Supreme Court dismisses appeal for non-consideration of evidence due to failure to formally cite documents at second instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court ignored specific documentary evidence submitted to prove unpaid rent and debt settlements. The court ruled that the appellant failed to formally cite these documents before the Court of Appeal, merely referencing them in general terms without proper legal invocation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8 para. 2 and Art. 559 no. 11 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal for non-consideration of evidence is inadmissible if the documents were not formally cited with specific proposals at the second instance, and mere reference to prior submissions does not constitute legal citation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1434 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1434/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ συζ. Γ, το γένος ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγγελή.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, συζ. Φ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καλλιούρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 59/2007 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-9-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 16-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' του ΚΠολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγμα, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.
ΑΠ 11/96). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο έκρινε, ότι η ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα είναι κυρία του επιδίκου ακινήτου, που αποτελείται από ένα ισόγειο κατάστημα και τις συνεχόμενες αυτού αποθήκες και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, συνολικού εμβαδού 197 τ.μ., το οποίο βρίσκεται επί οικοπέδου κειμένου στο ...
και αποτελεί χωριστή (οριζόντια) ιδιοκτησία, η οποία περιήλθε σ' αυτήν κατά κυριότητα με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο της κληρονομικής από διαθήκη διαδοχής, ήτοι από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 12-3-1965 Π, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης αυτού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, την οποία (κληρονομιά) αυτή αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. ...
πράξη αποδοχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Πατεράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ακολούθως δε το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας εναγομένης, επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Με τον πρώτο, μέρος πρώτο και τρίτο, λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αρ. 8 εδ.β' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικούς της ένστασής της περί ιδίας αυτής κυριότητας στο επίδικο ισχυρισμούς, τους οποίους πρότεινε αυτή με λόγους της έφεσης της, και ειδικότερα τους ισχυρισμούς "1) ότι ο αποβιώσας στις 12-3-1965 Π, καθολικός κοινός δικαιοπάροχος της άμεσης δικαιοπαρόχου της Σ χήρας Π και της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας, με την υπ' αριθμ....
δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, δεν συνέστησε αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες για το επίδικο ακίνητο, την ευρισκόμενη στο βόρειο τμήμα του οικοπέδου αυλή και το δικαίωμα της καθ' ύψος επέκτασης του επιδίκου, αλλά κατέλειπε στην ενάγουσα μόνο την επικαρπία του υφιστάμενου κατά το χρόνο του θανάτου του ισόγειου καταστήματος, εμβαδού 58,85 τ.μ., που αποτελεί τμήμα του διεκδικούμενου από εκείνη επιδίκου καταστήματος, ενώ την ψιλή κυριότητα του τμήματος αυτού, καθώς και το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου καταστήματος, κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, τα κατέλειπε στη σύζυγό του και δικαιοπάροχο αυτής (αναιρεσείουσας) Σ, την οποία εγκατέστησε με τη διαθήκη κληρονόμο του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του και 2) ότι η δικαιοπάροχος της Σχήρα Π, με την υπ' αριθμ. ...
πράξη του συμβολαιογράφου Ταμυνέων Κλέωνα Παλαιολόγου, αποδέχθηκε την καταλειφθείσα σ' αυτήν με την πιο πάνω διαθήκη κληρονομιά του αποβιώσαντος συζύγου της Π, χωρίς να αποδεχθεί και την καταλειφθείσα στον τελευταίο κληρονομιά του προαποβιώσαντος αδελφού του Β, για το λόγο δε αυτό προέβη σε διόρθωση και συμπλήρωση της πιο πάνω πράξης αποδοχής με την υπ'αριθμ....
όμοια πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Αγγελή". Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο Π, που αποβίωσε στις 12-3-1965, με την υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμους του τη σύζυγό του Σ και τη θυγατέρα της πρώτης εξαδέλφης του Ψ θυγ.
