Legislator Case Law & Legislation
1433/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to raise res judicata claim at second instance.

Case Number 1433/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding a lease dispute. The appellants argued that the First Instance Court failed to consider a prior final judgment establishing res judicata, but the Court found this claim inadmissible because it was not formally raised before the Second Instance Court. Consequently, the appeal was rejected as both procedurally defective and substantively unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 281 of the Code of Civil Procedure; A claim of res judicata must be explicitly raised before the second-instance court, otherwise the appeal is inadmissible and the prior judgment does not bind the current proceedings.

Keywords

AI generated
res judicata second instance procedure inadmissible appeal lease dispute procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 647 and following of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Code of Obligations
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Law 4335/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1433 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1433/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. συζ. Α. Τ., το γένος Γ. Π. και 2) Γ. Τ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Μελίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γκολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3125/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1686/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-5-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλόμενη 1686/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ.

Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν καταργηθούν με το ν. 4335/2015), αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, την από 10-7-2015 και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 14.009/2015 αγωγή, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί η τελευταία να τους καταβάλει το ποσό των 269.425,18 ευρώ, ως αποζημίωση χρήσεως χρονικού διαστήματος από τον Οκτώβριο του 2012 έως τον Ιούλιο του 2015, κατά το οποίο παρακράτησε το μίσθιο, παρότι η μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως είχε λυθεί με καταγγελία της ιδίας, τα αποτελέσματα της οποίας επήλθαν από την 29-2-2012.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 3125/2017 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία έγινε αυτή δεκτή στο σύνολό της, ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής, η εναγομένη - αναιρεσίβλητη άσκησε την από 21-3-2017 και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 1334/29-3-2017 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη πληττόμενη 1686/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει διαφορετικά, κράτησε και δίκασε στην ουσία την υπόθεση και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή, μετ' αποδοχή ως ορισμένης και κατ' ουσίαν βάσιμης της προβληθείσας εκ μέρους της εναγομένης- αναιρεσίβλητης ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, δηλαδή η στην κοινωνική συμβίωση επιβαλλόμενη ευθύτητα και εντιμότητα, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου (Α.Π. 1658/2017, Α.Π. 123/2017).

Η αναφορά στην εν λόγω διάταξη των αξιολογικών κριτηρίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, του κοινωνικού και του οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, είναι διαζευκτική, οπότε η άσκηση του δικαιώματος είναι απαγορευμένη, εφόσον αντικειμενικά υπερβαίνει προφανώς, έστω και ένα από τα προπαρατιθέμενα αξιολογικά κριτήρια.

Προφανής υπέρβαση, είναι η έντονη αποδοκιμασία εντός των γενικών πλαισίων των κοινωνικοοικονομικών δεδομένων, σε σχέση με την ορθολογιστική συμπεριφορά σε ορισμένο τόπο και χρόνο. Η υπέρβαση αυτή είναι προφανής, όταν η συμπεριφορά του ενάγοντος απέναντι στον εναγόμενο υπήρξε τέτοια, ώστε να δημιουργήσει στον τελευταίο την πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το ένδικο δικαίωμα, η ικανοποίηση του οποίου θα ήταν γι' αυτόν (εναγόμενο) ιδιαίτερα επαχθής στα συμφέροντά του.

Επίσης, η υπέρβαση αυτή είναι προφανής και όταν η ικανοποίηση του προβαλλόμενου από τον ενάγοντα δικαιώματος προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας, σε σχέση με το όφελος που θα αποκομίσει ο δικαιούχος (Α.Π. 1052/2021, Α.Π. 599/1995) ή όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και ως προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Α.Π. 1370/2019, Α.Π. 881/2019, Α.Π. 442/2019, Α.Π. 1658/2017, Α.Π. 123/2017).

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (βλ. Α.Π. 1052/2021, Α.Π. 514/2021, Α.Π. 442/2019, Α.Π. 70/2019, Α.Π. 480/2018).

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια, είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 8/2018, Α.Π. 1052/2021, Α.Π. 267/2021, Α.Π. 1162/2020). Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η ένσταση, ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντος, ταυτόχρονα δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απορρίψεως της αγωγής, για το συγκεκριμένο λόγο (Ολ.Α.Π. 472/1983, πρβλ.

Α.Π. 1062/2014). Το αίτημα αυτό είναι δυνατόν να καλυφθεί από το περιεχόμενο, κατά κανόνα στο τέλος των προτάσεων, γενικό αίτημα του ενισταμένου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής (Α.Π. 631/2021, Α.Π. 761/2019, Α.Π. 212/2019, Α.Π. 919/2018). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ενστάσεως στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή ή ένσταση.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτές όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός τους, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ.

Ο από τον αριθμό αυτό λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτές των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός τους, τις έκρινε ορισμένες, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, τις απέρριψε ως αόριστες (Α.Π. 333/2021, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 894/2019, Α.Π. 726/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά τον νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την προβληθείσα πρωτοδίκως εκ μέρους της εναγομένης- ήδη αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας και επαναφερθείσα με λόγο εφέσεως αυτής, προς απόκρουση της εναντίον της αγωγής των (αναιρεσειόντων- εκμισθωτών), περί καταβολής αποζημίωσης χρήσεως, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 Α.Κ., παρότι στις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις της δεν γίνεται επίκληση της ιστορικής βάσης της ενστάσεως, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών στα οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί η κατάχρηση, καθώς και της καταχρηστικότητας που απορρέει από τα επικαλούμενα περιστατικά, ούτε περιέχεται αίτημα για απόρριψη της αγωγής, ως καταχρηστικώς ασκηθείσας.

Από την επισκόπηση του προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, προς απόκρουση της ασκηθείσας κατ' αυτής από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες από 10-7-2015 αγωγής, περί καταβολής αποζημίωσης χρήσεως, προέβαλε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, και με τις κατατεθείσες επί της έδρας προτάσεις της, ότι η άσκηση εκ μέρους των αναιρεσειόντων, με την ένδικη αγωγή, του δικαιώματός τους προς καταβολή αποζημίωσης χρήσεως, είναι καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα τα διαγραφόμενα στο άρθρο 281 Α.Κ.

όρια. Ειδικότερα, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσειόντων- εκμισθωτών προς καταβολή αποζημίωσης χρήσεως, η εναγομένη- αναιρεσίβλητη μισθώτρια ισχυρίστηκε, κατ' ακριβή αντιγραφή των ως άνω πρωτόδικων προτάσεών της, ότι: "...... η στάση και η συμπεριφορά των αντιδίκων ήταν αυτή που επί σειρά ετών απέτρεψε την επίλυση της μεταξύ μας διαφοράς και την εκπρόθεσμη απόδοση του μισθίου, με αποτέλεσμα η εκδικαζόμενη αγωγή να ασκείται καταχρηστικά" (2η σελίδα προτάσεων).

Στη συνέχεια, στην 3η σελίδα των προτάσεων, επικαλούμενη ότι η αγωγή είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη, λόγω καταχρηστικής ασκήσεώς της, ισχυρίζεται ότι "....παρά την πρόθεση της Τράπεζας να παραδώσει με την λήξη της μισθωτικής σχέσης το ακίνητο στους αντιδίκους, οι οποίοι όπως κρίθηκε και τελεσίδικα, ήταν και οι μόνοι υπεύθυνοι για την αποκατάσταση των ζημιών οι οποίες είχαν προκληθεί από την τρομοκρατική ενέργεια, όπως θα εκθέσουμε παρακάτω, αυτοί αρνούνταν να το παραλάβουν, επιδιώκοντας την παράταση της εκκρεμότητας, ασκώντας την αγωγή και αρνούμενοι για ένα μεγάλο διάστημα να συνεργασθούν, για να μπορούν να ισχυρίζονται καταχρηστικά τα περί μη παραδόσεως του μισθίου, τακτική που ακολούθησαν και μετά την ολοκλήρωση των εργασιών αποκατάστασης του μισθίου.

