Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court correctly rejected invalidity of will regarding inheritance rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Kalamata Regional Court. The appellant argued the lower court erred by accepting the validity of a will that allegedly failed to meet statutory requirements, claiming she was the sole heir by testament rather than by intestate succession. The court rejected this appeal because the lower court properly found the testator had established the respondent as the sole heir, thereby invalidating the appellant's claim to the disputed funds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; The appeal ground under Article 559 no. 8 is not established when the lower court has already considered and rejected the specific claim, or when the claim is based on a premise the court has found false.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1433 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1433/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Μαρτίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. συζ. Π. Γ., θυγ. Η. Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Βάθη.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Γ. του Η., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ευάγγελου Παπαγιαννούλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 43/2018 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2018 αίτησή της και τους από 24-1-2019 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την από 21-6-2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 24-1-2019 πρόσθετους λόγους της προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 43/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας (τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγινε τυπικά και εν μέρει ουσιαστικά δεκτή έφεση της ενάγουσας -αναιρεσίβλητης κατά της 1/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η από 10- 2-2015 με αριθμ. κατάθ. 7/2015 αγωγή και αναγνωρίσθηκε η ενάγουσα εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος με την εναγόμενη-αναιρεσείουσα, κατά ιδανικό μερίδιο 1/2 εξ αδιαιρέτου, επί της κληρονομιάς του πατέρα των διαδίκων Η. Γ., που πέθανε την 26-9-2014, και συγκεκριμένα, επί του χρηματικού ποσού των 68.000 ευρώ,τα οποία ήταν κατατεθειμένα σε δυο κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς του θανόντος με συνδικαιούχο την εναγομένη, η οποία είχε αναλάβει το παραπάνω ποσό πριν από το θάνατο του συνδικαιούχου πατέρα της. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 ,569 Κ.Πολ.Δ), ενώ καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 19/2018 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Καλαμάτας. Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ΚΠολΔ,ΑΠ 1192/2014).
2.Με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 και άρθρων 2 και 3 του v. 5638/1932, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ.951/71 και διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.Δ στοιχ.α ΝΔ 118/1973. ορίζονται τα εξής: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμό, επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte Joint, Joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 παρ.1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγουμένη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 παρ.2). "Επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχονται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων.
Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους. Αντιθέτως η απαλλαγή αύτη δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου" (άρθρο 2). "Διάθεσις της καταθέσεως δια πράξεως είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος, είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων, ως και της απόρου χήρας, ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως.
Επί των καταθέσεων τούτων αργούσιν αι περί απαγορεύσεως των δωρεών μεταξύ συζύγων διατάξεις" (άρθρο 3). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 ν.δ. 17.7/13.8.1923, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ συνάγονται τα εξής: α) Σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων και, ανεξαρτήτως, αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού ή σε μερικούς ή έναν από αυτούς, παράγεται μεταξύ ενός εκάστου δικαιούχου του λογαριασμού και της τράπεζας (δέκτη της κατάθεσης) ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης ή μέρους αυτής από κάθε δικαιούχο του λογαριασμού, να γίνεται στο όνομα του και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, η δε καταβολή του ποσού των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης έναντι του δέκτη (τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες δικαιούχους, οι οποίοι (μη αναλαβόντες) όμως, αποκτούν απαίτηση έναντι του αναλαβόντος, για την καταβολή είτε ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης, είτε τμήματος αυτής που προκύπτει από την μεταξύ τους σχέση.
β) την απαίτηση αυτή έχει ο μη αναλαβών συνδικαιούχος και αν στο λογαριασμό έχει τεθεί ως αίρεση ο πρόσθετος όρος, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 2 του ν. 5638/32, ότι σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε συνδικαιούχου το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου, αφού στην περίπτωση αυτή, όταν δηλαδή η ανάληψη γίνεται πριν την πλήρωση της αίρεσης, το ποσό της κατάθεσης εξακολουθεί να ανήκει σε όλους τους συνδικαιούχους, κατά την μεταξύ τους εσωτερική σχέση.
Περαιτέρω από το άρθρο 1710 ΑΚ προκύπτει, ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το περιουσιακό σύνολο του αποβιώσαντος, δηλαδή, το σύνολο των εννόμων σχέσεων (δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) του αποβιώσαντος που είναι δεκτικές χρηματικής αποτίμησης και δεν συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπο αυτού.
Από αυτά παρέπεται ότι η απαίτηση του μη αναλαβόντος έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, για την καταβολή του ανήκοντος σ' αυτόν από την μεταξύ τους σχέση ποσοστού της κατάθεσης, περιέρχεται στους κληρονόμους αυτού (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης), οι οποίοι νομιμοποιούνται να ζητήσουν από τον αναλαβόντα την καταβολή σ' αυτούς, κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας, είτε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης είτε ποσοστό αυτής, ανάλογο με το ανήκον στον κληρονομηθέντα, μη λειτουργούντος στην περίπτωση αυτή του τεθέντος στο λογαριασμό προσθέτου όρου ότι το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς μέχρι του τελευταίου επιζώντος, αφού στην περίπτωση που η ανάληψη έλαβε χώρα πριν την πλήρωση της αίρεσης (το θάνατο του συνδικαιούχου) ο αναλαμβάνων ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης δεν αναλαμβάνει αυτό με βάση τον άνω όρο που τέθηκε στο λογαριασμό. (ΑΠ 1550/2007).
