Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds regarding facts not taken into account.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision as inadmissible. The appellant argued that the court failed to consider specific factual arguments she proposed, but the court found her grounds too vague to be actionable. The court ruled that an appeal must explicitly identify which specific facts were ignored and their impact on the verdict, which the appellant failed to do.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 560(5) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the court failing to consider proposed facts is inadmissible unless the appellant precisely identifies those facts and their specific impact on the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1433 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1433/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Χ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευτυχία Τσιτσίκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Γ. και της Γ. συζύγου Π. Σ., 2) Γ. Σ. του Π. και της Α., 3) Π. Σ. του Γ. και της Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βλατάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και της Ζ. χήρας Θ. Χ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2017 μη οριστική, 127/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 267/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-12-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 06.12.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 267/19.07.2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως εφετείου, δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, το οποίο δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 25.02.2020 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 127/23.01.2020 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 08.01.2016 και από το άρθρο 1094 του Α.Κ.
αγωγή της Ζ. χήρας Θ. Χ., το γένος Χ. και Ι. Ζ., η οποία απεβίωσε προ της συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και την οποία διαδέχθηκε στην έννομη σχέση της δίκης η αναιρεσείουσα και ταυτόχρονα δεύτερη ενάγουσα Π. Χ. του Θ. και της Ζ. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ.
β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η προβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την, παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Η ήδη αναιρεσείουσα (Π. Χ. του Θ. και της Ζ.) και η αποβιώσασα (Ζ. χήρα Θ. Χ., το γένος Χ. και Ι. Ζ.), στις ..., απηύθηναν στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης και έστρεψαν κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων (Α. Μ. του Γ. και της Γ., σύζυγος Π. Σ., Γ. Σ. του Π. και της Α., Π. Σ. του Γ. και της Α.) την από 08.01.2016 διεκδικητική ακινήτου αγωγή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού εξεδίκασε την ως άνω έχουσα αγωγή αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την οριστική, υπ' αριθμ. 127/2019, απόφασή του, με την οποία δέχθηκε αυτή (αγωγή).
Κατά της ως άνω κρινάσης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 25.02.2020 έφεσή τους, την οποία απηύθηναν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης) και έστρεψαν κατά της ήδη αναιρεσείουσας, ζητώντας την παραδοχή της εφέσεώς τους, τυπικά και κατ' ουσίαν, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, τη διακράτηση της υποθέσεως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, την αναδίκαση της αγωγής και την απόρριψη αυτής.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξεδίκασε την ως άνω έφεση αντιμωλία των διαδίκων και κατά την αυτή διαδικασία και, με την τελεσίδικη, υπ' αριθμ. 267/19.07.2021, απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση, αναδίκασε αυτή και την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατά της αποφάσεως αυτής του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η ήδη αναιρεσείουσα ήσκησε την από 06.12.2021 αίτησή της, που απηύθηνε στο Δικαστήριο τούτο και έστρεψε κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ζητώντας την αναίρεση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για τους προβαλλόμενους λόγους. Οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επί των οποίων στήριξε την προσβαλλόμενη απόφασή του, είναι οι ακόλουθες: "Επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο με ελαιόδεντρα, που βρίσκεται έξω από τα όρια της τοπικής κοινότητας ...
της δημοτικής κοινότητας ... του Δήμου ... στη θέση "...", έχει έκταση 3.069,23 τ.μ. και συνορεύει βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Α. Ρ., βορειοανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Μ. Π. και εν μέρει με ιδιοκτησία Δ. Ρ., ανατολικά με ιδιοκτησία Δ. Ρ. και νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Κ. Μ., όπως εμφαίνεται περιμετρικά με τα στοιχεία ... - ... - ... - ...
στο συνοδεύον την αγωγή από 25-6-2013 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού δομικών έργων Α. Γ. Αρχικός κύριος του παραπάνω ακινήτου, ως άλλωστε συνομολογείται από τα διάδικα μέρη, ήταν ο Π. Δ. του Γ. και της Π. Ο τελευταίος απεβίωσε την ... και με την από ... ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθμ. 3884/20-11-1987 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέλιπε το επίδικο ακίνητο στον αναδεξιμιό του Θ.
