Supreme Court allows appeal against first instance judgment due to lack of reasoning on contract characterization.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding a car accident damages case. The appellant argued that the First Instance Court erred by failing to provide reasoning for characterizing a specific agreement as a financial leasing contract. The Court found that the lower court committed procedural errors by ignoring a proposed fact and lacking motivation for its legal characterization. Consequently, the appeal was granted, and the case was remitted to the First Instance Court for further examination by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible and the judgment must be annulled if the court of first instance fails to consider a relevant fact or lacks motivation for its legal characterization of a contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1433 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1433/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού), Αικατερίνη Βλάχου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "OLYMPIC ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" και ήδη "OLYMPIC ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λαγούρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 12-5-2021 δήλωση καθώς και στις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας εταιρείας.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωκράτη Βερτέλλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5545/2014 μη οριστική και 5786/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5388/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 20-12-2017 (γεν. αριθμ. εκθ. καταθ. 611251/2017) αίτηση για την αναίρεση της με αριθμό 5388/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρ. 564 § 3 ΚΠολΔ). Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από την αναιρεσείουσα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ παράβολο.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 564, 566 παρ 1 και 577 ΚπολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον την έρευνα των αναιρετικών λόγων μέρος: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την από 16.9.2013 αγωγή της, με την οποία ισχυρίστηκε, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ότι τυγχάνει κάτοχος του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, δυνάμει συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως που η δικαιοπάροχος της ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ BEST LEASING Α.Τ.Ε.Ε." είχε συνάψει με την ιδιοκτήτρια αυ¬τού (αυτοκινήτου), ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ Α.Ε.". Ότι στις 24.7.2008 και υπό τις αναφερόμενες συνθήκες συνέβη αυτοκινητικό ατύχημα, με αποτέλεσμα να προκληθούν σ' αυτό υλικές ζημίες.
Ότι το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού και ιδιοκτήτη του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α.", η άδεια λειτουργίας της οποίας έχει ανακληθεί και είναι, συνεπώς υπόχρεο προς αποζημίωσή της το εναγόμενο ν.π.δ.δ., με τη συντετμημένη επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ KΕΦΑΛΑΙΟ".
Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών ζήτησε, όπως παραδεκτά περιορίστηκε το αίτημα από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το τελευταίο οφείλει να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 19.760,93 ευρώ, ως αποζημίωση (αγορά ανταλλακτικών, εργασίες ε¬πισκευής και μείωση της αγοραστικής αξίας του αυτοκινήτου), κατά τα ειδικότερον ιστορούμενα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά μεν η 5545/2014 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως για να προσκομισθεί από την ενάγουσα η επικαλούμενη από αυτήν σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως και στη συνέχεια η 5786/2015 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, με την αιτιολογία το μεν ότι δεν τηρήθηκε από την ενάγουσα η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 8 του Π.Δ. 237/1986 προπαρασκευαστική διαδικασία (αίτηση αποζημιώσεως από το Επικουρικό Κεφάλαιο), το δε ότι η αγωγή της ασκήθηκε μετά τη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής της αξιώσεώς της από την ημέρα του ατυχήματος δηλαδή μετά την 25.7.2013, ενόψει του ότι το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα στις 24.7.2008.
Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 20.9.2016 έφεσή της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την διακράτηση και εκδίκαση της υποθέσεως, απερρίφθη η ένδικη αγωγή, με την αιτιολογία ότι "η εκκαλούσα - ενάγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της".
Με τον ν. 1665/1986 (ΦΕΚ (κ 194) "συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης" καθιερώθηκε και στην Ελλάδα η σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως. Με τον όρο αυτό αποδόθηκε στα ελληνικό ο διεθνώς γνωστός όρος "Leasing", ένας σύγχρονος οικονομικονομικός θεσμός. Με τα άρθρα 1, 2, 3 και 4 του νόμου αυτού, όπως τα τρία πρώτα από αυτά ισχύουν μετά την αντικατάσταση ή τη συμπλήρωσή τους με το άρθρο 11 §§ 1 έως 6 του ν. 2367/1995, ορίζονται, μεταξύ άλλων, ότι με τη σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως για τη σύναψη της οποίας απαιτείται έγγραφο ως συστατικός τύπος, η εκμισθώτρια ανώνυμη εταιρεία, η οποία έχει αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια τέτοιων εργασιών και μετά από ειδική άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος που δημοσιεύεται στο οικείο τεύχος της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως υποχρεούται να παραχωρεί έναντι μισθώματος τη χρήση πράγματος κινητού ή ακινήτου ή και των δύο μαζί που προορίζεται αποκλειστικό για την επιχείρηση ή το επάγγελμα του αντι-συμβαλλομένου της παρέχοντας στον αντισυμβαλλόμενο της συγχρόνως το δικαίωμα είτε να αγοράσει το πράγμα είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.