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι κοινός λογαριασμός (ν.5638/1932,ν.δ.951/1971, ν.δ. 118/1973) μπορεί να υπάρξει: Α) χωρίς τον όρο του άρθρ.2 ν.5638/1932 (σε περίπτωση θανάτου ενός καταθέτη τα χρήματα περιέρχονται αυτοδικαίως στον επιζώντα συνδικαιούχο, έναντι του οποίου οι κληρονόμοι του αποθανόντος δεν μπορούν να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης που αναλογούσε στον τελευταίο).
Χρηματική κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων που παράγει μεταξύ του κάθε συνδικαιούχου και της τράπεζας (δέκτη κατάθεσης) ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή. Η ανάληψη ολόκληρου του ποσού ή μέρους της κατάθεσης από κάθε συνδικαιούχο γίνεται στο όνομά του και επιφέρει απόσβεση απαίτησης έναντι της τράπεζας, ο αναλαβών τα χρήματα συνδικαιούχος καθίσταται κύριος αυτών και είναι αδιάφορο αν η κατάθεση ανήκει σε όλους ή σε μερικούς συνδικαιούχους.
Οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος συνδικαιούχου δεν μπορούν να στραφούν κατά της τράπεζας, επικαλούμενοι κληρονομικό δικαίωμά τους. Ο επιζών συνδικαιούχος μπορεί να εισπράξει ολόκληρο το ποσό, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος μπορούν να αξιώσουν απ' αυτόν το τμήμα που αναλογεί στο δικαιοπάροχο τους, με βάση την εσωτερική σχέση των καταθετών (π.χ.
δωρεά).Η δωρεά μπορεί να συσταθεί χωρίς συμβολαιογραφικό έγγραφο, διότι συντελείται με την κατάθεση των χρημάτων του καταθέτη (δωρητή) στην τράπεζα στον κοινό λογαριασμό άλλου (δωρεοδόχου), που έχει δυνατότητα ανάληψης οποτεδήποτε (498 παρ,2 ΑΚ) και έτσι πραγματοποιείται ο σκοπός που επέβαλε η τήρηση του τύπου (ΑΠ 1410/2015,ΑΠ 1096/2014).
Β) Από τον όρο του άρθρου 2 v. 5638/1932 προκύπτει ότι επί : I. Ανάληψης της κατάθεσης πριν το θάνατο του συνδικαιούχου (αίρεση), το ποσό της κατάθεσης ανήκει σε όλους τους συνδικαιούχους και οι κληρονόμοι (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης) του μετέπειτα αποβιώσαντος συνδικαιούχου έχουν αξίωση κατά του αναλαβόντος τα χρήματα για την απαίτηση του μη αναλαβόντος συνδικαιούχου (που μετέπειτα απεβίωσε )κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας, απαιτώντας είτε "ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, είτε ανάλογο με εκείνο που ανήκε στον αποθανόντα.
ΙΙ.) Ανάληψη της κατάθεσης μετά το θάνατο συνδικαιούχου, οι κληρονόμοι δεν μπορούν να στραφούν κατά του επιζώντα και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις των συνδικαιούχων τμήμα της αναλογούσας στον θανόντα κατάθεσης (ΑΠ 1128/2017). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των αρθρ. 173 και 1781 επ. ΑΚ συνάγεται ότι, κατά την ερμηνεία των διαθηκών, αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή του διαθέτη βούληση, κατά την υποκειμενική τούτου άποψη και όχι κατά την αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, πλην έδαφος για τέτοια ερμηνεία παρέχεται, μόνο αν είναι ασαφές το έγγραφο της διαθήκης, οπότε μπορούν να ληφθούν υπόψη και στοιχεία εκτός αυτής κείμενα, όχι δε και όταν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, από το περιεχόμενο της διαθήκης και μόνο και χωρίς τίποτε άλλο, προκύπτει με σαφήνεια αυτό που ο διαθέτης θέλησε.
Συνεπώς προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο, εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Ειδικότερα, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των διατάξεων τελευταίας βούλησης, γενικοί (άρθρο 173 ΑΚ) και ειδικοί (άρθρα 1790 επ. ΑΚ). Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης τελευταίας βούλησης του διαθέτη, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιάς της (ΟλΑΠ 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της αληθινής βούλησης του διαθέτη, παρόλο που δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι αυτή είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ή και στην περίπτωση που προσέφυγε σε ερμηνεία της διαθήκης, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός αυτής, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούλησή του αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, όπως την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (ΑΠ 1179/2010, ΑΠ 1182/2010).
Περαιτέρω, έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με τη δήλωση τελευταίας βούλησης του διαθέτη, προκύπτει και όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση για την ανυπαρξία τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της αληθινής βούλησής του, από την οποία αποκαλύπτεται ότι αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής στην ερμηνεία της.
Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο για την διαπίστωση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, έλαβε υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του κειμένου της διαθήκης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα. Επομένως, εάν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας παραλείπει να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι αυτός ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, μεταξύ των άλλων: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και δ) παράθεση του φερόμενου ως παραβιασθέντος κανόνα δικαίου και, μάλιστα ενάριθμα.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Δεν υπάρχει, επίσης, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Περαιτέρω όταν η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά το νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα:
Την 26-9-2014, απεβίωσε στο Γενικό Νοσοκομείο …, ο Η. Γ. του Κ., κάτοικος εν ζωή .... Ο θανών είχε συνάψει γάμο με την προαποβιώσασα, το έτος 1969, σύζυγο του Δ. Μ., από τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά και συγκεκριμένα την ενάγουσα και την εναγόμενη. Ο ως άνω θανών, είχε επίσης συνάψει δεύτερο γάμο με την Χ. Σ., η οποία προαποβίωσε το έτος 2010, από τον οποίο δεν απέκτησε τέκνα.
Ο ανωτέρω ασχολείτο κατά κύριο επάγγελμα με αγροτικές εργασίες, ιδίως στον τομέα παραγωγής ελαιολάδου. Όσο ζούσε, διατηρούσε στις τράπεζες ... και ..., δύο κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, σύμφωνα με το Ν. 5638/1932 και συγκεκριμένα, στην πρώτη, διατηρούσε τον με αριθμό ... λογαριασμό, ο οποίος ήταν προθεσμιακός και κατέθετε χρήματα που προέρχονταν από τις αποταμιεύσεις του καθώς και από αποζημίωση, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, ορισμένων από τα ακίνητά του, ενώ στη δεύτερη ως άνω τράπεζα διατηρούσε λογαριασμό με κωδικό πελάτη ..., στον οποίο κατέθετε χρήματα προερχόμενα από τα τρέχοντα εισοδήματά του, όπως χρήματα από την πώληση ελαιόλαδου σε διάφορους αγροτικούς συνεταιρισμούς, επιστροφές ΦΠΑ, που δικαιούτο ως αγρότης, ενισχύσεις από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, επιδοτήσεις από την Ε.Ε κ.λ.π.
Ουσιαστικά, ο πρώτος λογαριασμός ήταν αποταμιευτικός, για αυτό εξάλλου ο θανών τον έτρεψε σε προθεσμιακό, ενώ ο δεύτερος λειτουργούσε ως λογαριασμός καθημερινής κίνησης. Στις αρχές του έτους 2014, οι λογαριασμοί αυτοί εμφάνιζαν υπόλοιπο 50.000 και 37. 000 ευρώ αντίστοιχα. Ο Η. Γ. διέθετε και ακίνητη περιουσία, την οποία κατά το μεγαλύτερο μέρος της είχε διανείμει στις θυγατέρες του, χαριστικές εν ζωή δικαιοπραξίες και δη με γονικές παροχές.
Στους προαναφερθέντες τραπεζικούς λογαριασμούς, αρχικοί συνδικαιούχοι ήταν ο Η. Γ. (1ος συνδικαιούχος) και η τότε σύζυγος του Χ. Σ. (2η συνδικαιούχος). Αργότερα, περί το έτος 2009, προστέθηκε και στους δύο, ως 3η συνδικαιούχος η εναγόμενη θυγατέρα του, η οποία διαμένει μόνιμα στους ..., σε αντίθεση με την ενάγουσα, η οποία διαμένει μόνιμα στην …, εργαζόμενη ως νοσηλεύτρια στο Νοσοκομείο "..." και τέθηκε ως πρόσθετος όρος σε αυτούς, ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου εκ των συνδικαιούχων, το ποσό των λογαριασμών θα περιέρχεται στους λοιπούς, μέχρι του τελευταίου επιζώντος.
Όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, σε περίπτωση κοινού τραπεζικού λογαριασμού, καθένας από τους συγκαταθέτες δικαιούται έναντι της τράπεζας, να προβεί, χωρίς τη σύμπραξη των υπολοίπων σε μερική ή ολική ανάληψη του κατατεθέντος σε αυτόν χρηματικού ποσού, το αν όμως ένας εκ των συγκαταθετών δικαιούται έναντι του άλλου να προβεί σε ανάληψη, εξαρτάται από την συνδέουσα αυτούς εσωτερική σχέση.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, ο Η. Γ., πατέρας των διαδίκων, ήταν ο πραγματικός δικαιούχος ("κύριος") των χρημάτων, τα οποία κατατίθεντο στους ανωτέρω κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, συμπέρασμα, στο οποίο άγεται το Δικαστήριο, από το γεγονός ότι αυτός αρχικά προέβη στο άνοιγμά τους και ότι σε αυτούς κατατίθεντο χρήματα προερχόμενα από τα εισοδήματά του, τόσο από την εργασία του^ όσο και από την ακίνητη περιουσία του.
Στο λογαριασμό μάλιστα της ..., είχαν κατατεθεί και τα χρήματα τα οποία ο ανωτέρω είχε λάβει ως αποζημίωση, εξαιτίας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων του, κειμένων στην ευρύτερη περιοχή των .... Δεν αποδείχτηκε, άλλωστε, ότι η 3η συνδικαιούχος των επίδικων τραπεζικών λογαριασμών εναγόμενη είχε δική της εργασία ή αξιόλογη περιουσία, η οποία θα της απέφερε ικανά εισοδήματα, τα οποία θα κατέθετε στους εν λόγω λογαριασμούς.
