Legislator Case Law & Legislation
1434/2011 AI generated

1434/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1434/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-1984 αγωγή των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6479/1985 μη οριστική, 3751/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1508/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση την τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-4-2010 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1434/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο είναι οικοπεδική έκταση εμβαδού 3.329 περίπου τ.μ. κείμενο στη θέση "..." ή "..." ή "..." και επί των οδών ... και ... (εντός του 1175 Ο.Τ. του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Αγίου Δημητρίου Αττικής) και συνορεύει αρκτικώς με πρώην ιδιοκτησία Α.

Keywords

AI generated
agricultural areas scope of expropriation territorial scope of the Treaties demarcation of boundaries municipal land rezoning of building area
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1434 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1434/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : Δήμου Αγίου Δημητρίου Αττικής, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Δήμαρχο αυτού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ισίδωρο Μποτωνάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. θυγ. Ε. Γ., κατοίκου ..., 2. Κ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 3. Σ. συζ. Π. Τ., κατοίκου ..., 4. Κ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 5. Ε. θυγ. Π. Γ., κατοίκου ..., 6. Ε. θυγ. Γ. Γ., κατοίκου ..., 7. Κ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 8. Ι. χας Γ. Γ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 9. Ε. συζ. Ν. Π., κατοίκου ... και 10. Μ. χας Ε. Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιλτιάδη Παναγιωτόπουλο, ο οποίος δήλωσε : α) ότι η 8η αναιρεσίβλητη (Ι. χα Γ. Γ.) απεβίωσε στις 29-9-2009 και κληρονομήθηκε από τους Ε. Γ. και Κ. Γ. ήδη 6η και 7ο αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και β) ότι εκ παραδρομής γράφτηκε το επώνυμο της 3ης αναιρεσίβλητης "Τ." αντί του ορθού "Σ. συζ. Π. Τ."

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-1984 αγωγή των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6479/1985 μη οριστική, 3751/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1508/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση την τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-4-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 21-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο είναι οικοπεδική έκταση εμβαδού 3.329 περίπου τ.μ. κείμενο στη θέση "..." ή "..." ή "..." και επί των οδών ... και ... (εντός του 1175 Ο.Τ. του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Αγίου Δημητρίου Αττικής) και συνορεύει αρκτικώς με πρώην ιδιοκτησία Α.

Γ. επί πλευράς 119 μ., μεσημβρινώς και επί τεθλασμένης πλευράς 121,15 μ. εν μέρει με οδό ... και εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστων, ανατολικώς και επί προσώπου 27,75 μ. με == οδό ... και δυτικώς επί πλευράς 38,90 μ. με οδό ανωνύμου και ήδη ... και πέραν αυτής με συνεχόμενη πρώην ιδιοκτησία των αρχικώς εναγόντων και ήδη ιδιοκτησία ΟΣΚ (2° Γυμνάσιο Αγίου Δημητρίου).

Το ακίνητο αυτό ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 9.159 τ.μ. συνορευόμενης ανατολικά με ιδιοκτησία πρώην Γ., δυτικά εν μέρει με αγροτική οδό και εν μέρει με ιδιοκτησία Β. Γ., βορείως με ιδιοκτησία πρώην Α. Γ. και νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Β. Γ. και εν μέρει με άξονα ρεύματος (ξηρόρεμα) απέκτησαν κατά κυριότητα οι εξής:

Ο Κ. Γ., απώτερος δικαιοπάροχος των έξι πρώτων αρχικώς εναγόντων απέκτησε στην κτηματική περιφέρεια Μπραχαμίου Αττικής και ήδη Αγίου Δημητρίου Αττικής αγροτεμάχια συνολικής εκτάσεως κατά τους τίτλους κτήσης 45.000 τ.μ. κείμενα στη θέση "..." ή "..." ή "..." ή "..." με αγορά από τον Γ. Τ. 24 στρέμματα με το .../1922 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Μπόσδα, από τον Κ.

Κ. 7,5 στρέμματα με το .../1930 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίου Ηλιακοπούλου και από τον Α. Τ. με το .../1937 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Πολύχρονη, νόμιμα μεταγεγραμμένα. Ο Κ. Γ. απεβίωσε την 10-9-1960 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ε. χήρα Κ. Γ. και τους αρχικώς ενάγοντες (έξι πρώτους) και την Π.