Ειδικότερα: Με το από 1.10.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό [.....] οι Α. Τ. του Ι., δικαιοπάροχος του δευτέρου των αντιδίκων Γ. Τ. και η Μ. θυγ. Γ. Π. εξεμίσθωσαν στην δικαιοπάροχό μας ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", δύο αυτοτελή και διηρημένα καταστήματα, στη διασταύρωση των οδών … και … … συνολικής επιφανείας 210 τ.

μ. Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" συγχωνεύθηκε δια απορροφήσεώς της από την "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [..................]. Με το προαναφερθέν από 1.10.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε συμφωνηθεί ότι: Με τον 6° όρο: "....Κάθε δαπάνη για την αποκατάσταση ζημιών του μισθίου, που προκαλούνται σ' αυτό καθ' όν χρόνο η Τράπεζα έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο τη χρήση του μισθίου, από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται η ζημία, χωρίς όμως ευθύνη των εκμισθωτών, εξαιρουμένων των δαπανών που εκ φύσεως βαρύνουν τους ιδιοκτήτες, βαρύνει μόνο την μισθώτρια, η οποία είναι υποχρεωμένη στην άμεση και χωρίς υπαίτια καθυστέρηση αποκατάσταση της, με δικές της δαπάνες.

Κατά τη απόδοση της χρήσης του μισθίου η Τράπεζα είναι υποχρεωμένη να αποκαταστήσει κάθε ζημία που προκάλεσε η ίδια, πλην των φθορών από την συνήθη χρήση". Με τον 7° όρο: "Η μισθώτρια αναλαμβάνει ρητά με το παρόν, όπως με δικές της αποκλειστικές δαπάνες ασφαλίσει το μίσθιο, με τα συστατικά και παραρτήματά του, από κινδύνους πυρός, πλημμύρων, φυσικών καταστροφών, τρομοκρατικών ενεργειών και ατυχημάτων προσωπικού και πελατών, καθ' όλη τη διάρκεια που η μισθώτρια θα βρίσκεται στη κατοχή του μισθίου, για ποσό ζημιών τουλάχιστον εβδομήντα τριών χιλιάδων τετρακοσίων (73.400,00).

Για το σκοπό αυτό η μισθώτρια υποχρεούται όπως, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα πέντε (15) ημερών από την υπογραφή του παρόντος, προβεί στη σύναψη της σχετικής ασφαλιστικής σύμβασης επ' ονόματι, για λογαριασμό και με δικαιούχους τους εκμισθωτές, με μία αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρία, γνωστοποιούσα συγχρόνως το περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης στους εκμισθωτές.

Επιπλέον, η μισθώτρια είναι υποχρεωμένη στην κάθε χρόνο ανανέωση της παραπάνω ασφαλιστικής σύμβασης. Σε περίπτωση που η τυχόν ασφαλιστική αποζημίωση δεν καλύπτει το σύνολο των τυχόν ζημιών, η μισθώτρια αναλαμβάνει την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ τους κόστους των εργασιών και του ασφαλίσματος". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι την Τράπεζα εβάρυνε κάθε δαπάνη για την αποκατάσταση ζημιών του μισθίου από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται η ζημία, εξαιρουμένων των δαπανών που εκ φύσεως βαρύνουν τους ιδιοκτήτες.

Στις δαπάνες δε εκείνες που εβάρυναν τους ιδιοκτήτες συμπεριλαμβάνονταν και αυτές που προκαλούνται από γεγονότα ανωτέρας βίας (σεισμός, πλημμύρες, πυρκαγιές, τρομοκρατικές ενέργειες) [.............]. Η ευθύνη δε αυτή των εκμισθωτών-ιδιοκτητών ενισχύεται και από τον προαναφερθέντα 7° όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, σύμφωνα με τον οποίο ανέλαβε μεν η μισθώτρια-Τράπεζα να ασφαλίσει το μίσθιο με δικές της δαπάνες από τέτοιους κινδύνους, έχοντας την υποχρέωση να προβεί στη σύναψη της σχετικής ασφαλιστικής σύμβασης, επ' ονόματι όμως, για λογαριασμό και με δικαιούχους τους εκμισθωτές, για τον λόγο ότι αυτοί θα ήταν εκείνοι οι οποίοι σε μία τέτοια περίπτωση θα βαρύνονταν με τις δαπάνες αποκατάστασης των ζημιών.

Σε περίπτωση δε μάλιστα που η ασφαλιστική αποζημίωση δεν κάλυπτε το σύνολο των ζημιών, η μισθώτρια Τράπεζα ανέλαβε την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ του κόστους των εργασιών και του ασφαλίσματος. Από το γεγονός αυτό και μόνο συνάγεται ότι η υποχρέωση για την εκτέλεση των εργασιών συμφωνήθηκε ότι θα βάρυνε τον εκμισθωτή.

Για τον λόγο αυτό και υπήρξε η πρόβλεψη ότι η Τράπεζα έφερε την υποχρέωση να καλύψει την διαφορά μεταξύ του κόστους των εργασιών και της ασφαλιστικής αποζημίωσης. Διότι σε διαφορετική περίπτωση δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης θα ήταν η Τράπεζα, η οποία θα ήταν και υποχρεωμένη να εκτελέσει τις εργασίες αποκατάστασης, χωρίς να υπάρχει λόγος για πρόβλεψη κάλυψης της διαφοράς, εφόσον η ίδια θα εβαρύνετο με το κόστος αποκατάστασης.

Εις εκτέλεση της αναληφθείσας υποχρέωσής της η Τράπεζα προχώρησε στην ασφάλιση του ακίνητου, υπογράφοντας με την ασφαλιστική εταιρία ……. το υπ' αριθμ. … ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο μετά από τις διαδοχικές ανανεώσεις του έληγε στις 1.10.2012, με ασφαλιζόμενο κεφάλαιο 210.000,00 Ευρώ και με το οποίο το μίσθιο ασφαλίζετο για όσα είχαν προβλεφθεί με το από 1.10.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, με δικαιούχους τους εκμισθωτές.

Στις 29.3.2010 το μίσθιο καταστράφηκε από τρομοκρατική ενέργεια. Οι αντίδικοι. αν και είχαν υποχρέωση, όπως προαναφέραμε, να προχωρήσουν οι ίδιοι στην αποκατάσταση των ζημιών, οι οποίες οφείλονταν σε ανωτέρα βία, γεγονός που τους καθιστούσε υπεύθυνους για αυτό, όπως προαναφέραμε, ουδέποτε αναγνώρισαν την υποχρέωσή τους αυτή, με αποτέλεσμα την επί σειρά ετών μεταξύ μας αντιδικία, στην οποία θα αναφερθούμε παρακάτω.

Με την από 10.11.2011 εξώδικη καταγγελία-πρόσκληση εμπορικής μίσθωσης και χωρίς μέχρι εκείνη τη στιγμή να έχει γίνει καμιά απολύτως εργασία στο κατάστημα, η Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος κατήγγειλε την μίσθωση σύμφωνα με τον Νόμο (άρθρο 43 του Π.Δ. 34/1995 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει). Η εξώδικη επιδόθηκε στους αντιδίκους και συνετάγησαν σχετικά οι υπ' αριθμ.