Πέραν τούτου, το γεγονός ότι ο Η. Γ. ήταν ο αληθής δικαιούχος των χρημάτων των προαναφερθέντων λογαριασμών αποδεικνύεται και εκ του γεγονότος ότι στην Τράπεζα ... (πρώην ...), στην οποία είχε ανοιχτεί ο δεύτερος κοινός λογαριασμός, εισέρχονταν χρήματα από τα τρέχοντα εισοδήματα του ανωτέρω, όπως εισπράξεις από την πώληση ελαιόλαδου, επιδοτήσεις λαδιού κ.λ.π.
Ενεργό ανάμειξη με την καλλιέργεια των ελαιοπεριβόλων και γενικά με την παραγωγή του λαδιού είχε μόνο ο θανών, ενώ η εναγόμενη θυγατέρα του, τουλάχιστον όσο ο πατέρας της ήταν εν ζωή, δεν είχε ενεργό συμμετοχή στην επαγγελματική του δραστηριότητα, ώστε να μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια ότι τα εισφερόμενα σε αυτήν χρήματα, ήταν προϊόν και δικής της εργασίας.
Επίσης, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από την ενάγουσα παραστατικά έγγραφα προθεσμιακής κατάθεσης και πρόωρης ανάληψης της τράπεζας ..., με ημερομηνία 9-1-2012, τα οποία φέρουν την υπογραφή του Η. Γ., σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα, συνάγεται ότι μόνο αυτούς κινούσε τους λογαριασμούς αυτούς, για όσο χρονικό διάστημα ήταν καλά στην υγεία του, δηλαδή, μέχρι το τέλος του έτους 2013, ενώ δεν αποδείχτηκε ότι η εναγόμενη είχε κινήσει αυτούς μέχρι τις αρχές του έτους 2014, οπότε και ξεκίνησαν τα προβλήματα υγείας του πατέρα της.
Είναι προφανές ότι, ο Η. Γ. συμπεριέλαβε στους επίμαχους τραπεζικούς λογαριασμούς αρχικά την προαποβιώσασα σύζυγο του και μετέπειτα, όταν η υγεία αυτής κλονίστηκε και την εναγόμενη, επειδή επιθυμούσε, για την περίπτωση κατά την οποία, για οποιονδήποτε λόγο, δεν θα μπορούσε να προβεί σε αυτοπρόσωπη ανάληψη των χρημάτων, να έχουν τη δυνατότητα οι λοιποί συγκαταθέτες, με τα χρήματα αυτά να αποπληρώνουν τις υποχρεώσεις που προέκυπταν.
Παράλληλα, για την περίπτωση κατά την οποία ο ανωτέρω δεν θα μπορούσε να μεταβαίνει ο ίδιος στις τράπεζες για να αναλαμβάνει τα χρήματα από τους λογαριασμούς ή για να διενεργεί οποιαδήποτε τρέχουσα διαχειριστική πράξη που αφορούσε το πρόσωπο και την περιουσία του, επιθυμούσε οι ενέργειες αυτές να λαμβάνουν χώρα από τους υπόλοιπους συγκαταθέτες συγγενείς του, δηλαδή πρόσωπα που απολάμβαναν την απόλυτη εμπιστοσύνη του και τα οποία θα προέβαιναν, τόσο σε αναλήψεις από τους κοινούς λογαριασμούς για την πληρωμή των τρεχουσών υποχρεώσεων όσο και σε καταθέσεις σε αυτούς των εισπραττομένων από τρίτους χρημάτων.
Επομένως, για όσο χρόνο ζούσε ο ανωτέρω, υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις, μεταξύ τους οι συγκαταθέτες συνδέονταν με την έννομη σχέση της εντολής (713 ΑΚ), δυνάμει της οποίας εντολέας ήταν ο Η. Γ. και εντολοδόχοι οι λοιποί συγκαταθέτες και μετά το θάνατο της δεύτερης συζύγου του εντολέα, εντολοδόχος ήταν η εναγόμενη, Υπό αυτή την ιδιότητά της, για όσο χρονικό διάστημα ο εντολέας πατέρας της ήταν εν ζωή και υπό την προϋπόθεση ότι δεν ήταν σε θέση να επιμεληθεί των υποθέσεων του αυτοπροσώπως, όφειλε και συγχρόνως είχε δικαίωμα να χρησιμοποιήσει τα χρήματα των λογαριασμών, προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του εντολέα πατέρα της.
Μάλιστα, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο τελευταίος συμπεριέλαβε στους επίδικους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς και την εναγόμενη θυγατέρα του, όταν η συνδικαιούχος σύζυγος του άρχισε να εμφανίζει προβλήματα υγείας και, επομένως, η μόνη που θα μπορούσε να αναλάβει τη διαχείριση των υποθέσεών του, μεταξύ των οποίων και οι εν λόγω κοινοί λογαριασμοί, σε περίπτωση, που αυτός εξαιτίας ασθενείας ή γήρατος, δεν είχε αυτή τη δυνατότητα, ήταν μόνο η εναγόμενη.
