Legislator Case Law & Legislation
1434/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to respondent's failure to appear despite valid summons.

Case Number 1434/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal's decision regarding the revocation of a gift. The respondent failed to appear in court despite receiving a valid summons, while the appellant was absent without filing a written declaration of non-appearance. The court ruled that the respondent's absence justified the lower court's decision to revoke the gift based on ingratitude, and the appeal lacked legal grounds for review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 242 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines sua sponte whether a party was legally and timely summoned if they fail to appear, and proceeds to the hearing if the summons was valid.

Keywords

AI generated
cassation appeal failure to appear valid summons sua sponte examination legal summons validity court costs procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 242 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1434 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1434/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Χ. Κ., το γένος Ε. Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσίβλητης: Α. συζύγου Α. Π., το γένος Ε. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Παπαδογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-1999 αγωγή της αρχικής διαδίκου Α. Μ.- Β., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7654/2000 μη οριστική, 6009/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4366/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-11-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 18-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολο της ως άνω αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα η εμπρόθεσμη, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 2-11-2009 αίτηση της Α. συζύγου Χ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4366/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσίβλητη Α. Β. του Ε. υπ' αριθμ .6442β/18-12-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου για συζήτηση αυτής της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας απόφασης νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα. Η τελευταία όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη ως άνω δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίστηκε καθόλου στο Δικαστήριο αυτό, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση περί μη εμφάνισης της σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, το Δικαστήριο αυτό πρέπει να προχωρήσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία της αναιρεσείουσας που έχει κλητευθεί κατά τα προαναφερόμενα νόμιμα να εμφανιστεί ενώπιον αυτού.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 505 του ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχώριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωση του να διατρέφει το δωρητή. Αχαριστία, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου, ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, η οποία οφείλεται σε υπαιτιότητα του και μπορεί να καταλογιστεί σε αυτόν.

Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου, γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη για περίθαλψη, στην οποία περιλαμβάνεται και η διατροφή του. Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών κάτω από τις οποίες βρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικά αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει, να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε, με τη σύμβαση της δωρεάς, τέτοια υποχρέωση.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 507 του ίδιου Κώδικα, ο δωρητής ή ο κληρονόμος του έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος παραλείπει υπαίτια να εκτελέσει τον τρόπο υπό τον οποίο έγινε η δωρεά. Τέτοιος τρόπος ή όρος μπορεί να είναι και η παροχή διατροφής στο δωρητή από το δωρεοδόχο ή και άλλης φροντίδας και περιποίησης και εν γένει περίθαλψης.

Η κατά τα ανωτέρω ανάκληση της δωρεάς γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 509 του ΑΚ, με δήλωση προς το δωρεοδόχο, η οποία δεν υπόκειται σε συστατικό τύπο, αλλά μπορεί να γίνει και προφορικά. Σε περίπτωση ανάκλησης λόγω αχαριστίας, η δήλωση πρέπει να αναφέρει και τα πραγματικά γεγονότα που συνιστούν το παράπτωμα του δωρεοδόχου, προς διαμόρφωση σαφούς κατάστασης μεταξύ δωρητή και δωρεοδόχου (βλ.

Φραγκίστα στην ΕρμΑΚ στο άρθρο 509). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 512 ΑΚ, δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, ή από λόγους ευπρέπειας, δεν ανακαλούνται. Στις δωρεές αυτές περιλαμβάνεται και η ανταποδοτική δωρεά, δηλαδή αυτή με την οποία ο δωρητής σκοπεί να ανταμείψει υπηρεσίες που του παρασχέθηκαν από το δωρεοδόχο, ο οποίος δεν μπορούσε να αξιώσει αμοιβή από το δωρητή για την παροχή τους.

Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, δεν είναι αμετάκλητες οι δωρεές που ανταποκρίνονται σε κοινό ηθικό καθήκον, το οποίο έχει κάθε άνθρωπος προς τους συνανθρώπους του, αλλά μόνον εκείνες που ανταποκρίνονται προς ηθικό καθήκον οφειλόμενο στις ιδιαίτερες σχέσεις του δωρητή προς το δωρεοδόχο, ή εκείνες που έγιναν από λόγους κοινωνικής ευπρέπειας, δηλαδή αυτές που ανταποκρίνονται προς τις κοινωνικές συνήθειες, ή τις απαιτήσεις της κοινής γνώμης, άσχετα προς τα ελατήρια της ενέργειας του δωρητή.

Μόνη η μνεία στο δωρητήριο συμβόλαιο, ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή προς το δωρεοδόχο ή από λόγους ευπρέπειας, δεν έχει έννομη επιρροή, αλλά πρέπει να εκτίθενται στο συμβόλαιο τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αν είναι αληθινά, θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου, ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, ή από λόγους ευπρέπειας, υπό την προαναφερόμενη έννοια.

Επειδή, κατ' άρθρο 117 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι "σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό του νόμου 5638 της 31 Αυγούστου/7 Σεπτεμβρίου 1932 "Περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμών" η κατάθεση αν με αυτόν πραγματοποιήθηκε δωρεά, κρίνεται ως προς το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως δωρεά, εφόσον πρόκειται για κληρονομία καταθέτη που πέθανε μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, (23.2.1946).

Περαιτέρω, κατ' άρθρο 2032 ΑΚ ορίζεται ότι "Αν δωρεά συμφωνηθεί με την αναβλητική αίρεση αν προαποβιώσει ο δωρητής ή αν πεθάνουν συγχρόνως και οι δύο συμβαλλόμενοι, χωρίς να έχει εν τω μεταξύ ο δωρεοδόχος την απόλαυση των αντικειμένων που δωρίζονται (δωρεά αιτία θανάτου) εφαρμόζονται οι διατάξεις για τις δωρεές, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετική".

Ακόμα κατ' άρθρο 2033 ΑΚ ορίζονται ότι "ο δωρητής ανακαλεί ελεύθερα τη δωρεά αιτία θανάτου. Η δήλωση για την ανάκληση γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και γνωστοποιείται στο δωρεοδόχο ... Με την ανάκληση η δωρεά αναιρείται αυτοδικαίως". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 2 και 3 του ν'.5638/1932 συνάγεται ότι ως προς την τύχη κοινού τραπεζικού λογαριασμού σε περίπτωση θανάτου ενός από τους συγκαταθέτες, πρέπει να διακριθούν οι ακόλουθες περιπτώσεις:

α)Αν δεν είχε τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ως άνω νόμου, ότι δηλαδή μετά το θάνατο κάποιου συγκαταθέτη η κατάθεση και ο λογαριασμός θα περιέλθει αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντες, οι κληρονόμοι του καταθέτη δεν υπεισέρχονται έναντι της Τράπεζας στη θέση συνδικαιούχου της κατάθεσης με βάση το κληρονομικό τους δικαίωμα, λόγω της σχετικής απαγόρευσης του άρθρου 3 του ν. 5638/1932, αλλά απλώς έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν από τους υπόλοιπους συγκαταθέτες το μέρος εκείνο της κατάθεσης που αντιστοιχεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση την εσωτερική σχέση, β)Αν αντίθετα έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, οι κληρονόμοι αποξενώνονται πλήρως από το ποσό της κατάθεσης, το οποίο εξαιρείται από την κληρονομιά και περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες συγκαταθέτες, χωρίς να μπορούν οι κληρονόμοι να αντλήσουν δικαιώματα από την εσωτερική σχέση των τελευταίων με τον κληρονομούμενο.

Ωστόσο για την προστασία των δικαιωμάτων των νομίμων μεριδούχων, ο νομοθέτης διόρθωσε τις δυσμενείς αυτές συνέπειες με το άρθρο 117 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με το οποίο εφόσον με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό συντελέσθηκε δωρεά, κρίνεται (προκειμένου για καταθέτη που απεβίωσε μετά την εισαγωγή του ΑΚ) ως προς το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως δωρεά.

