Legislator Case Law & Legislation
1433/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of land claim due to vague property description.

Case Number 1433/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against the Court of Appeal's decision to reject a land ownership claim. The State argued the lower court erred by not rejecting the claim due to the vague description of the property and lack of recorded ownership acts. The court found the plaintiff's initial complaint sufficiently clear regarding the property location and history, rendering the appeal grounds baseless.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(14) & (8) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the lower court failed to reject a claim due to quantitative or qualitative vagueness, which must be proven by showing the original complaint lacked specific property details or ownership history.

Keywords

AI generated
quantitative vagueness qualitative vagueness property description ownership acts appeal admissibility Code of Civil Procedure land ownership claim

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(14) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(12) of the Code of Civil Procedure
Art. 339 of the Code of Civil Procedure
Art. 216(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 106 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1433 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1433/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Δ. - Γ. συζ. Γ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κλαυδιανού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1866/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6120/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-3-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 18-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της την ως άνω αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ποιοτική και ποσοτική αοριστία της αγωγής, που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχονται αναιρετικώς από το άρθρο 559 αριθμ.14 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τον αριθμ.8 του ιδίου άρθρου, πρέπει δε να έχουν προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τους αριθμ.8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων λόγω ποσοτικής αοριστίας της και ειδικότερα: α)δεν περιγράφει στο δικόγραφο αυτής σαφώς και ορισμένα το επίδικο ακίνητο κατά θέση, όρια και έκταση ενόψει του ότι αποτελεί τμήμα πολύ μεγαλυτέρου κατ' έκταση ακινήτου και β)δεν αναφέρει στην ίδια αγωγή τις πράξεις νομής που οι ίδιοι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι και οι δικαιοπάροχοί τους (άμεσοι και απώτεροι) ασκούσαν σ' αυτό.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι το μεν περιγράφουν με πληρότητα και σαφήνεια το επίδικο ακίνητο σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, χωρίς να δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς τη θέση, έκταση και τα όρια του κείμενο ενός της μεγαλύτερης έκτασης στη θέση "Γεροτσακούλι" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Νέας Μάκρης Αττικής, το δε αναφέρουν με σαφήνεια και χρονολογική σειρά τις πράξεις νομής που ενήργησαν σ' αυτό οι ίδιοι και όλοι οι προηγούμενοι δικαιοπάροχοί τους με διάνοια κυρίου και καλόπιστα (για το χρονικό διάστημα που απαιτείτο κατά νομή η τελευταία αυτή προϋπόθεση για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία).

Επομένως το Εφετείο που δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, όπως ζητούσε το αναιρεσείον με την έφεση του, κρίνοντας την ορισμένη και περαιτέρω νόμιμη, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ, δηλονότι του ότι δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που επικαλέστηκε το αναιρεσείον στο Εφετείο και του ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα των προαναφερομένων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), οι οποίες, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον προ της εισαγωγής του ΑΚ χρόνο, και επί των δημοσίων κτημάτων και άρα και επί των δημοσίων δασών ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από ιδιώτη.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας αυτής, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό με εκείνες του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δτος της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν.1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ήταν η τριακονταετής καλόπιστη νομή, στην οποία ο χρησιδεσπόζων μπορούσε να συνυπολογίσει και τη χρησικτησία των δικαιοπαρόχων του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος τους, να είχε συμπληρωθεί μέχρι 11-9-1915 (Ολ.ΑΠ 75/1987), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (Α.Π. 267/2005) καλή πίστη δε, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ (5.3), ν.25 πανδ (24,1), ν.27 πανδ (18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ (41.7), ν. 3 πανδ (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.

Επομένως, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, του άρθρου 58 του α.ν. 86/1969) κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (Α.Π. 1482/2008), ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.δ. 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 178/2004).

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κοινή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2005).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούντα. αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστικού διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο είναι αγροτεμάχιο έκτασης 5.289,77 τ.μ. κείμενο στη θέση "Γεροτσακούλι" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Νέας Μάκρης Αττικής, εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου, στο 29° χιλιόμετρο της Λεωφόρου Αθηνών -Μαραθώνος και αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης εδαφικής έκτασης 742.400 τ.μ., η οποία κατά το έτος 1954 ήταν σε μερικά τμήματα της αραιώς δασοσκεπής σύμφωνα με το υπ' αρ. .../20.10.1954 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Μελανίτη, εμφαίνεται δε α) με τον αριθμό 3β στο από 2.4.1962 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Θ. Δ. που προσαρτάται στο υπ' αρ. .../1964 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Γούτα και β) με τον ίδιο αριθμό (3β) και τα στοιχεία α-β-γ-δ-ε-ζ-η-θ-ι-κ-λ-μ-ν-τ-ζ-ο-π-α στο από Δεκεμβρίου 2004 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α.