Ζήτημα τίθεται για την εξεύρεση της αληθούς βούλησης του θανόντα, αναφορικά με την τύχη των κατατεθειμένων στου κοινούς λογαριασμούς χρημάτων, για τον μετά το θάνατο του χρόνο. Αποδείχτηκε, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ότι ο κληρονομούμενος επιθυμούσε, για όσο χρόνο ήταν εν ζωή και μόνο για την περίπτωση ανάγκης αυτού, η εναγόμενη να έχει τη δυνατότητα ανάληψης χρημάτων από τους επίμαχους λογαριασμούς.
Για το χρόνο δε μετά το θάνατο του αποδείχτηκε, ότι επιθυμούσε τα όποια χρήματα υπήρχαν εντός αυτών να περιέλθουν στην εναγόμενη θυγατέρα του, ως επιζώσα συγκαταθέτρια. Μεταξύ αυτού, δηλαδή, και της τελευταίας, είχε συναφθεί σύμβαση δωρεάς εν ζωή, υπό την αναβλητική προθεσμία του θανάτου του δωρητή (άρθρα 496, 210, 201 ΑΚ), δυνάμει της οποίας ο ανωτέρω δωρητής, διέθεσε τα χρήματα των καταθέσεων του, από χαριστική αιτία, στους λοιπούς συγκαταθέτες (σύζυγο και τέκνο του), η οποία όμως διάθεση θα αποκτούσε νομική ενέργεια για τον μετά το θάνατο του χρόνο.
Κατά το στάδιο, ηττημένης της ανωτέρω αναβλητικής προθεσμίας, η υπό αναβλητική προθεσμία δωρεοδόχος (εναγόμενη) διατηρούσε απλά δικαίωμα προσδοκίας κτήσης δικαιώματος επί του αντικειμένου της δωρεάς, ενώ ο υπό προθεσμία δωρητής πατέρας της, όντας αληθής φορέας του δικαιώματος, δηλαδή, των χρημάτων των λογαριασμών δεσμευόταν ως προς τη διάθεσή τους ήδη από την κατάρτιση της δωρεάς, δηλαδή από την συμπερίληψη του ονόματος της εναγόμενης στους επίμαχους λογαριασμούς.
Επίσης, μέχρι την πάροδο της ανωτέρω αναβλητικής προθεσμίας, δηλαδή, μέχρι το θάνατο του υπό αναβλητική προθεσμία δωρητή, η εναγόμενη δεν θα είχε εξουσία απόλαυσης του αντικειμένου της δωρεάς, δηλαδή, δεν θα μπορούσε να αναλάβει για ίδιο όφελος τα χρήματα των καταθέσεων. Η εξουσία χρήσης των χρημάτων αυτών, μόνο όμως για την περίπτωση κατά την οποία ο πατέρας της εναγόμενης δεν θα μπορούσε να προβαίνει σε αναλήψεις από τις Τράπεζες, εξαιτίας ασθένειας, γήρατος κ.λ.π καθώς και η εξουσία είσπραξης χρημάτων από τρίτους για λογαριασμό του ανωτέρω και εν συνεχεία η τοποθέτηση αυτών στους λογαριασμούς, απέρρεε όχι από τη σύμβαση της υπό αναβλητική προθεσμία δωρεάς, αλλά από την αυτοτελή έννομη σχέση της εντολής.
Επομένως, δυνάμει μεν της σύμβασης εντολής η εναγόμενη διατηρούσε εξουσία χρήσης-διαχείρισης των χρημάτων για όσο διάστημα ζούσε ο πατέρας της και υπό την προϋπόθεση ότι αυτός δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί αυτοπρόσωπα τις καταθέσεις του, δυνάμει δε της υπό αναβλητική προθεσμία καταρτισθείσας σύμβασης δωρεάς, η εναγόμενη θα αναλάμβανε τα χρήματα μετά το θάνατο του πατέρα της.
Στο πλαίσιο της εντολής αυτής η εναγόμενη εντολοδόχος και υπό αναβλητική προθεσμία δωρεοδόχος είχε την υποχρέωση να χρησιμοποιεί τα χρήματα των καταθέσεων μόνο για τους σκοπούς της εντολής και όχι για ίδιο όφελος, ενώ αν κατά την εκτέλεση της εντολής αποκτούσε χρήματα, είχε επίσης την υποχρέωση να τα αποδίδει στον εντολέα, προβαίνοντας στην κατάθεση αυτών στους επίδικους λογαριασμούς (άρθρα 713, 719 ΑΚ).
Μετά δε το θάνατο του, δηλαδή μετά την πάροδο της αναβλητικής προθεσμίας όσα χρήματα είχαν απομείνει στους λογαριασμούς, θα περιέρχονταν στην εναγόμενη, σε εκτέλεση της συναφθείσας σύμβασης δωρεάς υπό αναβλητική προθεσμία. Τα χρήματα αυτά, επί των οποίων, η εναγόμενη, όσο ζούσε ο πατέρας της, είχε τη διαχείριση και τα οποία, μετά το θάνατο του, θα αποκτούσε ή ή ίδια, δεν αποτελούν, κατ' αρχήν, στοιχείο της κληρονομιάς του μετέπειτα αποθανόντος πατέρα της, δηλαδή δεν περιέρχονται με βάση κληρονομικό δικαίωμα στους κληρονόμους του, εφόσον ο τελευταίος τα είχε διαθέσει με δικαιοπραξία εν ζωή, έστω και αν σιωπηρά τέθηκε ο όρος της αναβλητικής προθεσμίας του θανάτου του δωρητή.
