Legislator Case Law & Legislation
1434/2008 AI generated

Supreme Court remands case for retrial due to insufficient reasoning on factual findings and legal application.

Case Number 1434/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The lower court failed to provide adequate reasoning regarding the factual circumstances and legal basis for the defendants' liability. Consequently, the Court ordered the case to be remanded for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 § 2, 568 §§ 1 and 4, 498 § 1, 135, and 134 § 1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine sua sponte the proper service of process if the opposing party is absent, and a judgment lacking sufficient reasoning on facts and law constitutes a ground for remand.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure insufficient reasoning remand for retrial service of process appeal against judgment factual findings legal application

Cited Legislation

AI generated
Articles 576 § 2, 568 §§ 1 and 4, 498 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 135 of the Code of Civil Procedure
Article 134 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 31 § 1 of Law 2172/1993
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1434 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός: 1434/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) χ1, 2) χ2, 3) χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευανθία Κατσιγιάννη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομορρύθμου Εταιρείας με την επωνυμία ".... Ο.Ε." που εδρεύει στον ..... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/1996 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5992/1998 προδικαστική και 2573/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 8053/2004 προδικαστική και 9028/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/5/2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης, ανέγνωσε την από 22/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατά το πρώτο μέρος του λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, εκ των διατάξεων των άρθρων 576 § 2, 568 §§ 1 και 4 και 498 § 1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο Άρειος Πάγος, εφόσον ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί, οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν αυτός κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 135 του ίδιου κώδικα, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της § 1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 134 § 1 του ίδιου Κώδικα, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ' αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι η επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως για συζήτηση, για άγνωστης διαμονής αναιρεσίβλητο, γίνεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. .....έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ....., αποδεικνύεται ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τις κάτω από αυτό πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, διότι είναι ήδη άγνωστη η έδρα της αναιρεσίβλητης εταιρίας, αλλά και ο τόπος κατοικίας των νομίμων εκπροσώπων αυτής (βλ.

υπ' αριθ. ... έως .... βεβαιώσεις του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή), ενώ συγχρόνως δημοσιεύτηκε στις εκδιδόμενες στην Αθήνα ημερήσιες εφημερίδες με τον τίτλο "....." και "...." περίληψη του ανωτέρω κοινοποιηθέντος δικογράφου. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της, σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

2. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αναιρείται για έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, την οποία το δικαστήριο εφήρμοσε, και έτσι δεν είναι δυνατός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως αυτής.

Ενόψει τούτων και των διατάξεων των άρθρων 361, 713, 681 επ., 481, 477, 340, 341, 343, 345 ΑΚ και 22 ΕμπΝ προκύπτει, ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία τα μέλη συμβληθείσας κοινοπραξίας μεταφοράς εμπορευμάτων, και μετά την ανανέωση της υφιστάμενης συμβάσεως ως προς τα υπόχρεα πρόσωπα, μέλος αυτής, υποχρεώνονται να καταβάλουν στον αντισυμβληθέντα μεταφορέα, τα μέλη της κοινοπραξίας εις ολόκληρον, τα ποσά, που προκύπτουν από τη σε τακτά χρονικά διαστήματα εκκαθάριση αμοιβαίων χρεοπιστώσεων και εκατέρωθεν δοσοληψιών από τη συμφωνημένη μεταξύ τους συνεργασία στην εκτέλεση του έργου μεταφοράς εμπορευμάτων από και προς ορισμένο τόπο και αντιστρόφως, νομιμοτόκως μάλιστα τα ποσά αυτά από χρόνο προγενέστερο της επιδόσεως της αγωγής, για να έχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες και να μη στερείται νόμιμης βάσεως πρέπει να εκτίθενται σε αυτή :

