1433/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1433/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πρέπει συνεπώς, κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Full text
Απόφαση 1433 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1433/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Α. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/3/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης (με αρ. κατάθεσης 220/2013) και την με αρ. κατάθεσης 240/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/6/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα εταιρεία, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απολείπεται ο αντίδικος του επιμεληθέντος της συζητήσεως διαδίκου, εξετάζει ο Άρειος Πάγος εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προβαίνει στην συζήτηση εν απουσία αυτού.
Εν προκειμένω, από την υπ' αριθμόν 8501/15 Δεκεμβρίου 2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Άρτας Α. Τ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 23ης Ιουνίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως έχει νομίμως και εμπροθέσμως κατά τις διατάξεις των άρθρων 122 επ., 498, 499 και 568 ΚΠολΔ επιδοθεί επιμελεία της αναιρεσειούσης στην αναιρεσίβλητο, καλουμένη να παραστεί κατά την ορισθείσα στην αρχή της παρούσης αναφερομένη δικάσιμο.
Κατά την εν λόγω δικάσιμο δεν ενεφανίσθη η αναιρεσίβλητος, ούτε είχε κατατεθεί κατά τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, συνεπώς η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να χωρήσει εν απουσία αυτής. Επειδή, η υπό κρίση από 23ης Ιουνίου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 63/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, εκδοθείσης αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 3ης Απριλίου 2016 έφεση της αναιρεσειούσης και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ' αριθμόν 17/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας έγινε εν μέρει δεκτή η από 5ης Μαρτίου 2013 αγωγή της αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσειούσης, αφορώσα εργατική διαφορά, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ.
Πρέπει συνεπώς, κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, συγχωρείται αναίρεση, εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπ' όψιν πράγματα μη προταθέντα ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αφ' ετέρου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως αλλά και ενός εκάστου λόγου αυτής είναι η ύπαρξη αμέσου εννόμου συμφέροντος, το οποίο θεμελιώνεται, εάν ο αναιρεσείων υφίσταται βλάβη από το περιεχόμενο της αποφάσεως, οπότε με την άσκηση της αναιρέσεως επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς συνεπείας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1 και 5 της Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 19040/1981 "Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" (Φ.Ε.Κ. Β' 742/1981), εκδοθείσης κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 Ν. 1082/1980, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "'Ολοι οι μισθωτοί, που αμείβονται με μισθό ή με ημερομίσθιο, δικαιούνται, από τους πάσης φύσεως εργοδότες τους:
α) Επίδομα εορτών Χριστουγέννων ίσο με ένα (1) μηνιαίο μισθό για τους αμειβόμενους με μισθό και με είκοσι πέντε (25) ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο και β) Επίδομα εορτών Πάσχα, ίσο με μισό μηνιαίο μισθό, για τους αμειβόμενους με μισθό, και με δέκα πέντε (15) ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο" και "Οι απασχολούμενοι στα Δημόσια, Δημοτικά και Κοινοτικά 'Εργα, τις εποχιακά εκτελούμενες εργασίες, καθώς και οι μισθωτοί που απασχολούνται με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ή για εκτέλεση ορισμένου έργου, δικαιούνται:
α) Σαν επίδομα εορτών Χριστουγέννων ένα (1) ημερομίσθιο για κάθε οκτώ (8) ημερομίσθια που πραγματοποίησαν, και β) Σαν επίδομα εορτών Πάσχα δύο (2) ημερομίσθια για κάθε δεκατρία (13) που πραγματοποίησαν, μέσα στις χρονικές περιόδους που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου ή ανάλογο κλάσμα για τα κάτω από οκτώ (8) ή από δέκα τρία (13) ημερομίσθια που πραγματοποίησαν αντίστοιχα", συνάγεται ότι εργαζόμενοι αμειβόμενοι με μισθό δικαιούνται επιδόματος εορτών Χριστουγέννων ίσου με ένα μηνιαίο μισθό και επιδόματος εορτών Πάσχα ίσου με ήμισυ μηνιαίο μισθό είτε απασχολούνται υπό σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου είτε υπό σύμβαση εργασίας ωρισμένου χρόνου.
Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1α, β Α.Ν. 539/1945, όπως έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3302/2004, κατά τις οποίες, "α. Κάθε μισθωτός από την έναρξη της εργασίας του σε υπόχρεη επιχείρηση και μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα (12) μηνών συνεχούς απασχόλησης, δικαιούται να λάβει ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειας με αποδοχές κατ αναλογία με το χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση.
Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται με βάση ετήσια άδεια εικοσιτεσσάρων (24) εργάσιμων ημερών ή αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, είκοσι (20) εργάσιμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σε αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται οι μισθωτοί λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας.
β. Ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι τη λήξη του πρώτου ημερολογιακού έτους, εντός του οποίου προσελήφθη ο μισθωτός, να χορηγεί σε αυτόν την παραπάνω αναλογία της κανονικής άδειας. Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει την ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στην υπόχρεη επιχείρηση και υπολογίζεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α'.
Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία (1) εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του πρώτου μέχρι τις είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες ή μέχρι και τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας. (...)", την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. β' Α.Ν. 539/1945, προστεθείσα δια του άρθρου 3 Ν.Δ. 3755/1957, κατά την οποία, "Επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους καθ' ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας, ηυξημένας κατά 100%", την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 εδ.
α', β' Ν. 4504/1966, κατά την οποία, "Οι επί σχέσει εργασίας του ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, παρ' οιωδήποτε εργοδότη, μισθωτοί δικαιούνται κατ' έτος "επιδόματος αδείας" ίσου προς το σύνολον των αποδοχών των υπό του Α.Ν. 539/1954 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών αδείας αναπαύσεως μετ' αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη τας αποδοχάς ενός 15ημέρου, διά τους επί μηνιαίω μισθώ αμειβομένους, των 13 δε εργασίμων ημερών, δια τους επί ημερομισθίω ή κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ' άλλον τρόπον αμειβομένους μισθωτούς.
Το ως άνω επίδομα καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών της αδείας αναπαύσεως του μισθωτού", και την διάταξη του άρθρου μόνου παράγρ. 1 εδ. α' της Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 (Φ.Ε.Κ. Β' 54/1946), η οποία έχει εκδοθεί δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 1 Ν. 28/1944 και ερμηνευθεί δια της Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 25825/1951 (Φ.Ε.Κ.
Β' 86/1951), έχει δε ως εξής "(αποφασίζομεν) 'Οπως εις το εν γένει προσωπικόν πασών εν γένει των εν τη Χώρα επιχειρήσεων και εργασιών, περιλαμβανομένων και των Ξενοδοχείων 'Υπνου, όπερ, λόγω της φύσεως της εργασίας του απασχολείται κατά τας Κυριακάς και τας εκ του Νόμου καθιερωμένας ως μη εργασίμους εορτάς του έτους, καταβάλληται δια τας ημέρας ταύτας το κεκανονισμένον εκάστοτε ημερομίσθιον, ηυξημένον κατά εβδομήκοντα πέντε τοις εκατόν (75%)", συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι δικαιούνται, υπό την συνδρομή των τασσομένων από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προϋποθέσεων, αποζημιώσεως μη χορηγήσεως αδείας, επιδόματος αδείας και προσαυξήσεως εργασίας κατά τις Κυριακές, είτε απασχολούνται υπό σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου είτε υπό σύμβαση εργασίας ωρισμένου χρόνου, χωρίς να γίνεται οιαδήποτε διάκριση ή διαφοροποίηση μεταξύ αυτών.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο απεφάνθη ότι η αναιρεσίβλητος, η οποία προσελήφθη από την αναιρεσείουσα εταιρία υπό σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχολείται ως καμαριέρα στο ξενοδοχείο της τελευταίας στο 5ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού Άρτας - Αγρινίου, αμειβομένη κατά την μεταξύ τους συμφωνία με μηνιαίο μισθό βάσει των αποδοχών των οικείων Σ.Σ.Ε., εδικαιούτο διαφοράς επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποζημιώσεως μη χορηγήσεως αδείας, επιδόματος αδείας και προσαυξήσεως εργασίας κατά τις Κυριακές, ποσού αντιστοίχως 1166,02, 583, 2366,02, 1183 και 2567,28 ευρώ και συνολικώς ποσού 7865,32 ευρώ, το οποίο και επεδίκασε υπέρ αυτής. Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συναφθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και όχι περισσότερες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ωρισμένου χρόνου, εδέχθη πράγματα μη προταθέντα. Όμως, ως προς τις προαναφερόμενες επιδικασθείσες αξιώσεις της αναιρεσιβλήτου δεν ασκεί συμφώνως προς τα ανωτέρω επιρροή ο χαρακτηρισμός των περισσοτέρων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ωρισμένου χρόνου ως ενιαίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου.
