Supreme Court annuls lower court decision for misapplying debt cap laws regarding loan account closures after 2000.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial by a different panel. The appellants argued the lower court incorrectly applied debt cap statutes by using a multiplier of three instead of two because the debt became due after December 31, 2000. The Court found the lower court erred in interpreting that the specific debt cap provisions only applied to debts becoming due before that date, necessitating a new trial with correct legal application.
Legislator headnote
AI generatedArticles 30(1) of Law 2789/2000 as amended by Article 42(1) of Law 2912/2001; Article 39 of Law 3259/2004: The court established that debt cap provisions regarding loan account closures apply regardless of the specific closure date, and the multiplier must be determined based on the actual date of the last credit disbursement, not the date the debt became due.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1433 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1433/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Η. Τ. και Σια Ο.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Η. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Ι. Τ. του Δ., κατοίκου ... και 4) Χ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάρι Αναστασάκο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Εργασίας Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κατηφόρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 524/2008 μη οριστική και 1911/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 662/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-5-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 16-3-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 30 παρ.1 ν.2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 παρ.1 ν.2912/2001: "Κατ’ εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31-12-2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ’ ανώτατο όριο.
Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31-12-1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-2000.
Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού". Εξάλλου κατά το άρθρο 39 παρ.1, 2, 3 και 12 ν.3259/2004: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ.1).
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.
Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις (παρ.2). Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω.
Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης (παρ.3). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν.2789/2000, όπως ισχύει (παρ.12)". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο κατά περίπτωση του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πιστώσεως ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 ν.3259/2004 περιορίσθηκε το οριζόμενο με το άρθρο 30 παρ.1 ν.2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ.1 ν.2912/2001, ως ανώτατο όριο του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής και δεν καταργήθηκαν οι λοιπές διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού που προβλεπόταν από το άρθρο 30 παρ.1 ν.2789/2000 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 παρ.1 ν.2912/2001, αφού οι τελευταίες αυτές διατάξεις δεν έχουν χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται και μετά τη νέα ρύθμιση του ν.3259/2004 σύμφωνα με το εδάφιο 12 του άρθρου 39 του ν.3259/2004 (Α.Π.132/2014, 345/2013, 1379/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Δυνάμει της... .../19-2-1993 σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης ενάγουσας [ήδη πρώτης αναιρεσείουσας]... ως πιστούχου και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Εργασίας", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εναγομένη [ήδη αναιρεσίβλητη] ως δανείστριας, η τελευταία χορήγησε σ’ αυτή πίστωση αρχικά μέχρι του ποσού των 13.000.000 δραχμών, το οποίο αυξήθηκε στη συνέχεια σταδιακά με τις υπ’ αριθ..../1/7-12-1993, .../ 2/27-6-1994, .../3/16-9-1994, ... /28-12-1995 και …/ 22-7-1996 πρόσθετες αυξητικές συμβάσεις-πράξεις στο ποσό των 250.000.000 δραχμών.
Την τήρηση των όρων τόσο της αρχικής όσο και των πρόσθετων πράξεων της κύριας σύμβασης εγγυήθηκαν εγγράφως υπέρ της πιστούχου οι λοιποί ενάγοντες [ήδη λοιποί αναιρεσείοντες] ως αυτοφειλέτες. Η πιστούχος έκανε χρήση της πίστωσης και για το σκοπό αυτό, προς εξυπηρέτηση της άνω συμβάσεως, τηρήθηκε ο... ...
λογαριασμός, από τον οποίο η τελευταία εκταμίευση έγινε στις 17-3-1997 και ο οποίος λειτούργησε μέχρι την 10-1-2002, όταν η εναγομένη προέβη μονομερώς με καταγγελία της στο οριστικό κλείσιμο αυτού, με συνολικό χρεωστικό κατάλοιπο 265.115,54 ευρώ σε βάρος της πιστούχου, το οποίο μετέφερε σε οριστική καθυστέρηση, ανακοίνωσε στην ενάγουσα εταιρεία και τους λοιπούς ενάγοντες, υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, το κλείσιμο του λογαριασμού και το ως άνω χρεωστικό υπόλοιπό του, καλώντας συγχρόνως σε άμεση καταβολή του και στη συνέχεια, με βάση το οφειλόμενο από αυτή κατάλοιπο, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση σε βάρος τους της υπ’ αριθ.1531/2002 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν να της καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας "το ποσό των 265.115,54 ευρώ, έντοκα από 11-1-2002, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, που υπερβαίνει το ενήμερο επιτόκιο κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες και εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης και 7.924 ευρώ για τη δικαστική δαπάνη".