Κ (ενάγουσα), ορίζοντας στη διαθήκη ότι " καταλείπω εις αυτάς άπασαν την κινητήν και ακίνητον περιουσίαν μου, κειμένην εις τας περιφερείας ... και ... του τέως Δήμου ... ή οπουδήποτε αλλού, ως εξής Α) Εις την σύζυγόν μου Σ συζ.Π καταλείπω άπασαν την κινητήν και ακίνητον περιουσίαν μου τόσον εν ..., όσον και εν τω ..., ήτοι όλα τα εν τω καταστήματί μου εμπορεύματα, τα κινητά πράγματα μου, όλας τας απαιτήσεις μου και όλην την ακίνητην περιουσίαν μου...
Β) Εις την Ψ θυγ.Κκαταλείπω εν μαγαζείον (ισόγειον) κείμενον εντός του ..., συνορευόμενον με Π, δρόμον, δίοδον ... και αυλήν Π. Δεν καταλείπω εις αυτήν τον ύπερθεν του μαγαζείου χώρον (αέρα) καθώς και την όπισθεν αυλήν, καταλείπω δε εις αυτήν το μαγαζείον μέχρι εκεί που είναι κτισμένον και θα λαμβάνει τα μισθώματα ταύτης και δεν θα την πωλεί σύμφωνα με την διαθήκην του αδελφού μου Β.Και θα παραλαβή το ως άνω μαγαζείον συμφώνως με τη διαθήκη του αδελφού μου Β, μετά τον θάνατον της συζύγου μου Σ οπότε θα αρχίσει να λαμβάνη τα μισθώματα...".
Από το περιεχόμενο αυτό της διαθήκης προκύπτει ότι ο Π εγκατέστησε κληρονόμο του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του τη σύζυγο αυτού Σ, εκτός από ένα ισόγειο κατάστημα στο ... που έχει τα πιο πάνω όρια (επίδικο), του οποίου την ψιλή κυριότητα κατέλειπε στην ενάγουσα και την επικαρπία στη σύζυγο του Σ.
Με την ίδια διαθήκη ο κληρονομούμενος συνέστησε αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες και συγκεκριμένα μία για το επίδικο κατάστημα, μία για την ευρισκόμενη στο βόρειο τμήμα του οικοπέδου αυλή και μία για το δικαίωμα υψούν του επιδίκου. Ακολούθως η Σ χήρα Π, με την υπ' αριθμ. ...πράξη του συμβολαιογράφου Ταμυνέων Κλέωνα Παλαιολόγου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιά του ανωτέρω συζύγου της, δηλώνοντας ότι "κληρονόμησε εν μαγαζείον μετά της ύπερθεν αυτού οικίας, κείμενον εντός του..., καθώς και τον αέρα του παραπλεύρως κειμένου μαγαζείου μετά της αυλής των, όπισθεν συνορευομένων όλων...".
Από το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής αποδοχής κληρονομιάς, σε συνδυασμό με το εκτεθέν περιεχόμενο της πιο πάνω αναφερόμενης δημόσιας διαθήκης του Π, επιβεβαιώνεται το εμπράγματο δικαίωμα της ενάγουσας ως ψιλής κυρίας του επιδίκου ακινήτου, αφού και η σύζυγος και καθολική διάδοχος του Π δέχεται ότι απέκτησε ως κληρονόμος, δυνάμει της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης, πλην της επικαρπίας, τον αέρα (δικαίωμα του υψούν) και την όπισθεν αυλή του επιδίκου, ως αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, η σύσταση των οποίων και επήλθε αναδρομικώς από του θανάτου του κληρονομουμένου (12-3-1965) με τη μεταγραφή της προδιαληφθείσης υπ' αριθμ ....