Γ., θυγατέρα του, οι οποίοι απεδέχθησαν την κληρονομιά του με την .../1963 αποδοχή κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίου Κωνστανταράκη, νόμιμα μεταγεγραμμένης. Κατόπιν, με το .../1964 διανεμητήριο συμβόλαιο του ιδίου άνω συμβολαιογράφου διένειμαν και τις ανωτέρω εκτάσεις λαμβάνοντας τα εξής ποσοστά εξ αδιαιρέτου:

από τους αρχικώς ενάγοντες, η πρώτη Β. Γ. 6,52% (2.900 τ.μ.), οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος Ε., Α. και Π. Γ. από 16,40% (7.300 τ.μ.), ο δεύτερος Σ. Γ. 17,75% (7.900 τ.μ.) και ο έκτος Γ. Γ. 20% (8.900 τ.μ.), ενώ η Π. Γ., η οποία προαποβίωσε των άνω εναγόντων έλαβε 6,52% (2.900 τ.μ.). Στη συνέχεια, ο Γ. Γ. πώλησε το ποσοστό του με το .../1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αποστόλου Ζέρβα, νόμιμα μεταγραμμένου, στον Ε.

Μ., έβδομο των αρχικώς εναγόντων, ενώ ο Π. Γ. πώλησε το άνω ποσοστό του στην Β. Γ. με το .../1964 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίου Κωνστανταράκη, νόμιμα μεταγραμμένου. Μετά τη διαμορφωθείσα με τις άνω μεταβιβάσεις ποσοστών, που αντιστοιχούν βεβαίως σε στρέμματα επί της συνολικής εδαφικής έκτασης που ανήκε ως άνω στον απώτερο δικαιοπάροχο Κ.

Γ., οι Σ., Ε., Α. Γ. και η Β. και Π. Γ., αλλά και ο Ε. Μ. προέβησαν με όμορους ιδιοκτήτες στη σύνταξη της .../1966 πράξεως καθορισμού ορίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Πολύδωρου Βαρδουλάκη, νόμιμα μεταγραμμένης στην οποία συνήφθη και το από 25-1-1966 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Μ. Τ.. Στο τελευταίο διάγραμμα προσδιορίζονται επακριβώς τέσσερις (4) αγροί που αποτελούν τη συνολική οριοθετούμενη με την άνω πράξη έκταση : 1) ο υπ'αρ. 4 εκτάσεως 13.433 τ.μ., 2) ο υπ'αρ. 10 εκτάσεως 9.159 τ.μ. (τμήμα αυτού αποτελεί το επίδικο), 3) ο υπ'αρ. 13 εκτάσεως 3.590 τ.μ.

και 4) ο υπ' αρ. 18 εκτάσεως 9.932 τ.μ. Ο υπ'αρ. 10 αγρός του διαγράμματος εντάχθηκε στο ρυμοτομικό σχέδιο του εναγόμενου Δήμου στα οικοδομικά τετράγωνα 1168, 1169, 1174 και 1175. Το ΟΤ 1174 απαλλοτριώθηκε για την ανέγερση του 2ου Γυμνασίου Αγίου Δημητρίου Αττικής και εντός του ΟΤ 1175 είναι η επίδικη έκταση. Περαιτέρω, την 23-2-1978 απεβίωσε η Π.

Γ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους αρχικώς ενάγοντες, οι οποίοι έλαβαν ποσοστά εξ αδιαιρέτου από 1,2% οι πέντε πρώτοι (και 0,54% ο Γ. Γ.), οι οποίοι και αποδέχθηκαν την κληρονομιά της με την .../1981 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίου Κωνστανταράκη, νόμιμα μεταγραμμένη. Τέλος, ο Α.

Γ. πώλησε από το ποσοστό του, που είχε εν τω μεταξύ αποκτήσει, με το .../1979 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίου Κωνστανταράκη, νόμιμα μεταγραμμένου, ποσοστό 3% εξ αδιαιρέτου στον Ε. Γ..

Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω, οι αρχικώς ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι κατά τα εξής ποσοστά εξ αδιαιρέτου: 24,12% η πρώτη, 18,95% ο δεύτερος, 20,60% ο τρίτος, 14,60% ο τέταρτος, 1,20% ο πέμπτος και 20% ο έβδομος. Όπως προέκυψε και από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που εκτιμάται ελεύθερα, κατ' άρθρο 387 Κ.Πολ.Δ. από το Δικαστήριο, το επίδικο αποτελεί τμήμα και εμπίπτει στα όρια των ακινήτων που περιγράφονται στα άνω .../1922 και .../1964 συμβόλαια.

Περαιτέρω, ο απώτερος δικαιοπάροχος από το χρόνο κτήσης και μέχρι το θάνατο του το 1960 ασκούσε στα ακίνητα του και στο επίδικο τις προσιδιάζουσες ανάλογα με τη φύση του και τον προορισμό του πράξεις, κυρίως καλλιεργώντας το με δημητριακά (σιτάρι, κριθάρι, ήταν αγρός). Την καλλιέργεια συνέχισαν όσο ήταν αγρός και οι κληρονόμοι του που έχουν αναφερθεί και ο Ε.