Β.. Κατά το τελευταίο αυτό σχεδιάγραμμα το επίδικο αγροτεμάχιο συνορεύει βόρεια σε πλευρά θ-ι μήκους 39,30 μ. με την οδό ... πλάτους 10 μ., ανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά ι-κ-λ-μ-ν-τ-3-ο-π συνολικού μήκους 123,79 μ. με εδαφική λωρίδα και πέραν αυτής με τη Λεωφόρο Αθηνών - Μαραθώνος, νότια σε πλευρά π-α. μήκους 38,85 μ. με οδό ...

και πέραν αυτής με ρέμα και δυτικό, σε πλευρά α-β-γ-δ-ε-ζ-η-θ συνολικού μήκους 124,94 μ., με τον εμφαινόμενο υπό στοιχ. 3α αγρό στο από 2.4.1962 σχεδιάγραμμα του Θ. Δ.. Η εφεσίβλητη απέκτησε ποσοστό συγκυριότητας 758,36/5.289,77 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου από κληρονομιά του θείου της Δ. Π., που απεβίωσε στις 16.8.1983, δυνάμει της από 29.4.1983 μυστικής διαθήκης του που δημοσιεύθηκε στα υπ' αρ. 2995/1983 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Την ανωτέρω κληρονομιά η εφεσίβλητη αποδέχθηκε με την υπ' αρ. .../1984 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Μιχαλοπούλου -Δαμόφλη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων (τόμ. ..., α.α 178) όπως αυτή συμπληρώθηκε και διορθώθηκε με την υπ' αρ. .../2004 πράξη της αυτής συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία (τόμ. ..., α.α 75).

Στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου της Δ. Π. το αντιστοιχούν στο ως άνω ποσοστό μερίδιο είχε περιέλθει από αγορά από τους Γ. Ρ. και Ε. Μ. δυνάμει του υπ' αρ. .../1979 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Γούτα που μεταγράφηκε νόμιμα στα παραπάνω βιβλία (τόμ. ..., α.α 225). Οι τελευταίοι απέκτησαν το εν λόγω ιδανικό μερίδιο σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας Α.

Η Ε. Μ. α) δυνάμει του υπ' αρ. .../1964 διανεμητηρίου συμβολαίου (σελ. 57 αυτού) του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τ. Δήμου Μαραθώνος (τόμ. ..., α.α. 203) και β) δυνάμει του υπ' αρ. .../1954 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίου Μελανίτη που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία (τόμ. ...

με α.α 481) με το οποίο ως αρχικό μέλος του εδρεύοντος στον Μαραθώνα Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Συνεταιρισμός Ενοικιάσεως και Εξαγοράς Γαιών Γεροτσακουλίου" ο οποίος στη συνέχεια μετατράπηκε νόμιμα σε Οικοδομικό Συνεταιρισμό Οικιστών Γεροτσακουλίου με την επωνυμία "Ο ΠΡΟΒΑΛΙΝΘΟΣ" αγόρασε από την Ιερά Μονή Πεντέλης ιδανικό μερίδιο 1/780 εξ αδιαιρέτου έκτασης γης αραιώς δασοσκεπούς σε μερικά τμήματα της, επιφάνειας 742.400 τ.μ..

Β. Ο Γ. Ρ. α) δυνάμει του ιδίου ως άνω υπ' αρ. .../1964 διανεμητηρίου συμβολαίου και β) δυνάμει του υπ' αρ. .../1963 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μαραθώνος Αριστείδη Ραυτόπουλου νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνος, με το οποίο ο Μ. Δ., αρχικό μέλος του ιδίου ως άνω συνεταιρισμού του μεταβίβασε λόγω πώλησης το ιδανικό μερίδιο του 1/780 εξ αδιαιρέτου έκτασης γης 742.400 τ.μ.