Χ. του Γ. και της Π., πατέρα της αρχικώς δεύτερης ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης. Την 13-8-2001 ο ως άνω Θ. Χ. απεβίωσε, χωρίς διαθήκη, καταλείποντας κατά το χρόνο του θανάτου του μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την αρχικώς πρώτη ενάγουσα σύζυγο του (στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε η αρχικώς δεύτερη ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη) κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου και τα δύο τέκνα τους, ήτοι την αρχικώς δεύτερη ενάγουσα και την Ι.
Χ. και δη και δη καθένα από αυτά κατά ποσοστό 6/16 εξ αδιαιρέτου. Την 2-9-2003 η ως άνω Ι. Χ. απεβίωσε, επίσης χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις αρχικώς ενάγουσες. Τις επαχθείσες σ' αυτές κληρονομιές του Θ. Χ. και της Ι. Χ. αποδέχθηκαν οι αρχικώς ενάγουσες με την υπ' αριθμ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομιών του συμβολαιογράφου Άστρους Α.
Σ., νομίμως μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... Λακωνίας στον τόμο ... και με αριθμό ..., τόσο για τον εαυτό τους ατομικά όσο και αφενός για λογαριασμό του κληρονομούμενου Θ. Χ. επί της κληρονομιαίας περιουσίας του Π. Δ., αφετέρου για λογαριασμό της κληρονομούμενης Ι. Χ., ως προς το ιδανικό της μερίδιο επί της κληρονομιαίας περιουσίας του Θ.
Χ. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται' ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην πρώτη από αυτούς το έτος 1989 λόγω προίκας, η οποία είχε συσταθεί άτυπα από τον πατέρα της Γ. Μ., λόγω του επικείμενου γάμου της με τον τρίτο από αυτούς. Ότι στον πατέρα της πρώτης από αυτούς Γ. Μ. είχε περιέλθει το επίδικο με άτυπη αγορά από τον Θ.
Χ., πατέρα, της αρχικώς δεύτερης ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, τον μήνα Δεκέμβρη του έτους 1987, αντί τιμήματος 35.000 δραχμών, το οποίο καταβλήθηκε σε μετρητά. Ότι η πρώτη από αυτούς μεταβίβασε την πλήρη κυριότητα του επιδίκου, λόγω γονικής παροχής, στον υιό της, δεύτερο εναγόμενο, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Άστρους Α.
Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... και με αριθμό ... Ότι από το έτος 1987, που περιήλθε σ' αυτόν, αιτία αγοράς, το επίδικο, ο Γ. Μ. το νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, καθώς το όργωνε, το καθάριζε και συνέλεγε τον ελαιόκαρπο της τρέχουσας ελαιοκομικής περιόδου.
Ότι ίδιες ως άνω πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνέχισε να ασκεί, σε τούτο, από το έτος 1989, που περιήλθε σ' αυτήν, αιτία προικός, η πρώτη εναγομένη μέχρι το έτος 2015, οπότε το επίδικο μεταβιβάστηκε, αιτία γονικής παροχής, στον τρίτο εναγόμενο. Ότι η πρώτη εναγομένη ασκούσε κατά τα παραπάνω, φυσική εξουσία στο επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών (1987-2015), με αποτέλεσμα να έχει καταστεί κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, όταν το μεταβίβαζε στον υιό της, έχοντας καταστεί έτσι κύριος ο τελευταίος με παράγωγο τρόπο.
Ότι επικουρικά ο δεύτερος εναγόμενος έχει καταστεί κύριος του επιδίκου και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της τακτικής άλλως της έκτακτης χρησικτησίας, με τη διαρκή άσκηση νομής με διάνοια δικαιούχου και καλή πίστη για χρόνο πέραν της τριακονταετίας, ήτοι από το έτος 1985 μέχρι σήμερα, προσμετρουμένης στο χρόνο της δικής του νομής από το έτος 2015, που του μεταβιβάσθηκε το ακίνητο αυτό, της νομής των δικαιοπαρόχων του, συνισταμένων των πράξεων νομής σε πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό του ως άνω ακινήτου, όπως είναι η συλλογή ελαιοκάρπου, η φροντίδα, η επίβλεψη, η άροση και ο καθαρισμός.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο Θ. Χ., πατέρας της αρχικώς δεύτερης ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, παρέδωσε στον Γ. Μ., πατέρα και παππού αντίστοιχα της πρώτης και του δεύτερου από αυτούς (εναγομένους), τη νομή του επιδίκου άτυπα με σκοπό να προβούν στη σύνταξη του συμβολαίου όταν ο πωλητής θα μπορούσε να ανταπεξέλθει οικονομικά στα σχετικά έξοδα δεν κρίνεται πειστικός από το Δικαστήριο, αφού σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσαν να συντάξουν ένα ιδιωτικό έγγραφο που θα εξασφάλιζε και τις δύο πλευρές.