Μ., οι οποίοι περαιτέρω το επισκέπτονταν, το καταμετρούσαν και συνέτασσαν τοπογραφικά διαγράμματα, το διαπραγματεύονταν προς πώληση μαζί με τα άλλα ακίνητα τους μέχρι την κατάληψη κατά το έτος 1982 από τον εναγόμενο Δήμο, που προέβη σε αυθαίρετη δενδροφύτευση από το μάρτυρα ανταπόδειξης. Για τα αμέσως παραπάνω αμφισβητούμενα πραγματικά γεγονότα πειστικές για το Δικαστήριο αυτό είναι οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με μέριμνα των εναγόντων οι οποίες ενισχύονται και από τα λοιπά (πέραν της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης) έγγραφα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων, και οι 784/1994 και 491/1995 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τις οποίες αναγνωρίσθηκαν ως δικαιούχοι αποζημιώσεως λόγω απαλλοτρίωσης στο 1174 Ο.Τ για την ανέγερση του 2ου Γυμνασίου Αγίου Δημητρίου, το συναφές μ' αυτή (απαλλοτρίωση) έγγραφο κτηματογράφηση - από 15.5.1992 που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός του Υπουργείου Γεωργίας Γ.

Λ.. Ενόψει των προαναφερθέντων είναι απορριπτέος τόσο ο τρίτος -τελευταίος λόγος της εφέσεως όσο και το αίτημα του εκκαλούντος περί διεξαγωγής νέας πραγματογνωμοσύνης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι οι αρχικώς ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου κατά το πιο πάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ήτοι του ακινήτου εμβαδού 3.329τ.μ.

που κείται εντός του Ο.Τ. 1175 του ρυμοτομικού σχεδίου του εναγόμενου Δήμου, όπως πιο πάνω με ακρίβεια περιγράφεται, οι έξι μεν πρώτοι από αυτούς με κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος στις 10.9.1960, χωρίς διαθήκη, Κ. Γ. (πατέρα του), την κληρονομία του οποίου αποδέχτηκαν και μετέγραψαν τη σχετική με την αποδοχή συμβολαιογραφική πράξη, και ο έβδομος με αγορά από το Γ.

Γ. (γιό του Κ. Γ.) με το ανωτέρω .../1964 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, σε συνδυασμό με το διανεμητήριο πιο πάνω συμβόλαιο .../1964 και τα λοιπά προεκτιθέμενα μεταβιβαστικά συμβόλαια, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, και πάντως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, ως νεμόμενοι το επίδικο κατά το παραπάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας απ' αυτούς, αντίστοιχα, από τότε που το απέκτησαν με τους νόμιμους πιο πάνω τίτλους τους και έκτοτε συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής και πριν από αυτούς οι δικαιοπάροχοί τους, όλοι τους δε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη με τους νόμιμους αυτούς τίτλους τους, ήτοι επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (άρθρα 1033, 1041, 1045, 1051, 1710, 1711, 1813, 1820, 1846, 1192, 1193, 1194, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ).

Με βάση αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού ως προς τα ουσιώδη ζητήματα του παράγωγου τρόπου και πάντως του πρωτότυπου τρόπου, που οι αρχικοί ενάγοντες έγιναν συγκύριοι κατά το πιο πάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας, και αποτελούσαν τις βάσεις (κύρια και επικουρικές) της ένδικης αγωγής, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ που εφαρμόσθηκαν.

Ειδικότερα, κατά τις σαφείς παραδοχές του Εφετείου, το επίδικο οικόπεδο εμπίπτει στα όρια των ακινήτων που περιγράφονται στο ανωτέρω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο .../1922, με το οποίο ο απώτερος δικαιοπάροχος των αρχικών εναγόντων, Κ. Γ., απέκτησε αγροτική έκταση 24 στρεμμάτων - τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο - και του διανεμητήριου πιο πάνω συμβολαίου που ακολούθησε.