την οποία είχε αγοράσει από την Ιερά Μονή Πεντέλης με το προαναφερόμενο υπ' αρ. .../1954 συμβόλαιο. Η έκταση αυτή των 742.400 τ.μ. η οποία βρίσκεται στη θέση "Γεροτσακούλι" στο 29° χλμ της Λεωφόρου Αθηνών - Μαραθώνος, υπάγεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Ν. Μάκρης, εμφαίνεται στο από 19.10.1951 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Α.

Κ. το οποίο προσαρτάται στο ως άνω υπ' αρ. .../1954 συμβόλαιο και συνορεύει κατ' αυτό: Ανατολικά σε πρόσοψη 1230 μέτρων με την Λεωφόρο Αθηνών - Μαραθώνος, Δυτικά σε τεθλασμένη πλευρά μήκους 1434,30 μέτρων με έκταση της Ιεράς Μονής Πεντέλης, Βόρεια σε πλευρά μήκους 917 μέτρων με έκταση της ιδίας και Νότια σε πλευρά μήκους 355 μέτρων με έκταση επίσης της Μονής αυτής η οποία αποτελεί όριο με ιδιοκτησία Ο.Δ.Ε.Π..

Για τη μεταβίβαση της έκτασης αυτής προηγήθηκαν όλες οι νόμιμες διατυπώσεις και ειδικότερα: 1) με την υπ' αρ. 115711/8.8.1952 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας ήρθησαν όλες οι απαγορεύσεις του ν. ...8/1952 και παρασχέθηκε στην πωλήτρια Ιερά Μονή Πεντέλης η άδεια πώλησης της έκτασης αυτής 2) με την υπ' αριθ. 26725/23.3.1953 κοινή απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Γεωργίας εγκρίθηκε η πώληση της εν λόγω έκτασης 3) με το υπ' αρ. 63455/11.4.1953 έγγραφο του ο Υπουργός Γεωργίας δήλωσε στον αρμόδιο Δασάρχη ότι δεν επιθυμεί επί της ανωτέρω εν μέρει δασικής έκτασης το δικαίωμα προτίμησης για την αγορά της που προβλέπεται με το άρθρο 2 § 2 του ν. 5763/1933 4) με την υπ' αρ. 2671/16.5.1953 βεβαίωση του Υπουργού Γεωργίας πιστοποιήθηκε η καταβολή των τελών υπέρ του Ειδικού Ταμείου Εποικισμού και 5) η πώληση εγκρίθηκε από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος με το υπ' αρ. 1918/23.7.1951 έγγραφο της απευθυνόμενο στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών.

Ακολούθως, με τήρηση των νομίμων διαδικασιών και κατόπιν της σχετικής υπ' αρ. 104122/1876/21.1.1961 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας (Δ/νση Δασών) η προαναφερόμενη έκταση κατατμήθηκε και διανεμήθηκε με κλήρωση μεταξύ των μελών του συνεταιρισμού δυνάμει του υπ' αρ. .../1964 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Γούτα που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τ.

Δήμου Μαραθώνος (τόμ. ... με α.α. 203) στο οποίο σημειωτέον αυτή (έκταση), προφανώς εκ παραδρομής, φέρεται ως έχουσα τ.μ. 742.440. Συγκεκριμένα, αυτή κατατμήθηκε σε 85 οικοδομικά τετράγωνα (τεμάχια) αποτυπούμενα μαζί με τους κοινόχρηστους χώρους κλπ. στο από 2.4.1962 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Θ. Δ., επιφάνειας μεγαλύτερης των 4000 τ.μ.

το καθένα, σύμφωνα με τους όρους της ως άνω Υπουργικής απόφασης και κάθε τετράγωνο σε περισσότερους κλήρους, κατόπιν δε σχετικής κλήρωσης καθένας από τους συνιδιοκτήτες της μείζονος έκτασης απέκτησε συγκυριότητα εξ αδιαιρέτου επί συγκεκριμένου τετραγώνου και αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση τμήματος του τετραγώνου αυτού (κλήρου).

Μεταξύ των τετραγώνων αυτών είναι και το επίδικο ακίνητο 3β, αποτελούμενο από τους υπ' αρ. 20 έως και 26 κλήρους, εκ των οποίων τον 21° έκτασης 758,36 τ.μ. απέκτησαν κατ' ισομοιρία οι Ε. Μ. και Γ. Ρ., δικαιοπάροχοι της εφεσίβλητης.