Εξάλλου, οι εναγόμενοι δεν εξηγούν για ποιο λόγο δεν υπογράφηκε έστω απόδειξη εξόφλησης του τιμήματος. Έτερο στοιχείο που ανισχυροποιεί τον παραπάνω ισχυρισμό των εναγομένων είναι η δήλωση της μεταβιβάζουσας στο προαναφερόμενο υπ' αριθ.... συμβόλαιο γονικής παροχής. Ειδικότερα, η ίδια η πρώτη εναγομένη δηλώνει στο συμβόλαιο αυτό ότι ο δικαιοπάροχος της Γ.
Μ. αγόρασε άτυπα το επίδικο από τον προηγούμενο κύριο Θ. Χ. το έτος 1985. Πλην όμως αυτό ήταν αδύνατον να συμβεί, αφού κατά τον ανωτέρω χρόνο ο τελευταίος δεν είχε θεμελιώσει εμπράγματο δικαίωμα επί του επιδίκου, το οποίο ακόμη ανήκε στον μετέπειτα αποβιώσαντα Π. Δ. Παρά ταύτα και ανεξάρτητα ότι δεν προέκυψε η επικαλούμενη από τους εναγόμενους άτυπη πώληση του επιδίκου, αποδείχθηκε ότι από το έτος 1988 ο πατέρας της πρώτης εναγομένης Γ.
Μ. επιλήφθηκε της νομής αυτού και άρχισε να ασκεί επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής, συνεχώς και αδιατάρακτα μέχρι και το επόμενο έτος, οπότε παραχώρησε άτυπα την νομή του, αιτία προικός, στη θυγατέρα του πρώτη εναγομένη. Συγκεκριμένα, το επισκεπτόταν, το επέβλεπε και το καθάριζε, συνέλεξε δε τον ηρτημένο ελαιόκαρπο της τρέχουσας ελαιοκομικής περιόδου, ενώ την άνοιξη του έτους 1988 ανέθεσε το όργωμα του κτήματος στον Κ.
Ρ., ο οποίος διέθετε γεωργικό ελκυστήρα για τέτοιες εργασίες επ' αμοιβή. Από το έτος 1989 η πρώτη εναγομένη και μέχρι το έτος 2015, οπότε με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ευπαλίου που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε την κυριότητά της στον δεύτερο εναγόμενο υιό της, η πρώτη εναγομένη νεμόταν και κατείχε συνεχώς και αδιαλείπτως το επίδικο ακίνητο και έτσι κατέστη κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Ειδικότερα, το επέβλεπε, το όργωνε, συνέλεγε τον ελαιόκαρπο, τον έδινε σε ελαιοτριβείο για παραγωγή ελαιολάδου, εκλάδευε και λίπαινε τα ελαιόδεντρα τόσο δια του συζύγου της, τρίτου εναγομένου, που είναι κατ' επάγγελμα αγρότης, όσο και δια εργατών.
Περαιτέρω, από το έτος 2003 έως και τον Απρίλιο του έτους 2015 εκμίσθωνε το επίδικο στον ποιμένα Γ. Χ. του Ν., για τη βοσκή του ποιμνίου του και δη για την χρονική περίοδο από Ιανουάριο έως και Μάιο εκάστου έτους, με μίσθωμα που οριζόταν σε προϊόντα που παρήγαγε ο μισθωτής, όπως τυρί, κρέας, γάλα. Επιπλέον, από το έτος 1996 περιέλαβε το επίδικο ακίνητο στη δήλωση στοιχείων φορολογίας εισοδήματος (Ε3) που υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ.