Στη συνέχεια οι ενάγοντες άσκησαν κατ’ αυτής την από 18-4-2002... ανακοπή τους... ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησαν για τους σ’ αυτή ειδικότερους λόγους την ακύρωση της διαταγής πληρωμής και επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 4742/2004 οριστική απόφαση του δικαστηρίου αυτού, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσία η ανακοπή και επικυρώθηκε η διαταγή πληρωμής.
Κατ’ αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 5-11-2004... έφεσή τους ενώπιον του δικαστηρίου τούτου και επ’ αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ.1646/2006 οριστική απόφασή του, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσία και κρίθηκε τελεσιδίκως ότι το ύψος του εμφανισθέντος χρεωστικού υπολοίπου ανέρχεται στο ως άνω επιδικασθέν ποσό της διαταγής πληρωμής και περαιτέρω, μεταξύ άλλων, ότι με την άνω σύμβαση ρητώς συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ο ανατοκισμός των καθυστερούμενων τόκων ανά τρίμηνο κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης και συνεπώς ότι νομίμως η εναγομένη προέβαινε στον ανατοκισμό κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα και περαιτέρω ότι νομίμως...
οι ενάγοντες υποχρεώθηκαν με αυτή να καταβάλουν το πιο πάνω υπόλοιπο των 265.115,54 ευρώ με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων υπερημερίας από το κλείσιμο του λογαριασμού στις 11-1-2002.
Συνεπώς η διαταγή πληρωμής απέκτησε ισχύ δεδικασμένου... Στις 16-9-2004, μετά την έναρξη ισχύος της διάταξης του άρθρου 39 του ν.3259/2004, η πρώτη ενάγουσα υπέβαλε εμπρόθεσμα στην εναγομένη αίτηση επανακαθορισμού του ύψους της οφειλής της... Η εναγομένη είχε υποχρέωση επαναπροσδιορισμού της οφειλής των εναγόντων βάσει της ως άνω διατάξεως, δεδομένου ότι οι ενάγοντες αφενός είχαν ληξιπρόθεσμη οφειλή που είχε συνομολογηθεί πριν την έναρξη ισχύος της ως άνω διατάξεως (4-8-2004) και αφετέρου υπέβαλαν στην εναγομένη εμπρόθεσμα την ως άνω αίτηση, ήτοι πριν τις 31-10-2004...
Επί της ανωτέρω αίτησης η εναγομένη απάντησε με την από 25-11-2004 απαντητική επιστολή της και της γνωστοποίησε ότι η οφειλή της, υπολογιζόμενη με βάση τους όρους της ως άνω συμβάσεως πιστώσεως ανερχόταν στις 4-8-2004 στο συνολικό ποσό των 332.269,66 ευρώ, έντοκα με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, ενώ υπολογιζόμενη με βάση τα οριζόμενα στο νέο νομοθετικό καθεστώς του άρθρου 39 του ν.3259/2004 ανερχόταν την 4-8-2004, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του προαναφερόμενου νόμου, σε μεγαλύτερο ποσό, ήτοι σε 349.574,12 ευρώ, δηλαδή μεγαλύτερο από το επιδικαζόμενο με την κοινοποιηθείσα σ’ αυτούς διαταγή πληρωμής και ότι συνεπώς δεν υπάγεται στις διατάξεις του παραπάνω νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτουν τα ακόλουθα δεδομένα: Η ένδικη σύμβαση πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό καταρτίσθηκε στις 19-2-1993, η τελευταία εκταμίευση έγινε στις 17-3-1997 και ο τηρούμενος προς εξυπηρέτηση αυτής αλληλόχρεος λογαριασμός έκλεισε οριστικά στις 10-1-2002, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος (28-12-2000) της διατάξεως του άρθρου 30 του ν.2789/2000 και μετά την άνω αντικατάστασή του (9-5-2001) με το άρθρο 42 ν.2912/2001.