Η πωληθείσα ως άνω στον Συνεταιρισμό έκταση των 742.400 τ.μ. στην οποία ανήκει και το επίδικο αποτελεί τμήμα ενός μεγαλυτέρου κτήματος της Ιεράς Μονής Πεντέλης ονομαζόμενου "Γεροτσακούλη" ή "Χεροτσακούλη" έκτασης πολλών χιλιάδων στρεμμάτων το οποίο περιελάμβανε κυρίως δάση και δασότοπους, αλλά. και βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες εκτάσεις και συνόρευε παλαιότερα, ανατολικώς με θάλασσα, βορείως με κτήμα Μονής Ασωμάτων Ξυλοκέριζα, μεσημβρινώς με Αραφίνα, Πικέρμι και κτήμα Σκουζέ και δυτικώς με Ναό Σκουζέ, Ναό Πεντέλης και κτήμα Πεντέλης.

Η Ιερά Μονή Πεντέλης απέκτησε το μείζον αυτό κτήμα κατά το έτος 1960 περίπου από ένα Οθωμανό από την Κάρυστο ονομαζόμενο Κ., με τίτλους αγοραπωλησίας οι οποίοι όμως καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης και εξουσίαζε τούτο έκτοτε συνεχώς μέχρι τις 11.9.1915 αλλά και πέραν αυτής, με διάνοια κυρίου, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα και τη μορφολογία του διακατοχικές πράξεις, χωρίς οποιαδήποτε ενόχληση ή αμφισβήτηση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου.

Συγκεκριμένα, με τα αρμόδια όργανα της επέβλεπε και προστάτευε τούτο από επεμβάσεις τρίτων με την πρόσληψη φυλάκων για τη φύλαξη του, δημοπρατούσε την υλοτομία των δένδρων του, συνέλεγε τη ρητίνη από τα πεύκα ή εκμίσθωνε το δικαίωμα ρητινοσυλλογής σε τρίτους, ενώ εκμεταλλευόταν τις βοσκήσιμες και καλλιεργούμενες κυρίως με αμπέλια εκτάσεις του, εκμισθώνοντας αυτές σε βοσκούς και καλλιεργητές αντίστοιχα, έχοντας πάντοτε την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο και νεμόμενη ως κυρία το εν λόγω ακίνητο δεν προσέβαλε το δικαίωμα κυριότητας άλλου επί τούτου, ακόμη και του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ουδέποτε κατέλαβε τη νομή του ούτε άσκησε οποιαδήποτε επ' αυτού διακατοχική πράξη.

Έτσι ενδεικτικά αναφέρεται ότι: 1) Με τα υπ' αρ. .../1867, .../1867, .../1869, .../1870, .../1871, .../1873, .../1874, .../1876, .../1878, .../1879, .../1881, .../1884 και .../1885 συμβόλαια των συμβολαιογράφων Αθηνών Αργυρίου Πέππα τα τέσσερα πρώτα, Γεωργίου Αντωνιάδη τα επόμενα τρία, Ηλία Γλυκοφρύδη το όγδοο και ένατο, Δημητρίου Καλιοντζή το δέκατο και δέκατο τρίτο και Γρηγορίου Μπουρνιά το ενδέκατο και δωδέκατο, η Ιερά Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε σε τρίτους το δικαίωμα ρητινοσυλλογής από τα πεύκα και χορτονομής, το δικαίωμα βοσκής των λειβαδιών και της παραγωγής καυσόξυλων από το κτήμα "Χεροτσακούλι" και πώλησε τα καυσόξυλα ... .

Τις πράξεις αυτές τα αρμοδία όργανα της Μονής Πεντέλης ενεργούσαν για λογαριασμό της με διάνοια κυρίας και καλή πίστη τόσο πριν όσο και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) σε ολόκληρη την ανωτέρω μείζονα έκταση. Περαιτέρω από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό προκύπτει, ότι όταν καταστράφηκαν οι τίτλοι ιδιοκτησίας της Μονής, κατά τα προαναφερόμενα, με διαταγή της Ελληνικής Κυβέρνησης συντάχθηκαν ως "μαρτυρικά" έγγραφα δύο κώδικες οι οποίοι σώζονται μέχρι σήμερα.

