Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds, ruling prior judgment was incidental not necessary for main claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of a claim for unjust enrichment. The appellant argued that a prior final judgment on rent payments should have established res judicata regarding the disputed car purchase price. The court held that the prior judgment was incidental and not necessary for the main issue, thus failing to create binding res judicata. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; Article 331 of the Code of Civil Procedure: Res judicata applies only to issues deemed necessary for the main claim; incidental rulings do not bind subsequent proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1434 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1434/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βαβούρη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Σκαλίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20669/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2517/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-5-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 27-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 13-5-2014 αίτηση για αναίρεση της 2517/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 20669/2012 πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της από 5.4.2011 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν, αντιστοίχως, ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, που υπάρχει κενό στη σύμβαση ή αμφιβολία για τις βουλήσεις, που δηλώθηκαν.
Η διαπίστωση από το Δικαστήριο της ουσίας της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Η διαπίστωση αυτή μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει αυτή εμμέσως, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεως, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το Δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως.
Αν, παρά την άμεση ή έμμεση αυτή διαπίστωση της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας, το Δικαστήριο της ουσίας δεν προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, παραβιάζει, με τη μη εφαρμογή τους, τους κανόνες αυτούς, που καθιερώνουν οι πιο πάνω διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Εξάλλου κατά την διάταξη του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όπως οι ανωτέρω γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των συμβάσεων και δικαιοπραξιών γενικώς (Ολ.ΑΠ 26/2004, 604/2011, 2185/2009, ΑΠ 620/2015), κατά δε την διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκούμενου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος, που δεν προτάθηκαν, τα οποία δεν συνιστούν οι γενικές ή αιτιολογημένες αρνήσεις του αντιδίκου περί του νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμου του προς διάγνωση αχθέντος αιτήματος (ΑΠ 1253/2009, ΑΠ 1600/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από αυτή, αναφορικά με την περί αδικαιολόγητου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Με την υπ’ αριθμόν ...29-11-2007 σύμβαση μίσθωσης, που καταρτίσθηκε στη Θεσσαλονίκη μεταξύ του εναγομένου ως εκμισθωτή και της Ε.
Κ. του Δ. ως μισθώτριας, στη θέση της οποίας υπεισήλθε η ενάγουσα εταιρία, ύστερα από τη μετατροπή στις 21-3-2008 της ατομικής επιχείρησης που διατηρούσε η Ε. Κ. με την επωνυμία "..." σε ανώνυμη εταιρία, ο εναγόμενος, που διατηρεί επιχείρηση μίσθωσης αυτοκινήτων με την επωνυμία "...", εκμίσθωσε προς αυτήν (ως άνω μισθώτρια Ε.
Κ.) για τις ανάγκες της επαγγελματικής της δραστηριότητας, που συνίστατο στην εισαγωγή και εμπορία επαγγελματικών ψυγείων, ψυκτικών μηχανημάτων, ψυκτικών θαλάμων, επαγγελματικών συσκευών ψύξης και μονάδων κλιματισμού, ένα καινούργιο ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ..., εργοστασίου κατασκευής MITSUBISHI MOTORS, τύπου PAJERO WAGON, κυλινδρισμού 3.800 κυβικών εκατοστών.
Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για χρονικό διάστημα 48 μηνών με έναρξη την 24-12-2007 και λήξη την αντίστοιχη ημερομηνία συμπλήρωσης του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, ήτοι την 24-12-2011. Σύμφωνα με τους όρους της μίσθωσης, το πρώτο μίσθωμα συμφωνήθηκε ότι θα ανέρχεται στο ποσό των 13.661,42 ευρώ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 19%, το καθένα δε από τα επόμενα 47 μηνιαία μισθώματα στο ποσό των 1.056,41 ευρώ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 19%.