Το ότι η πρόθεση του Η. Γ. ήταν να περιέλθουν τα χρήματα που υπήρχαν στους ανωτέρω τραπεζικούς λογαριασμούς, δυνάμει δωρεάς εν ζωή, αποκλειστικά στην εναγόμενη και όχι στην ενάγουσα κατά το ήμισυ, προκύπτει από προγενέστερες ενέργειές του. Ειδικότερα, ο ανωτέρω, περί τα τέλη του έτους 2013, όταν προέβη στη σύνταξη της υπ' αριθμ. .../10-12-2013 δημόσιας διαθήκης της συμβολαιογράφου ...
Ε. Κ., η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα με το από 20-1-2015 πρακτικό του Ειρηνοδικείου ..., δυνάμει της οποίας κατέλειπε στην εναγόμενη το περιγραφόμενο σε αυτήν αγροτεμάχιο (τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία του τα είχε διανείμει με εν ζωή δικαιοπραξίες (δωρεές, γονικές παροχές κ.λ.π), ρώτησε τη συμβολαιογράφο, πριν τη σύνταξη αυτής, όπως καταθέτει σχετικά ο παρευρισκόμενος κατά τη σύνταξή της, ως μάρτυρας, Ε.
Α., αν απαιτείται να μνημονεύσει στη διαθήκη και τους επίμαχους λογαριασμούς. Όταν, ερωτηθείς από τη συμβολαιογράφο, της είπε ότι πρόκειται για κοινούς με την εναγόμενη τραπεζικούς λογαριασμούς, στους οποίους είχε περιληφθεί όρος, ότι σε περίπτωση θανάτου ενός εκ των συνδικαιούχων, τα υπάρχοντα σε αυτούς χρήματα περιέρχονται στους λοιπούς επιζώντες, η τελευταία τον διαβεβαίωσε ότι δεν χρειάζεται να περιλάβει σχετική ρύθμιση στη διαθήκη.
Το γεγονός ότι ο κληρονομούμενος δεν επενέβη είτε με ρύθμιση στη διαθήκη, είτε με τη συμπερίληψη της ενάγουσας στους ένδικους λογαριασμούς, για να αποτρέψει το ορατό ενδεχόμενο να ωφεληθεί μόνο το ένα τέκνο, καταδεικνύει τη αληθινή βούλησή του, να περιέλθουν τα χρήματα των λογαριασμών στην εναγόμενη.
Ένα άλλο γεγονός, το οποίο υποδηλώνει τη βούλησή του αυτή, είναι ότι είχε ισομερώς διανείμει εν ζωή την περιουσία του στις δύο θυγατέρες του και συγκεκριμένα στην ενάγουσα είχε δωρίσει την οικία τους στους ... και άλλα δύο μικρά αγροτεμάχια, ενώ στην εναγόμενη είχε δωρίσει το μεγάλο αγροτεμάχιο, έκτασης 14 στρεμμάτων περίπου και έτσι απέμεινε μόνο ένα, το οποίο κατέλειπε με την ανωτέρω διαθήκη του στην εναγόμενη.
Με δεδομένο ότι ο Η. Γ. είχε φροντίσει να διανείμει την περιουσία του όσο ζούσε, έτσι ώστε να αποτρέψει πιθανές μελλοντικές διενέξεις μεταξύ των τέκνων του, καθόσον διαφαίνεται οργάνωση, τάξη και τυπικότητα στην συνολική τακτοποίηση των περιουσιακών του στοιχείων, αφού όλα τα ρύθμισε είτε με συμβόλαια είτε με τη διαθήκη, τότε στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας θα φρόντιζε με κάποιον τρόπο να ρυθμίσει και την τύχη των τραπεζικών του καταθέσεων, αν θεωρούσε ότι είναι αρρύθμιστες για τον μετά το θάνατο του χρόνο.
Επιπρόσθετα δε, το γεγονός ότι ο θανών ήθελε την εναγόμενη, όχι μόνο ως εντολοδόχο-διαχειρίστρια των χρημάτων του, όσο ζούσε, αλλά και ως δωρεοδόχο για τον μετά το θάνατο του χρόνο, συνάγεται και από το γεγονός ότι την είχε συμπεριλάβει ως συνδικαιούχο, όχι μόνο στο λογαριασμό της Τράπεζας ..., ο οποίος ήταν λογαριασμός, κυρίως, κίνησης, αλλά και στον προθεσμιακό-αποταμιευτικό λογαριασμό της ..., κάτι που θα είχε αποφύγει να πράξει εάν ήθελε απλά η εναγόμενη να διαχειρίζεται τα χρήματά των τρεχουσών συναλλαγών του, όσο ζούσε και αδυνατούσε ο ίδιος να επιμεληθεί αυτοπροσώπως των υποθέσεών του.
Η εναγόμενη, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2014 έως και τον Ιούλιο του ιδίου έτους και πριν από τον μεταγενέστερα επισυμβάντα στις 26-9-2014 θάνατο του συνδικαιούχου του ίδιου λογαριασμού πατέρα της, ανέλαβε από τον τηρούμενο στην Τράπεζα ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό το ποσό των 50.000 ευρώ καθώς και κατά το χρονικό διάστημα από 10- 6-2014 έως 22-7-2014 και επίσης πριν από τον μεταγενέστερα επισυμβάντα θάνατο του συνδικαιούχου του ίδιου λογαριασμού πατέρα της, ανέλαβε από τον τηρούμενο στην Τράπεζα ...