Δέχεται δηλαδή με σαφήνεια το Εφετείο, ότι το επίδικο ήταν (όχι ρέμα, αλλά) αγροτική έκταση, την οποία καλλιεργούσε ο προαναφερόμενος απώτερος δικαιοπάροχος των αρχικών εναγόντων με δημητριακά (σιτάρι, κριθάρι) και ότι όσο το επίδικο ήταν αγρός, την ίδια καλλιέργεια συνέχισαν και οι κληρονόμοι του. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και ιδίως ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες και πάντως επαρκείς αιτιολογίες επί των προεκτιθέμενων ζητημάτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 379 και 380 ΚΠολΔ, που ορίζουν ότι το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση δίδει στους πραγματογνώμονες τις αναγκαίες οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελέσουν τα καθήκοντά τους και ότι οι πραγματογνώμονες μπορούν να λάβουν γνώση των στοιχείων της δικογραφίας που τους είναι χρήσιμα, δεν προκύπτει ότι, σε περίπτωση που είτε δεν ακολούθησαν αυτοί τις οδηγίες, είτε δεν έλαβαν υπόψη τα στοιχεία της δικογραφίας και παρά ταύτα σύνταξαν την έκθεσή τους δημιουργείται ακυρότητα ακόμη και αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου.

Διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 387 και 388 ΚΠολΔ το δικαστήριο, από τη μία πλευρά εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και επομένως έχει εξουσία να μην της προσδώσει βαρύτητα, αν δεν ακολουθήθηκαν οι οδηγίες που δόθηκαν στους πραγματογνώμονες ή οι διευκρινίσεις των διαδίκων, και από την άλλη πλευρά έχει το δικαίωμα, αν το κρίνει σκόπιμο, να διατάξει, είτε με αίτηση των διαδίκων, είτε και αυτεπαγγέλτως νέα πραγματογνωμοσύνη ή επανάληψη ή συμπλήρωσή της από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες.

Επομένως, ο δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, κατ' ορθήν εκτίμησή του από τους αριθμούς 8 περ. β' και 14 (και όχι μόνο από τον αριθμό 8 περ. β') του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο, γιατί παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του που είχε προβάλει με λόγο έφεσης, περί ακυρότητας της πραγματογνωμοσύνης εξαιτίας της μη επίσκεψης του επιδίκου από τον πραγματογνώμονα παρά τις σχετικές οδηγίες που δόθηκαν σ'αυτόν από το Δικαστήριο, και γιατί παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα αυτή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, από το άρθρο 344 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2915/29.5.2001 και έχει εδώ εφαρμογή, ως εκ του χρόνου προσδιορισμού - τη 17.9.1984 - της πρώτης συζήτησης της ένδικης - από 15.7.1984 - αγωγής (άρθρο 22 παρ. 1 ν. 2915/29.5.2001), προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, αν κατά την κρίση του, θεωρεί, ότι με τις αποδείξεις που έγιναν, έχει αποδειχθεί το θέμα που έταξε, δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει νέες αποδείξεις, τότε η απόρριψη του σχετικού αιτήματος απ' αυτό δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης.

Επομένως, ο δεύτερος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 9 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γιατί απέρριψε σιωπηρά το αίτημά του περί αναβολής της έκδοσης οριστικής απόφασης, αλλά, αντίθετα της έκδοσης παρεμπίπτουσας απόφασης, με την οποία να υποχρεωθούν οι αντίδικοί του να προσκομίσουν τα ειδικώς μνημονευόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που εφαρμόζεται μόνο για δικαιώματα που απορρέουν από διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι η κλήση προς συζήτηση, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και υποχρέου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάστασή του, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.ΑΠ 33/2005, Ολ.ΑΠ 7/2002, Ολ.ΑΠ 8/2001, ΑΠ 701/2009).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Τέλος, ως πράγμα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η λήψη ή η μη λήψη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον οικείο αναιρετικό λόγο, αποτελεί και ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και τα προς θεμελίωση αυτών πραγματικά περιστατικά.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων Δήμος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 8 περιπτ. β' ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό του, που είχε προτείνει με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του στον πρώτο βαθμό και είχε επαναφέρει με λόγο έφεσης στο Εφετείο, ότι η άσκηση με την αγωγή του ένδικου δικαιώματος αντίκειται στην ΑΚ 281, δεδομένου ότι οι αναιρεσίβλητοι από τη 13.5.1985 (οπότε εκδόθηκε η 6479/1985 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) μέχρι την 4.7.2003 (οπότε οι αναιρεσίβλητοι κατέθεσαν την από 4.7.2003 κλήση τους για εξέταση μαρτύρων) δεν ενήργησαν οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη σχετικά με την εκ μέρους τους διεκδίκηση του επίδικου ακινήτου και επιπρόσθετα δεν ενήργησαν οποιαδήποτε υλική πράξη επί του επίδικου ακινήτου, με αποτέλεσμα η επί τόσα πολλά έτη (πλέον των 18) αδράνεια όλων των εναγόντων και όλων των διαδόχων τους, να δημιουργήσει στους εκπροσώπους και στα όργανα του αναιρεσείοντος, που ενεργούσε ως πραγματικός κύριος, νομέας και κάτοχος του επιδίκου, τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι οι ήδη αντίδικοί τους εγκατέλειψαν τη διεκδίκησή του και ότι δεν πρόκειται στο μέλλον να επικαλεστούν δικαιώματα επ' αυτού, να προβεί δε, έτσι αυτός σε σοβαρές και δαπανηρές παρεμβάσεις στο επίδικο κόστους 202.245,78 ευρώ, οι οποίες έγιναν υπό τα όμματα των αντιδίκων του, αλλά χωρίς καμία αντίρρηση ή διαμαρτυρία τους, και συγκεκριμένα κατά τα έτη 1988-1990 στην κατασκευή παιδικής χαράς και κατά το έτος 2000, 1) σε κατασκευή και εξοπλισμό με σύγχρονα όργανα της παιδικής χαράς με πρόσωπο στην οδό ..., επί εδαφικής έκτασης 300 τ.μ.