Οι πιο πάνω συμβαλλόμενοι κατάρτισαν και έτερο ιδιωτικό συμφωνητικό στις 24-12-2007, δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε ότι, μετά το πέρας του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, η μισθώτρια θα καθίστατο κυρία του επίδικου μισθίου αυτοκινήτου με την καταβολή στον εναγόμενο ποσού 3.000 ευρώ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, ενώ ρητά αναγράφεται και συνομολογείται στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό ότι προκαταβλήθηκε από την ενάγουσα μισθώτρια στον εναγόμενο εκμισθωτή το ποσό των 12.605 ευρώ πλέον ΦΠΑ 19%, ήτοι το ποσό των 14.999,95 ευρώ, το οποίο και από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι πράγματι καταβλήθηκε από τη μισθώτρια στον εκμισθωτή κατά τη σύναψη της επίδικης μισθωτικής σύμβασης, μαζί με το πρώτο μίσθωμα ποσού 1.056,41 ευρώ πλέον ΦΠΑ (για τη μισθωτική περίοδο από 24-12-2007 έως 24-1-2008), ήτοι καταβλήθηκε από την ενάγουσα συνολικά το ποσό των 16.257,08 ευρώ (12.605 + 1.056,41 = 13.661,41 + ΦΠΑ 19% = 16.257,08), για την πληρωμή του οποίου εκδόθηκε από τον εναγόμενο το υπ’ αριθμόν ...24-12-2007 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, το ύψος δε των υπόλοιπων μισθωμάτων (από 24-1-2008 μέχρι τη λήξη της μίσθωσης) συμφωνήθηκε ότι θα παρέμενε στο ποσό που είχε αρχικά συμφωνηθεί.
Μάλιστα, καταβλήθηκαν κανονικά από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο και τα μισθώματα των επόμενων μηνών μέχρι το μήνα Απρίλιο του 2008, ποσού 1.056,41 ευρώ το καθένα πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 19%, ήτοι συνολικού ποσού 1.257,13 ευρώ το καθένα. Από την ερμηνεία των δικαιοπρακτικών δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλόμενων μερών, που διατυπώθηκαν στα από 29-11-2007 και 24-12-2007 ιδιωτικά συμφωνητικά, συνάγεται, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ), χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ότι το παραπάνω ποσό των 12.605 ευρώ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, που κατέβαλε η ενάγουσα στον εναγόμενο κατά την παραλαβή του αυτοκινήτου, δεν ανταποκρινόταν σε ένα μηνιαίο μίσθωμα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, αλλά σε προκαταβολή του συνολικού ποσού που θα απαιτείτο για την αγορά του αυτοκινήτου από την ενάγουσα μετά τη συμβατική λήξη της μίσθωσης και ήταν ανεξάρτητο του ποσού των μισθωμάτων, τα οποία η ενάγουσα εταιρία είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλει κανονικά και πράγματι κατέβαλε μέχρι το μήνα Απρίλιο του έτους 2008...
Κατόπιν των ανωτέρω, η ενάγουσα δικαιούται στην επιστροφή του παραπάνω ποσού των 14.999,95 ευρώ, που, όπως προαναφέρθηκε, προκατέβαλε στον εναγόμενο για την αγορά από αυτήν του επίδικου αυτοκινήτου, αφού ο εναγόμενος κατέστη πλουσιότερος κατά το παραπάνω ποσό σε βάρος της ενάγουσας αδικαιολόγητα και από αιτία που έληξε, διότι ο λόγος, για τον οποίο το ποσό αυτό καταβλήθηκε, δεν υφίστατο πλέον μετά τη λύση της ένδικης μίσθωσης με την προαναφερόμενη καταγγελία, όπως περί όλων αυτών ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο...".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι η αληθής βούληση των συμβαλλομένων διαδίκων εν σχέσει προς τον ειδικότερο όρο του ποσού των 12.605 ευρώ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ - πρώτο μίσθωμα, που περιέχονταν στην υπ’ αριθμ. ...29-11-2007 σύμβαση μισθώσεως του με αριθμό κυκλ. ... αυτοκινήτου MITSUBISHI PAJERO 3,8 WAGON και στο από 24-12-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο, μεταξύ των άλλων αναφέρεται ότι ο μισθωτής έχει προκαταβάλει το ποσό των 12.605 ευρώ + ΦΠΑ 19% και το μηνιαίο μίσθωμα, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, δεν ανταποκρινόταν στο πρώτο μηνιαίο μίσθωμα αλλά σε προκαταβολή του συνολικού ποσού, που θα απαιτείτο για την μεταβίβαση της κυριότητας του εν λόγω αυτοκινήτου μετά την συμβατική λήξη της μίσθωσης και υπό την προϋπόθεση καταβολής του ποσού των 3.000 ευρώ από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα, το οποίο, μετά την καταγγελία της ένδικης μίσθωσης, λόγω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου αυτοκινήτου και την συνεπεία αυτής ματαίωση της μεταβίβασης της κυριότητας του αυτοκινήτου, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων πρέπει να επιστρέψει στην αναιρεσίβλητη συνολικά το ποσό των 14.999,95 ευρώ (ήτοι 12.605 + Φ.Π.Α 19%) κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού για αιτία μη επακολουθήσασα.