… και … εκθέσεις επίδοσης [.......]. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας θα επέρχονταν μετά πάροδο τριών (3) μηνών από την γνωστοποίησή της, δηλαδή στις 29.2.2012, θα οφείλαμε δε ως αποζημίωση ένα μηνιαίο μίσθωμα, καλούσαμε δε τους αντιδίκους να συνεννοηθούμε μέσα στις νόμιμες προθεσμίες για την παραλαβή-παράδοση του μισθίου.

Στις 7.12.2011 μας επιδόθηκε εξώδικη απάντηση με διαμαρτυρία-πρόσκληση και δήλωση των αντιδίκων [.....], με την οποία αυτοί διαμαρτύρονταν για την "δήθεν" από μέρους μας αντισυμβατική συμπεριφορά, μας καλούσαν να τους παραδώσουμε τα έγγραφα που απεδείκνυαν την κατάσταση του μισθίου, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, να τους επιτρέψουμε την επίσκεψη του μισθίου, καλώντας μας συγχρόνως να απόσχουμε από οποιαδήποτε διενέργεια επισκευών ή άλλων εργασιών στους χώρους του μισθίου.

Το περιεχόμενο της προαναφερθείσας εξωδίκου αποκρούσαμε με την από 13.12.2011 εξώδικη απάντηση-δήλωση μας, η οποία επιδόθηκε στους αντιδίκους [.............], στην οποία αναφέραμε ότι και αντίγραφο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου τους είχαμε παραδώσει με την υπ' αριθμ. πρωτ. …. επιστολή μας, ουδέποτε τους είχαμε αρνηθεί το δικαίωμα επίσκεψης του μισθίου, τους καλέσαμε εκ νέου να το επισκεφθούν κατόπιν συνεννόησης, δηλώσαμε δε ότι η Τράπεζα προτίθεται μεν να τηρήσει τους όρους και τις συμφωνίες που ανέλαβε με τον από 1.10.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, αλλά θα σεβαστεί την ρητά εκπεφρασμένη επιθυμία τους για να απόσχει οποιασδήποτε ενέργειας ή πράξης αποκατάστασης επισκευής επί του μισθίου, απαλλασσόμενη όμως οποιασδήποτε συμβατικής ή νόμιμης ευθύνης της για την τυχόν παράταση του χρόνου αποκατάστασης και παράδοσης του ακινήτου.

Οι αντίδικοι, όχι μόνο δεν επιδίωξαν να έρθουν σε οποιαδήποτε συνεννόηση με την Τράπεζα, αλλά αντιθέτως άσκησαν την υπ' αριθμ. κατ. 68/2012 αγωγή τους [....], επιδιώκοντας να αποτρέψουν την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας μας, καταγγέλλοντας οι ίδιοι την μίσθωση. Όμως, η από 10.11.2011 από μέρους μας καταγγελία της μίσθωσης, όπως ορθώς έκρινε τόσο η υπ' αριθμ. 2.7982/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όσο και η υπ' αριθμ. 1263/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, ήταν νόμιμη και επέφερε τα αποτελέσματα της στις 29.2.2012.

Επομένως η μεταγενέστερη από τους αντιδίκους καταγγελία της επίδικης μίσθωσης κατέστη άνευ αντικειμένου, καθώς η ένδικη μίσθωση είχε ήδη λυθεί δυνάμει της ως άνω καταγγελίας μας. Η Τράπεζα ήδη από τον χρόνο της από μέρους της καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης, θέλοντας να λύσει την μισθωτική σχέση με ειρηνικό τρόπο και χωρίς αντεγκλήσεις και επιδιώκοντας να διατηρήσει την καλή της φήμη, είχε ξεκινήσει τις διαδικασίες για την έκδοση αδείας στην αρμόδια Πολεοδομία, προκειμένου να προχωρήσει στη συνέχεια στις εργασίες αποκατάστασης του μισθίου, ώστε κατά τον χρόνο της επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας να παραδώσει στους αντιδίκους το μίσθιο στην κατάσταση που ήταν όταν λειτουργούσε σαν Τράπεζα, αν και, όπως προαναφέραμε και κρίθηκε και τελεσίδικα με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 1263/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν ήταν υποχρεωμένη προς τούτο.

Στις επανειλημμένες όμως προσπάθειές μας να έλθουμε σε συνεννόηση με τους αντιδίκους για τα διαδικαστικά, συναντούσαμε την καταχρηστική τους άρνηση για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς μας. Αντ' αυτού προτίμησαν να ασκήσουν την αγωγή, για να αποδυναμώσουν την καταγγελία μας, να παρατείνουν με τον τρόπο αυτό τον χρόνο παραλαβής του μισθίου, επιρρίπτοντας σε εμάς την ευθύνη και επιδιώκοντας την από μέρους της Τράπεζας καταβολή για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αποζημίωσης χρήσης.

Ειδικότερα: Οι αντίδικοι αν και εγνώριζαν την από μέρους της Τράπεζας σύναψη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο από 1.10.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, στο οποίο συμβόλαιο μάλιστα ήταν αυτοί οι δικαιούχοι της ασφαλιστικής αποζημίωσης και εγνώριζαν την καταστροφή του μισθίου από την τρομοκρατική ενέργεια της… , εξακολούθησαν να εισπράττουν τα μισθώματα, δεν ήλθαν σε καμία απολύτως επικοινωνία με την ασφαλιστική εταιρία για να απαιτήσουν την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης και δεν διαμαρτυρήθηκαν, παρά μόνο μετά την καταγγελία της Τράπεζας για τη λύση της μίσθωσης.

Ουδέποτε υπήρξε άρνηση της Τράπεζας προς τους εκμισθωτές να επισκεφθούν το μίσθιο, όπως αυτοί ισχυρίζονταν κατ' επανάληψη. Αντιθέτως, σε συνέχεια και όσων και προφορικά τους είχαμε διαμηνύσει, τους καλέσαμε και με την από 13.12.2011 προαναφερθείσα εξώδικη δήλωση να επισκεφθούν το μίσθιο όποτε επιθυμούσαν, μετά από συνεννόηση βέβαια με τα αρμόδια στελέχη της Τράπεζας.

Η αρμόδια Τεχνική Υπηρεσία της Τράπεζας ήδη από τον Οκτώβριο του 2011 είχε ξεκινήσει τη μελέτη για την ολοκλήρωση και υποβολή στη συνέχεια φακέλου στην Πολεοδομία για την έκδοση αδείας για την διενέργεια των εργασιών αποκατάστασης. Παρά όμως τις συνεχείς οχλήσεις μας, οι αντίδικοι δεν θέλησαν να συνεργασθούν συνυπογράφοντας τα έγγραφα, τα οποία ήταν απαραίτητα για την έκδοση της άδειας για την διενέργεια των εργασιών, προβάλλοντας κάθε φορά αβάσιμες απαιτήσεις.

Αντιθέτως, προχώρησαν στην από μέρους τους καταγγελία της μίσθωσης, θέλοντας να εμποδίσουν την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας της Τράπεζας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Τράπεζα από την καταγγελία της μίσθωσης, πριν από την εκδίκαση της αγωγής, κατά την εκδίκαση αλλά και μετά την έκδοση της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 27982/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατ' επανάληψιν εδήλωσε ότι προτίθεται να προχωρήσει στις εργασίες αποκατάστασης των ζημιών των καταστημάτων ώστε να τα επαναφέρει στην κατάσταση που βρισκόταν πριν την αποτέφρωσή τους, με όλες τις προσθήκες, βελτιώσεις και κατασκευές σε αυτά, όπως ορίζει και η προαναφερθείσα απόφαση, αυτό όμως δεν καθίστατο δυνατόν διότι οι αντίδικοι αρνούνταν πεισματικά να προσκομίσουν τα δημόσια έγγραφα που αφορούν τα προσωπικά τους στοιχεία (δελτία ταυτότητας, ΑΦΜ), καθώς και να υπογράψουν τις απαραίτητες εξουσιοδοτήσεις και τα απαραίτητα για την απογραφή του έργου στο Ι.Κ.Α έγγραφα.