Έτσι προστίθεται στην κληρονομιά για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας. Αν δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής των περί νόμιμης μοίρας διατάξεων, οι κληρονόμοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα πάνω σε ένα τέτοιο λογαριασμό του δικαιοπαρόχου τους (ΑΠ 1998/2006, ΑΠ 855/2002). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι σε περίπτωση του θανάτου ενός συγκαταθέτη σε κοινό λογαριασμό που δεν έχει τεθεί ο όρος ότι η κατάθεση και ο λογαριασμός θα περιέρχεται αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντες, οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν επί τους λοιπούς συγκαταθέτες το μέρος εκείνο της κατάθεσης που αντιστοιχεί το δικαιοπάροχο τους με βάση την εσωτερική σχέση των συγκαταθετών, εάν δε οι επιζώντες συγκαταθέτες σφετερίστηκαν εξ ολοκλήρου τα χρήματα του κοινού λογαριασμού στη δημιουργία του οποίου ουδαμώς συνέβαλαν και υπήρξαν τυπικοί συγκαταθέτες (προς διευκόλυνση του αποβιώσαντος και μόνο) οι κληρονόμοι του τελευταίου μπορούν να αναζητήσουν όλο το ποσό του εν λόγω κοινού λογαριασμού από τους συγκαταθέτες που ανέλαβαν παράνομα το ποσό μιας τέτοιας κατάθεσης.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κοινή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών τα οποία αποδείχθηκαν κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε (Ολ.ΑΠ 7/2005).

Εξάλλου ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ανεύρεση, με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νόμιμες έννοιες δηλ.

για την εξατομίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 87/2013 και ΑΠ 1622/2010) ή ακόμη για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 208/2011). Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται ιδρύει τον από τον αριθμ.1 εδ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς (ΑΠ 1652/2009).

Ειδικότερα η παραβίαση ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι όμως όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 13/2005).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστικού διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η αρχική ενάγουσα Α. Μ., ήταν θεία της εναγομένης και της Α. Β., η οποία συνέχισε τη δίκη ως μοναδική από διαθήκη κληρονόμος της. Η ενάγουσα και ο σύζυγός της Π. Μ. διατηρούσαν από παλιά καλές σχέσεις με την εναγομένη και το σύζυγο της Χ.

Κ.. Στα πλαίσια των σχέσεων τους αυτών, η εναγομένη και ο σύζυγος της, συμπαραστέκονταν στην ενάγουσα, όταν αυτό ήταν αναγκαίο. Το έτος 1985, η ενάγουσα υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και η εναγομένη, n οποία είναι φυσιοθεραπεύτρια, έκανε στην ενάγουσα τις απαραίτητες για την αποθεραπεία της φυσιοθεραπείες.

Επίσης, το έτος 1993, ο σύζυγος της εναγομένης ο οποίος τότε ήταν αξιωματικός του Πολεμικού ναυτικού, μεσολάβησε για τη μεταφορά του συζύγου της ενάγουσας, από τη μονάδα εντατικής θεραπείας του θεραπευτηρίου "ΥΓΕΙΑ", όπου νοσηλευόταν, σε μονάδα εντατικής θεραπείας του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών. Μετά το θάνατο του συζύγου της τον Απρίλιο του έτους 1994, η αρχική ενάγουσα, η οποία ήταν πλέον 73 ετών και αντιμετώπιζε ήδη από το 1980 καρδιολογικά προβλήματα, ενώ δεν είχε αποκτήσει η ίδια παιδιά, πλησίασε περισσότερο την εναγομένη, η οποία τη διαβεβαίωσε ότι θα της παρείχε φιλοξενία, φροντίδα και περιποίηση.

Στη συνέχεια, η ενάγουσα επισκεπτόταν συχνά την εναγομένη στην οικία της στο ..., όπου η τελευταία διέμενε με το σύζυγο, το παιδί της και τη μητέρα της και μερικές φορές διανυκτέρευε μαζί τους. Υπό αυτές τις συνθήκες και, έχοντας την πεποίθηση ότι η εναγομένη θα τηρούσε την υπόσχεση της και θα εξακολουθούσε και στο μέλλον να επιδεικνύει απέναντί της την ίδια διάθεση συμπαράστασης και επικουρίας, η αρχική ενάγουσα, με το με αριθμό .../15-9-1994 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Καραλή, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί, δώρισε στην εναγομένη την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τριών διαμερισμάτων μιας πολυκατοικίας που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών ...