Το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ως προς την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων προσέφυγε στα αποδεικτικά μέσα αλλά και στο υπ’ αριθμ. ...24-12-2007 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με το οποίο για την μισθωτική περίοδο από 24-12-2007 έως 24-1-2008 καταβλήθηκαν από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, συνολικά, 16.257,08 ευρώ (ήτοι: 12.605 + 1.056,41 = 13661,41 ευρώ + ΦΠΑ 19% = 16.257,08).
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτών. Ειδικότερα, αφού έμμεσα διαπίστωσε κενό και ασάφεια ως προς την δήλωση των συμβαλλομένων μερών, προσέφυγε στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για να ερμηνεύσει την υπ’ αριθμ. ...29-11-2007 αρχική ένδικη σύμβαση και το από 24-12-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, με την δοθείσα δε ερμηνεία, η οποία είναι σύμφωνη με τις αρχές της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη, αφού έλαβε υπόψη την φύση της σύμβασης και τον σκοπό, στον οποίο απέβλεπαν τα διάδικα μέρη, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Συνεπώς πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, που προσάπτει την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Εξ ετέρου ο ίδιος λόγος ως προς το τμήμα με το οποίο προβάλλει ο αναιρεσείων την πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από την μισθώτρια ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ότι δηλαδή το ποσό των 14,999,95 αποτελεί δήθεν μέρος τιμήματος πωλήσεως του ένδικου μίσθιου - αυτοκινήτου, που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι στην δεύτερη σελίδα αυτής αναφέρεται η δυνατότητα - δικαίωμα ενδεχόμενης τελικής αγοράς του εν λόγω αυτοκινήτου.
Κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα, που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το Δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα. Η φύση όμως και η έκταση του προδικαστικού ζητήματος, που καλύπτεται με την πρώτη απόφαση, συνάγεται από την ίδια την προηγούμενη απόφαση και ιδίως από τις αιτιολογίες, δηλαδή οριοθετείται τόσο από το αν ήταν "αναγκαίο" να επιληφθεί το πρώτο Δικαστήριο, καθώς και η λύση, που έδωσε.
Στην προκειμένη περίπτωση η υπ’ αριθμ. 882/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης εκδόθηκε σε δίκη μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης εταιρίας και αφορούσε αγωγή οφειλόμενων μισθωμάτων της τελευταίας προς τον πρώτο των μηνών Απριλίου και Μαΐου του έτους 2008, κατά το οποίο η εναγόμενη μισθώτρια στην δίκη αυτή χρησιμοποίησε το μίσθιο αυτοκίνητο.
Από την απόφαση αυτή και ιδίως από τις αιτιολογίες της (δηλαδή της υπ’ αριθμ. 882/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης) προκύπτει ότι δεν ήταν ζήτημα "αναγκαίο" να επιληφθεί το εν λόγω Δικαστήριο για το ύψος του πρώτου μισθώματος δηλαδή του Δεκεμβρίου 2007 (ήτοι 13.661,47 ευρώ + ΦΠΑ 19%), αφού αντικείμενο της δίκης αυτής ήταν η καταβολή μισθωμάτων των μηνών Απριλίου και Μαΐου 2008, αλλά κρίθηκε "πλεοναστικά", με αποτέλεσμα να μην υπάγεται στην δεσμευτικότητα του ανωτέρω άρθρου 331 ΚΠολΔ, να μην καλύπτεται από την αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου και να μην παράγει δεδικασμένο σε βάρος της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς το Εφετείο ορθά απέρριψε με σιγή τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αφού βάσει των εκτιθεμένων στο αναιρετήριο ήταν πρωτίστως μη νόμιμος, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, διότι δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος και ο αντίθετος δεύτερος λόγος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ’ ορθή εκτίμησή του (και όχι των αριθ. 9 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται ότι το Εφετείο αγνόησε τον πρώτο λόγο έφεσης με τον οποίο πρότεινε την ένσταση δεδικασμένου από την 882/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ ‘ ακολουθία των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται, ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-5-2014 αίτηση για αναίρεση της 2517/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