Χαρακτηριστικό της καλόπιστης από την πλευρά μας διάθεσης και της πεποίθησης μετά και την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης ότι η αντιδικία θα έκλεινε συμβιβαστικά, είναι ότι δεν ασκήσαμε έφεση κατά της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 27982/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Αν είχαμε ασκήσει έφεση, θα είχε εξαφανισθεί η υπ' αριθμ. 27982/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και μαζί με αυτήν και οποιαδήποτε από μέρους μας υποχρέωση, πολλώ δε μάλλον δεν θα είχαμε καταβάλει στους αντιδίκους το ποσό των 35.000 Ευρώ, με τους νόμιμους τόκους και τα έξοδα, ως αποζημίωση, κατ' άρθρο 594 Α.Κ.

Μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης η Τράπεζα επανέλαβε εκ νέου την πρόθεσή της να διενεργήσει τις οικοδομικές εργασίες και με την από 7.1.2014 εξώδικη δήλωση-γνωστοποίησή της, η οποία και επιδόθηκε νομίμως στους αντιδίκους [...........]. Την εξώδική μας αυτή αντέκρουσαν οι αντίδικοι με την από 15.1.2014 απάντησή τους, στην οποία ισχυρίζονταν αναληθώς, μεταξύ άλλων, ότι δεν τους παραδώσαμε τεχνική έκθεση των ζημιών, βεβαίωση στατικής επάρκειας των μισθίων και δεν τους επιτρέψαμε την πρόσβαση στο μίσθιο.

Στην πραγματικότητα, οι αντίδικοι ήταν παρόντες με μηχανικό της εμπιστοσύνης τους και τις δύο φορές που έγινε η επίσκεψη των πραγματογνωμόνων για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρίας… …, στην οποία ήταν ασφαλισμένα τα ακίνητα, ουδέποτε δε στη συνέχεια τους αρνηθήκαμε την εκ νέου επίσκεψη των μισθίων, η οποία εξάλλου και δεν μας ζητήθηκε.

Οι αντίδικοι ως ιδιοκτήτες των μισθίων ήσαν αρμόδιοι να ζητήσουν από το Τεχνικό Επιμελητήριο τον έλεγχο της στατικής επάρκειας των μισθίων, παρά το γεγονός ότι υπήρχε η από μέρους διαβεβαίωση ότι δεν υπήρχε τέτοιο θέμα, διότι δεν είχε θιγεί ο φέρων σκελετός της οικοδομής. Όλα τα παραπάνω γνωστοποιήσαμε εκ νέου στους αντιδίκους με την από 16.1.2013 εξώδικη απάντηση δήλωσή μας [............].

Μόνο μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1263/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία και έκρινε ότι η καταστροφή του μισθίου δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα της Τραπέζης αλλά σε γεγονός ανώτερης βίας, το οποίο και καθιστούσε τους αντιδίκους - οι οποίοι ήταν και δικαιούχοι της ασφαλιστικής αποζημίωσης- υπόχρεους για την αποκατάσταση του μισθίου, άρχισαν να επιδεικνύουν κάποια διάθεση συνεργασίας.

Στο σημείο αυτό θέλω να επαναλάβω ότι αν η Τράπεζα είχε ασκήσει έφεση, με βάση το σκεπτικό της αποφάσεως του Εφετείου, θα είχε εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση και δεν θα είχε καμιά υποχρέωση για αποκατάσταση των ζημιών που είχε υποστεί το μίσθιο από την τρομοκρατική ενέργεια. Η καλόπιστη διάθεση όμως των εκπροσώπων της Τράπεζας, η συνεχής από μέρους τους προσπάθεια για συμβιβαστική επίλυση για να δοθεί ένα τέλος στην αντιδικία και η πεποίθηση ότι κάποια στιγμή είχαν βρεθεί κοντά σε συμφωνία με τους αντιδίκους, την οδήγησε στην απόφαση να μην ασκήσουν έφεση, η οποία και θα οδηγούσε στην καθ' ολοκληρίαν απόρριψη της αγωγής των αντιδίκων και στη μη καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού.

Από όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω αποδεικνύεται ότι οι αντίδικοι κακόπιστα και καταχρηστικά απέφευγαν την συμβιβαστική επίλυση της μεταξύ μας διαφοράς ώστε να παρατείνουν το χρόνο παραλαβής του μισθίου, με σκοπό να διεκδικήσουν για τον λόγο αυτό αποζημίωση για όσο δυνατόν μεγαλύτερο διάστημα [.........].

Η διαδικασία για την έκδοση της οικοδομικής άδειας ανατέθηκε πλέον εκ νέου από την Άλφα Τράπεζα στο Τεχνικό Γραφείο … και αυτή εκδόθηκε τελικά στις 22-7-2015. Στη συνέχεια, για την εκτέλεση του έργου "… πρώην καταστήματος …", προκηρύχθηκε Μειοδοτικός Διαγωνισμός και μειοδότης αναδείχθηκε η εταιρεία "……", η οποία εγκαταστάθηκε στο ακίνητο 10-2-2016 και αποπεράτωσε το έργο πλήρως 12-3-2016.

Στη διάρκεια της ανακαίνισης οι αντίδικοι επισκέφθηκαν το μίσθιο, διατύπωσαν ορισμένες παρατηρήσεις σε σχέση με την τελική διαμόρφωση του καταστήματος, οι οποίες ελήφθησαν υπ' όψιν από τους Τεχνικούς που εργάζονταν στο έργο, με αποτέλεσμα να ικανοποιηθούν τα αιτήματα των αντιδίκων. Το εν λόγω κατάστημα ανακαινίσθηκε πλήρως και μετά την ολοκλήρωση των εργασιών καλέσαμε τους αντιδίκους να προσέλθουν και να το παραλάβουν.

Επειδή όμως αυτοί αρνήθηκαν την υπογραφή του σχετικού πρωτοκόλλου παραδόσεως-παραλαβής, όλως προσχηματικώς και απαραδέκτως, εξακολουθώντας αδικαιολόγητα να προβάλουν αντιρρήσεις για τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες αποκατάστασης, παρά το γεγονός ότι, όπως προαναφέραμε, είχε προηγηθεί συνεννόηση μαζί τους και επαναλαμβάνοντας για μία ακόμα φορά τους επί σειρά ετών ισχυρισμούς τους, με την από 10.6.2016 πρόσκληση- δήλωση τους προσφέραμε τα κλειδιά των καταστημάτων και τους καλέσαμε να τα παραλάβουν, δηλώνοντας μάλιστα ότι σε περίπτωση που αρνούνταν να τα παραλάβουν αυτά θα ευρίσκοντο για 15 ημέρες τις εργάσιμες ώρες στη διάθεσή τους στα χέρια της Διευθύντριας του Καταστήματος μας … … επί της οδού … … [.........].

Οι αντίδικοι μας επέδωσαν στις 1.7.2016 την από 30.6.12016 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία επαναλαμβάνουν για μία ακόμα φορά όλα όσα από την αρχή της αντιδικίας ισχυρίζονταν, δηλαδή ότι προβήκαμε στις εργασίες αποκατάστασης με καθυστέρηση και εντελώς απροειδοποίητα, αποκρύπτοντας βέβαια τις συνεχείς από μέρους τους κωλυσιεργίες και την παντελή έλλειψη συνεργασίας, καθώς και το γεγονός ότι παρευρέθηκαν κατά τις εργασίες και ότι διατύπωσαν παρατηρήσεις για το έργο, οι οποίες και ελήφθησαν υπόψιν κατά την εκτέλεση των εργασιών.

