, β) περί αοριστίας της αιτήσεως, λόγω μη σαφούς αναφοράς των γεγονότων που δικαιολογούν την άσκησή της, του ατομικού και οικογενειακού εισοδήματός της κατά το χρόνο αναλήψεως των δανειακών της υποχρεώσεων, των μηνιαίων εξόδων διαβίωσης της ιδίας και του συζύγου της, καθώς και γ) περί υπαιτιότητος της ιδίας (αιτούσης) σε περιέλευση αδυναμίας πληρωμής των χρεών της, ενώ επιπλέον δ) δεν απάντησε στο προβληθέν αίτημα αυτής (καθ’ ης-εκκαλούσης) περί ρευστοποίησης της ακίνητης περιουσίας της αντιδίκου (πρώτος λόγος εφέσεως),

2) ότι εκτίμησε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά και το αποδεικτικό υλικό και είναι αόριστη στερούμενη παντελώς νόμιμης αιτιολογίας (δεύτερος λόγος) και τέλος ότι παρά το νόμο καθόρισε αποπληρωμή του 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας σε χρονικό διάστημα 30 ετών και όχι 20 ετών, καθόσον η προκείμενη οφειλή δεν απορρέει από μακροπρόθεσμο δάνειο (τρίτος λόγος εφέσεως).

[V] Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ήτοι της εκ πλαγίου παραβιάσεως των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1, 6 παρ.3 και 15 του Ν. 3869/2010 και 847 ΑΚ. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, αφού δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η ενεργοποίηση της εγγυητικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης πριν από την κατάθεση της αίτησης υπαγωγής στις διατάξεις του ν. 3869/2010.

Συγκεκριμένα ότι δεν προκύπτει αν υπήρξε καταγγελία από την αναιρεσείουσα (Τράπεζα) της σύμβασης πίστωσης (υπ’ αριθμ. ... σύμβασης δανείου, ύψους 421.779,47 ευρώ) για την οποία η αναιρεσίβλητη εγγυήθηκε, ούτε προκύπτει αν υπήρξε αξίωση καταβολής του ανωτέρω οφειλόμενου υπολοίπου ποσού, αφού μόνο όταν συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις υφίσταται ληξιπρόθεσμη οφειλή κατά το χρόνο που η αναιρεσίβλητη κατέθεσε την αίτηση υπαγωγής στο ν. 3869/2010, ούτως ώστε δεν μπορεί να ελεγχθεί εάν το δικάσαν ως εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου, ορθά προέβη στη ρύθμισή της.

Ο λόγος αυτός, ωστόσο, για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσής του από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ούτε άλλωστε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ιδίως του δικογράφου, της από την αναιρεσείουσα ασκηθείσας εφέσεως, κατά της ομοίως αποφηναμένης πρωτοδίκου (86/2014 Ειρηνοδικείου Θήρας) αποφάσεως, ότι ο ανωτέρω θεμελιωτικός του λόγου τούτου ισχυρισμός προβλήθηκε ρητά από την αναιρεσείουσα, τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του Εφετείου, όπως απαιτείται, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, ανεξάρτητα από τη νομιμότητά του ή όχι, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

[VI] Ακολούθως: α) με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ήτοι ότι απέρριψε την νομίμως προβληθείσα από αυτήν (εκκαλούσα) ένσταση περί δολίας περιελεύσεως της εφεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμών, με επίκληση μόνο των εισοδημάτων του συζύγου της κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης δανείου, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση και, β) με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω αναιρετικού λόγου, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ, ήτοι δεν έλαβε υπόψη της τον λόγο έφεσης, με τον οποίο αυτή (εκκαλούσα-αναιρεσείουσα) παραπονείτο για την απόρριψη της ανωτέρω ένστασης από το Ειρηνοδικείο Θήρας, ήτοι της ύπαρξης δόλου της αιτούσης κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης εγγύησης, αφού από τότε γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις που ανέλαβε με την εν λόγω σύμβαση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, αφού οι αιτιάσεις αυτές, αποτελούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας για την πληρέστερη, κατά την άποψή της, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και συνεπώς, προβάλλονται απαράδεκτα, κατά το άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως ήδη προναφέρθηκε, εξειδικεύεται αναλυτικά, η δανειακή σύμβαση, στην οποία η αναιρεσίβλητη συνεβλήθη, ως εγγυήτρια, η εργασία του συζύγου της (εφημέριος), η μηνιαία σύνταξη του οποίου (ανερχόμενη σε 1.100 ευρώ), αποτελεί και το μοναδικό εισόδημα της οικογενείας της κατά το επίδικο διάστημα, αφού η ίδια, ασχολούμενη ανέκαθεν με οικιακές εργασίες, εστερείτο μισθού ή συντάξεως, η οικογενειακή της κατάσταση, η ακίνητη περιουσία της, όπως και ότι δεν μπορούσε να προβλέψει ότι υπήρχε το ενδεχόμενο αδυναμίας αποπληρωμής των υποχρεώσεών της προς την πιστώτρια τράπεζα, η οποία οφείλετο μόνον στη συνεχή μείωση των μηνιαίων εισοδημάτων του συζύγου της και των μετέπειτα λαμβανόμενων συντάξιμων αποδοχών του, καθώς και των αυξημένων ιατρικών δαπανών, ένεκα της επιδεινούμενης κατάστασης της υγείας του, λόγω υποβολής του σε εγχείρηση ανοικτής καρδιάς, το έτος 2010.

Ενόψει αυτών, απορριπτέο ως αβάσιμο κρίνεται και το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω (δευτέρου) λόγου αναιρέσεως, με το οποίο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, επικουρικώς, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, σε σχέση με την αιτίαση περί μη λήψεως υπόψη του δικάσαντος δικαστηρίου, του σχετικού λόγου εφέσεώς της με τον οποίο αυτή (εκκαλούσα-αναιρεσείουσα) παραπονείτο για την απόρριψη της ένστασης της περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσης σε αδυναμία πληρωμής, αφού γνώριζε ήδη κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης εγγύησης ότι ήταν ενδεχόμενο να περιέλθει σε αδυναμία πληρωμής.

Τούτο διότι, το δικάσαν, ως εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Θήρας, όπως προαναφέρθηκε, έλαβε υπόψη του τον σχετικό λόγο έφεσης, τον οποίο απέρριψε κατ’ ουσίαν με επαρκή αιτιολογία.

[VII] Περαιτέρω, απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι και ο τρίτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως ως προς το πρώτο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το νομικό χαρακτηρισμό του οικήματος ως κύριας κατοικίας της αναιρεσίβλητης (οικοπέδου στη ...

Θήρας, με επ' αυτού διώροφη οικία), το οποίο αποτελείται από δύο διαφορετικά πανομοιότυπα διαμερίσματα, ισογείου και πρώτου ορόφου, εκτάσεως 94,98 τ.μ. έκαστο, αφού με τον χαρακτηρισμό αυτό αποκλείστηκε η εκποίηση ενός εκ των δύο ανωτέρω διαμερισμάτων, προκειμένου να εξοφληθούν εν όλω ή εν μέρει οι οφειλές της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα.

Ωστόσο, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ούτε άλλωστε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προαναφερομένων (στον πρώτο ως άνω λόγο) διαδικαστικών εγγράφων, ότι ο ανωτέρω θεμελιωτικός του λόγου τούτου ισχυρισμός προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του Εφετείου, όπως απαιτείται.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως προκύπτει ότι με τον πρώτο λόγο αυτή παραπονείται- μεταξύ άλλων- και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν απάντησε σχετικά με το υποβληθέν αίτημά της «για επιβεβλημένη ρευστοποίηση αφενός, κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας» της εφεσίβλητης-ήδη αναιρεσίβλητης, με δεδομένο «το ύψος της οφειλής» και αφετέρου για «ορισμό εκκαθαριστού, χωρίς ουδόλως το Δικαστήριο να δεσμεύεται από την αυθαίρετη εκτίμηση της αντιδίκου ως προς την εμπορική αξία του ακινήτου της» (σελ.5 εφέσεως), χωρίς οποιαδήποτε αναφορά ότι εντός του προαναφερθέντος ακινήτου της εφεσίβλητης - ήδη αναιρεσείουσας υπάρχουν ουσιαστικά δύο οικίες.

Κατά την παρ. 2 του άρθρου 9 Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 1 Ν. 4161/2013 και ισχύει από 14-6-2013, δηλαδή κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θήρας (17.11.2014) και συνεπώς εφαρμοζόταν κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι:

«Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, και χωρίς ανατοκισμό.

Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο ικανοποιούνται προνομιακά από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο. Για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλησης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη.

Η περίοδος πάντως αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι έτη, εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι ετών, οπότε ο Ειρηνοδίκης δύναται να προσδιορίσει μεγαλύτερη διάρκεια, η οποία πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε έτη».

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ -έλλειψη νόμιμης βάσης με ελλιπή αιτιολογία και συγκεκριμένα, ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του προσδιορισμού του χρόνου αποπληρωμής του ποσού για την διάσωση της κύριας κατοικίας της αναιρεσίβλητης, το οποίο καθόρισε σε τριάντα (30) έτη, χωρίς όμως ν' αναφέρει τη χρονική διάρκεια των εν λόγω δανείων, παραβιάζοντας έτσι την διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα για το ερευνώμενο ως άνω ζήτημα:

«| [...] Η αιτούσα πρέπει να καταβάλει ποσό ίσο με το 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας της, που αποτελεί την εκ του νόμου πρόσθετη επιβάρυνση του οφειλέτη για τη διάσωση της τελευταίας... Όσον αφορά δε, διάρκεια της τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης του ποσού αυτού, ο χρόνος αποπληρωμής πρέπει να ορισθεί σε τριάντα (30) έτη, λαμβανομένων υπ' όψιν της διάρκειας των δανείων και του ύψους των οφειλών [...]» (11ο φύλλο αποφάσεως).

Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε τον τρίτο και τελευταίο λόγο της εφέσεως με τον οποίο η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο μη νομίμως καθόρισε αποπληρωμή του 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας σε χρονικό διάστημα 30 ετών και όχι 20 ετών, καθόσον (σύμφωνα με τον λόγο εφέσεως), η οφειλή δεν απέρρεε από μακροπρόθεσμο δάνειο.

Με τις παραδοχές αυτές στο ενδιαφέρον εν προκειμένω ζήτημα προσδιορισμού της περιόδου τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης της οφειλής, το δικάσαν, ως εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου, διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες, όπως αυτές προκύπτουν από την εκτίμηση όλου του αιτιολογικού της, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλέγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του άρθρου 9 παρ.2 ν. 3869/2010 και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται:

α) το ύψος των συνολικών ληξιπρόθεσμων οφειλών της αιτούσας (430.147,02 ευρώ) και β) η διάρκεια των δανείων ήτοι, αφενός της σύμβασης δανείου-πίστωσης με αριθμό ..., ύψους 421.779,47 ευρώ, στην οποία η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη ευθύνετο ως εγγυήτρια και αφετέρου της σύμβασης καταναλωτικού δανείου ύψους 8.367,55 ευρώ, που αυτή (αιτούσα-αναιρεσίβλητη) είχε συνάψει με την καθ’ ης- αναιρεσείουσα πιστώτρια τράπεζα ( φύλλα 10ο και 11ο της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην πρώτη σελίδα εκάστου).

Ανεξαρτήτως και επιπλέον αυτού, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ, αφού πλήττει παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, θεμελιουμένη σε ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην πληρέστερη ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην νομική σκέψη της παρούσης αποφάσεως.

[VIII] Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα τράπεζα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ.3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο « [...] Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται», που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 426/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Νοεμβρίου 2019 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία «Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «Εurobank Ergasias» για αναίρεση της υπ' αριθμόν 96/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, που δίκασε ως Εφετείο. Και

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2021.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη

Αντιπρόεδρος ΑΠ

Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