Ειδικότερα, ο πρώτος "Μεγάλος Κώδικας" έχει αριθμό πρωτοκόλλου 662 και φέρει την από Φεβρουαρίου 1836 θεώρηση του Επαρχιακού Διευθυντού Αττικής και ο δεύτερος φέρει χρονολογία 31.3.1837, θεώρηση του Ηγουμενοσυμβουλίου με αριθμό πρωτοκόλλου 40 και χρονολογία 1.4.1837 και θεώρηση με χρονολογία 20.6.1909 του Τμηματάρχη του Εκκλησιαστικού τμήματος του τότε Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημόσιας Εκπαίδευσης.

Τα έγγραφα αυτά που αναφέρονται στο προσκομιζόμενο με επίκληση αντίγραφο της από 2.10.1987 Εισήγησης του Αρεοπαγίτη Ευαγγέλου Ανδριανού προς το Αναθεωρητικό Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών και το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων προκειμένου τα συμβούλια αυτά σε κοινή συνεδρίαση τους εξετάσουν και αποφανθούν για την ιδιοκτησιακή κατάσταση του δασοκτήματος "Γεροτσακούλι" σύμφωνα με την υπ' αρ.

Δ. 8089/2352/1978 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας δεν αποτελούν τίτλους ιδιοκτησίας, έχουν όμως ιδιαίτερη αξία ως αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις εκτάσεις που νεμόταν και κατείχε η Μονή Πεντέλης. Και τούτο διότι συντάχθηκαν από την Επιτροπή του Β.Δ. της 1.12.1834 που είναι δημόσια υπηρεσία και με βάση τις μαρτυρίες των κατοίκων των περιοχών στις οποίες βρισκόταν το εν λόγω κτήμα οι οποίοι όχι μόνο δεν είχαν λόγο να επεκτείνουν τα όρια αυτού αλλά αντίθετα είχαν κάθε λόγο να τα περιορίσουν προς το συμφέρον τους.

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου ότι ο Μεγάλος Κώδικας έχει νοθευτεί, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζεται σε ποια σημεία και σε ποιες εκτάσεις της Ιεράς Μονής Πεντέλης αφορά η εν λόγω νόθευση, δεν επιβεβαιώνεται από το παραπάνω αποδεικτικό υλικό συμπεριλαμβανομένης και της από 7.5.1998 έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Χ.

Τ. που επικαλείται, η οποία σημειωτέον προσκομίζεται ελλιπής (δηλαδή μόνο οι 1-3 και 16η σελίδα ταύτης) με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μη δύναται να εκτιμήσει και το τελικό της πόρισμα. Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό προκύπτει περαιτέρω, γενόμενης περί τούτου εκτενούς αναφοράς και στην προαναφερόμενη εισηγητική έκθεση του Αρεοπαγίτη Ευάγγελου Ανδριανού, ότι το έτος 1884, το Ηγουμενοσυμβούλιο της Μονής, με την υπό στοιχεία ΞΝ'/10.1.1884 πράξη του εδώρησε στο εκκαλούν έκταση 1377,325 στρεμμάτων του κτήματος με την επωνυμία "Χεροτσακούλι" για την ίδρυση λωβοκομείου.

Η δωρεά αυτή εγκρίθηκε με το από 31.1.1884 Β.Δ. που δημοσιεύθηκε στο υπ' αρ. 45/3.2.1884 ΦΕΚ, στο οποίο αναφέρεται ότι η έκταση αυτή είναι μέρος από το ανωτέρω κτήμα που ανήκει στη Μονή. Το έτος 1895 και για το λόγο ότι η ως άνω δωρεά δεν είχε γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, η Ιερά Μονή Πεντέλης άσκησε κατά του Ελληνικού Δημοσίου την από 15.6.1895 διεκδικητική για το ανωτέρω τμήμα (1377,325 στρ.) αγωγή.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν οι υπ' αρ. 7550/1895 προδικαστική και 4033/1897 οριστική απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών με την τελευταία των οποίων κατ' αποδοχή εν μέρει της αγωγής, αναγνωρίσθηκε η νομή και κυριότητα της Μονής επί του όλου κτήματος "Χεροτσακουλίου" και διατάχθηκε η εγκατάσταση αυτής επί του καταληφθέντος υπό του Ελληνικού Δημοσίου ως άνω τμήματος ... .