Αναφέρονται επίσης για μία ακόμα φορά στα ίδια ζητήματα, που αφορούσαν στην οικοδομική άδεια, στην τεχνική έκθεση εργασιών το περιεχόμενο της οποίας εγνώριζαν, αφού για την έκδοσή της είχαν συνυπογράψει, είχαν δε το δικαίωμα, εφόσον ήθελαν, να ζητήσουν τον φάκελο της άδειας θεωρημένο από την Πολεοδομία, για δε την στατική επάρκεια του καταστήματος -η οποία άλλωστε, όπως κατ' επανάληψιν τους διαβεβαιώσαμε, δεν είχε θιγεί, δεδομένου ότι το κατάστημα δεν είχε υποστεί καμία ζημία στον φέροντα οργανισμό του - είχαν την δυνατότητα αλλά και την υποχρέωση ως ιδιοκτήτες να προβούν οι ίδιοι σε έλεγχό της.

Αποσιωπούν τέλος όσα αναφέραμε, ότι δηλαδή η Τράπεζα από την πρώτη στιγμή και θέλοντας να βάλει τέλος στην αντιδικία, κατ' επανάληψη και πριν από την εκδίκαση της αγωγής, στη συνέχεια δε μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 27982/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και πριν από την εκδίκαση της εφέσεως, είχε δηλώσει στους αντιδίκους ότι προτίθετο να προχωρήσει στις εργασίες αποκατάστασης των ζημιών των καταστημάτων, ώστε να επαναφέρει τα μίσθια στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν την αποτέφρωσή τους, με όλες τις προσθήκες, βελτιώσεις και κατασκευές σε αυτά, όπως ορίζει και η προαναφερθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Για τον λόγο μάλιστα αυτό, και παρά το γεγονός ότι εξαρχής η Τράπεζα ισχυριζόταν ότι η κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει το μίσθιο δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητά της, αλλά αποκλειστικά σε γεγονός ανώτερης βίας, την εμπρηστική τρομοκρατική επίθεση δηλαδή, για την οποία δεν φέραμε καμιά ευθύνη, γεγονός το οποίο άλλωστε έχει κριθεί τελεσίδικα και με την υπ' αριθμ. 1263/21014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για να μην διαιωνίζεται, όπως εξηγήσαμε, η αντιδικία, αναλάβαμε να προχωρήσουμε στις εργασίες αποκατάστασης.

Δεν παρέχουν τέλος καμιά εξήγηση γιατί δεν προχώρησαν οι ίδιοι στις εργασίες αποκατάστασης όπως σαφώς προκύπτει τόσο από το σκεπτικό της υπ' αριθμ. 1263/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης όσο και από το διατακτικό της υπ' αριθμ. 27982/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στο οποίο δηλώσαμε ότι θα συμμορφωθούμε, για να αποφύγουμε την διαιώνιση της αντιδικίας, το οποίο μας υποχρέωνε να αποκαταστήσουμε με δικές μας δαπάνες τις ζημίες του μισθίου και να το επαναφέρουμε στην κατάσταση που βρισκόταν πριν την αποτέφρωση με όλες τις προσθήκες, βελτιώσεις και κατασκευές σε αυτό.

Άλλως και στην περίπτωση που δεν θα προβαίναμε στις ανωτέρω εργασίες εντός δύο μηνών από την τελεσιδικία της απόφασης επέτρεπε στους αντιδίκους να προβούν στις παραπάνω εργασίες αποκατάστασης με δαπάνες μας. Γιατί λοιπόν οι αντίδικοι δεν φρόντισαν οι ίδιοι όπως είχαν δικαίωμα να προχωρήσουν στην αποκατάσταση των ζημιών του μισθίου, να προβούν οι ίδιοι σε έλεγχο στατικής επάρκειας του κτιρίου, παρά μόνο έφεραν συνεχώς αντιρρήσεις και προσκόμματα και δεν επέδειξαν γενικά καμία απολύτως διάθεση συνεργασίας;

Μήπως τελικά ήταν βολική για τους αντιδίκους η διαιώνιση της κατάστασης αυτής; Τελικά τα κλειδιά του μισθίου παραλήφθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους στις 6.7.2016 ..........". Με αυτό το περιεχόμενο η ως άνω ένσταση είναι πλήρως ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της, κατά τις διατάξεις των άρθρων 262 του Κ.Πολ.Δ.

και 281 του Α.Κ., στοιχεία, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, στηρίζουν την νομική βασιμότητά της, αναφέρεται δε και η καταχρηστικότητα που απορρέει από τις περιγραφόμενες ενέργειες των αναιρεσειόντων, ενώ στην πρώτη σελίδα των προτάσεων υπάρχει σαφές αίτημα απορρίψεως της αγωγής λόγω καταχρηστικής ασκήσεως αυτής, με τη ρητή αναφορά "...

η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστική.....", και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, ακόμη και αν δεν υπήρχε ρητό αίτημα απορρίψεως, η έλλειψη αυτή, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, καλύπτεται από το διαλαμβανόμενο στις προτάσεις της ενισταμένης αίτημα απορρίψεως της αγωγής, των ενστάσεων και όλων των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων.

Επομένως, ορθώς το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ορισμένη και ακολούθως ερεύνησε στην ουσία την παραπάνω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, η οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη με την πρωτόδικη οριστική απόφαση, απορριπτομένου ως αβασίμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Α.Π. 4123/2021, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 501/2021).

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 29 και 27/1998, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 42/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 1221/2020, Α.Π. 1210/2020). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτουν, σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1430/2019, Α.Π. 941/2018).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 1/1999, Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 122/2020, Α.Π. 1373/2019, Α.Π. 918/2019, Α.Π. 564/2018).

Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις, είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (Α.Π. 805/2021, Α.Π. 1397/2019, Α.Π. 1653/2018, Α.Π. 1206/2018).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 1388/2021, Α.Π. 145/2021, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 30/2020). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 317/2021, Α.Π. 586/2020, Α.Π. 228/2020, Α.Π. 22/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 1686/2018 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα, κρίσιμα για τη διερεύνηση των λόγων αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "Με το από 1-10-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, η πρώτη ενάγουσα και ο δικαιοπάροχος του δευτέρου ενάγοντος Α.

Τ. συνεκμίσθωσαν στην εναγομένη δύο διαιρετούς χώρους, που τους ανήκαν κατά συγκυριότητα και βρίσκονται σε οικοδομή, στη συμβουλή των οδών ……. αρ. .. της … και ειδικότερα ένα αυτοτελές και διηρημένο κατάστημα εμβαδού 94,90 τ.μ. με πρόσοψη στην οδό …. και το γειτονικό αυτοτελές και διηρημένο κατάστημα εμβαδού 115,10 τ.μ.

με πρόσοψη στην οδό … και στην οδό …, προκειμένου να τα συνενώσει η εναγομένη και να λειτουργήσει τραπεζικό κατάστημα στον ενιαίο πλέον χώρο. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε από την 23-4-2008 έως την 30-4-2020 και το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 7.000 ευρώ, πλέον τελών χαρτοσήμου, που θα αναπροσαρμοζόταν κατ' έτος σε ποσοστό 100% της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, προσαυξημένο κατά μία ποσοστιαία μονάδα.