αριθμός 5 και ... αριθμός 53 στο ... και ειδικότερα: 1) του με τα στοιχεία Γ-1 διαμερίσματος του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, το οποίο αποτελείται από τρία κύρια δωμάτια, χωλ κουζίνα, λουτροαποχωρητήριο, οφίς και δύο εξώστες, έχει ιδιόκτητη επιφάνεια 71,76 τ. μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 56/000 εξ αδιαιρέτου, 2) του με τα στοιχεία Γ-3 διαμερίσματος του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, το οποίο αποτελείται από δύο κύρια δωμάτια, χωλ, κουζίνα, λουτροαποχωρητήριο, οφίς και δύο εξώστες, έχει ιδιόκτητη επιφάνεια 54,42 τ.

μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 42/000 εξ αδιαιρέτου και 3) του με τα στοιχεία Ε-1 διαμερίσματος του δώματος, το οποίο αποτελείται από ένα κύριο δωμάτιο και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, έχει ιδιόκτητη επιφάνεια 11,36 τ. μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 9/000 εξ αδιαιρέτου. Περαιτέρω αποδεικνύονται τα ακόλουθα:

Περί τα μέσα Ιανουαρίου του έτους 1996, η ενάγουσα έπεσε μέσα στο σπίτι της στο ... και κτύπησε. Η εναγομένη, η οποία είχε προσπαθήσει να επικοινωνήσει μαζί της ανεπιτυχώς, πήγε με τη μητέρα της (αδελφή της αρχικά ενάγουσας) στο σπίτι και όταν τη βρήκε πεσμένη στο πάτωμα, δεν τη μετέφερε στο νοσοκομείο, όπως θα έπρεπε, αφού, όπως είναι γνωστό σε όλους, μία πτώση σε αυτήν την ηλικία, μπορεί να είναι πολύ επικίνδυνη, και να επιφέρει μοιραία αποτελέσματα, αλλά τη μετέφερε στο σπίτι της στο ...

για να την περιθάλψει, αφού, προηγουμένως, είχε μεταφέρει εκεί, όλη την οικοσκευή της από το σπίτι της (της ενάγουσας) στο .... Η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης, ασφαλώς δεν ήταν η αρμόζουσα, μάλιστα μετά από δεκαπέντε περίπου ημέρες, η κατάσταση της υγείας της ενάγουσας επιδεινώθηκε και η εναγομένη αναγκάστηκε να μεταφέρει τελικά την ενάγουσα στο νοσοκομείο "Α.

ΦΛΕΜΙΓΚ", στις 30-1-1996, όπου νοσηλεύθηκε μέχρι τις 23-2-1996, διότι εμφάνιζε αιματουρία, δεξιά πλευριτική συλλογή και εικόνα τοξικού δακτυλιδισμού. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα δεν είχε ανάγκη νοσοκομειακής περίθαλψης μετά το ατύχημα στο σπίτι της στο ..., μόνο ανεύθυνος μπορεί να χαρακτηρισθεί, αφού, όπως κατέθεσε η μάρτυράς της, συμβουλεύθηκαν γιατρό, μετά τη μεταφορά της στο σπίτι της στο ...

και όχι πριν από αυτήν, δηλαδή, η σχετική απόφαση της, δεν στηριζόταν σε γνώμη γιατρού. Μετά την έξοδο της από το νοσοκομείο, η ενάγουσα εγκαταστάθηκε στο σπίτι της εναγομένης στο ..., όπου, όπως προαναφέρεται, η τελευταία είχε ήδη μεταφέρει την οικοσκευή της και τα προσωπικά της αντικείμενα, όπου και παρέμεινε με τη θέληση της, προκειμένου να τύχει της φροντίδας αυτής, στην οποία προσέβλεπε, μετά το θάνατο του συζύγου της, άλλωστε, αυτή είχε προβεί στην προαναφερόμενη δωρεά προς την εναγομένη, ως αντάλλαγμα για τη συμπαράσταση και τη φροντίδα που θα της παρείχε στα γηρατειά της.