Σύμφωνα με τα παραπάνω η απώτερη δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης Ιερά Μονή Πεντέλης κατέστη κυρία του ανωτέρω μείζονος κτήματος με την ονομασία "Γεροτσακούλι" ή "Χεροτσακούλι" στο οποίο περιλαμβάνεται η μεταβιβασθείσα στον Συνεταιρισμό "Ο ΠΡΟΒΑΛΙΝΘΟΣ" έκταση των 742.400 τ.μ. και ακολούθως το επίδικο ακίνητο, με έκτακτη χρησικτησία, κατά το προγενέστερο του ΑΚ δίκαιο, δεδομένου ότι συνέτρεχαν ως προς αυτήν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, ήτοι άσκηση νομής με διάνοια κυρίας και καλή πίστη επί τριάντα τουλάχιστον συνεχή έτη που συμπληρώθηκαν πολύ πριν τις 11.9.1915.

Τούτο έχει κριθεί με την υπ' αρ. 2365/1987 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε επί αγωγής του μέλους του ως άνω συνεταιρισμού Α. Μ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου για την αναγνώριση δικαιώματος κυριότητας αυτού σε αγροτεμάχιο, τμήμα του κτήματος των 742.400 τ.μ. που είχε αυτός αποκτήσει με αγορά από τον εν λόγω συνεταιρισμό, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση των υπ' αριθ. 3631/1988 και 1257/1990 αποφάσεων του Δικαστηρίου τούτου και του Αρείου Πάγου αντιστοίχως με τις οποίες απορρίφθηκαν τα ασκηθέντα από το Ελληνικό Δημόσιο ένδικα μέσα της έφεσης και αναίρεσης.

Ομοίως έχει κριθεί και με την υπ' αριθ. 3928/1997 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε επί αγωγής του Ι. Κ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου για την αναγνώριση επίσης δικαιώματος κυριότητας του σε αγροτεμάχιο, τμήμα του κτήματος Γεροτσακουλίου, που είχε αποκτήσει με αγορά από τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό μ,ε την επο3νυμία "Αμπελούπολις" η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση των υπ' αρ. 4488/1998 και 1146/1999 αποφάσεων του Δικαστηρίου τούτου και του Αρείου Πάγου αντιστοίχως με τις οποίες απορρίφθηκαν τα ασκηθέντα από το Ελληνικό Δημόσιο ένδικα μέσα της έφεσης και αναίρεσης.

Εφόσον λοιπόν κατά τα προαναφερόμενα η Ιερά Μονή Πεντέλης κατέστη κυρία του κτήματος Γεροτσακουλίου με έκτακτη χρησικτησία που ήταν επιτρεπτή κατά τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις νόμου, το γεγονός ότι δεν τήρησε την προβλεπόμενη στο άρθρο 3 του ΒΔ της 17-11/1.12.1836 διαδικασία υποβολής των νόμιμων τίτλων ιδιοκτησίας της στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση, εντός της ενιαυσίας προθεσμίας από τη δημοσίευση του (ΦΕΚ 69/1.12.1836), δεν ασκεί έννομη επιρροή στο αποκτηθέν ως άνω δικαίωμα κυριότητας αυτής.

Ακολούθως δεν έχουν εφαρμογή για το επίδικο ακίνητο οι διατάξεις των δασικών κωδίκων που ίσχυσαν κατά καιρούς και πάντως μετά τις 11.9.1915 κατά τα αναφερόμενα επίσης στη μείζονα σκέψη. Τις άνω διακατοχικές πράξεις εξακολούθησε να ασκεί συνεχώς η Ιερά Μονή Πεντέλης με την πεποίθηση ότι ήταν κυρία μέχρι τις 20.10.1954 που μεταβίβασε στα μέλη του Συνεταιρισμού "Ο ΠΡΟΒΑΛΙΘΟΣ" την έκταση των 742.400 τ.μ.

στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο δεν προέκυψε ότι προέβη σε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη επ' αυτής. Για το λόγο αυτό άλλωστε το τελευταίο και χορήγησε όλες τις απαιτούμενες κατά νόμο άδειες με την έκδοση των προαναφερομένων αποφάσεων για μεταβίβαση και κατόπιν κατάτμηση της προπεριγραφείσας έκτασης των 742.400 τ.μ.