συμβολαιογρα-φικής πράξης περί αποδοχής της κληρονομίας. Η περιέλευση δε στην ενάγουσα της ψιλής κυριότητας του επιδίκου ακινήτου δεν αναιρείται από τη μεταγενέστερη υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Αγγελή, με την οποία η Σ χήρα Π επιχείρησε να εμφανίσει, την ίδια μεν ως τη μοναδική από διαθήκη κληρονόμο του συζύγου της Π σε όλη αδιακρίτως την περιουσία αυτού, τη δε ενάγουσα ως επικαρπώτρια τμήματος του επιδίκου, παρακάμπτοντας την κατάλειψη στην ενάγουσα, με τη διαθήκη, της ψιλής κυριότητας του επιδίκου ακινήτου.
Ενόψει αυτών, η γενόμενη με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου δωρεά του επιδίκου ακινήτου από την Σ χήρα Π προς την εναγομένη δεν επέφερε τη μεταβίβαση στην τελευταία της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, αφού η δωρήτρια κατά το χρόνο της μεταβίβασης ήταν απλώς επικαρπώτρια και όχι κυρία του επιδίκου.
Συνεπώς είναι απορριπτέα η ένσταση της εναγομένης περί ιδίας κυριότητας της στο επίδικο ακίνητο. Εξάλλου, η Σ χήρα Π αποβίωσε στις 12-4-2001 και έτσι αποσβέσθηκε έκτοτε η επικαρπία αυτής επί του επιδίκου, η δε ενάγουσα, που αποδέχθηκε την κληρονομιά του Π με την υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα το επίδικο ακίνητο".
Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε τους παραπάνω αναφερόμενους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, πλην όμως, εκτιμώντας το περιεχόμενο της προδιαληφθείσης διαθήκης, έκρινε, ότι αυτοί δεν αποδείχθηκαν και συνεπώς τους έλαβε υπόψη. Επομένως ο ανωτέρω, περί του αντιθέτου, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, μέρος δεύτερο, της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η αιτίαση, ότι, "ενώ, σύμφωνα με την από 5/2001 κάτοψη ισογείου καταστήματος και το από 05/2001 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Μ, καθώς και την κατάθεση της εξετασθείσης μάρτυρα της αναιρεσείουσας, το επίδικο ακίνητο αποτελείται από το προϋφιστάμενο κατάστημα, εμβαδού 58,85 τ.μ., και τους δύο χώρους αυτού, εμβαδού 65 τ.μ.
και 37,25 τ.μ., αντίστοιχα, του οποίους ανήγειρε η δικαιοπάροχος της Σ χήρα Π μετά το θάνατο του διαθέτη συζύγου της Π, όπισθεν δε του επιδίκου καταστήματος δεν υπάρχει σήμερα αυλή, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι ο Π κατέλειπε με τη διαθήκη στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα μόνο την επικαρπία του υφιστάμενου αρχικού καταστήματός του, εμβαδού 58,85 τ.μ.", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αιτίαση αυτή αναφέρεται αποκλειστικά στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με την οποία κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΕΠΕΙΔΗ, παραμόρφωση εγγράφων, που ιδρύει τον από τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από το περιεχόμενό του ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία ενός πραγματικού γεγονότος, δηλαδή όταν υπήρξε λανθασμένη "ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου ή παράλειψη αναγνώσεως κρίσιμων φράσεων αυτού.
Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση με την πιο πάνω έννοια όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου καταλήγει, έστω και εσφαλμένα, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση πραγμάτων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ.20 ΚΠολΔ, αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ'αριθμ.... πράξης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ταμυνέων Κλέωνα Παλαιολόγου, με την οποία η άμεση δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας Σ χήρα Π αποδέχθηκε την καταλειφθείσα σ' αυτήν με την ...
δημόσια διαθήκη κληρονομία του συζύγου της Π, που αποβίωσε στις 12-3-1965. Ειδικότερα προβάλλει η αναιρεσείουσα, ότι η παραμόρφωση συνίσταται στο ότι, ενώ από την περιεχόμενη στη συμβολαιογραφική αυτή πράξη δήλωση της δικαιοπαρόχου της "ότι κληρονόμησε εν μαγαζείον μετά της ύπερθεν αυτού οικίας, κείμενον εντός του ..., καθώς και τον αέρα του παραπλεύρως κειμένου μαγαζείου μετά της αυλής των όπισθεν, συνορευομένων όλων με..." προκύπτει ότι αυτή αποδέχθηκε μόνο το δικαίωμα του υψούν και την όπισθεν αυλή του επιδίκου, το Εφετείο δέχθηκε ότι, από το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής αποδοχής κληρονομίας, σε συνδυασμό με την παραπάνω ...