Η ενάγουσα διέμενε μαζί με την αδελφή της, μητέρα της εναγομένης, στο δεύτερο όροφο της οικίας της τελευταίας. Στο διαμέρισμα αυτό υπήρχε τηλέφωνο και η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα τηλεφωνικής επικοινωνίας με διάφορους συγγενείς της, κατά καιρούς δεχόταν κάποιες επισκέψεις, όμως αποδεικνύεται ότι η εναγομένη δεν φρόντιζε για την ψυχαγωγία της με εξόδους και κοινωνικές επαφές, όσο εκείνη θα επιθυμούσε και θα μπορούσε, λόγω της κατάστασης της υγείας της.

Για τη διατροφή της, τα έξοδα της ιατροφαρμακευτικής της περίθαλψης και διάφορα δώρα, η ενάγουσα κατέβαλλε οικειοθελώς στην εναγομένη, περίπου 160.000 δραχμές μηνιαίως, όπως συνομολογεί η τελευταία με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Η εναγομένη φρόντιζε για τη διατροφή της και οι οικιακές βοηθοί, που κατά καιρούς προσλάμβανε, τη βοηθούσαν και στην περιποίηση της ενάγουσας.

Ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι η εναγομένη δεν της παρείχε την επιβεβλημένη ειδική διατροφή για την ενίσχυση του καταβεβλημένου οργανισμού της, δεν αποδεικνύεται βάσιμος, δεδομένου ότι οι μάρτυρες απόδειξης ουδέν καταθέτουν σχετικά με τη διατροφή της. Αντίθετα, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εναγομένη δεν φρόντιζε, όσο αυτή χρειαζόταν, για τη διενέργεια των απαραίτητων ιατρικών εξετάσεων της, αποδεικνύεται βάσιμος, δεδομένου ότι προσκομίζονται καρτέλες και αποδείξεις, από τις;

οποίες προκύπτει ότι η ενάγουσα υποβαλλόταν σε αντιπηκτική αγωγή στο νοσοκομείο "Α. ΦΛΕΜΙΓΚ", από το έτος 1996 έως το 1998, όμως προκύπτει ότι δεν υποβαλλόταν σε ιατρικές εξετάσεις με τη συχνότητα και κανονικότητα που επέβαλλε η κατάσταση της υγείας της. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο νοσοκομείο Μελισσίων "Α.

ΦΛΕΜΙΓΚ", η ενάγουσα υπέγραψε το με αριθμό .../6-2-1996 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Μαραθώνα Σταύρου Παπαδογεωργή, με το οποίο έδωσε στην εναγομένη την εντολή και πληρεξουσιότητα να διαχειρίζεται την περιουσία της. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε το είδος του εγγράφου που η εναγομένη της υπέδειξε να υπογράψει, πράγμα που μάλλον αληθεύει, κρίνοντας από το περιεχόμενο του ως άνω πληρεξουσίου, με το οποίο παραχωρήθηκαν στην εναγομένη ασυνήθιστα ευρείες δυνατότητες και εξουσίες, γεγονός που δεν δικαιολογείται από μόνη την ανάγκη για είσπραξη της σύνταξης της ενάγουσας από την τράπεζα και των μισθωμάτων των διαμερισμάτων της.

Πάντως, η εναγομένη, στα πλαίσια της πληρεξουσιότητας που της δόθηκε, εισέπραττε μόνο τη σύνταξη της ενάγουσας και τα μισθώματα των διαμερισμάτων, των οποίων είχε παρακρατήσει την επικαρπία και δεν προέβη σε καμία άλλη διαχειριστική πράξη. Το ανωτέρω πληρεξούσιο ανακάλεσε η ενάγουσα με τη με αριθμό .../19-5-2000 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρας - Βικτωρίας Μπούρα.