προς τον ως άνω συνεταιρισμέ. Επομένως δεν αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του εκκαλούντος κατά τη διάρκεια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας ως ανήκον στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Οθωμανούς ή ως εγκαταλειφθέν από αυτούς ή ως δασικό κτήμα, άλλως ως λιβάδι ή βοσκότοπος, άλλως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, άλλως ως αδέσποτο σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Μετά ταύτα η Μονή Πεντέλης ως αποκλειστική κυρία της άνω έκτασης νομότυπα μεταβίβασε το έτος 1954 από 1/780 εξ αδιαιρέτου αυτής στα αρχικά μέλη του συνεταιρισμού Ε. Μ. και Δ. Δ. οι οποίοι έγιναν κύριοι αυτού, μεταβιβάσας στη συνέχεια ο τελευταίος το μερίδιο του αυτό στον Γ. Ρ.. Ακολούθως η Ε. Μ. και ο Γ. Ρ. μετά τη διανομή και κατάτμηση της έκτασης το έτος 1964 σε τετράγωνα και κάθε ένα από αυτά σε περισσότερους κλήρους, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, νομότυπα μεταβίβασαν αυτό κατά το αντιστοιχούν συνολικά στα άνω μερίδια τους ποσοστό 758,36/ 5.289,77 εξ αδιαιρέτου στον δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης Δ.

Π. ο οποίος απέκτησε επ' αυτού δικαίωμα κυριότητας κατά το ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου. Το δικαίωμα του δε αυτό ουδέποτε καταλύθηκε λόγω θεμελίωσης μεταγενεστέρως δικαιωμάτων κυριότητας του Δημοσίου επί του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο, αφού όλοι οι διάδοχοι της Ιεράς Μονής Πεντέλης το κατείχαν με διάνοια κυρίου προβαίνοντας καλόπιστα σε όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του, όπως φύλαξη, εποπτεία, καθαρισμό, κατάτμηση της ενιαίας έκτασης και διανομή της στα μέλη του συνεταιρισμού, μεταξύ των οποίων και οι δικαιοπάροχοι της εφεσίβλητης που περιέφραξαν το επίδικο ακίνητο, το καλλιέργησαν και.

φύτευσαν οπωροφόρα δένδρα, μαζί δε με άλλα μέλη του Συνεταιρισμού επιμελήθηκαν να ρυμοτομηθεί η περιοχή όπου βρίσκεται. Τον καθαρισμό, εποπτεία, καλλιέργεια και φύλαξη αυτού συνέχισε ο άμεσος δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης ο οποίος νόμιμα στο προαναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου εγκατέστησε με διαθήκη κληρονόμο του την εφεσίβλητη.

Η τελευταία συνέχισε τη νομή του δικαιοπαρόχου της σε αυτό με διάνοια κυρίας και καλή πίστη ασκώντας τις ίδιες με αυτόν διακατοχικές πράξεις μέχρις τις 5.4.1988, γενόμενη κυρία του επιδίκου ακινήτου κατά το ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου τόσο με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) όσο και με παράγωγο (με τους επικαλούμενους τίτλους ιδιοκτησίας της) χωρίς να επέρχεται με αυτούς παράνομη κατάτμηση του.

Ακολούθως, από τις 5.4.1988 και εντεύθεν που δυνάμει του υπ' αριθ. .../1988 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Μιχαλοπούλου - Δαμόφλη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων (τόμ. ... με α.α 148) η εφεσίβλητη μεταβίβασε λόγω πώλησης στον σύζυγο της Γ. Π. την επικαρπία του προαναφερθέντος ιδανικού μεριδίου της η ίδια ως ψιλή κυρία και ο σύζυγος της ως επικαρπωτής συνέχισαν να ασκούν επί του επιδίκου έως την άσκηση της αγωγής, όλες τις ως άνω πράξεις που ασκούσε μέχρι τότε αυτή μόνη της.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ύστερα από ενέργειες του εν λόγω επικαρπωτή, η αρμόδια επιτροπή επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, με την υπ' αριθ. 70/1988 απόφαση της η οποία κατέστη τελεσίδικη όπως προκύπτει από το υπ' αρ. πρωτ. 2810/88/10.2.1989 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών της ίδιας περιοχής, απεφάνθη ότι η επίδικη έκταση καλλιεργούμενη από πολλών ετών, με καρποφόρα δένδρα, είναι αγροτική.