Με τον έκτο όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι κατά τη λήξη ή την κατ' άλλο τρόπο λύση της επίδικης μίσθωσης, η εναγομένη μισθώτρια θα είχε την υποχρέωση να αποκαταστήσει την αυτοτέλεια του μισθίου έναντι του συνενωμένου υπογείου με εργασίες αποκατάστασης, ενώ κάθε δαπάνη για την αποκατάσταση του μισθίου για τις ζημιές που θα προκαλούνται σε αυτό κατά το χρόνο που η εναγομένη θα είχε τη χρήση του, από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχονταν οι ζημιές, χωρίς όμως ευθύνη των εκμισθωτών, εξαιρουμένων των δαπανών που εκ φύσεως βαρύνουν τους ιδιοκτήτες, θα βάρυνε μόνο τη μισθώτρια εναγομένη, η οποία και θα ήταν υποχρεωμένη στην άμεση και χωρίς υπαίτια καθυστέρηση αποκατάσταση της ζημίας με δικές της δαπάνες, κατά δε την απόδοση της χρήσης του μισθίου η εναγομένη μισθώτρια θα ήταν υποχρεωμένη να αποκαταστήσει κάθε ζημία που προκάλεσε η ίδια, πλην των φθορών από τη συνήθη χρήση.

Με τον έβδομο όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού η μισθώτρια ανέλαβε να ασφαλίσει, με δικές της αποκλειστικά δαπάνες, το μίσθιο με τα συστατικά και παραρτήματά του, από κινδύνους πυρός, πλημμυρών, φυσικών καταστροφών, τρομοκρατικών ενεργειών και ατυχημάτων, προσωπικού και πελατών, καθ' όλη τη διάρκεια που θα βρισκόταν στην κατοχή του μισθίου, για ποσό ζημιών τουλάχιστον 73.400 ευρώ.

Για το σκοπό αυτό ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί, εντός 15 ημερών από την υπογραφή του συμφωνητικού, στη σύναψη της σχετικής ασφαλιστικής σύμβασης, στο όνομα και για λογαριασμό και με δικαιούχους τους εκμισθωτές, με μια αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρία και να γνωστοποιήσει στους εκμισθωτές το περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης, επιπλέον δε ανέλαβε την υποχρέωση να καλύψει τη διαφορά μεταξύ του κόστους των εργασιών και του ασφαλίσματος, στην περίπτωση που η ασφαλιστική αποζημίωση δεν κάλυπτε το σύνολο των ζημιών του μισθίου.

Με τον όγδοο όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι κατά τη λήξη ή την με οποιονδήποτε τρόπο λύση της επίδικης μίσθωσης όλες οι κατασκευές, προσθήκες και βελτιώσεις του επιδίκου μισθίου, στις οποίες θα είχε θα προβεί η εναγομένη μισθώτρια, θα παρέμεναν προς όφελος του μισθίου, χωρίς καμία απαίτηση έναντι των εναγόντων εκμισθωτών για αποζημίωση, έστω και αν οι κατασκευές αυτές κρίνονταν αναγκαίες ή επωφελείς.

Με τον ένατο όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη μισθώτρια δεν θα απαλλασσόταν από την καταβολή του μισθώματος και των λοιπών επιβαρύνσεων, εάν για οποιονδήποτε λόγο ή γεγονός, για τον οποίο δεν θα ευθύνονται οι εκμισθωτές, δεν μπορεί να κάνει χρήση του μισθίου. Τέλος, με το δέκατο όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι κάθε παράβαση οποιουδήποτε από τους όρους του παραπάνω συμφωνητικού, οι οποίοι όλοι συμφωνήθηκαν ρητά ως ουσιώδεις και σπουδαίοι, θα έχει ως συνέπεια τη λύση της μίσθωσης και την έξωση της μισθώτριας και κάθε τρίτου που έλκει από αυτήν δικαιώματα.

Κατόπιν της ανωτέρω συμφωνίας, η εναγομένη μισθώτρια παρέλαβε το επίδικο μίσθιο και λειτούργησε σε αυτό τραπεζικό κατάστημα. Ακολούθως, με το υπ' αριθμ. … συμβόλαιο της συμβολαιογράφου … Μ. Μ.- Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο αρχικός συνεκμισθωτής Α. Τ. μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της συγκυριότητάς του στα μίσθια καταστήματα στο δεύτερο ενάγοντα, ο οποίος έκτοτε υπεισήλθε ως συνεκμισθωτής με την πρώτη ενάγουσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της επίδικης μίσθωσης.

Την 29-3-2010 το μίσθιο, συνεπεία εμπρηστικής τρομοκρατικής ενέργειας από αγνώστους, υπέστη σοβαρότατες καταστροφές και ζημίες που κατέστησαν αδύνατη τη χρήση του από την εναγομένη. Την 29-11-2011 η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της ένδικης μίσθωσης, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Ν. 34/1995, και κάλεσε τους ενάγοντες να συνεννοηθούν για την παράδοση και παραλαβή του μισθίου.

Οι τελευταίοι, με την από 7-12-2011 εξώδικη απάντησή τους με διαμαρτυρία- πρόκληση και δήλωση, κάλεσαν την εναγομένη να τους παραδώσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την κατάσταση του μισθίου, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και να τους επιτρέψει την επίσκεψη του μισθίου, καλώντας την να απόσχει από οποιαδήποτε ενέργεια επισκευών ή άλλων εργασιών στους χώρους του μισθίου.

Με την από 13-12-2011 εξώδικη απάντησή της η εναγομένη ανέφερε ότι είχε παραδώσει αντίγραφο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με την υπ' αριθμ. … επιστολή της, ότι ουδέποτε αρνήθηκε την επίσκεψη των εναγόντων στο μίσθιο και τους κάλεσε να το επισκεφθούν κατόπιν συνεννόησης, ενώ δήλωσε ότι προτίθεται να τηρήσει όλες τις συμφωνίες τους και θα σεβαστεί την επιθυμία τους να απόσχει από κάθε ενέργεια επισκευής ή αποκατάστασης του μισθίου, απαλλασσόμενη από κάθε ευθύνη για τυχόν παράταση του χρόνου αποκατάστασης του μισθίου.

Οι ενάγοντες όμως δεν ήλθαν σε οποιαδήποτε συνεννόηση με ην εναγομένη, αλλά άσκησαν την υπ' αρθμ. 68/2012 αγωγή τους, επιδιώκοντας να αποτρέψουν την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας της εναγομένης, καταγγέλλοντας οι ίδιοι τη μίσθωση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 27982/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη τελεσίδικη και η οποία δέχθηκε ότι η καταγγελία της μίσθωσης από την εναγομένη ήταν νόμιμη και επέφερε τα αποτελέσματά της την 29-2-2012.

Κατά της ως άνω απόφασης οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1263/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε ότι: α) η ως άνω καταγγελία της μίσθωσης από την εναγομένη ήταν έγκυρη και επέφερε τη λύση της επίδικης μίσθωσης, β) χωρίς καμία αμφιβολία οι ενάγοντες εκμισθωτές, και όχι η εναγομένη μισθώτρια, ήταν αυτοί που είχαν υποχρέωση να αποκαταστήσουν άμεσα και με δικές τους δαπάνες, την ζημία που υπέστη το μίσθιο, σύμφωνα με τον σαφή 6° όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού επρόκειτο για αποτέφρωση από εμπρηστική τρομοκρατική ενέργεια και η σχετική δαπάνη εκ της φύσεώς της εβάρυνε τους εκμισθωτές, γ) η εκ μέρους της εναγομένης εγκατάλειψη του μισθίου και η κάλυψη της πρόσοψης του με λαμαρίνες μετά την αποτέφρωσή του, προφανέστατα δεν αποτελούν χρήση, αλλά αναγκαίες ενέργειες που έγιναν για λόγους ασφαλείας τρίτων και μάλιστα των περιοίκων και των διερχομένων από το κεντρικό σημείο της πόλης που βρίσκεται το μίσθιο, δ) η εναγομένη ασφάλισε το μίσθιο στην ασφαλιστική εταιρία … ….