Οι συμβαλλόμενοι έχουν την ευχέρεια να ορίσουν ότι το δικαίωμα της αγοράς μπορεί να ασκηθεί και πριν από τη λήξη του χρόνου της μισθώσεως. Η διάρκεια της χρηματοδοτικής μισθώσεως είναι πάντοτε ορισμένη και δεν μπορεί να συμφωνηθεί μικρότερη από τρία έτη για τα κινητά. Με το θεσμό της χρηματοδοτικής μισθώσεως δημιουργήθηκε μία νέα μορφή οικονομικής δραστηριότητας κατά την οποία ένας κεφαλαιούχος διαθέτει κεφάλαια για την απόκτηση ορισμένων αγαθών, τα οποία στη συνέχεια εκμισθώνει φροντίζοντας μάλιστα, ώστε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους να καθοριστούν από αυτόν που θα τα χρησιμοποιήσει, δηλαδή από τον μελλοντικό μισθωτή, ο οποίος έτσι θα αποκτήσει τη χρήση κεφαλαιουχικού εξοπλισμού μεγάλης αξίας για το επάγγελμα ή την επιχείρησή του, επιλογής του ιδίου, χωρίς να προβεί στην άμεση εκταμίευση σημαντικών κεφαλαίων για την απόκτησή τους Συνήθως η εκμισθώτρια εταιρεία αγοράζει χάριν του μισθωτή το πράγμα, όπως το έχει επιλέξει ο αντισυμβαλλόμενος μισθωτής καθισταμένη ουσιαστικώς οικονομική κυρία αυτού, χωρίς, όμως, να έχει το πράγμα στην κατοχή της ή να ενδιαφέρεται να το αποκτήσει, ενόψει του ότι αυτή (εκμισθώτρια) ενδιαφέρεται μόνο για την επιστροφή του δαπανηθέντος κεφαλαίου και του κέρδους της, που λαμβάνει χώρα με το μίσθωμα σε αντίθεση προς τη μίσθωση πράγματος (άρθρο 574 επ.
ΑΚ), όπου το πράγμα προϋπάρχει στην κυριότητα του εκμισθωτή, ο οποίος το απέκτησε, το χρησιμοποιεί και το διαθέτει για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του (ΑΠ 731/2007). Αντικείμενο χρηματοδοτικής μισθώσεως κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ.1 του προεκτεθέντος ν. 1665/1986, μπορεί, μεταξύ άλλων, να αποτελέσει και το αυτοκίνητο.
Στη χρηματοδοτική αυτή μίσθωση, ο μισθωτής αναλαμβάνει με τη σύμβαση τον κίνδυνο της τυχαίας καταστροφής, απώλειας ή βλάβης του πράγματος. Αυτό σημαίνει ότι στις περιπτώσεις αυτές είναι υποχρεωμένος να αντικαταστάσει το μίσθιο πράγμα με άλλο ίσης αξίας ή να το επιδιορθώσει με δικά του έξοδα. Η νομική θέση του μισθωτή μοιάζει με τη θέση του αγοραστή που έχει αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος.
Ενόψει της νομικής αυτής θέσεως του μισθωτή, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι σε περίπτωση ολικής καταστροφής του πράγματος, για την οποία ευθύνεται τρίτος, τη σχετική αξίωση αποζημιώσεως έχει όχι ο εκμισθωτής του αυτοκινήτου, ο οποίος διατηρεί απλώς την ιδιότητα του κυρίου, αλλά ο μισθωτής ο οποίος από πλευράς υποχρεώσεων και δικαιωμάτων χαρακτηρίζεται ως κάτοχος κατά την έννοια του άρθρου 4Ν ΓπΝ/1911.
Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση επισκευάσιμης ζημίας. Δηλαδή τη δαπάνη αποκαταστάσεως αυτής ως και την αποζημίωση για την μείωση της εμπορικής αξίας του πράγματος (αυτοκινήτου), δικαιούται να απαιτήσει από το ζημιώσαντα τρίτο ο μισθωτής (Α.Π. 1661/2007).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται, από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ., όπως αντικατα¬στάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 περ. β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό της, ότι η ίδια (ενάγουσα -εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα) ήταν κάτοχος του ζημιωθέντος ΙΧΕ αυτοκινήτου, δυνάμει της με αριθμό 0785/06 συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως, που είχε συνάψει με την εταιρεία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΕ", η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ BEST LEASING Α.Τ.Ε.Ε.", της οποίας αυτή (ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα) τυγχάνει καθολική διάδοχος, την οποία (σύμβαση) προσκόμισε και την οποία εάν ελάμβανε υπόψη το ως άνω δικαστήριο, θα είχε οδηγηθεί στην κρίση ότι αυτή (ενάγουσα - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα).
Ενομιμοποιείτο ενεργητικά, στην άσκηση της αγωγής αποζημίωσης, για τις ζημίες που υπέστη το εν λόγω όχημα από την ένδικη σύγκρουση και όχι ο Δ. Μ., ο οποίος ήταν κάτοχος του ζημιωθέντος ΙΧΕ αυτοκινήτου, δυνάμει της με αριθμό 30920806 συμβάσεως, η οποία αποτελεί απλή μακροχρόνια μίσθωση και όχι χρηματοδοτική μίσθωση, αφού ο κάτοχος ενός κινητού πράγματος (όπως η αναιρεσείουσα, εν προκειμένω), δυνάμει συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως, δεν είναι δυνατόν, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, να συνάψει σύμβαση χρηματοδοτικής υπεκμίσθωσης, ως υπεκμισθωτής αυτή τη φορά, καθώς δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 παρ.1 ν. 1665/1986 κυρίως ως προς το πρόσωπο του εκμισθωτή και επειδή τα μέρη δεν επιδιώκουν με αυτήν κάποιο χρηματοδοτικό σκοπό.
Εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι στερείται νόμιμης βάσης και ειδικότερα δεν έχει αιτιολογία ως προς τον χαρακτηρισμό της σύμβασης μεταξύ της ίδιας (αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας) και του Δ.
Μ. ως σύμβασης χρηματοδοτικής μισθώσεως και όχι ως απλής υπεκμίσθωσης, ούτε εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων χαρακτήρισε τη σύμβαση ως τέτοια, ήτοι δεν έχει αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, στην ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του 5388/2017, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων αυτού κρίση, ως προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία, τα παρακάτω περιστατικά: "Δυνάμει της με αριθμό 30920806 σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "Best Leasing ATEE", στη θέση της οποίας υπεισήλθε η εκκαλούσα-ενάγουσα, και του Δ.
Μ., ο τελευταίος μίσθωσε από την εκκαλούσα το με αριθμό ... κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτοκίνητο. Βάσει της μίσθωσης αυτής, ο Δ. Μ., μισθωτής, απέκτησε δικαίωμα φυσικής εξουσίας και εκμετάλλευσης του επιδίκου αυτοκινήτου και ανέλαβε τον κίνδυνο της τυχαίας καταστροφής του ή απωλείας του, καθώς και την υποχρέωση να το αντικαταστήσει με άλλο ή να το επιδιορθώσει, σε περίπτωση βλάβης του, με δικές του δαπάνες.
Επομένως, ο Δ. Μ., μισθωτής του επιδίκου αυτοκινήτου, είχε δικαίωμα να αξιώσει το κονδύλιο της μείωσης της αξίας του αυτοκινήτου. Τα αυτά κρίθηκαν αρχικά με την υπ' αριθμό 1582/2012 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και στη συνέχεια, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της τελευταίας, με την υπ'αριθμ. 3976/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επί της υπ' αριθμ.
κατάθεσης δικογράφου 115337/5164/18-6-2010 αγωγής, που άσκησε ο Δ. Μ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την ως άνω υπ' αριθμ. 3976/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε τελεσίδικα το δικαίωμα του Δ. Μ. ν' αξιώσει την μείωση της αξίας του αυτοκινήτου, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, και του επιδικάστηκε αφενός για την ανωτέρω αιτία (μείωση της αξίας του αυτοκινήτου) το ποσό των 3.500 ευρώ και αφετέρου το ποσό των 7.000 ευρώ ως ηθική βλάβη, ήτοι συνολικά το ποσό των 10.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης και μέχρι την εξόφληση.