Σκάλας και από το έτος 1997 το περιέλαβε στη δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9) που υπέβαλε στην άνω Δ.Ο.Υ., ήτοι από το έτος που κατέστη η δήλωση αυτή υποχρεωτική, συνέχισε δε να το περιλαμβάνει στις δηλώσεις Ε3 και Ε9 μεταγενεστέρων ετών μέχρι το έτος 2015, οπότε μεταβίβασε το επίδικο στον δεύτερο εναγόμενο. Ο τελευταίος μόλις παρέλαβε τη νομή του επιδίκου, εξακολούθησε να νέμεται τούτο και συγκεκριμένα έκτοτε, πέραν του ότι το περιλαμβάνει στη δήλωση περιουσιακών στοιχείων στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Σκάλας, το επισκέπτεται, το επιβλέπει, το καλλιεργεί, εκμισθώνει τη χορτονομή (στον προαναφερόμενο ποιμένα), συλλέγει τον ελαιόκαρπο και τον δίνει σε ελαιοτριβείο για παραγωγή ελαιολάδου. Τις παραπάνω πράξεις νομής επιβεβαιώνουν με σαφήνεια στην ένορκη βεβαίωσή τους οι ίδιοι ως άνω Κ. Ρ. και Γ. Χ., ιδιοκτήτης γεωργικού ελκυστήρα και μισθωτής της χορτονομής του επιδίκου, αντίστοιχα, αλλά και ο Advi Voca, ο οποίος προσλήφθηκε από τον δεύτερο εναγόμενο για τις απαραίτητες αγροτικές εργασίες στο επίδικο, βοηθούμενος σε αυτές και από τον τρίτο εναγόμενο.
Οι καταθέσεις δε αυτές ενισχύονται από την ένορκη βεβαίωση του Δ. Ρ. (ετών 56), ο οποίος είναι ιδιοκτήτης όμορου με το επίδικο ακινήτου και έχει και αυτός άμεση γνώση των πράξεων νομής της πρώτης και του δεύτερου εναγομένων και του δικαιοπαρόχου τους σ' αυτό (επίδικο). Μάλιστα, ήταν αυτός που ενημέρωσε τον τρίτο εναγόμενο τον Νοέμβρη του έτους 2015, όταν η αρχικώς δεύτερη ενάγουσα, την οποία δεν γνώριζε ούτε εξ όψεως, επισκέφθηκε για πρώτη φορά το επίδικο και επιχείρησε να συλλέξει τον ελαιόκαρπο.
Ενισχυτικό της παραπάνω κρίσης είναι και το γεγονός ότι σε ανύποπτο χρόνο, ήτοι κατά το έτος 2009, στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Επιδαύρου Λιμηράς Σ. Μ.-Α. κατά την περιγραφή του μεταβιβαζόμενου, όμορου με το επίδικο, ακινήτου αναφέρεται ότι αυτό συνορεύει με ιδιοκτησία Γ. Μ., δικαιοπαρόχου της πρώτης και του δεύτερου εναγομένου.
Αντίθετα, δεν είναι αξιόπιστη η κατάθεση του κατά πρόταση της ενάγουσας ενόρκως βεβαιώσαντος μάρτυρα Γ. Κ., οικογενειακού της φίλου, ο οποίος ας σημειωθεί είναι κάτοικος ... Και τούτο, διότι τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρει σχετικά με την άσκηση νομής επί του επιδίκου από τον Θ. Χ. είναι πληροφορίες που προέρχονται, όπως ο ίδιος παραδέχεται, από διηγήσεις της ενάγουσας, ενώ καταθέτει με τελείως αόριστο και όχι εμπεριστατωμένο τρόπο σχετικά με τις πράξεις νομής των αρχικών εναγουσών επί του ακινήτου αυτού, μετά τον επισυμβάντα το έτος 2001 θάνατο του συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, Θ.
Χ.
Εξάλλου, η ενάγουσα δεν προσκομίζει καμία δήλωση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ για το επίδικο ακίνητο μέχρι και το έτος 2013. Ούτε βέβαια οι προσκομιζόμενες από την ενάγουσα και με ημερομηνία λήψης 14-3-2014 φωτογραφίες, που απεικονίζουν δέντρα στα οποία έχει θέσει τα αρχικά του ονόματος της, είναι ικανές να αναιρέσουν τα παραπάνω.
