1434/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ.38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Χρήστο Βρυνιώτη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Διονυσίας Μπιτζούνη) και Ιωάννη Μαγγίνα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Ιωάννη Μπαλιτσάρη), Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1434/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 Π.Κ., προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας για την ένορκη εξέταση του αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας-επιγνώσεως, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1434 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1434/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ.38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Χρήστο Βρυνιώτη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Διονυσίας Μπιτζούνη) και Ιωάννη Μαγγίνα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Ιωάννη Μπαλιτσάρη), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 141/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης. Με κατηγορούμενες τις: 1) Α. Κ. του Γ., κάτοικο ... και 2)Π. Κ. του Γ., κάτοικο ..., οι οποίες παραστάθηκαν με τον δικηγόρο Βασίλειο Φραγκιαδάκη, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αρ.71/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Ν. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος εμφανίστηκε χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 15/30 Απριλίου 2015 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 456/2015.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των κατηγορουμένων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ’ Κ.Ποιν.Δ., "ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου...", με τις διατάξεις δε του άρθρου 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται, ότι με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο (εδ.
α’ ), σε τέτοια δε περίπτωση όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν κατ’ αυτήν χωρίς νέα κλήτευση, ακόμη και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής αποφάσεως (εδ. β’ ). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 515 παρ. 2 εδ. α’ του άνω Κώδικα, κατά την οποία "αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε", σαφώς προκύπτει, ότι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου προχωρεί στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την ερημοδικία κάποιου διαδίκου, εκτός του αναιρεσείοντος, υπό τον όρο ότι ο μη εμφανισθείς ή οι μη εμφανισθέντες διάδικοι έχουν νόμιμα κλητευθεί προς τούτο, αλλιώς το ανωτέρω Δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της παρούσας δίκης και τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, ο πολιτικώς ενάγων, Π.
Ν. του Γ., κλητεύθηκε από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νομίμως και εμπροθέσμως, προκειμένου να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη δικάσιμο της 4-12-2015 (βλ. το από 25-6-2015 αποδεικτικό επιδόσεως, που συντάχθηκε αρμοδίως από τον Αρχιφύλακα του Α.Τ. Σπάρτης Α. Π.), κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, με την υπ’ αριθ. 1228/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, για τη δικάσιμο της 8-4-2016, οπότε αναβλήθηκε εκ νέου, με την υπ’ αριθ. 796/2016 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, λόγω αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντα τους (περίπτωση, που αποτελεί λόγο ανώτερης βίας, κατά το αρθρ. 349 παρ. 7 Κ.Ποιν.Δ.
και δεν εμπίπτει στους περιορισμούς του προαναφερθέντος άρθρου 515 παρ. 1 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-5-2016), προκειμένου να συζητηθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ’ αριθ. 141/2015 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, πλην όμως κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο κατά την εν λόγω δικάσιμο, με την παρουσία του αναιρεσείοντος, ενώ οι αναιρεσίβλητες-κατηγορούμενες (Π.
και Α. Κ.) παραστάθηκαν νομίμως μετά συνηγόρου, ο προαναφερόμενος πολιτικώς ενάγων εμφανίστηκε αυτοπροσώπως χωρίς να διορίσει πληρεξούσιο δικηγόρο ως συνήγορο, όπως ήταν υποχρεωμένος (αρθρ. 513 παρ. 3 εδ. α’ Κ.Ποιν.Δ.), ως εκ τούτου δε δεν παραστάθηκε κατά τον προσήκοντα τρόπο και θεωρείται απών. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα, κατά τα άνω, πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 Π.Κ., με την αναφερόμενη σ’ αυτήν ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι’ αυτήν. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή, ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύθηκε, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 Π.Κ., προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας για την ένορκη εξέταση του αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας-επιγνώσεως, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή.
Ακόμη, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση και των δύο προαναφερθέντων εγκλημάτων (της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα) απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση, και άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση, ότι τα καταγγελθέντα και ενόρκως κατατεθέντα είναι ψευδή και ότι ο δράστης, όταν προέβη στην καταμήνυση και ορκίστηκε, γνώριζε την αναλήθεια όσων κατήγγειλε και κατέθεσε και επεδίωκε να διωχθούν ποινικά ή πειθαρχικά οι μηνυόμενοι και να παραπλανήσει το δικαστήριο να εκδώσει εσφαλμένη απόφαση.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α’ Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, συνεπώς και αθωωτικής, οποιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου, για όλους τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. λόγους, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.
απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ.). Προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ. 53/1974), έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.
ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε, όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε, όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του.
Δεν απαιτείται, όμως, για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αθωωτικής αποφάσεως, να εκθέτει το δικαστήριο σ’ αυτήν περιστατικά, από τα οποία πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου.
Ειδικά, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, για να είναι η δικαστική απόφαση αιτιολογημένη πρέπει να προκύπτει από αυτήν, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του (Ολ. Α.Π. 3/2012). Πιο συγκεκριμένα, για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Τέλος, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ενόψει των προεκτεθέντων, η ανυπαρξία του άμεσου δόλου, ο οποίος απαιτείται, κατά τα άνω, για την υποκειμενική θεμελίωση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, σε περίπτωση αθωώσεως, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, ήτοι η αιτιολογία πρέπει να διαλαμβάνει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, με τα οποία να δικαιολογείται, γιατί το δικαστήριο της ουσίας πείσθηκε για την ανυπαρξία του δόλου ή γιατί προέκυψαν γι’ αυτόν αμφιβολίες.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του, της οποίας ζητείται η αναίρεση με την κρινόμενη, νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα, με αριθμό 15/30-4-2015 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεδομένου ότι η καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο Ειδικό βιβλίο έγινε στις 3.4.2015, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων, το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενες είχαν δόλο τέλεσης των αναφερομένων στο κατηγορητήριο αξιοποίνων πράξεων, καθώς βρίσκονταν σε σύγχυση ως προς το αληθές ή μη των καταγγελομένων εξαιτίας της μακράς αντιδικίας στην οποία βρίσκονται με τον μηνυτή. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν αθώες". Στη συνέχεια, το πιο πάνω Δικαστήριο κήρυξε αθώες τις κατηγορούμενες, Π. Κ. του Γ. και Α. Κ. του Γ., των αποδιδόμενων σ’ αυτές αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως από κοινού και της ψευδορκίας μάρτυρα, εις βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, Π. Ν. του Γ., με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει τις κατηγορούμενες αθώες του ότι: Στην Σπάρτη Λακωνίας, στις 30-12-2008, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα: Α) Στον ως άνω τόπο και χρόνο, από κοινού ενεργώντας, εν γνώσει τους καταμήνυσαν άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξη του γι’ αυτές.
Ειδικότερα, υπέβαλαν την υπό στοιχεία Α.Β.Μ. Β08/1090/30-12-2008 κοινή μήνυση τους, ενώπιον του Εισαγγελέως Σπάρτης, δια της οποίας καταμήνυσαν ψευδώς τον εγκαλούντα Π. Ν. του Γ., ότι όσα αναφέρει ο νυν εγκαλών στην από 21-1-2005 ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου Σπάρτης Γ. Π., ήτοι ότι "οι τοποθετημένοι πάσσαλοι ετοποθετήθησαν από αυτές (δηλαδή την Α.
και Π. Κ.) ή από τον Π. Ζ. αυθαίρετα όπου αυτές ήθελαν και υπέδειξαν (στον Ζ.) όχι όλοι σύριζα των θεμελίων του μανδρότοιχου αλλά μερικοί εξ αυτών, επάνω στα θεμέλια και επάνω στο μανδρότοιχο", είναι ψευδή και συκοφαντικά, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας αυτών και δυνάμενα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των νυν κατηγορουμένων.
Ωστόσο, οι κατηγορούμενες γνώριζαν ότι τα καταγγελλόμενα στην υπό στοιχεία Α.Β.Μ. Β08/1090/30-12-2008 κοινή μήνυση τους ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Σπάρτης, ήταν ψευδή και πως τα αληθή επ’ αυτών είναι ότι οι πάσσαλοι τοποθετήθηκαν αυθαίρετα όπου οι ανωτέρω ήθελαν και μερικοί εκ των οποίων επάνω στα θεμέλια και επάνω στο μανδρότοιχο και σκοπός των κατηγορουμένων, δια της υποβολής της ως άνω μηνύσεως κατά του εγκαλούντος Π.
Ν. του Γ., ήταν να προκαλέσουν την άσκηση ποινικής διώξεως κατά του τελευταίου για το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως (άρθ. 229 παρ.1, 363-362 ΠΚ). Β) Στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσαν εν γνώσει τους ψέματα.
Ειδικότερα, εξεταζόμενες ενόρκως ως μηνύτριες, κατά την κατάθεση της από 30-12-2008 κοινής μήνυσης τους, ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Σπάρτης, βεβαίωσαν ως αληθές ενόρκως το περιεχόμενο της υπό στοιχεία Α.Β.Μ. Β08/1090/30-12-2008 μήνυσης τους, σε βάρος του εγκαλούντος Π. Ν., όπως αναλυτικά αναφέρεται στο υπό στοιχείο Α) του παρόντος κατηγορητηρίου, συντασσομένων προς τούτο των από 30-12-2008 ενόρκων εξετάσεων μηνυτή αντίστοιχα, αν και γνώριζαν ότι όσα κατέθεσαν ήταν ψευδή".
Με τις παραδοχές, δηλαδή, αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε τις κατηγορούμενες αθώες των ανωτέρω πράξεων δεχθέν, ότι δεν πείσθηκε ως προς τη συνδρομή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του απαιτούμενου για τη θεμελίωση των εν λόγω πράξεων υποκειμενικού στοιχείου του άμεσου δόλου στα πρόσωπα τους.
Προκειμένου δε να καταλήξει στην αθωωτική αυτή κρίση του δέχθηκε, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα κρίσιμα σημεία των ψευδών γεγονότων, που συγκροτούν κατά την κατηγορία την αντικειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων και σε σχέση με τα οποία το σκεπτικό συμπληρώνεται από το διατακτικό, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ότι δεν πείσθηκε το Δικαστήριο για την ύπαρξη στις κατηγορούμενες του αποδιδόμενου σ’ αυτές άμεσου δόλου, όπως λεπτομερώς περιγράφεται στο διατακτικό της αποφάσεως (γνώσεως του ψεύδους των γεγονότων, τα οποία εκείνες κατήγγειλαν και βεβαίωσαν ενόρκως), κρίση που στηρίζεται στην παραδοχή, ότι οι κατηγορούμενες "βρίσκονταν σε σύγχυση ως προς το αληθές ή μη των καταγγελλομένων εξαιτίας της μακράς αντιδικίας, στην οποία βρίσκονται με το μηνυτή".
Ενόψει τούτων, με αυτά, που ανελέγκτως δέχθηκε το άνω Δικαστήριο, διέλαβε την απαιτούμενη, κατά το νόμο, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την αθώωση των δύο κατηγορουμένων, καθόσον εκτίθενται σ’ αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία του υποκειμενικού στοιχείου των εγκλημάτων, οι αποδείξεις, από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην απαλλακτική για τις κατηγορούμενες κρίση του.
Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα μοναδικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ’ αριθ. 15/30-4-2015 αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 141/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2016. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