περίπου, 2) σε κατασκευή πεζόδρομου στο βόρειο τμήμα του επίδικου μήκους 113μ. και πλάτους 5μ. από κυβόλιθους, 3) σε κατασκευή λιθόκτιστης βρύσης εντός του οικοπέδου σε τοιχείο μήκους 10μ. και ύψους 1,50μ. και διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου εμβαδού 30 τ.μ. με πλάκες Καρύστου, 4) σε κατασκευή τοιχείων σε διάφορα σημεία του οικοπέδου λιθόκτιστων και 5) σε φύτευση νέων δένδρων και περιποίηση των φυτευθέντων πριν από την έγερση της αγωγής, καθώς και των νέων δένδρων, η ανατροπή δε της κατάστασης αυτής που δημιουργήθηκε, θα επιφέρει σ'αυτόν - αναιρεσείοντα - δυσμενείς συνέπειες (απώλεια των ως άνω δαπανών ποσού 202.245,78 ευρώ και απώλεια της χρήσης του ακινήτου).

Υπό τα επικαλούμενα, όμως, ανωτέρω περιστατικά, η κατάσταση, όπως πιο πάνω περιγράφεται ότι διαμορφώθηκε, οφείλεται κυρίως στον αναιρεσείοντα Δήμο, ο οποίος, αφού είχε προβεί σε φύτευση δένδρων στο επίδικο πριν την άσκηση της αγωγής - δηλαδή σε κατάληψη του επιδίκου που προκάλεσε την έγερση από τους αρχικώς ενάγοντες της ένδικης αγωγής - αντί να επιδιώξει την εκκαθάριση της διαφοράς με επίσπευση της συζήτησης και την έκδοση απόφασης επί της αγωγής, ενέμεινε στη συνέχιση της κατάληψης του επιδίκου και στη διαμόρφωσή του, όπως πιο πάνω περιγράφεται, με την κατασκευή σ' αυτό κατά τα έτη 1988 - 1990 παιδικής χαράς και κατά το έτος 2000 των λοιπών πιο πάνω εγκαταστάσεων.

Έτσι, εκτός του ότι η άσκηση του δικαιώματος για επαναφορά προς συζήτηση με κλήση, ως απορρέοντος από διάταξη δικονομικού δικαίου (ήτοι του άρθρου 228 ΚΠολΔ), δεν μπορεί να είναι αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση από τους αναιρεσιβλήτους του ένδικου δικαιώματος, έστω και αν από την έκδοση της προδικαστικής πιο πάνω - 6479/1985 - απόφασης έως και την προεκτιθέμενη - από 4.7.2003 - κλήση τους για εξέταση μαρτύρων και την έκδοση απόφασης επί της αγωγής μεσολάβησε μακρύ χρονικό διάστημα, εντός του οποίου ο αναιρεσείων Δήμος προέβη στις σοβαρές και δαπανηρές πιο πάνω παρεμβάσεις, δεν είναι καταχρηστική, αντίθετη δηλαδή στην ΑΚ 281, αφού, υπό τα επικαλούμενα ανωτέρω περιστατικά, δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του.

Συνεπώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την οποία ο αναιρεσείων Δήμος ψέγει το Εφετείο, ότι "παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προτάσεών του" και έτσι δεν έλαβε υπόψη τον πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό του από την ΑΚ 281, προεχόντως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραμορφώθηκαν τα κατά τα άρθρα 339 και 432 - 465 αποδεικτικά έγγραφα και όχι οι προτάσεις των διαδίκων που είναι διαδικαστικό έγγραφο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.4.2010 αίτηση του Δήμου Αγίου Δημητρίου Αττικής για αναίρεση της 1508/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