α) αναλυτικά όλες οι γενόμενες, στο πλαίσιο της συμβάσεως συνεργασίας, μεταφορές εμπορευμάτων, τα γενόμενα και από τις δύο πλευρές έξοδα και εισπράξεις από την πληρωμή φορτωτικών, ώστε από τις αμοιβαίες χρεοπιστώσεις και εκκαθαρίσεις να προκύπτει το υπέρ του ενός ή άλλου μέρους χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο οφείλει να επιδικάσει το δικαστήριο, β) την αιτία (σύμβαση ή νόμο) και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει, ότι οι εναγόμενοι - μέλη της συμβληθείσας κοινοπραξίας μεταφοράς προϊόντων ευθύνονται εις ολόκληρον για την καταβολή στην αντισυμβληθείσα μεταφορική εταιρία του προκύπτοντος χρεωστικού υπολοίπου, και γ) την αιτία για την οποία ο σε κάθε περίπτωση υπόχρεος σε καταβολή υποχρεούται να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό με τόκους υπερημερίας από συγκεκριμένη ημέρα, αν δηλονότι η υποχρέωση αυτή του οφειλέτη προκύπτει από συμφωνημένη δήλη ημέρα καταβολής του οφειλόμενου ποσού ή είναι αποτέλεσμα προηγηθείσας δικαστικής ή εξώδικης οχλήσεώς τούτου από το δανειστή.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, τα εξής : Οι διάδικοι, όντας ανεξάρτητοι μεταφορείς εμπορευμάτων με φορτηγά, συμφώνησαν ότι από τα μέσα του έτους 1994 έως τις 29.2.1996 η ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα θα έστελνε με έξοδά της εμπορεύματα στη νήσο Κω, τα οποία οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι θα διένεμαν με δικά τους έξοδα στους παραλήπτες τους στην Κω, και όταν υπήρχε εντολή πληρωμής, θα εισέπρατταν από τον παραλήπτη το αντίτιμο των φορτωτικών, τα αυτά δε θα συνέβαιναν, αντιστρόφως, στην περίπτωση αποστολής εμπορευμάτων από την Κω στην Αθήνα, καθώς και ότι μετά την αφαίρεση των εξόδων, τα καθαρά κέρδη θα μοιράζονταν εξίσου μεταξύ των διαδίκων.

Η συνεργασία αυτή διήρκεσε μέχρι τις 31.5.1995, οπότε συμφωνήθηκε να συνεχισθεί αυτή μόνο μεταξύ του πρώτου εναγομένου και της ενάγουσας, υπό τους αυτούς ως άνω όρους της αρχικής συμβάσεως, συνεργασία που διήρκεσε στη συνέχεια έως τις 29.8.1996. Για την περίοδο του έτους 1994 η συνεργασία υπήρξε ομαλή και οι μεταξύ των διαδίκων οικονομικές δοσοληψίες τακτοποιήθηκαν, όπως είχε συμφωνηθεί.

Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1995 έως 31.5.1995 οι συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων, τηρούνταν από την ενάγουσα λογιστικώς με μορφή εγγραφών επί μέρους πράξεων και αμοιβαίων χρεοπιστώσεων, σε αναλυτικές καταστάσεις, τις οποίες τηρούσε αυτή με μηχανογραφικό τρόπο. Από τις καταστάσεις αυτές προκύπτει, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, ότι οι εναγόμενοι της όφειλαν για το χρονικό διάστημα από 1.1.1995 έως 31.5.1995 το ποσό των 7.115.862 δραχμών.

Ο ορισθείς λογιστής πραγματογνώμονας, μετά από έλεγχο των παραστατικών εγγράφων στο λογιστήριο της ενάγουσας εταιρείας, προσδιόρισε το οφειλόμενο από τους εναγομένους στην ενάγουσα, για την εν λόγω χρονική περίοδο, ποσό στο ύψος των 7.483.423 δραχμών. Επίσης, με το ίδιο μηχανογραφικό σύστημα τηρούνταν από την ενάγουσα και οι συναλλαγές μεταξύ αυτής και του πρώτου εναγομένου κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.1995 έως 29.8.1996, από τις οποίες προκύπτει, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, ότι ο πρώτος εναγόμενος οφείλει σε αυτή το ποσό των 5.148.448 δραχμών.

Ο ίδιος ως άνω πραγματογνώμονας μετά από έλεγχο των παραστατικών εγγράφων στο λογιστήριο της ενάγουσας προσδιόρισε το οφειλόμενο από τον πρώτο εναγόμενο χρηματικό ποσό στο ύψος των 9.769.391 δραχμών. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι οι εναγόμενοι διόρισαν τεχνικό σύμβουλο, ο οποίος στην από 24.5.2005 έκθεση του αναφέρει, ότι από την μελέτη των εγγράφων που περιέχονται στη δικογραφία, διότι δεν κατέστη δυνατόν να επικοινωνήσει με τον πραγματογνώμονα και με τους εκπροσώπους της ενάγουσας, αδυνατεί να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα για το κατά πόσο έλαβαν χώρα οι επίδικες συναλλαγές.