Τον Ιούλιο του έτους 1999, η ενάγουσα, αισθανόμενη ότι η εναγομένη δεν της παρείχε τη συμπαράσταση και φροντίδα που αυτή προσδοκούσε, αποχώρησε από την οικία της εναγομένης και εγκαταστάθηκε στην οικία της ανεψιάς της Α. Β., αδελφής της εναγομένης. Στη συνέχεια ζήτησε από την εναγομένη να της παραδώσει το βιβλιάριο υγείας της, τις ιατρικές εξετάσεις της, τα φάρμακα της, τα έπιπλα της και τα προσωπικά της αντικείμενα.

Στις 17-7-1999, η Α. Β., η οποία είχε εξουσιοδοτηθεί από την ενάγουσα να παραλάβει τα πράγματα της, μετέβη για το σκοπό αυτό με το γιο της στην οικία της εναγομένης, η οποία είχε συσκευάσει σε χαρτοκιβώτια τα προσωπικά αντικείμενα της ενάγουσας. Η Α. Β. αρνήθηκε να παραλάβει τα χαρτοκιβώτια χωρίς να ελέγξει το περιεχόμενο τους, με συνέπεια να διαπληκτισθούν με αυτήν, η εναγομένη και ο σύζυγος της.

Στη συνέχεια, η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα την από 21-7-1999 αίτηση της για λήψη ασφαλιστικών μέτρων προστασίας της νομής της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, η εναγομένη συνομολόγησε μέρος της αίτησης, ισχυριζόμενη ότι ορισμένα πράγματα η ενάγουσα της τα είχε δωρίσει και είχαν γίνει μέρος της δικής της οικοσκευής.

Με τη με αριθμό 182/1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα, απορρίφθηκε η αίτηση, για έλλειψη κατεπείγοντος, ως προς τα αντικείμενα εκείνα, για τα οποία η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι της δωρίθηκαν από την ενάγουσα και διατάχθηκε η αφαίρεση των λοιπών πραγμάτων και η παράδοση τους στην αιτούσα. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, τα πράγματα αυτά παραδόθηκαν στην ενάγουσα και συντάχθηκε σχετικά η με αριθμό 947/1999 έκθεση αφαίρεσης κινητών πραγμάτων και παραλαβής.

Όσον αφορά τα υπόλοιπα κινητά πράγματα, για τα οποία η ενάγουσα είχε ασκήσει την από 6-12-1999 αγωγή της, κρίθηκε από το Ειρηνοδικείο Μαραθώνα, με τη με αριθμό 42/2002 απόφαση του, ότι αυτή τα είχε δωρίσει στην εναγομένη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα και ο σύζυγος της Π. Μ., είχαν ανοίξει, κατά το μήνα Σεπτέμβριο του 1973, στο κατάστημα του Ν.

Φαλήρου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, το με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου. Η ενάγουσα, ήδη πριν από το θάνατο του συζύγου της και, συγκεκριμένα στις 17-2-1994, εξόφλησε τον ανωτέρω λογαριασμό, με ποσό εξόφλησης 9.925.229 δραχμών και την ίδια μέρα άνοιξε στο ίδιο κατάστημα το με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου, με αρχική κατάθεση το ποσό που ανέλαβε από τον προηγούμενο λογαριασμό και συνδικαιούχους την εναγομένη και το σύζυγο της.

Ο τελευταίος αυτός λογαριασμός εξοφλήθηκε με ποσό εξόφλησης 19.296.595 δραχμές, στις 8-1-1999 από την εναγομένη, η οποία την ίδια μέρα άνοιξε στο κατάστημα Αγ. Στεφάνου της Εθνικής Τράπεζας το με αριθμό ... κοινό λογαριασμό, με συνδικαιούχους την ίδια και την ενάγουσα και με αρχική κατάθεση το ποσό που ανέλαβε από τον προηγούμενο λογαριασμό.