στο όνομα και για λογαριασμό των εναγόντων, με δικαιούχους αυτούς και ενημέρωσε αυτούς, παραδίδοντας τους το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ενώ δεν αρνήθηκε να τους δώσει οποιαδήποτε πληροφορία, αλλ' αντίθετα οι ενάγοντες δεν ζήτησαν καμία πληροφορία, αν και γνώριζαν την εγκατάλειψη του μισθίου λόγω του εμπρησμού και δεν επιδίωξαν την είσπραξη του ασφαλίσματος, αλλά συνέχισαν να εισπράττουν τα μισθώματα μέχρι την καταγγελία της μίσθωσης, ε) η μη απόδοση του μισθίου προς τους ενάγοντες εκμισθωτές στην κατάσταση που το παρέλαβε η εναγομένη, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της, αλλά αποκλειστικά σε γεγονός ανώτερης βίας, για το οποίο αυτή δε φέρει ευθύνη.

Παρά την έλλειψη υποχρέωσης της εναγομένης για την επισκευή του μισθίου, εν τούτοις αυτή ήδη από το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης, θέλοντας να λύσει τη μισθωτική σύμβαση χωρίς αντεγκλήσεις, προκειμένου να προστατεύσει τη φήμη της, ξεκίνησε διαδικασίες για την έκδοση άδειας στην αρμόδια πολεοδομία, για να προχωρήσει στη συνέχεια στις εργασίες αποκατάστασης του μισθίου, ώστε κατά τον χρόνο της επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας να παραδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που ήταν όταν λειτουργούσε σαν Τράπεζα.

Οι ενάγοντες, όμως, αν και γνώριζαν ότι το μίσθιο ήταν ασφαλισμένο για τρομοκρατική ενέργεια με δικαιούχους τους ίδιους, δεν ήλθαν σε καμία επικοινωνία με την ασφαλιστική εταιρία, για να απαιτήσουν την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, αλλά συνέχισαν να εισπράττουν τα μισθώματα μέχρι την καταγγελία της μίσθωσης και μόνον τότε διαμαρτυρήθηκαν.

Επιπλέον και μετά την άσκηση της ως άνω αγωγής τους οι ενάγοντες αρνήθηκαν να προσκομίσουν τα δημόσια έγγραφα που αφορούσαν τα προσωπικά τους στοιχεία (δελτία ταυτότητας, ΑΦΜ) και να υπογράψουν τις απαραίτητες εξουσιοδοτήσεις και τα απαραίτητα έγγραφα για την απογραφή του έργου στο ΙΚΑ, με αποτέλεσμα η εναγομένη να μην μπορεί να προχωρήσει στις εργασίες αποκατάστασης του μισθίου.

Μάλιστα, η εναγομένη δεν άσκησε έφεση κατά της ως άνω απόφασης, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, υποχρεώθηκε να καταβάλει διαφυγόντα κέρδη 35.000 ευρώ στους ενάγοντες και η οποία διάταξη δεν μεταβιβάστηκε στο εφετείο με την έφεση των εναγόντων, οπότε θα εξαφανιζόταν, κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω εφετειακή απόφαση.

Επιπλέον, η εναγομένη επανέλαβε την πρόθεσή της να διενεργήσει τις οικοδομικές εργασίες και με την από 7-1-2014 εξώδικη δήλωσή της, στην οποία οι ενάγοντες απάντησαν με την από 15-1-2014 απάντησή τους, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι δεν τους παραδόθηκε τεχνική έκθεση ζημιών, βεβαίωση στατικής επάρκειας των μισθίων και ότι δεν τους επιτράπηκε η είσοδος στο μίσθιο.

Όμως, οι ενάγοντες και τις δύο φορές που έγινε η επίσκεψη στο μίσθιο των πραγματογνωμόνων της ασφαλιστικής εταιρίας, ήταν παρόντες με μηχανικό της εμπιστοσύνης τους. Άλλωστε, οι ενάγοντες θα μπορούσαν να ζητήσουν τον έλεγχο της στατικής επάρκειας των μισθίων από το Τεχνικό Επιμελητήριο, αν και η εναγομένη τους διαβεβαίωσε ότι δεν είχε θιγεί ο φέρων σκελετός της οικοδομής, ήδη με την από 16-1-2014 εξώδικη δήλωσή της.

Περαιτέρω, μετά την έκδοση της ως άνω υπ' αριθμ. 1263/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες άρχισαν να επιδεικνύουν κάποια διάθεση συνεργασίας και η εναγομένη ανέθεσε την έκδοση της οικοδομικής άδειας στο τεχνικό γραφείο ……… και έτσι εκδόθηκε στις 22-7-2015 η υπ' αριθμ. 42/2015 οικοδομική άδεια του Τμήματος Έκδοσης Αδειών Δόμησης του Δήμου Θεσσαλονίκης.

Στη συνέχεια, για την εκτέλεση του έργου " πρώην καταστήματος …", προκηρύχθηκε μειοδοτικός διαγωνισμός και αναδείχθηκε μειοδότρια η εταιρία "…… ΟΕ", η οποία εγκαταστάθηκε στο ακίνητο την 10-2-2016 και αποπεράτωσε το έργο την 12-3-2016. Στη διάρκεια της ανακαίνισης οι ενάγοντες επισκέφθηκαν το μίσθιο, διατύπωσαν ορισμένες παρατηρήσεις σε σχέση με την τελική διαμόρφωση του καταστήματος, οι οποίες και ικανοποιήθηκαν από τους τεχνικούς που εργάζονταν στο έργο.

Παρά την περάτωση του έργου οι ενάγοντες αρνήθηκαν την υπογραφή του σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής, προβάλλοντας αντιρρήσεις για τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες αποκατάστασης και έτσι η εναγομένη με την από 10-6-2016 πρόκληση-δήλωσή της προσέφερε τα κλειδιά των καταστημάτων και τους κάλεσε να τα παραλάβουν, πράγμα που έγινε στις 6-7-2016, οπότε τα κλειδιά παρελήφθησαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους.

Από όλα τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι οι ενάγοντες θα μπορούσαν από την αρχή να λάβουν την αποζημίωση ασφάλισης και να αποκαταστήσουν το μίσθιο, όπως είχαν υποχρέωση από τη μισθωτική συμφωνία και δέχθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Αλλά και μετά την έκδοση της ως άνω υπ' αριθμ. 27982/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποκαταστήσει το μίσθιο με δικές της δαπάνες, ορίστηκε ότι, αν δεν προέβαινε στην αποκατάσταση αυτής εντός δύο μηνών από την τελεσιδικία της απόφασης, επιτρεπόταν στους ενάγοντες μετά την πάροδο των δύο μηνών να προβούν αυτοί στην αποκατάσταση του μισθίου με δαπάνες της εναγομένης, οι ενάγοντες δεν προχώρησαν στην αποκατάσταση του μισθίου και άσκησαν έφεση, ενώ αντίθετα η εναγομένη δεν άσκησε έφεση και έτσι υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των 35.000 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, γεγονός που δεν θα συνέβαινε αν είχε ασκήσει έφεση.