Ο πραγματογνώμονας δε στην έκθεσή του διαλαμβάνει ειδικότερα, ότι οι τέσσερις πίνακες εκκαθάρισης οικονομικών αποτελεσμάτων, που υπέβαλαν οι εναγόμενοι στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το Εφετείο και αφορούσαν τις δοσοληψίες τους με την ενάγουσα κατά τις ανωτέρω χρονικές περιόδους, μετατρέπουν τις προβαλλόμενες έναντι αυτών απαιτήσεις της ενάγουσας σε δικές τους απαιτήσεις και επικαλούνται εικονικά και μη επαληθεύσιμα, ανεπίδεκτα δε ελέγχου λογιστικά στοιχεία.

Ο πρώτος μάρτυρας της ενάγουσας, ο οποίος κατά τις ίδιες χρονικές περιόδους ήταν οικονομικός σύμβουλος αυτής και διενήργησε τις επίδικες εκκαθαρίσεις, κατέθεσε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν στην ενάγουσα το αιτούμενο από αυτή ποσό των 7.100.000 δραχμών, ο δε πρώτος εναγόμενος οφείλει επί πλέον το ποσό των 4.148.000 δραχμών.

Ο δεύτερος μάρτυρας της ενάγουσας που εργαζόταν σε αυτή ως φορτοεκφορτωτής κατέθεσε, ότι οι εναγόμενοι, όπως άκουσε, της όφειλαν περί τα 12 με 13 εκατομμύρια δραχμές και ότι αυτός ήταν ο λόγος, που διακόπηκε η συνεργασία τους. Ο πρώτος μάρτυρας των εναγομένων, που είναι και αυτός μεταφορέας, κατέθεσε, ότι ο ψ χρωστά στον χ 850.000 δραχμές από τις προμήθειες των αντικαταβολών και 1.750.000 δραχμές από περικοπές, που έκανε σε κάθε φορτωτική ο πελάτης.

Τέλος, ο δεύτερος μάρτυρας των εναγομένων, που είναι έμπορος, κατέθεσε ότι και αυτός είχε συνεργασία με το ψ (εκπρόσωπο της ενάγουσας), η δε εμπειρία του από τη συνεργασία αυτή ήταν κάκιστη, ως και ότι τα ποσά των εκκαθαρίσεων, που αναγράφονταν στις μηχανογραφικές καταστάσεις της ενάγουσας, δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια.

Με βάση τα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, ότι οι αναιρεσείοντες τρεις εναγόμενοι οφείλουν στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα 20.883 ευρώ, που είναι το ισόποσο των 7.115.862 δραχμών, επί πλέον δε ο αναιρεσείων πρώτος εναγόμενος το ποσό των 15.109 ευρώ, που είναι το ισόποσο των 5.148.448 δραχμών, και ακολούθως απέρριψε κατουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία οι μεν τρεις εναγόμενοι είχαν υποχρεωθεί να καταβάλουν στην ενάγουσα σε ολόκληρον το πρώτο ως άνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από 1.6.1995, ο δε πρώτος εναγόμενος επί πλέον το δεύτερο ποσό, με το νόμιμο τόκο από 30.8.1996.

Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 361, 713, 681 επ., 481, 340, 341, 343, 345 ΑΚ και 22 ΕμπΝ, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίθενται: 1) τα πραγματικά περιστατικά (οι γενόμενες εκατέρωθεν μεταφορές, οι εισπράξεις φορτωτικών, τα έξοδα, κλπ.), από τα οποία αποδεικνύεται η ύπαρξη του γενόμενου δεκτού θετικού υπολοίπου για την αναιρεσείουσα α) ύψους 20.883 ευρώ από 1.1.1995 έως 31.5.1995 για τους τρεις εναγόμενους, και β) ύψους 15.109 ευρώ από 1.6.1995 έως 30.8.1996 για τον πρώτο εναγόμενο, 2) τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εις ολόκληρον ευθύνη των τριών εναγομένων για την καταβολή του ποσού των 20.883 δραχμών, και δη αν η σχετική υποχρέωσή τους προκύπτει από την εμπορική λειτουργία της συμβληθείσας κοινοπραξίας, της οποίας αυτοί ήταν μέλη, ή από την ανάληψη της εν λόγω υποχρεώσεως με όρο της συνδέουσας αυτούς συμβάσεως ή πρόσθετο σύμφωνο αυτής, και 3) το λόγο (συμφωνία δήλης ημέρας καταβολής, όχληση) και τα θεμελιούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, για τον οποίο, προκειμένου περί χρηματικής οφειλής, προκύπτει η υποχρέωση των εναγομένων για καταβολή τόκων από χρόνο προγενέστερο της επιδόσεως της αγωγής.

Επομένως, οι σχετικοί περί τούτων πρώτος, τρίτος και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. 3. Επειδή, μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 του ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 § 1 του ν. 2.172/1993.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 9.028/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