κοινό τραπεζικό λογαριασμό το ποσό των 18.000 ευρώ. Με την ανάληψη του ανωτέρω χρηματικού ποσού, συνολικού ύψους 68.000 ευρώ από τους κοινούς με τον συνδικαιούχο πατέρα της λογαριασμούς, προ του θανάτου του, η εναγόμενη, με βάση το μηχανισμό της προαντιφώνησης έγινε κυρία του ποσού αυτού για μία μόνο "ιδεατή" στιγμή και στη συνέχεια η νομή και κατοχή του ποσού αυτού μεταβιβάστηκε στον πατέρα της, η εντολή του οποίου προς εκείνη διατηρείτο πάντα δε ισχύ και εκείνη παρέμενε απλώς κάτοχος του ποσού αυτού.
Η κατά τα ανωτέρω συναφθείσα σύμβαση δωρεάς εν ζωή μέσω τραπεζικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό δωρητή και δωρεοδόχου, υπό την αναβλητική προθεσμία του θανάτου του δωρητή, καταρτίστηκε μεν άτυπα, δηλαδή χωρίς συμβολαιογραφικό έγγραφο, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 498 παρ. 2 ΑΚ, πλην όμως η ακυρότητα της σύμβασης λόγω έλλειψης του συστατικού τύπου δεν θεραπεύτηκε με την ανάληψη των χρημάτων από τους επίδικους λογαριασμούς, ηρτημένης της προθεσμίας, δηλαδή, πριν το θάνατο του δωρεοδόχου και τούτο, διότι η θεραπεία επέρχεται μόνο στην περίπτωση που πρόκειται για κινητό πράγμα, όπως εν προκειμένω, δια της παραδόσεως της νομής του πράγματος, για την οποία απαιτείται υλική παράδοση και μόνο στον δωρεοδόχο, αποκλεισμένης οιασδήποτε άλλης παράδοσης της νομής (αντιφώνηση κλ.π), πράξη όμως, η οποία δεν έλαβε χώρα στην προκειμένη περίπτωση, αφού η υπό αναβλητική προθεσμία δωρεοδόχος κατά το χρόνο ανάληψης των χρημάτων στο πλαίσιο της υφιστάμενης εσωτερικής έννομης σχέσης της εντολής που συνέδεε αυτή με το δωρητή και πριν την πάροδο της προθεσμίας, υπό την οποία συστάθηκε η δωρεά εν ζωή, απέκτησε τη νομή αυτών με το μηχανισμό της προαντιφώνησης.
Επομένως, εφόσον η σύμβαση δωρεάς εν ζωή κινητού πράγματος και, συγκεκριμένα , των υπαρχόντων στους επίδικους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς χρημάτων είναι άκυρη, λόγω μη τήρησης του συμβολαιογραφικού τύπου, έλλειψη για την οποία δεν χώρησε, κατά τα ανωτέρω, νομότυπη ίαση, αυτά αποτελούν στοιχείο της κληρονομιάς του δωρητή και, ως εκ τούτου, η κυριότητα και η νομή αυτών περιέρχεται στους κληρονόμους αυτού με την επαγωγή της κληρονομιάς (άρθρο 983 ΑΚ) και, συγκεκριμένα, στις διαδίκους θυγατέρες του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, η δε εναγόμενη αρνούμενη να αποδώσει στην ενάγουσα το ήμισυ αυτών, το οποίο αντιστοιχεί στο εξ αδιαθέτου κληρονομικό της μερίδιο, εκδηλώνει πρόθεση αντιποίησης του κληρονομικού της δικαιώματος, εφόσον δεν προέκυψε ότι τα κατακρατεί δυνάμει κάποιας ισχυρής έννομης σχέσης.
Το πρωτοβάθμιο επομένως δικαστήριο, το οποίο με Την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε σε διαφορετική κρίση και, εγκεκριμένα, ότι μεταξύ της εναγόμενης και του πατέρα αυτής Η. Γ. καταρτίστηκε έγκυρα σύμβαση δωρεάς εν ζωή, υπό την αναβλητική προθεσμία του θανάτου του τελευταίου, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, γενομένου εν μέρει δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του μοναδικού σχετικού λόγου της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο πλήττεται η ανωτέρω διάταξη αυτής".
3. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμο "κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου", επί του χρηματικού ποσού των 68.000 ευρώ που ήταν κατατεθειμένο κατά το χρόνο θανάτου του Η. Γ. στους αναφερόμενους κοινούς λογαριασμούς του με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, αφού δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση ,ως προς το εν λόγω αγωγικό αίτημα.