Συνεπώς, ο εν λόγω λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσειούσης και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν πάντα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, όμως δεν απαιτείται να γίνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ειδική μνεία ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπ' όψιν πάντα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία να προσδιορίζονται κατ' είδος, χωρίς να υφίσταται ανάγκη και ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και διακρίσεως εάν παρέχει άμεση απόδειξη ή αποτελεί δικαστικό τεκμήριο, εάν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως καταλείπεται αμφιβολία εάν ελήφθη υπ' όψιν συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αφορών ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέν αποδεικτικό μέσον.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, τα οποία μνημονεύει ότι έλαβε υπ' όψιν προς σχηματισμό της κρίσεώς του, περιλαμβάνει και όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από την εν λόγω μνεία και το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία περιέχονται ειδικότερες αιτιολογίες επί των προβαλλομένων ισχυρισμών, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν του προς σχηματισμό της κρίσεώς του και τα έγγραφα των συναφθεισών μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων εργασίας, τους πίνακες προσωπικού της επιχειρήσεως, τα μηνιαία προγράμματα εργασίας και αναπαύσεως του προσωπικού, τις μισθοδοτικές καταστάσεις, τις εκτυπώσεις σχετικώς με την πληρότητα του ξενοδοχείου της αναιρεσειούσης, τους λογαριασμούς εισπράξεων του ξενοδοχείου, τους ισολογισμούς της εταιρίας, τις αναγγελίες προσλήψεως στον ΟΑΕΔ, τις καταστάσεις προσωπικού και ωρών εργασίας, τα δελτία ελέγχου του Σώματος Επιθεωρήσεως Εργασίας Άρτας και τα συμφωνητικά και τα εκδοθέντα τιμολόγια επί διαφόρων γενομένων στο ξενοδοχείο εκδηλώσεων (γαμήλιες δεξιώσεις κ.α.), τα οποία κατά τα ανωτέρω δεν υπείχε υποχρέωση να αξιολογήσει ειδικώς.
Συνεπώς, οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται η ως άνω αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψιν από το Εφετείο τα προαναφερόμενα έγγραφα αφορώντα ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς, τα οποία είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Eπειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, συγχωρείται αναίρεση, εάν το δικαστήριο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου εν σχέσει προς την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ενώ από την διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ομολογία του διαδίκου ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου, η οποία δύναται να περιέχεται και στο δικόγραφο της αγωγής, αποτελεί πλήρη απόδειξη κατά του ομολογήσαντος.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα, επικαλουμένη την εξής περικοπή από την αγωγή της αναιρεσιβλήτου, επί της οποίας έχει εκδοθεί η εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείο Άρτας, "Με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης στην Άρτα, στις 25/8/2004 συνήψα σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δυνάμει της οποίας με προσέλαβε με την ειδικότητα της καμαριέρας στην ξενοδοχειακή της μονάδα (...).
