Supreme Court dismisses appeal on document distortion claim due to reliance on multiple evidence sources.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a property division. The appellant argued the lower court distorted a deed by accepting additional land and a specific driveway definition not explicitly stated in the document. However, the court found the appeal baseless because the appellate court based its ruling on topographic maps, inheritance declarations, and witness testimony alongside the deed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904, 974, 987, 989, 992, 1041 of the Civil Code; Article 559(20) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on document distortion is inadmissible if the lower court's judgment relies substantially on other evidence sources rather than solely on the alleged distorted document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1433 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1433/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Στεφάνου.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-4-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1138/1994 του ίδιου Δικαστηρίου και 190/1996 μη οριστική, 77/2007 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-9-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 4-1-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης ως προς το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά το δεύτερο επίδικο εδαφικό τμήμα και την απόρριψή της κατά τα λοιπά.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ... έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ..., προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (της 20-1-2010), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή του στο ακροατήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 242 §2 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 §2 Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 904, 974, 987, 989, 992 και 1041 επ. ΑΚ προκύπτει, ότι η νομή δεν είναι μόνο φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) όποιου την απέκτησε, αλλά αποτελεί και περιουσιακό στοιχείο που προσπορίζει ωφέλεια στον αποκτώντα, όπως τέτοιας δυνατότητας απόκτησης της οικείας κυριότητας με χρησικτησία.
Παρέπεται, επομένως, ότι με την ενιαύσια παραγραφή των ένδικων μέσων προστασίας της νομής (ως εξουσίας) έναντι οικείας αποβολής ή διατάραξης, η ενοχική αξίωση προς απόδοση αυτής ως αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν επηρεάζεται. Και αυτό γιατί η ωφέλεια από αυτήν την ίδια ενιαύσια παραγραφή είναι δικαιολογημένη, η ωφέλεια όμως από τη νομή του πράγματος, η οποία αποτελεί πλουτισμό ανεξάρτητο από την παραγραφή, είναι αδικαιολόγητη.
Εξάλλου για να είναι νόμιμη η από το άρθρο 904 ΑΚ αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν με αυτή ζητείται η απόδοση της νομής μετά την παραγραφή των αξιώσεων των ένδικων βοηθημάτων από τα άρθρα 987 και 989 του ίδιου Κώδικα, απαιτείται η ύπαρξη της νομής του ενάγοντα κατά το χρόνο της απώλειάς της γι' αυτόν και η από τον εναγόμενο κατάληψη και κατοχή του επίδικου ακινήτου, ο οποίος έτσι έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερος, ενώ αίτημά της είναι η αποβολή του εναγομένου, ο οποίος εξακολουθεί να βρίσκεται στη νομή του ακινήτου κατά το χρόνο της επίδοσης της αγωγής και η απόδοση της νομής στον ενάγοντα.
Η εν λόγω αγωγή δεν αποτελεί ένδικο βοήθημα προστασίας της νομής, αλλά είναι ενοχική προς απόδοση του πλουτισμού (condictio possessionis) Η ίδια αγωγή είναι επιβοηθητικής φύσης και γι' αυτό μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν οι προϋποθέσεις αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία ή άλλη παρόμοια αιτία, υπό την προϋπόθεση όμως ότι εκείνη θεμελιώνεται επί των ίδιων πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζεται αυτή η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία (ουσιαστική επικουρικότητα).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003). Τέλος, σύμφωνα μεν με τη διάταξη του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ., η οποία αποτελεί ειδική εκδήλωση των αρχών της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης και της συζήτησης, που καθιερώνονται από τη διάταξη του άρθρου 106 του ίδιου Κώδικα, με την άσκηση της έφεσης μεταβιβάζεται η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1 του πιο πάνω Κώδικα, αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει εξυπαρχής κατ' ουσίαν αποφασίζοντας για όλα τα αναγκαία ζητήματα που υποβλήθηκαν για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.
Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων με εκείνη του άρθρου 536 §2 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία, οι διατάξεις της §1 δεν εφαρμόζονται, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εμφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν, προκύπτει, ότι, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά από παραδοχή κάποιου λόγου της έφεσης του εναγομένου προβεί σε εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και, στη συνέχεια, δικάσει κατ' ουσίαν την αγωγή και απορρίψει, επίσης, την τελευταία, η οποία στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις, κατ' ουσίαν, ως προς την κύρια βάσης της, πρέπει να ερευνήσει, και χωρίς ειδικό παράπονο, όλςε τις επικουρικές βάσεις της που δεν εξετάστηκαν πρωτόδικα, αφού, στην περίπτωση αυτή, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης του εναγομένου δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την τελευταία, αλλά εκτείνεται, κατ' εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 12 και 13 του Κ.Πολ.Δ., και στις βάσεις εκείνες που δεν εξετάστηκαν πρωτόδικα, εφόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.
Εάν όμως οι επικουρικές βάσεις της αγωγής ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτόδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας αυτεπάγγελτης έρευνάς τους, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση, απαιτείται η υποβολή αυτοτελούς λόγου έφεσης- ή αντέφεσης-, από τον εφεσίβλητο ενάγοντα. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 7-4-1993 (με αριθμό έκθ. κατάθ....) αγωγή του, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε, ότι με βάση το με αριθμό ... συμβόλαιο του σ/φου Κερκύρας ..., αγόρασε από τη ..., ένα οικόπεδο που βρίσκεται στο ... και επί της οδού ..., έκτασης, κατά τον τίτλο κτήσης 278 μ2, κατά νεώτερη δε καταμέτρηση 294,74 μ2, με την πάνω σ'αυτό μονόροφη με ισόγειο οικία, εμβαδού 47,82 μ2, το οποίο συνορεύει, κατά το χρόνο άσκησής της -αγωγής-, με ιδιοκτησίες κληρονόμων ..., οδό ...
και ιδιοκτησία εναγομένο και ήδη αναιρεσιβλήτου, εμφαίνεται δε στο από Ιουλίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του πολ. μηχανικού .... Το ακίνητο τούτο κατείχε η πιο πάνω δικαιοπάροχός του από το έτος 1939 μέχρι το έτος 1968, οπότε έγινε μεταξύ τους μια άτυπη αγοραπωλησία, έκτοτε δε του το παραχώρησε η ίδια εξαιτίας της άτυπης αυτής αγοραπωλησίας.
Το εν λόγω ακίνητο κατέχει μέχρι σήμερα. Κατά το έτος 1968, οπότε και περιήλθε στην κυριότητά του το παραπάνω ακίνητο, υπήρχε πάνω σ'αυτό μόνο ένα ισόγειο κτίσμα και ένα δωμάτιο στον πρώτο όροφο. Αμέσως προέβη, με δαπάνες του, στην κατεδάφιση τμήματος της πιο πάνω οικίας και στην ανέγερσή της, όπως είναι σήμερα, νέας οικοδομής, αποτελουμένης από ισόγειο (που περιλαμβάνει ένα δωμάτιο, κουζίνα και λουτρό) και πρώτο όροφο (που περιλαμβάνει δύο κύρια δωμάτια).
Έτσι τόσο η δικαιοπάροχός του όσο και αυτός από το έτος 1939 και εφεξής διενεργούσαν στο παραπάνω ακίνητο πράξεις αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής, με την ανέγερση κτισμάτων, με την κατοικία τους στα τελευταία, τη φύτευση και καλλιέργεια δένδρων, την περιποίηση και τον καθαρισμό τους, ανενόχλητα και αδιαμαρτύρητα, με διάνοια κυρίου, νομέα και κατόχου, πράξεων των οποίων, όπως και της μεταβίβασης του εν λόγω ακινήτου σ' αυτόν, είχε λάβει γνώση ο εναγόμενος, αδελφός του.
Στις 24-4-1981 πέθανε η μητέρα αυτού και του εναγομένου Σ, την κληρονομία της οποίας αποδέχθηκαν οι ίδιοι με τη με αριθμό ... πράξη αποδοχής κληρονομίας της σ/φου Κέρκυρας Αδαμαντίνης Κοντού, που μεταγράφηκε νόμιμα. Την ίδια ημέρα, με βάση το με αριθμό ... διανεμητήριο συμβόλαιο της ίδιας πιο πάνω σ/φου, προέβησαν αυτοί και σε διανομή σχεδόν όλων των κληρονομιαίων ακινήτων και ο εναγόμενος έλαβε, μεταξύ άλλων, τα εξής ακίνητα, όπως ακριβώς αναγράφονται στο διανεμητήριο συμβόλαιο: "1) Μία μονώροφο μετά ισογείου ημιερειπωμενη οικία, εμβαδού 30 μ2, εντός του οικισμού ..., συνορευομένη γύρωθεν με ιδιοκτησία Χ, κληρονόμων ...