Με τους δεύτερο κύριο και πρώτο, κατά το πρώτο μέρος, πρόσθετο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθμ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ενώ με τους τρίτο κύριο και δεύτερο πρόσθετους λόγους αποδίδεται η εκ του αριθμό. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για παραβίαση του άρθρου 173 ΑΚ, επειδή το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία της δημόσιας διαθήκης του του πατέρα των διαδίκων δεν δέχθηκε ότι ο θανών κατέλειπε τα ποσά των κοινών λογαριασμών στην εναγομένη (αναρεσείουσα), μολονότι δέχεται ότι η αληθινή βούλησή του ήταν να περιέλθουν μετά το θάνατο του τα χρήματα των λογαριασμών αυτών στην εναγομένη, ενώ παρέλειψε να διαλάβει επαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα εάν δικαιούχος των χρημάτων των κοινών λογαριασμών είναι η εναγομένη, σύμφωνα με την εκπεφρασθείσα με την πιο πάνω διαθήκη αληθινή βούληση του διαθέτη ή εάν και για ποιο λόγο τυγχάνουν εφαρμογής οι κανόνες της εξ αδιαθέτου διαδοχής.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν : 1) κατά μεν την από το αρθ, 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αποδιδόμενη πλημμέλεια, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο, δεν ερμήνευσε ορθά τη αληθινή βούληση του συνδικαιούχου πατέρα της εναγομένης που κατά τους ισχυρισμούς ήταν να περιέλθει στο σύνολο των επίμαχων λογαριασμών μετά τον θάνατο του σ αυτήν, με βάση την πιο πάνω διαθήκη του, ενώ στη πραγματικότητα το Εφετείο δέχθηκε ότι η αληθινή βούληση του εν λόγω συνδικαιούχου ήταν τα χρήματα των ενδίκων τραπεζικών λογαριασμών να περιέλθουν στην εναγόμενη, με βάση τη συναφθείσα μεταξύ τους άτυπη σύμβαση δωρεάς εν ζωή μέσω τραπεζικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, υπό την αναβλητική προθεσμία του θανάτου του δωρητή (συνδικαιούχου - πατέρα της) και 2) κατά δε την από το αρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που στηρίζουν επαρκώς το διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης του δέχθηκε ότι, εφόσον η (συνδικαιούχος) εναγόμενη ανέλαβε ολόκληρο το ποσό ύψους 68.000 ευρώ των ένδικων κοινών λογαριασμών πριν από τον θάνατο του συνδικαιούχου πατερά της, ο οποίος κατά τις παραδοχές, ήταν ο πραγματικός κύριος του παραπάνω ποσού, δεν λειτούργησε ο πρόσθετος όρος του αρθρ. 2 του ν. 5638/1932 (...για τον τελευταίο επιζόντα...) αλλά ούτε και η από την εσωτερική του σχέση δωρεά εν ζωή υπό την αναβλητική προθεσμία του θανάτου του δωρητή (έστω και με την εσφαλμένη- πλην πλεοναστική-αιτιολογία της μη υποβολής της δωρεάς σε συμβολαιογραφικό τύπο), με αποτέλεσμα (κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης) το ποσό των ανωτέρων κοινών τραπεζικών λογαριασμών να μην περιέλθει στις διαδίκους (θυγατέρες του) ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμους του, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία.
Περαιτέρω, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η ανάληψη του ποσού των 68.000 ευρώ από τους επίμαχους κοινού τραπεζικούς λογαριασμούς έγινε από τη εναγόμενη πριν από το θάνατο του συνδικαιούχου πατέρα της, η από την εσωτερική τους σχέση άτυπη δωρεά εν ζωή υπό την αναβλητική προθεσμία του θανάτου του τελευταίου, για την εγκυρότητα της οποίας σύμφωνα με όσα εκτεθήκαν στη μείζονα σκέψη δεν ήταν αναγκαία η τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο, δε θα μπορούσε, σε κάθε περίπτωση, να λειτουργήσει, αφού κατά τον χρόνο ανάληψης των χρημάτων δεν είχε πληρωθεί η αναβλητική αίρεση του θανάτου του πιο πάνω συνδικαιούχου δωρητή, υπό τη οποία τελούσε η εν λόγω δωρεά.
Συνεπώς το Εφετείο, έστω και με την προαναφερόμενη εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία αντικαθιστάται με τη αιτιολογία της παρούσας απόφασης. (αρ. 578 ΚΠολΔ), ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε ως προς την τύχη των χρημάτων των πιο πάνω κοινών λογαριασμών μετά τον θάνατο του πατέρα των διαδίκων. Επομένως, ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο ότι παραβίασε τη διάταξη του αρθ. 498 ΑΚ με το να δεχθεί την ακυρότητα της πιο πάνω δωρεάς, εξαιτίας της μη τήρησης συμβολαιογραφικού τύπου πρέπει ν' απορριφθεί ως αλυσιτελής.
4. Ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, επίσης, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο κύριο λόγο και τους πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, πρόσθετο λόγους αναίρεσης με επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτ.
β ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της που πρόβαλε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και του Εφετείου ότι η ενάγουσα ( αναιρεσίβλητη) δεν νομιμοποιείται στην άσκηση της ένδικης περί κλήρου αγωγής ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα τους, διότι ο κληρονομούμενος με δημόσια διαθήκη του εγκατέστησε την εναγομένη (αναιρεσείουσα)μοναδική κληρονόμο του.
Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι (στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση), διότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι ο διαθέτης εγκατέστησε την αναιρεσείουσα μοναδική κληρονόμο του εκ διαθήκης και στα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στους επίμαχους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-6-2018 αίτηση και από 24-1-2019 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ'αριθ. 43/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