Επίσης συμφωνήσαμε ότι κάθε φορά που στο ξενοδοχείο θα διοργανωνόταν κάποια εκδήλωση, όπως γαμήλια δεξίωση ή βάφτιση θα έπρεπε να εργάζομαι Σάββατο ή Κυριακή, ανάλογα με την ημέρα της εκδήλωσης, όχι ως καμαριέρα, αλλά σε κάθε πόστο που θα παρουσιαζόταν ανάγκη, όπως στην κουζίνα, στο σέρβις και στο εστιατόριο, όπως και έκανα", προσάπτει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρεβίασε την διάταξη περί της αποδεικτικής δυνάμεως της ομολογίας, καθ' όσον εδέχθη "Η πραγματικότητα όμως ήταν ότι αυτή απασχολούνταν και δύο Σάββατα και δύο Κυριακές κάθε μήνα, όταν κυρίως διεξάγονταν στο ξενοδοχείο κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως γάμοι και βαπτίσεις, απασχολούμενη τις ημέρες αυτές με το σερβίρισμα ή άλλες παρεμφερείς εργασίες επί 8ωρο και συγκεκριμένα από ώρα 07.00' έως ώρα 15.00'" και βάσει της παραδοχής αυτής επεδίκασε υπέρ της αναιρεσιβλήτου προσαύξηση της εργασίας αυτής κατά τις Κυριακές.
Ο εν λόγω λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν υφίσταται διάσταση μεταξύ της προαναφερομένης ομολογίας, η οποία αντικείμενο είχε την συμφωνηθείσα απασχόληση της αναιρεσιβλήτου, και της παραδοχής του Εφετείου, η οποία αφορά την παρασχεθείσα εργασία αυτής. Επειδή, από τις από 26ης Μαΐου 2008 και 22ας Ιουλίου 2010 Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της Χώρας" (πράξεις καταθέσεως Υπουργείου Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας 33/10 Ιουνίου 2008 και 21/6 Αυγούστου 2010 αντιστοίχως), οι οποίες, κατά το άρθρο 1 αυτών, καθορίζουν τους όρους αμοιβής και εργασίας και τις εν γένει σχέσεις των εργαζομένων σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που λειτουργούν σε αστικά κέντρα, σε τόπους θερινών διαμονών, σε λουτροπόλεις και σε αρχαιολογικούς χώρους όλης της χώρας με τη μορφή του ξενοδοχείου, ξενώνος κλπ και ισχύουν, όπως προκύπτει από το άρθρο 7 αυτών, η πρώτη από 1ης Ιανουαρίου 2008 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2009 και η δευτέρα από 1ης Ιανουαρίου 2010 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2011, ορίζονται στο πανομοιότυπο άρθρο 2 αυτών τα εξής: "Κατηγορίες μισθωτών.- Οι μισθωτοί, στους οποίους αφορά η παρούσα σύμβαση, αποκαλούνται ξενοδοχοϋπάλληλοι και κατατάσσονται σύμφωνα με την ειδικότητά τους και ανεξαρτήτως φύλου στις εξής τέσσερις (4) κατηγορίες:
Κατηγορία Α: Υπάλληλος υποδοχής (ρεσεψιονίστ), μαιτρ, υπομαίτρ (ή κάπτεν), θυρωρός Α, νυκτοθυρωρός Α, μπουφετζής Α, προϊστάμενος υπνοδωματίων και κοινοχρήστων χώρων και μάγειρας Α. Κατηγορία Β: Προϊστάμενος πλυντηρίου και λινοθήκης, βοηθός υποδοχής, θυρωρός Β, σερβιτόρος τραπεζαρίας - σαλονιού ή ορόφων (θαλαμηπόλος), μπάρμαν ή μπάρμεϊντ, ασημοκέρης και μάγειρας Β.
Επίσης, με την προϋπόθεση ότι θα προτιμήσουν την παρούσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, οι τηλεφωνητές, οι ελεγκτές ή ταμπλίστες και οι μαινκουραντιέ. Κατηγορία Γ: Βοηθός σερβιτόρου, οροφοκόμος (βαλές), θυρωρός υπηρεσίας, βοηθός θυρωρείου ή μπουφέ ή εστιατορίου ή μπαρ ή λινοθήκης, γκρουμ, ντόρμαν ή εξωτερικός θυρωρός, λινοθηκάριος και βουτυριέρης, εφόσον δεν καλύπτονται από άλλη συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση, μάγειρας Γ και καμαριέρης -α.
Κατηγορία Δ: Πλύντρια, σιδερώτρια, καθαρίστρια κοινοχρήστων χώρων, μοδίστρα, μανταρίστρα, λαντζέρης, λουτρονόμος, προϊστάμενος και βοηθός ιατρείου". Αφ' ετέρου, από τις διατάξεις του επίσης πανομοιοτύπου άρθρου 3 παρ. 1 των ως άνω Σ.Σ.Ε. προκύπτει ότι ο βασικός μηνιαίος μισθός καθορίζεται ενιαίως ως προς όλους τους υπαγομένους σε εκάστη των ως άνω κατηγοριών ξενοδοχοϋπαλλήλους, ως προς την κατηγορία Γ δε ορίζεται ως εξής:
από 1ης Ιανουαρίου 2008: 832,45 ευρώ, από 1ης Ιουλίου 2018: 858,26 ευρώ, από 1ης Ιανουαρίου 2009: 875,43 ευρώ, από 1ης Ιουλίου 2009: 909,57 ευρώ και από 1ης Δεκεμβρίου 2011 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2011: 918,67 ευρώ. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές, ασαφείς ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη ότι η αναιρεσίβλητος παρείχε, επί μονίμου βάσεως, κατά τα έτη 2008 - 2011, την εργασία της στο ξενοδοχείο της αναιρεσειούσης, επί οκτάωρο ημερησίως, τις ημέρες Δευτέρα έως Παρασκευή, ως καμαριέρα, και επί δύο Σάββατα και δύο Κυριακές καθ' έκαστον μήνα, ως βοηθητικό προσωπικό σερβιρίσματος και άλλων παρεμφερών εργασιών κατά την διεξαγωγή κοινωνικών εκδηλώσεων, βάσει δε της παραδοχής αυτής απεφάνθη ότι η αναιρεσίβλητος εδικαιούτο προσαυξήσεως της εργασίας κατά Κυριακές, την οποία υπελόγισε βάσει μηνιαίου μισθού ποσού 832,45 ευρώ από 1ης Ιανουαρίου 2008, 858,26 ευρώ από 1ης Ιουλίου 2018, 875,43 ευρώ από 1ης Ιανουαρίου 2009, 909,57 ευρώ από 1ης Ιουλίου 2009 και 918,67 ευρώ από 1ης Δεκεμβρίου 2011.
Η λήψη ως βάση υπολογισμού της προσαυξήσεως της εργασίας κατά Κυριακές της αναιρεσιβλήτου του ως άνω μηνιαίου μισθού υπήρξε ορθή εν όψει της παρεχομένης εργασίας αυτής κατ' άλλες ημέρες ως καμαριέρας και κατ' άλλες ως βοηθού σερβιτόρου, αφού κατά τα ανωτέρω ο εν λόγω ληφθείς ως βάση του υπολογισμού μισθός είναι ο ενιαίως προβλεπόμενος από τις προαναφερόμενες Σ.Σ.Ε.
ως προς τους ξενοδοχοϋπαλλήλους τους υπαγομένους στην κατηγορία Γ, στην οποία κατατάσσονται τόσον οι καμαριέρηδες όσον οι βοηθοί σερβιτόρου. Εν όψει των ανωτέρω, το Εφετείο, αφ' ενός ορθώς υπελόγισε το ποσόν της προσαυξήσεως της εργασίας κατά Κυριακές, της οποίας εδικαιούτο η αναιρεσίβλητος, αφ' ετέρου, υπό τις προαναφερόμενες παραδοχές, δεν εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα δεύτερο και τρίτο και τελευταίο σκέλη του, με τον οποίον υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1β', 8 παρ. 2 και 11 παρ. 2 Ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες αφορούν τους εργαζομένους περισσοτέρων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ωρισμένης πόλεως ή περιφερείας ή όλης της χώρας (κλαδικές συλλογικές συμβάσεις), δεσμεύουν μόνον τους εργοδότες και τους εργαζομένους, οι οποίοι είναι μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, ενώ δύναται ο Υπουργός Εργασίας υπό προϋποθέσεις να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική ωρισμένη κλαδική συλλογική σύμβαση, οπότε δεσμεύονται έκτοτε εξ αυτής και εργοδότες και εργαζόμενοι μη μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα ηδύναντο να είναι μέλη αυτών.