Ενόψει των δεδομένων αυτών, τα οποία δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους, δεν συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 30 ν.2789/2000, όπως ισχύει, και των σ’ αυτό διαβαθμίσεων της οφειλής. Τούτο δε γιατί, αφού η οφειλή δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη με οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού μέχρι την 31-12-2000, η ρύθμισή της δεν εμπίπτει στις διατάξεις αυτές και συνεπώς ο επαναπροσδιορισμός της δεν υπόλογίζεται με το συντελεστή 2, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι ενάγοντες αλλά με το συντελεστή 3.
Αφού όμως η οφειλή αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 10-1-2002 με το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την ημερομηνία αυτή και πριν την 4-8-2004, έναρξη ισχύος του ν.3259/2004, ο επαναπροσδιορισμός της εμπίπτει στις διατάξεις αυτού και συγκεκριμένα η άνω διάταξη του άρθρου 39 παρ.1 του ν.3259/2004 έχει εφαρμογή μόνο ως προς τον επαναπροσδιορισμό του ανωτάτου ορίου της απαίτησης της εναγομένης από την ένδικη σύμβαση πίστωσης η οποία, υπολογιζόμενη με συντελεστή 3, δεν μπορεί σύμφωνα με τη διάταξη αυτή να υπερβεί το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής του αλληλόχρεου λογαριασμού, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού (περίπτωση άλλωστε που οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται).
Περαιτέρω... αποδείχθηκε ότι το κατάλοιπο κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, η οποία όπως προεκτέθηκε έγινε στις 17-3-1997, ανερχόταν σε 116.452.152 δραχμές ή 341.502 ευρώ.
Συνεπώς, με βάση το ποσό αυτό, η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή της ενάγουσας από την ένδικη πίστωση με αλληλόχρεο λογαριασμό, η οποία σύμφωνα με τις άνω διατάξεις δεν δύναται να υπερβεί το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, ορθώς υπολογιζόμενη με συντελεστή 3, περιλαμβάνουσα νομίμως και τους ρητώς συμφωνηθέντες στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, όπως με δύναμη δεδικασμένου...
κρίθηκε με την υπ’ αριθ.1646/2006 τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου τούτου, τόκους λόγω ανατοκισμού και λοιπές επιβαρύνσεις, ανερχόταν μέχρι το οριστικό κλείσιμο του εξυπηρετούντος την πίστωση αλληλόχρεου λογαριασμού σε (341.502 Χ 3 =) 1.024.505,74 ευρώ. Απόδείχθηκε επίσης ότι οι ενάγοντες μετά την 17-3-1997 και μέχρι την 4-8-2004 κατέβαλαν στην εναγομένη...
το συνολικό ποσό των 675.683,27 ευρώ, με αποτέλεσμα να προκύπτει χρεωστικό κατάλοιπο (1.024.505,74 - 675.683,27 =) 348.822,43 ευρώ, ποσό το οποίο είναι μεγαλύτερο εκείνου που η εναγομένη απαίτησε κατά τα άνω από τους ενάγοντες". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο - που προηγουμένως είχε δεχθεί την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους ως μη νόμιμη), είχε εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση και είχε κρατήσει την υπόθεση - απέρριψε την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30 παρ.1 ν.2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ.1 ν.2912/2001, και 39 παρ.1, 2 και 12 ν.3259/2004. Τούτο διότι, παρά το ότι ορθώς αρχικά δέχθηκε ότι με το άρθρο 39 ν.3259/2004 δεν καταργήθηκαν οι διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού που προβλέπονταν από το άρθρο 30 παρ.1 ν.2789/2000 (όπως ίσχυε μετά την κατά τ’ ανωτέρω αντικατάστασή του), στη συνέχεια:
α) κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων δέχθηκε ότι αυτές ισχύουν μόνο για οφειλές οι οποίες κατέστησαν εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμες και απαιτητές μέχρι τις 31-12-2000 και β) κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή των ίδιων διατάξεων δέχθηκε ότι δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση για το λόγο ότι η ένδικη οφειλή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή μετά τις 31-12-2000 και συγκεκριμένα στις 10-1-2002, εφαρμόζοντας ακολούθως για τον υπολογισμό της επίδικης οφειλής το συντελεστή 3 και όχι 2, παρά το ότι κατά τις παραδοχές του η τελευταία εκταμίευση έλαβε χώρα στις 17-3-1997.
Συνεπώς ο μόνος λόγος αναιρέσεως (από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ.), με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο αναιρετικός αυτός λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις), σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτούς για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012 και ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 του ίδιου νόμου, από 2-4-2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 662/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 17 Δεκεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