Συνακόλουθα, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο μισθωτής του επίδικου αυτοκινήτου, ήτοι ο Δ. Μ., έχει αξίωση αποζημίωσης όχι μόνο για την μείωση της εμπορικής αξίας αλλά και για τη δαπάνη αποκατάστασης των ζημιών [...] Εξάλλου, η ενάγουσα δεν προσκομίζει, ούτε επικαλείται τυχόν σύμβαση εκχώρησης με τον μισθωτή, δυνάμει της οποίας η αξίωση αποζημίωσης περιήλθε σ'αυτή.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η εκκαλούσα-ενάγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της υπό κρίση αγωγής και ως εκ τούτου η τελευταία πρέπει ν' απορριφθεί για το λόγο αυτό...". Με τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, απέρριψε όπως έχει ήδη εκτεθεί, την έφεση της ενάγουσας εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, με την ως άνω αιτιολογία, ότι δηλαδή, ο μισθωτής του αυτοκινήτου Δ.
Μ., που ήταν κάτοχος αυτού, δυνάμει χρηματοδοτικής μίσθωσης, νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της αγωγής και όχι η ενάγουσα -εκκαλούσα, και ήδη αναιρεσείουσα. Από τις προεκτεθείσες παραδοχές, όμως, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η ενάγουσα ήταν κάτοχος του ζημιωθέντος αυτοκινήτου, δυνάμει της με αριθμό 0785/06 συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως, που είχε συνάψει με την εταιρία, με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ Α.Ε.", η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ BEST LEASING A.E.", της οποίας αυτή (ενάγουσα) τυγχάνει καθολική διάδοχος, ισχυρισμός, που είχε προβληθεί με την ένδικη αγωγή και ο οποίος συνιστά πράγμα, κατά την προεκτεθέντα έννοια.
Συγκεκριμένα η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, στην ένδικη από 16-9-2013 αγωγή της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, εξέθετε ότι είναι καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας "ΠΕΙΡΑΙΩΣ BEST LEASING ATEE" και συνακόλουθα, είναι κάτοχος του υπ' αριθμ. ... αυτοκινήτου, δυνάμει συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως (leasing), που η ανωτέρω δικαιοπάροχός της είχε συνάψει με την ιδιοκτήτρια του ΙΧΕ αυτοκινήτου εταιρεία, με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΕ".
Επιπλέον, τον ίδιο ως άνω ισχυρισμό επανέλαβε με τις από 17-1-2017 προτάσεις της, ενώπιον του, δικάσαντος, ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απαντώντας στην ένσταση του εναγομένου -εφεσιβλήτου περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της, αναφέροντας επακριβώς ότι: "το ζημιωθέν αυτοκίνητο, κατά το χρόνο της συγκρούσεως, ανήκε κατά κυριότητα στην εταιρεία, με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΕ", το οποίο είχε παραχωρήσει, δυνάμει συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως (leasing), στην εταιρεία, με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ BEST LEASING AE", (της οποίας καθολική διάδοχος τυγχάνει η εταιρεία μας) και η οποία με τη σειρά της το είχε υπεκμισθώσει στον Δ.
Μ.". Πέραν των ανωτέρω, όμως, δεν αιτιολογείται για ποιο λόγο ή σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και του Δ. Μ. χαρακτηρίζεται ως σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως, ούτε εκτίθενται πραγματικά, περιστατικά, βάσει των οποίων η σύμβαση αυτή χαρακτηρίζεται ως τέτοια.
Με τον τρόπο αυτό, όμως, το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στις αναφερόμενες από το άρθρο 560 αρ. 5 και 6 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, αφού: α) δεν έλαβε υπόψη πράγμα, που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και β) στερείται παντελώς αιτιολογίας ως προς τον χαρακτηρισμό της μεταξύ της ενάγουσας και του Δ. Μ. καταρτισθείσης συμβάσεως. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος, από τις ως άνω διατάξεις, λόγοι της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Το αναιρεσίβλητο, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ' β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5388/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