Όμως, βάσει της απορρεούσης από την διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ. αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, δύναται εγκύρως να συμφωνηθεί με την ατομική σύμβαση εργασίας, ρητώς ή σιωπηρώς, ότι ο εργαζόμενος θα αμείβεται βάσει ισχυούσης ή μελλούσης να ισχύσει συλλογικής συμβάσεως, η οποία δεν είναι δεσμευτική ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη, οπότε οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως ισχύουν ως συμβατικοί όροι.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι η αναιρεσίβλητος θα αμείβεται συμφώνως προς τις συλλογικές συμβάσεις του κλάδου αυτής, βάσει δε της εν λόγω παραδοχής εφήρμοσε προς υπολογισμό των αποδοχών της αναιρεσιβλήτου τις οικείες διατάξεις των προαναφερόμενων Σ.Σ.Ε. ως συμβατικούς και όχι ως κανονιστικούς όρους.
Συνεπώς, ο πέμπτος και τελευταίος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, κατά τον οποίον η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, καθ' όσον δεν διαλαμβάνει ότι οι διάδικοι ήσαν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες συνήψαν τις εφαρμοσθείσες συλλογικές συμβάσεις, ούτε ότι αυτές έχουν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, ο εργοδότης υποχρεούται βάσει διαφόρων διατάξεων να παρακρατεί ωρισμένα ποσά από τον μισθό των εργαζομένων, τα οποία να αποδίδει σε Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως και το Δημόσιο (άρθρα 26 παρ. 5 Α.Ν. 1846/1951, 22 και 32 Ν. 2084/1992 και εκτελεστικές του εν λόγω Νόμου Υπουργικές Αποφάσεις, 43, 44 Ν. 3323/1955, 59, 60 Ν. 4172/2013).
Τα εν λόγω ποσά δεν αποτελούν αντικείμενο δίκης και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο, το οποίο επιδικάζει μόνον μικτές αποδοχές, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως και αποδίδονται στους δικαιούχους. Εάν ο ενάγων εργαζόμενος διώκει την καταβολή διαφοράς αποδοχών, δεν απαιτείται να αναφέρει και ποίες κρατήσεις αντιστοιχούν επί του ποσού των αποδοχών, το οποίο έχει λάβει από τον εργοδότη, αφού ο σχετικός ισχυρισμός, ερειδόμενος επί της διατάξεως του άρθρου 416 Α.Κ., αποτελεί ένσταση του τελευταίου, οπότε, εάν δεν υποβληθεί η εν λόγω ένσταση, ή υποβληθείσα απορριφθεί, το δικαστήριο αφαιρεί από το ποσόν των μικτών αποδοχών, το οποίο εδικαιούτο βάσει των οικείων διατάξεων ο εργαζόμενος, εκείνο το οποίο εκθέτει ότι έχει λάβει, έστω και εάν τούτο αφορά μόνον τις καθαρές αποδοχές, και επιδικάζει το υπόλοιπο, επί του οποίου και μόνον ο εργοδότης κατά την εκτέλεση της αποφάσεως θα παρακρατήσει τις αντιστοιχούσες κρατήσεις, χωρίς να δύναται να συμψηφίσει και τις κρατήσεις, ως προς τις οποίες τυχόν δεν υπέβαλε σχετική ένσταση ή η υποβληθείσα απερρίφθη.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το έτερο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, κατά τον οποίον η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, καθ' όσον, ενώ οι επιδικαζόμενες αποδοχές είναι μικτές, τα γενόμενα δεκτά ως καταβεβλημένα ποσά είναι καθαρά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτη η εκτέλεση σχετικώς με το ύψος των παρακρατήσεων, οι οποίες πρέπει να γίνουν από την αναιρεσείουσα ως εργοδότιδα, και του ποσού, το οποίο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσίβλητο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος του νικώντος διαδίκου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23ης Ιουνίου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 63/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.- ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