Παρά ταύτα, από το σύνολο των ισχυρισμών του εκκαλούντος σε συνδυασμό προς τα επικαλούμενα από αυτό και χρονολογούμενα κυρίως από το έτος 1970 και εντεύθεν έγγραφα κατά τα οποία η έκταση του συνεταιρισμού "Ο ΠΡΟΒΑΛΙΝΘΟΣ" στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο χαρακτηρίζεται ως δημόσια δασική έκταση διακατεχόμενη από ιδιώτες συνάγεται ότι αυτό αντιποιείται εμπράγματα δικαιώματα επί αυτής κατά τρόπο που προκαλεί σύγχυση στις έννομες σχέσεις της εφεσίβλητης έτσι ώστε να καθίσταται αναγκαία η δικαστική αναγνώριση του εμπράγματου δικαιώματος της έχουσα αυτή προς τούτο προφανές έννομο συμφέρον".

Μετά τις ως άνω παραδοχές και ενόψει του ότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει κατ' ουσίαν όμοια, υποπέσει μόνο στο σφάλμα να αναγνωρίσει την ενάγουσα κυρία του επιδίκου ακινήτου και όχι ψιλή κυρία αυτού, ενόψει του ότι είχε μεταβιβάσει νομότυπα την επικαρπία αυτού στο σύζυγό της Γ. Π., κατέληξε στην παραδοχή της από 3-10-2007 έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 1866/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια δικάζοντας την αγωγή δέχθηκε αυτήν σύμφωνα με το αίτημα της, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίζοντας την ενάγουσα ψιλή κυρία του επιδίκου ακινήτου.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ του προϊσχύσαντος Β.Ρ.Δ και των λοιπών ειδικών νόμων, σε σχέση με την κτήση της κυριότητας παράγωγα και πρωτότυπα (με έκτακτη χρησικτησία), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, υπάγοντας ορθά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις παραπάνω διατάξεις που εφάρμοσε.

Ακόμα δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, αρκετά σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα της ένδικης διαφοράς, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή ή μη των ως άνω διατάξεων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όλες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.

Συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης από τους αριθμ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος στο σύνολό του ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ.12 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μεσών.

Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που προβλέπονται από το άρθρο 339 ΚΠολΔ, θεωρείται η προβλεπομένη από τον νομό για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσεως του δικαστού ως προς την απόδειξη, με το μέσο αυτό, του αποδεικτέου θέματος. Επομένως, μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς την δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η αναγνώριση αποδεικτικής δυνάμεως σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερης ή μικρότερης από αυτή που του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ.

Έτσι, δεν επιτρέπεται αναίρεση για παραβίαση των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ, αναφορικώς με την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων, όταν αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη για άμεση απόδειξη, αλλά εκτιμώνται ελεύθερα με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπ' αρ. 6 λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, όπως ορθώς εκτιμάται, ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 και όχι 1 ή 19, του ιδίου άρθρου, συνισταμένη στην υπό του Εφετείου παραβίαση της αποδεικτικής δυνάμεως των εγγράφων ("μαρτυρικών") που συντάχθηκαν, υπό μορφή Κωδίκων από την Επιτροπή του Β.Δ/τος της 1) 13-12-1834, τα οποία, όμως, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, δεν είναι δημόσια έγγραφα και δεν έχουν πλήρη αποδεικτική δύναμη ως προς το γεγονός ότι η άνω εδαφική έκταση τελούσε υπό την νομή της άνω Ιεράς Μονής.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο το προαναφερόμενο έγγραφο, και ανεξαρτήτως της ορθότητος του υπ' αυτού δοθέντος χαρακτηρισμού ως δημοσίου εγγράφου, έλαβε υπόψη, προς συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου, χωρίς να δεχθεί δεσμευτικότητα από το περιεχόμενο του, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτό στηρίχθηκε, όπως αναφέρεται στην απόφαση εκτός των άλλων και σε μαρτυρίες τρίτων προσώπων ως προς την τότε υφισταμένη πραγματική κατάσταση επί των επιδίκων.

Επομένως, ο άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενο αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, μη επιβληθούν όμως δικαστικά έξοδα σε βάρος του ηττωμένου αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της μη υποβολής σχετικού αιτήματος από την αναιρεσίβλητη (άρθρο 106 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-3-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6120/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2014. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