Η εναγομένη, λίγες μέρες μετά την αποχώρηση της ενάγουσας από την οικία της και, συγκεκριμένα, στις 15-7-1999, ανέλαβε από τον τελευταίο, ως άνω, κοινό λογαριασμό ως συνδικαιούχος, το ποσό των 20.000.000 δραχμών, το οποίο παρακράτησε για λογαριασμό της και άφησε υπόλοιπο ποσό 86.595 δραχμών. Τα παραπάνω χρηματικά ποσά προέρχονταν αρχικά από αποταμιεύσεις της ενάγουσας και του συζύγου της και, μετά το θάνατο του τελευταίου, αποκλειστικά από αποταμιεύσεις της ενάγουσας και, ειδικότερα, από τη σύνταξη που αυτή ελάμβανε από το Ταμείο Ασφάλισης Επαγγελματιών και Βιοτεχνών της Ελλάδος (ΤΕΒΕ), από τα μισθώματα των προαναφερόμενων διαμερισμάτων, των οποίων ήταν επικαρπώτρια και από τόκους των καταθέσεων της.

Ειδικότερα, η ενάγουσα έλαβε κατά τα έτη 1994, 1995, 1996, 1997, 1998 και 1999, από συντάξεις τα ποσά των 487.279, 789.896, 899.494, 971.218, 1.194.021 και 1.135.280 δραχμών αντίστοιχα και από μισθώματα, τα ποσά των 1.037.800, 1.155.000, 1.308.000, 1.416.000 1.586.000 και 1.934.000 δραχμών αντίστοιχα. Δηλαδή τα εισοδήματα της, κατά τα ως άνω έτη ανήλθαν συνολικά στο ποσό των 13.913.988 δραχμών, δηλαδή μετά την αφαίρεση των ποσών που κατέβαλλε οικειοθελώς στην εναγομένη, παρέμεναν υπόλοιπα προς κατάθεση και αποταμίευση στην Τράπεζα.

Η εναγομένη, κατά την εσωτερική της σχέση με την ενάγουσα, δεν είχε αξίωση επί των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα στους ανωτέρω λογαριασμούς και ο ορισμός της ως συνδικαιούχου, έγινε λόγω της συγγενικής τους σχέσης, της εμπιστοσύνης που είχαν σε αυτήν η ενάγουσα και σύζυγος της και ενόψει της αδυναμίας τους, λόγω της προχωρημένης ηλικίας τους και της επιβαρυμένης κατάστασης της υγείας τους να μετακινούνται και να συναλλάσσονται με την τράπεζα.

Όλες οι δοσοληψίες που πραγματοποιούσε η εναγομένη, γίνονταν στα πλαίσια σχετικής σύμβασης εντολής που είχε συναφθεί μεταξύ τους και μόνο προς εξυπηρέτηση της ενάγουσας, η οποία διατηρούσε στην κατοχή της το σχετικό με τον με αριθμό ... λογαριασμό, βιβλιάριο καταθέσεων, το οποίο πήρε μαζί της, όταν αποχώρησε από την οικία της εναγομένης.

Εξ άλλου, μετά το θάνατο του συζύγου της, η εναγομένη προέβαινε και η ίδια σε συναλλαγές με την ως άνω τράπεζα, όταν της το επέτρεπε η κατάσταση της υγείας της. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα της δώρισε το υπόλοιπο των 5.445.229 δραχμών που εμφάνιζε στις 13-4-1994 ο με αριθμό ... κοινός λογαριασμός και ότι τα χρήματα που κατατέθηκαν έκτοτε στο λογαριασμό αυτό, καθώς και στο με αριθμό ...

κοινό λογαριασμό, ήταν αποκλειστικά δικά της, ως προερχόμενα από αποταμιεύσεις δικές της, κρίνονται αβάσιμα. Πράγματι η εναγομένη, δεν είχε εισοδήματα από εργασία, αφού είχε εγκαταλείψει την εργασία της ως φυσιοθεραπεύτρια ήδη από το έτος 1995, ούτε αποδεικνύεται ότι αποταμίευε εισοδήματα από άλλη πηγή στους ανωτέρω λογαριασμούς.

Άλλωστε, αν τα χρήματα του με αριθμό ... λογαριασμού, προέρχονταν από αποταμιεύσεις δικές της και της οικογένειας της, δεν θα υπήρχε κάποιος λόγος για τον ορισμό της ενάγουσας ως συνδικαιούχου του λογαριασμού αυτού. Η εναγομένη, αναλαμβάνοντας από τον ανωτέρω λογαριασμό το ποσό των 20.000.000 δραχμών που ανήκε στην ενάγουσα και παρακρατώντας το για λογαριασμό της, αποστέρησε την ενάγουσα από ένα σημαντικό για αυτήν ποσό, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για την αντιμετώπιση των συνεχώς αυξανόμενων προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε.

Η κατά τα ως άνω περιγραφόμενη συμπεριφορά της εναγομένης και ειδικότερα, η μεταφορά της ενάγουσας στο σπίτι αυτής (της εναγομένης), αντί στο νοσοκομείο, μετά το ατύχημα της τον Ιανουάριο του 1996, η στέρηση ψυχαγωγίας και κοινωνικών επαφών που της επέβαλλε, η σχετική αδιαφορία που επεδείκνυε για την τακτική υποβολή της σε ιατρικές εξετάσεις και, τέλος, η ανάληψη του ποσού των 20.000.000 δραχμών από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό, στον οποίο αυτή ήταν συνδικαιούχος, όπως προαναφέρεται, μόνο προς εξυπηρέτηση της αρχικής ενάγουσας, συνιστά αχαριστία έναντι αυτής, η οποία συντελέσθηκε με βαρύ παράπτωμα, κατά την έννοια του άρθρου 505 του ΑΚ, αφού ενέχει παράβαση των αντιλήψεων που επικρατούν στην κοινωνία για την ηθική και την ευπρέπεια και υποδηλώνει έλλειψη ευγνωμοσύνης απέναντι στη δωρήτρια ενάγουσα.

Συνεπώς, η συμπεριφορά της αυτή, δικαιολογεί, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, την ανάκληση της επίδικης δωρεάς των ακινήτων. Πράγματι η ενάγουσα, με την από 15-10-1999 εξώδικη δήλωση της, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 22-10-1999, ανακάλεσε, επικαλούμενη την προαναφερόμενη συμπεριφορά της εναγομένης, τη γενόμενη προς αυτή δωρεά των ανωτέρω περιγραφόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών.

Τέλος, δεν αποδεικνύεται ότι η ένδικη δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον της ενάγουσας δωρήτριας προς την εναγομένη δωρεοδόχο. Η ανταλλαγή επισκέψεων μεταξύ των διαδίκων και οι προαναφερόμενες εξυπηρετήσεις της εναγομένης προς την ενάγουσα και το σύζυγο της, πριν από την κατάρτιση της δωρεάς, εντάσσονται στα πλαίσια των συνηθισμένων σχέσεων μεταξύ στενών συγγενών και δεν δικαιολογούν, κατ' αντικειμενική κρίση, ανεξάρτητα από τα ελατήρια της ενέργειας της ενάγουσας, την από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον δωρεά της μοναδικής ακίνητης περιουσίας της, ενόψει και του γεγονότος ότι η ενάγουσα, κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης δωρεάς, είχε και άλλους συγγενείς εξ αίματος, με τους οποίους επίσης διατηρούσε οικογενειακές σχέσεις".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο και ενόψει ότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει όμοια (είχε δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή της αρχικής ενάγουσας της Α. χήρας Π. Μ., την οποία διαδέχθηκε στη θέση της εκ διαθήκης κληρονόμος η αναιρεσίβλητη) κατέληξε στην απόρριψη κατ' ουσίαν της από 29-2-2008 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 6009/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε τους προαναφερόμενους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που ορθά εφάρμοσε, υπάγοντας σ' αυτούς τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν νόμιμα και επικαλέστηκαν οι διάδικες λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στις περί ανάκλησης της δωρεάς λόγω αχαριστίας διατάξεις του Α.Κ.

Εξάλλου η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή ή όχι των κανόνων που εφάρμοσε το Εφετείο και έτσι η απόφαση αυτή δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Συνεπώς όλοι οι από τους αριθμ 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στους οποίους εμπίπτουν λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα των προαναφερόμενων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-11-2009 αίτηση της Α. συζύγου Χ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4366/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την ως άνω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