Τέλος, τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών ελαιοτριβείου που προσκομίζει η αρχικώς δεύτερη ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη δεν επηρεάζουν την έκβαση της υπόθεσης, καθόσον ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο αναγραφόμενος ελαιόκαρπος προέρχεται από το επίδικο, αυτά (τιμολόγια) αφορούν τα έτη 2013 και 2015, όταν κατά τα προεκτεθέντα η πρώτη εναγομένη, νεμόμενη το ακίνητο από το έτος 1989, είχε ήδη καταστεί κυρία του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και συγκεκριμένα από το έτος 2009.
Έτσι με τη μεταγραφή της παραπάνω συμβολαιογραφικής πράξης γονικής παροχής, που έγινε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., ο δεύτερος εναγόμενος κατέστη αποκλειστικός κύριος του επιδίκου τόσο με παράγωγο τρόπο, εφόσον απέκτησε το επίδικο παρά κυρίου, με τον ανωτέρω νομίμως μεταγεγραμμένο τίτλο, όσον και με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον προσμετρώντας και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του είχε στη νομή του το επίδικο για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε διαφορετικά(.έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων που τέθηκαν υπόψη του.".
Κατά το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 01.01.2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου....
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.".
Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναιρέσεως που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (Α.Π. 894/2018). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 11α' και 14 του Κ.Πολ.Δ., κατά τα στο αναιρετήριο διαλαμβανόμενα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και, τούτο, διότι στο άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν προβλέπονται αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως.
Από το ανωτέρω άρθρο 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Α.Π. 981/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 7/2006). Ο λόγος αυτός για να είναι ορισμένος πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα δηλ.
ορισμένο άρθρο ορισμένου νόμου (Ολ. Α.Π. 18/2005), το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ. Α.Π. 32/1996), επί νομικών σφαλμάτων κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλ. τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
Α.Π. 20/2005, Α.Π. 120/2014), επί απορρίψεως δε αγωγής ή ισχυρισμού ως μη νομίμου πρέπει στο αναιρετήριο να περιλαμβάνονται το περιεχόμενο δηλ. η ιστορική βάση της αγωγής ή του ισχυρισμού που είχε επικαλεσθεί νομίμως και παραδεκτώς ο αναιρεσείων, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει του ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.
Α.Π. 28/1998, Α.Π. 699, 700/2011). Ο εκ του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιραίσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 905/2018, Α.Π. 1042/2017).
Ως "ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", που αναφέρεται στην άνω διάταξη και του οποίου η αιτιολόγηση ή μη, ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοείται μόνον ο ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνος που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 561/2020).
Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του ή τη μη εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει και τούτο σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 429/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά τα στο αναιρετήριο ειδικότερα διαλαμβανόμενα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, και τούτο διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται (αναφέρονται) η διάταξη (οι διατάξεις) του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε (παραβιάστηκαν) ευθέως ή εκ πλαγίου.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 (άρθρο 560 αριθμ. 5) του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για να είναι ορισμένος ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα πράγματα αυτά που έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, καθώς και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα και ήταν νόμιμος ή ότι συντρέχει μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562§2 του Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 (άρθρο 559 αριθμ. 5) του ΚΠολΔ, αφού η αναιρεσείουσα, πέρα από τη μνεία της διατάξεως αυτής, δεν προσδιορίζει συγκεκριμένο ισχυρισμό της που αυτή πρότεινε είτε προς στήριξη κατά νόμο της αγωγής της είτε προς θεμελίωση αντενστάσεώς της είτε προς απόκρουση κάποιας ενστάσεως των αντιδίκων της, είτε ως λόγο εφέσεως και δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας ή ισχυρισμό που το δικαστήριο έλαβε υπόψη χωρίς να έχει προταθεί, παραπονούμενη μόνο για την μη λήψη υπόψη πραγματικών επιχειρημάτων που αυτή πρότεινε για την εκτίμηση των αποδείξεων. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως) στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§ 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας της, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των καταθεσάντων προτάσεις αναιρεσιβλήτων, η αναιρεσείουσα, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσιβλήτων), σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183, 189§1 και 191§2 του Κ.Πολ.Δ., κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06.12.2021 αίτηση της Π. Χ. του Θ. και της Ζ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 267/19.07.2021 αποφάσεως του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου