Legislator Case Law & Legislation
1433/2012 AI generated

1433/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1433/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1433/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1433 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1433/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Γεροχρήστου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕFG EUROBANK ERGASIAS AE" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasiaς" (πρώην Τράπεζα ΕFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ" και 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "επένδυση-εισαγωγές και εμπορία πλακιδίων- ειδών υγιεινής και μπάνιου, ανώνυμη τουριστική γεωργική- κτηματική εμπορική' και τον διακριτικό τίτλο "ΕΠΕΝΔΥΣΗ ΑΕ" με έδρα τον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, από τους οποίους η μεν πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, η δε δεύτερη δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2003 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 202/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 198/2007 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδος). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-7-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 7-10-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και του υπό στοιχ. Β1 λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζομένη και επικαλουμένη από την αναιρεσείουσα, υπ' αριθμ. 10385/ 27-10-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και των εκθέσεων καταθέσεως της, καθώς και κλήση για εμφάνιση στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 17-10-2011, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (12-3-2012), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη , με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής.

Η αναιρεσίβλητη αυτή, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της, αφού η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, μετά από αναβολή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 226 παρ. 4, 575 και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) Το άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους, οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή, έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται, με τους οποίους συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.

Περίπτωση δε αναγκαστικής ομοδικίας καθιερώνει και η διάταξη του άρθρου 933 παρ. 1 ΚΠολΔ, από την οποία προκύπτει, ότι, αν η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως εγείρεται μετά την κατακύρωση, πρέπει να απευθύνεται κατά του υπερθεματιστού και του επισπεύδοντος δανειστού, μεταξύ των οποίων δημιουργείται δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας, γιατί η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, αφού, εξαιτίας της πλήρους γι' αυτούς ταυτότητας του αντικειμένου της δίκης, δεν μπορεί να νοηθεί ουσιαστική κρίση ακυρότητας του πλειστηριασμού για τον ένα και κύρους για τον άλλο (ΟλΑΠ 11/1992).

Περαιτέρω, στο άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1 έχει αποτελέσματα και για τους άλλους. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι ομόδικοί του, παρόλο που αδράνησαν, έστω και αν έχει παρέλθει ως προς αυτούς η προθεσμία του ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 63/1981).

Στην περίπτωση δε αυτή (της πλασματικής ασκήσεως του ενδίκου μέσου) πρέπει οι μη ασκήσαντες ομόδικοι να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του ενδίκου μέσου (άρθρα 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), αλλιώς η συζήτηση αυτού κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους, κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ (ΑΠ 1552/2007, 37/2009,214/2009, 1145/2007).

Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, δηλαδή στις δικονομικές ακυρότητες, που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικής διατάξεως (Ολ.ΑΠ 1/1999).Έτσι, σε περίπτωση παραλείψεως της κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο πιο πάνω λόγος ιδρύεται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε ή προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ. 12/2000, ΑΠ 1588/2008, 2100/ 2007,122/2003) όπως είναι πρωτίστως το απορρέον από τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως, εκατέρωθεν ακροάσεως, δημοσιότητας και ισότητας των διαδίκων (βλ. σχ. ΑΠ 290/2005), που εφαρμόζεται και για τους διαδίκους που μετέχουν στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως και ενόψει της ενιαίας διαδικασίας στην αναγκαστική ομοδικία, η οποία αποκλείει τη χωριστή εκδίκαση της διαφοράς ως προς ορισμένους μόνο ομοδίκους.

Στην παρούσα υπόθεση, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 7-7-2003 ανακοπή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ζήτησε για τους αναφερομένους σ' αυτή λόγους να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός του περιγραφομένου σ' αυτήν ακινήτου της που έλαβε χώρα την 18-6-2003 στο δημοτικό κατάστημα Ερέτριας, καθώς και η με αριθμό .../18-6-2003 έκθεση πλειστηριασμού του Συμ/φου Ερέτριας Θεοδώρου Τερζάκη και η με αριθμό .../26-6-2003 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του ίδιου Συμ/φου.

Επί της ανακοπής αυτής, μετά γενομένη συζήτηση εκδόθηκε η 202/2004 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία η ανακοπή έγινε δεκτή και ακυρώθηκε ο πλειστηριασμός του ακινήτου της ανακόπτουσας που διενεργήθηκε με επίσπευση της πρώτης των καθών ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG ERGASIAS A.E" και κατακυρώθηκε στη δεύτερη των καθών ανώνυμη εταιρεία, καθώς και η υπ' αριθμ. .../18-6-2003 έκθεση πλειστηριασμού και η υπ' αριθμ. .../26-6-2003 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως του ίδιου, ως άνω Συμβολαιογράφου.

Κατά της αποφάσεως αυτής, η πρώτη των καθών Τράπεζα, άσκησε την από 20-10-2004, έφεση κατά της ανακόπτουσας, με την οποία και για τους αναφερομένους σ' αυτή λόγους ζήτησε να εξαφανισθεί άλλως να μεταρρυθμισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ώστε να απορριφθεί η από 7-7-2003 ανακοπή. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 198/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας), με την οποία η έφεση έγινε δεκτή και απορρίφθηκε η ανακοπή.

Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, η οποία αφορά ανακοπή, κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως, μετά την κατακύρωση του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, με την οποία ζητείται η ακύρωση του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, δημιουργήθηκε μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή της επισπεύδουσας την εκτέλεση δανείστριας Τράπεζας και της υπερθεματίστριας εταιρείας αναγκαστική ομοδικία, η οποία επέβαλε ενιαία, ως προς αυτούς ρύθμιση της διαφοράς εξαιτίας της πλήρους ταυτότητας του αντικειμένου της δίκης, η οποία αποκλείει προεχόντως ουσιαστική κρίση περί ακυρότητας ή μη του πλειστηριασμού χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αναγκαίου ομοδίκου, και χωριστή εκδίκαση της διαφοράς.

Επομένως, ενόψει του ότι, στο ένδικο μέσο της ασκηθείσας από την πρώτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα, από 20-10-2004 εφέσεως, δεν ήταν διάδικος η υπερθεματίστρια, έπρεπε κατ' άρθρο 76 παρ.3 ΚΠολΔ, να κλητευθεί αυτή σε όλες τις συζητήσεις του ενδίκου αυτού μέσου, το οποίο ουδόλως προέκυψε από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα ότι έλαβε χώρα.

Κατ' ακολουθίαν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως, το οποίο δεν έπραξε, αλλ' αντιθέτως αφού συζήτησε την υπόθεση, χωρίς προηγούμενη κλήση της αναγκαίας ομοδίκου, (για την οποία με την πρωτοβάθμια απόφαση είχε ακυρωθεί ο πλειστηριασμός) έκανε δεκτή την έφεση και απέρριψε την ανακοπή.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίον η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την ως άνω παράλειψη του Εφετείου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (η οποία, άλλωστε, προκύπτει και από την ίδια την απόφαση) είναι βάσιμος. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός, πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί δε η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (Χαλκίδας), που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ κατόπιν αυτού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσίβλητων, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 198/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής έδρας Χαλκίδας).

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Χαλκίδας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Σεπτεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