Επομένως, η άσκηση του ένδικου δικαιώματος είναι καταχρηστική, αφού αντιβαίνει στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη που πρέπει να τηρούν οι συμβαλλόμενοι, καθώς και στον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος αυτού. Μετά από αυτά η ένδικη αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη (άρθρο 281 ΑΚ), προβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρεται προς κρίση με λόγο έφεσης στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την ως άνω ένσταση κατάχρησης δικαιώματος ως αόριστη και ακολούθως δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αντί να δεχθεί την ένσταση αυτή ως ορισμένη, νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη και ακολούθως να απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η αγωγή, να δικαστεί από το Δικαστήριο αυτό και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ορισμένη και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση της εναγομένης- ήδη αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, περί καταχρηστικότητας του ασκούμενου, με την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, προς καταβολή αποζημίωσης χρήσεως, δικαιώματος, ως υπερβαίνοντος τα διαγραφόμενα στο άρθρο 281 ΑΚ όρια, έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 21-3-2017 έφεση αυτής, και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει διαφορετικά, κράτησε και δίκασε στην ουσία την υπόθεση και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή.

Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά μεν το πρώτο σκέλος αυτού, πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμό 1 του Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., την οποία εφάρμοσε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθόσον, όπως ισχυρίζονται α) δεν υφίσταται εκ μέρους τους αδράνεια και μάλιστα μακροχρόνια, ως προς την άσκηση της ένδικης αγωγής, αφού αυτή ασκήθηκε μόλις τέσσερα (4) έτη μετά την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως, διάστημα κατά το οποίο ελάμβαναν χώρα εκατέρωθεν εξώδικες και δικαστικές ενέργειες, που αφορούν στην επισκευή του μισθίου ακινήτου, και όχι στην απόδοση αυτού, που παρέμενε σε εκκρεμότητα από το χρόνο της καταγγελίας, β) τα όσα έγιναν δεκτά από το Εφετείο, σε σχέση με την επισκευή του μισθίου ακινήτου, δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν και δεν δημιούργησαν στην αναιρεσίβλητη την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί από αυτές το δικαίωμα που ασκείται με την ένδικη αγωγή και γ) δεν περιέχεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως παραδοχή ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής έγινε κατά "προφανή υπέρβαση" των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, όπως απαιτείται για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ., κατά δε το δεύτερο σκέλος του, πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμό 19 του Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., καθόσον δεν διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης παραδοχές:

α) ως προς το αν και με ποιον ακριβώς τρόπο δημιουργήθηκε από τη συμπεριφορά αυτών (αναιρεσειόντων), που περιγράφεται στο σκεπτικό της, εύλογη και καλόπιστη πεποίθηση στην αναιρεσίβλητη, είτε ότι δεν υφίσταται το δικαίωμά τους να ασκήσουν την ένδικη αγωγή αποζημίωσης χρήσεως εναντίον της, είτε ότι υφίσταται μεν το δικαίωμα αυτό, αλλά ότι δεν επρόκειτο να το ασκήσουν, β) ως προς το αν η άσκηση της ένδικης αγωγής συνιστά ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε με την περιγραφόμενη στην αγωγή συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, γ) ως προς το αν οι πράξεις των αναιρεσειόντων και η υπ' αυτές δημιουργηθείσα κατάσταση, που, κατά την προσβαλλόμενη, συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για την αναιρεσίβλητη επιπτώσεις, τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά τους ως δικαιούχων της απαιτήσεως που ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος, δ) ως προς το αν από την συμπεριφορά τους που περιγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και την τυχόν ικανοποίηση του δικαιώματός τους, που ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή, προκαλούνται ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες, και ποιες ακριβώς είναι αυτές, σε βάρος της υπόχρεης αναιρεσίβλητης και ε) ως προς το αν η άσκηση της ένδικης αγωγής κατά της αναιρεσίβλητης έγινε κατά "προφανή υπέρβαση" των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.

Με τις αναφερθείσες όμως παραπάνω κρίσεις του το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, την προεκτεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., αφού, η δεκτή γενομένη, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, προηγούμενη συμπεριφορά των αναιρεσειόντων και οι ενέργειες στις οποίες οι τελευταίοι προέβησαν ή αρνήθηκαν να προβούν, όπως αυτές αναλυτικά περιγράφονται στο σκεπτικό της και αναφέρονται παραπάνω, καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, λόγω του ότι η άσκησή του αντιβαίνει στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη που πρέπει να τηρούν οι συμβαλλόμενοι, καθώς και στον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος αυτού.

Σημειώνεται ότι η έλλειψη ρητής επίκλησης στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η συμπεριφορά της αναιρεσειόντων έγινε κατά "προφανή υπέρβαση" των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, στην οποία οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να θεμελιώσουν την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ανωτέρω υπό στοιχείο γ' αιτίαση, δεν μπορεί να οδηγήσει στην βασιμότητα του προβαλλομένου αναιρετικού λόγου, αφού η υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ.

διαλαμβάνεται στην περιγραφόμενη καταχρηστική προβολή της ένδικης απαιτήσεως (πρβλ. Α.Π. 1062/2014).

Συνεπώς, η σχετική αιτίαση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Οι λοιπές, αναφερόμενες στο πρώτο σκέλος (αληθώς από τον αριθμό 19 του Κ.Πολ.Δ.) και στο δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, αιτιάσεις, για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτες, δεδομένου ότι οι αιτιάσεις αυτές αφορούν στην εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, υπό την επίφαση δε της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, στα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας του δικαιώματος που ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή.

Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε, όπως προαναφέρθηκε, εκ πλαγίου την αναφερόμενη παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, αφού διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικότητας του δικαιώματος που ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η καταχρηστικότητα του δικαιώματος που ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή.

Κατ' ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ως απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ., υφίσταται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (Ολ.Α.Π. 19/2005, Α.Π. 177/2021, Α.Π. 653/2020, Α.Π. 56/2019).

Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχεται με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.).

Για να θεμελιωθεί όμως ο ανωτέρω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επελήφθη, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους, της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των όρων του δεδικασμένου (Ολ.Α.Π. 6/2020, Α.Π. 653/2020, Α.Π. 397/2020, Α.Π. 451/2019). Άρα, απαιτείται η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (Α.Π. 1509/2021, Α.Π. 653/2020, Α.Π. 397/2020, 370/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη του το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 27982/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που έχει καταστεί τελεσίδικη (μετά την απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως των ιδίων αναιρεσειόντων), με την οποία έγινε δεκτή η από 31-12-2011 και με αρ.

κατ. 68/2012 αγωγή τους κατά της δικαιοπαρόχου της ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε η τελευταία να αποκαταστήσει πλήρως, με δικές της δαπάνες, τις ζημίες που προκλήθηκαν στο μίσθιο ακίνητο και να επαναφέρει αυτό στην κατάσταση που βρισκόταν πριν από την αποτέφρωσή του, με όλες τις προσθήκες, βελτιώσεις και κατασκευές.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, πρωτίστως μεν ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, όπως έπρεπε, ότι είχε υποβληθεί νόμιμα στο Εφετείο ο ισχυρισμός περί υπάρξεως δεδικασμένου, με ιστορική βάση το περιεχόμενο της προαναφερόμενης αποφάσεως και αίτημα την απόρριψη της εκ του άρθρου 281 του Α.Κ.

ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, σε κάθε δε περίπτωση, ως αβάσιμος, ενόψει του ότι από τις κατατεθείσες ενώπιον του ως άνω Εφετείου προτάσεις των αναιρεσειόντων, που παραδεκτά επισκοπούνται, προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου σχετικός ισχυρισμός, στην προσβαλλόμενη δε απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο αυτής, δεν περιέχεται θετική ή αρνητική κρίση του ως άνω Εφετείου για παραδοχή ή όχι δεδικασμένου από την ως άνω υπ' αριθμ. 27982/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.5.2019 και με αριθμό καταθέσεως 1383/169/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1686/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