δημόσια διαθήκη του κληρονομουμένου Π, επιβεβαιώνεται το εμπράγματο δικαίωμα της ενάγουσας ως ψιλής κυρίας του επιδίκου ακινήτου, αφού και η σύζυγος και καθολική διάδοχος του Π δέχεται, ότι απέκτησε ως κληρονόμος, βάσει της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης, πλην της επικαρπίας, το δικαίωμα του υψούν και την όπισθεν αυλή του επιδίκου, ως αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ανέγνωσε σωστά το κείμενο της παραπάνω συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς, πλην όμως, εκτιμώντας το περιεχόμενο αυτής, κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που εκλαμβάνει ως ορθό η αναιρεσείουσα.
ΕΠΕΙΔΗ, για τη ίδρυση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αρκεί η προσκομιδή του εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση αυτού με τις προτάσεις στο Εφετείο.
Δεν συνιστά δε, κατ' άρθρο 240 του αυτού Κώδικα, που έχει εφαρμογή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην επίκληση εγγράφων, νόμιμη επίκληση η ενσωμάτωση των προτάσεων των προηγούμενων συζητήσεων στις οποίες μνημονεύονται τα έγγραφα (Ολ. ΑΠ 9/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που αυτή είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι δεν οφείλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό που της επιδικάσθηκε για εξαχθέντα από το επίδικο ωφελήματα, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη 1)την από 6-6-2001 εξώδικη δήλωσή της προς την αναιρεσίβλητη, με την οποία της γνωστοποιούσε το ποσό του μηνιαίου μισθώματος που δικαιούτο από την εκμίσθωση του επιδίκου ακινήτου σε τρίτο 2) την από 18-7-2002 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή της προς την αναιρεσίβλητη, με την οποία την καλούσε να παραλάβει από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της το ποσό των 3.028,45 ευρώ, στο οποίο ανέρχονταν, κατ' εκείνη, τα εισπραχθέντα από την εκμίσθωση του επιδίκου ακινήτου μισθώματα και 3) την από 12-9-2003 εξώδικη δήλωσή της προς την αναιρεσίβλητη, με την οποία της γνωστοποίησε ότι προέβη σε παρακατάθεση υπέρ αυτής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ποσού 7.074,87 ευρώ, για οφειλόμενα προς εκείνη μισθώματα από την εκμίσθωση του επιδίκου.
Από την επισκόπηση, όμως, των από 8-1-2007 προτάσεων της αναιρεσείουσας που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε ειδικώς επικαλεσθεί τις παραπάνω εξώδικες δηλώσεις της προς την αναιρεσίβλητη, αλλά αρκέσθηκε με τις προτάσεις αυτές, αφενός σε γενική παραπομπή στο περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεών της που είχε υποβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας), με τις οποίες είχε επικαλεσθεί τα έγγραφα αυτά, και αφετέρου σε ενσωμάτωση σε αυτές του κειμένου των πρωτόδικων προτάσεων της.
Από όσα εκτέθηκαν προκύπτει ότι δεν έγινε επίκληση των πιο πάνω εγγράφων ενώπιον του Εφετείου με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και συνεπώς, το δικαστήριο εκείνο, μη λαμβάνοντας υπόψη τα έγγραφα αυτά, δεν υπέπεσε στην από το άνω άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο δε περί του αντιθέτου ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-9-2008 αίτηση της Χ συζ. Γ για αναίρεση της υπ' αριθμ.59/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Οκτωβρίου 2010.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