και Α1. 2) κηπάριο εκτάσεως 100 μ2, περίπου, μετά του εντός αυτού φρέατος, κείμενο εντός του προαστίου ..., συνορευόμενο γύρωθεν με κτήματα ιδιοκτησίας κληρονόμων ..., κληρ. ..., ..., Χ και κληρ. Α1". Με το ίδιο πιο πάνω διανεμητήριο συμβόλαιο συστήθηκε και δουλεία διόδου "υπέρ της δια του παρόντος περιερχομένης εις τον συμβαλλόμενον Ψ οικίας και εις βάρος του κτήματος του συμβαλλομένου Χ, η οποία [δουλεία] θα ευρίσκεται εις το δεξιόν δια τον κατερχόμενο δια του κτήματος του συμβαλλομένουΧ, θα έχη πλάτος καθόλο το μήκος αυτής ενός και ημίσεως μέτρου και θα ΑΡΧΕΤΑΙ από την έξοδο της ως άνω οικίας της περιερχομένης δια του παρόντος εις τον Ψ και θα καταλήγει εις το άνω κηπάριο το περιερχόμενο εις τον αυτόν συμβαλλόμενο Ψ, θεωρουμένης της δουλείας ταύτης ως συνιστωμένης και υπέρ του κηπαρίου τούτου".
Έτσι, κατά τα παραπάνω, δεσπόζον ακίνητο είναι η οικία του εναγομένου, εφόσον η δουλεία συστήθηκε υπέρ της οικίας αυτής και "άρχεται από την έξοδο της οικίας αυτής". Στην επίμαχη διανομή ακινήτων δεν συμπεριλήφθηκε ένα εδαφικό τμήμα, το οποίο ονομάζεται "...", έχει επιφάνεια 24,23 μ2 και συνορεύει... Από το τμήμα αυτό διέρχεται και τμήμα της δουλείας διόδου, μήκους 9,50 μ.
και πλάτους 1,5 μ., το οποίο προβλέφθηκε στο παραπάνω διανεμητήριο συμβόλαιο προς εξυπηρέτηση της οικίας του εναγομένου (δεσπόζον ακίνητο), εφόσον είναι νομικά δυνατό το δουλεύον ακίνητο ("...") να ανήκει σε περισσότερους συγκυρίους. Στο χώρο αυτό (...) ενεργεί ο ίδιος -ενάγων-, από πολλών ετών πράξεις νομής και κατοχής.
Συγκεκριμένα εκεί τοποθετεί τα οικοδομικά υλικά, όταν επισκευάζει την οικία του, καθαρίζει το χώρο αυτό από τα αγριόχορτα κ.λ.π. Ενώ, λοιπόν ο ενάγων ασκούσε ακώλυτα και αδιαμαρτύρητα τις πράξεις που προσιδιάζουν σε αληθινό κύριο, νομέα και κάτοχο, ο εναγόμενος στις 10-5-1992, προέβη στην τοποθέτηση σιδερένιου πορτονιού επί της εν λόγω δουλείας διόδου και καθόλο το πλάτος αυτής και στο σημείο όπου η εν λόγω δίοδος διέρχεται από τη δυτική πλευρά της οικίας του -ενάγοντα- και παράλληλα με τον τοίχο αυτής, όπου ακριβώς τα γράμματα ΟΟ' του παραπάνω τοπογραφικού, αποκλείοντας με τον τρόπο αυτό (τοποθέτηση πορτονιού και κλείθρου) από την υπόλοιπη ιδιοκτησία του (από το σημείο που τοποθέτησε το πορτόνι μέχρι το τσιμεντένιο οπισθοαύλιο της οικίας του), μήκους 5,70 μ, έχοντος εμβαδού του τμήματος αυτού, 7,85 μ2 (=1,5 Χ 5,70) και βεβαίως από την υπόλοιπη δίοδο κατά το τμήμα αυτής μέχρις ότου η δίοδος αυτή καταλήξει στην έξοδο της όμορης οικίας του εναγομένου, καθώς και από το χώρο τον επονομαζόμενο "...", ο οποίος χώρος ανήκει στη συγκυριότητά του -ενάγοντα- και έχει επιφάνεια 24,23 μ2, αποβάλλοντάς τον, έτσι, από την νομή των παραπάνω τμημάτων (του πρώτου, επιφάνειας 7,85 μ2, ανήκοντος στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του και του δεύτερου, επιφάνειας 24,23 μ2 ανήκοντος στη συγκυριότητα και συννομή του κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου).
Επίσης, κατά το μήνα Μάιο 1992, επισκεπτόμενος την ..., διαπίστωσε, ότι ο εναγόμενος του κατέλαβε και άλλο τμήμα του πιο πάνω ακινήτου του, του τμήματος τούτου ευρισκομένου στη βόρεια πλευρά του, όπου το ακίνητό του συνορεύει με ακίνητο του εναγομένου και συγκεκριμένα με το κηπάριο που περιήλθε σ' αυτόν με την παραπάνω διανομή (έκτασης του κηπαρίου 100 μ2), έχει δε το τμήμα αυτό εμβαδόν 12,74 μ2 και στο οποίο καταλήγει η πιο πάνω δουλεία διόδου.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος επεκτάθηκε κατά πλάτος ενός περίπου μέτρου, τοποθέτησε συρμάτινη περίφραξη προς την εσωτερική πλευρά του τμήματος αυτού και διάνοιξε αβαθές (0,10 μ. περίπου) αυλάκι και γύρω από το υπόλοιπο αυτού πλευρών. Με τον τρόπο αυτό τον απέβαλε από τη νομή του από το τμήμα αυτό συμπεριλαμβάνοντας στην κατάληψη και μια μουριά του, ευρισκομένη στην πλευρά της διόδου και στο σημείο όπου ο εναγόμενος το έκλεισε, μη δυνάμενος πλέον αυτός να μεταβεί εκεί ούτε προς καθαρισμό και περιποίηση του τμήματος αυτού, ούτε προς συλλογή των καρπών του.
Το παραπάνω καταληφθέν υπό τον εναγόμενο τμήμα συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Α1, σε πλευρά 5,20 μ., ανατολικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία του σε πλευρά 2,45 μ., νότια με υπόλοιπη ιδιοκτησία του σε πλευρά 5,20 μ. και δυτικά με κηπάριο του εναγομένου σε πλευρά 2,45 μ.". Έτσι, ο εναγόμενος τον απέβαλε α) από τη νομή των παραπάνω δύο εδαφικών τμημάτων του μεγαλύτερου ακινήτου της αποκλειστικής κυριότητάς του, νομής και κατοχής του και β) από το πιο πάνω ακίνητο, της συγκυριότητας και συννομής του (...).
Ενόψει της προσβολής της νομής του ζήτησε, στη συνέχεια, ο ενάγων: Α) να αναγνωρισθεί α) αποκλειστικός συννομέας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του εδαφικού χώρου, του ονομαζομένου "...", έκτασης 24,23 μ2, ο οποίος, όπως περιγράφεται στην αγωγή, συνορεύει... β) αποκλειστικός νομέας του εδαφικού τμήματος εμβαδού 12,74 μ2, που αποτελεί τμήμα του μεγαλύτερου ακινήτου του, το οποίο (επίδικο) συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Α1 σε πλευρά 5,20 μ, ανατολικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία του σε πλευρά 2,45 μ., νότια με υπόλοιπη ιδιοκτησία του σε πλευρά 5,20 μ.
και δυτικά με κηπάριο του εναγομένου σε πλευρά 2,45 μ. Και γ) αποκλειστικός νομές του τμήματος της δουλείας διόδου, του παράλληλου προς τον τοίχο της οικίας του, εμβαδού 7,85 μ2, πλάτους 1,50 μ. και μήκους 5,70 μ. Και Β) Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος να του αποδώσει τη νομή των επίδικων εδαφών. Διαφορετικά, επικουρικά, να παύσει ο εναγόμενος και να παραλείψει στο μέλλον κάθε διατάραξη της νομής του, με απειλή κατ' αυτού των ποινών του νόμου, αλλιώς και εντελώς επικουρικά να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του αποδώσει τη νομή των επιδίκων και να διαταχθεί η αποβολή του, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 904 επ.
ΑΚ. και, τέλος, να υποχρεωθεί ο ίδιος να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση, διαφορετικά να επιτραπεί αυτό στον αντίδικό του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη 1138/1994 οριστική απόφασή του, αφού απέρριψε ως μη νόμιμο το επικουρικό αίτημα της αγωγής για απόδοση της νομής "ως ωφελείας την οποία έχει αποκομίσει ο εναγόμενος, ο οποίος βρίσκεται στη νομή των επιδίκων, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή ακόμη τα ένδικα μέσα της νομής", έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά τα λοιπά -κύρια- αιτήματά της, ακολούθως δε, μετά την εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την εν λόγω αγωγή ως προς το δεύτερο εδαφικό τμήμα και την τρίτη εδαφική λωρίδα, αντίστοιχα, αναγνώρισε τον ενάγοντα αποκλειστικό νομέα του εδαφικού τμήματος 12,74 μ2, καθώς και της εδαφικής λωρίδας, μήκους 4,70 και πλάτους 1,50 μ., που βρίσκονται στο ..., υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδώσει στον ενάγοντα τη νομή και κατοχή των προαναφερόμενων εδαφικών τμημάτων, καθώς και κάθε άλλο, ο οποίος έλκει δικαιώματα απ' αυτόν ή κατέχει στο όνομά του και, τέλος, υποχρέωσε τον εναγόμενο να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση, διαφορετικά επέτρεψε στον ενάγοντα να το πράξει με δαπάνες του εναγομένου.
Ύστερα από αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της αμέσως πιο πάνω απόφασης εκδόθηκε αρχικά η 190/1996 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, η οποία διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, στη συνέχεια δε, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε ως βάσιμο και κατ' ουσίαν το λόγο της έφεσης του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου με τον οποίο ο τελευταίος εξέφρασε παράπονο για τη μη απόρριψη της ένδικης αγωγής κατά παραδοχή της ένστασης παραγραφής του.
Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο σχετικά τα ακόλουθα: "... Με το ιδιωτικό συμφωνητικό και το συμβόλαιο διανομής που προαναφέρθηκαν περιήλθε στον εναγόμενο ένα κηπάριο εκτάσεως 100 μ2 μετά του εν αυτώ φρέατος. Στην ανατολική πλευρά του το ακίνητο τούτο συνορεύει με το τρίτο επίδικο τμήμα. Το τμήμα αυτό εμβαδού 12,74 μ2.
ορίζεται βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Α1, ανατολικά και νότια με υπόλοιπη ιδιοκτησία ενάγοντος και δυτικά με το άνω ακίνητο του εναγομένου. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι τούτο ανήκε στη νομή του και κατά μήνα Μάιο 1992 διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος είχε καταλάβει τούτο τοποθετώντας συρμάτινη περίφραξη και διανοίγοντας περιμετρικά αβαθές αυλάκι συμπεριλαμβάνοντας αυτό στη δική του ιδιοκτησία, αποβάλλοντας τον ενάγοντα από τη νομή αυτού.
Όμως οι ανώτερω ενέργειες του εναγομένου έγιναν κατά μήνα Αύγουστο του έτους 1991...
Συνεπώς, η παραγραφή της αξιώσεως του ενάγοντος στο επικαλούμενο δικαίωμα νομής του επί του επιδίκου τμήματος, έχει ως χρόνο έναρξης την επομένη της ιστορούμενης αποβολής, δηλαδή τουλάχιστον την 1.9.1991. Στο χρόνο έναρξης της παραγραφής αυτής, που δεν έχει διακοπεί με την άσκηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέρων, δεν επιδρά, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, ο χρόνος κατά τον οποίο ο ενάγων ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση της προσβολής, ήτοι το μήνα Μάιο 1992.
Έτσι ενόψει του ότι η ένδικη αγωγή περί προσβολής με αποβολή της νομής του ενάγοντος ασκήθηκε με επίδοση αυτής στον εναγόμενο την 14-4-1993, διέδραμε από την επόμενη της επικαλούμενης προσβολής μέχρι την άσκηση της αγωγής χρόνος μεγαλύτερος του έτους και η τυχόν αξίωση του ενάγοντος έχει υποκύψει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 992 Α.Κ.
Για το λόγο τούτο η αγωγή του έπρεπε να απορριφθεί. Η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση παραγραφής που νόμιμα είχε προτείνει ο εναγόμενος με τις προτάσεις του που είχαν κατατεθεί πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως και με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις.
Κατ' ακολουθία, ο σχετικός λόγος της εφέσεως του εναγομένου με τον οποίον παραπονείται για τη μη απόρριψη της αγωγής κατά παραδοχή της ενστάσεώς του περί παραγραφής είναι βάσιμος και κατ' ουσία. Επομένως η έφεση κατά το μέρος τούτο πρέπει να γίνει δεκτή, να εξαφανιστεί ως προς αυτό η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί από το Δικαστήριο τούτο η υπόθεση και δικαζομένης της αγωγής να απορριφθεί αυτή για τον ανωτέρω λόγο, ως προς το επίδικο τούτο τμήμα του ακινήτου".
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του ενάγοντα - αναιρεσείοντα, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιό της που αναγνώρισε νομέα τον ενάγοντα στο δεύτερο εδαφικό τμήμα, εμβαδού 12,74 τετρ.
μέτρων, κρατώντας δε και δικάζοντας την αγωγή, κατά την πρώτη-κύρια βάσης της, την απέρριψε ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς το εν λόγω εδαφικό τμήμα, χωρίς να ερευνήσει την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής περί απόδοσης στον αναιρεσείοντα της νομής του ίδιου εδαφικού τμήματος, ως ωφέλειας που έχει αποκομίσει ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος βρίσκεται στη νομή του εν λόγω εδαφικού τμήματος, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του άρθρου 904 επ.
ΑΚ, αφού στην ένδικη (από 7-9-1995) έφεσή του-αναιρεσείοντα-(η οποία μάλιστα ασκήθηκε στις 8-9-1995, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της άσκησης, στις 27-2-1995, της αντίθετης, από 20-2-1995, έφεσης του αντιδίκου του), δεν περιεχόταν παράπονο σε σχέση με την απόρριψη της επίμαχης επικουρικής βάσης της αγωγής του, αλλά οι λόγοι της έφεσής του αναφέρονταν αποκλειστικά στην απόρριψη της αγωγής κατά την κύρια βάση της.
Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περίπτ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, με το να το να μην αποφανθεί αυτεπαγγέλτως περί της νομιμότητας και της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, κατά το επικουρικό αίτημά της περί απόδοσης της νομής του πιο πάνω επίδικου εδαφικού τμήματος, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού μετά την παραγραφή της περί αποβολής από τη νομή αξίωσης κατά τη διάταξη του άρθρου 992 ΑΚ, άφησε αδίκαστο το εν λόγω αγωγικό αίτημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.ΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Για τη διαμόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πως η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα ακόλουθα: "Εξάλλου, την 24 Απριλίου 1981 πέθανε στην ...
η μητέρα των άνω διαδίκων-ετεροθαλών αδελφών, Σ χήρα .... Η ανωτέρω αποβιώσασα δεν είχε αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της. Οι κληρονόμοι αποδέχθηκαν την κληρονομιαία περιουσία αυτής με την υπ' αριθ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Κερκύρας Αδαμαντίνης Μανωλίδου-Κοντού, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Στη δήλωση αποδοχής κληρονομίας αναφέρονται αναλυτικά τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας. Στη συνέχεια οι συγκληρονόμοι, οι οποίοι κατά το χρόνο εκείνο είχαν αγαθές σχέσεις, συμφώνησαν και προέβησαν στη διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων. Περί της διανομής τούτων είχε συνταχθεί μεταξύ αυτών το από ...
ιδιωτικό συμφωνητικό και από την κατάρτιση αυτού καθένας των συγκληρονόμων είχε λάβει στη νομή του τα ακίνητα που με την άτυπη διανομή περιέρχονταν σ' αυτόν. Ακολούθως συντάχθηκε το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο της προαναφερόμενης Συμβολαιογράφου για τη διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων, με βάση όσα είχαν συμφωνηθεί με το ιδιωτικό συμφωνητικό.
Το διανεμητήριο συμβόλαιο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου .... Μεταξύ των ακινήτων που περιήλθαν στον εναγόμενο ήταν, κατά την αναφορά στο συμβόλαιο της διανομής, που όπως προαναφέρθηκε διέλαβε όσα συμφωνήθηκαν με την πραγματοποιηθείσα με το ιδιωτικό συμφωνητικό διανομή, "μία μονόροφος μετ' ισογείου ημιερειπωμένη οικία εμβαδού 30 μ2 τριάκοντα τετραγωνικών μέτρων περίπου, κειμένη εντός του οικισμού του ..., γειτνιάζουσα με την κατωτέρω περιγραφομένην οικίαν ιδιοκτησίας Χ περιελθούσαν εις αυτόν δια των προσόντων της τακτικής και εκτάκτου χρησικτησίας, συνορευομένη γύρωθεν με ιδιοκτησίας Χ, κληρονόμων ..., κληρονόμων Α1 και κληρονόμων ...".
Είναι σαφές από την ανωτέρω περιγραφή του ακινήτου που περιήλθε στον εναγόμενο, ότι στη νομή τούτου περιήλθε εκτός της οικίας και το έμπροσθεν αυτής ακάλυπτο τμήμα ακινήτου το καλούμενο "...", το οποίο είναι το πρώτο επίδικο, επιφάνειας 24,23 τ.μ.. Η κρίση αυτή στηρίζεται στα παρακάτω στοιχεία: Η κατά τα όρια περιγραφή, όπως προαναφέρθηκε του ακινήτου, δεδομένου ότι αναφέρεται μεν στο διανεμητήριο συμβόλαιο ότι ο εναγόμενος λαμβάνει μία μονώροφο οικία, πλην όμως εάν δεν περιέρχονταν σ' αυτόν και ο ακάλυπτος χώρος η οικία έπρεπε να ορίζεται με το επίδικο αυτό τμήμα, δηλαδή την "...", και δεν θα αναγράφονταν στο συμβόλαιο ότι συνορεύει με ιδιοκτησία κληρονόμων ...α και με το από 5.8.2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα ..., αλλά και το από το Νοέμβριο του έτους 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου-Τοπογράφου Μηχανικού Μ, που είχε επιληφθεί ως πραγματογνώμων με βάση την υπ' αριθ. 8/1995 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας σε άλλη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων, το τμήμα τούτο της "..." εκτείνεται μεταξύ της ανωτέρω οικίας και της ιδιοκτησίας κληρονόμων ....
Η αναφορά των τετραγωνικών μέτρων της οικίας δεν αναιρεί την διατυπωθείσα κρίση, επειδή πραγματικά το εμβαδόν του ακινήτου που φέρεται να λαμβάνει ο εναγόμενος αφορά μόνο την οικία, το εμβαδόν δε του ακάλυπτου χώρου της "..." είναι πλέον του αναφερομένου των 30 τ.μ., διότι σε κάθε περίπτωση τούτο προσδιορίζει μόνο την οικία όχι και τον περιγραφόμενο ακάλυπτο χώρο.
Το ότι ο επίδικος ως άνω χώρος περιήλθε στον ενάγοντα (προδήλως εναγόμενο) αποδεικνύεται και από τα εξής: Τόσο στο συμβόλαιο της διανομής, όσο και στην αποδοχή κληρονομίας που προαναφέρθηκαν, δεν περιγράφεται το επίδικο τούτο τμήμα ως αυτοτελές ακίνητο της κληρονομίας και της διανομής. Εάν τούτο αποτελούσε ιδιαίτερο κληρονομιαίο ακίνητο τότε ασφαλώς ο ενάγων ο οποίος μόνος συμβλήθηκε στη δήλωση αποδοχής κληρονομίας, εκπροσωπώντας και τον εναγόμενο με βάση το υπ' αριθ. ...
πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αδαμαντίνης Μανωλίδου-Κοντού, θα το ανέφερε και θα περιέγραφε, όπως πράττει με όλα τα υπόλοιπα κληρονομιαία ακίνητα, αφού γίνεται ρητή και πλήρης αναφορά και περιγραφή καθενός των κληρονομιαίων. Σε κάθε δε περίπτωση θα αναφέρονταν τούτο τουλάχιστον στο ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής, των κληρονομιαίων ακινήτων.
Από το περιεχόμενο του τελευταίου αντικρούεται ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι τούτο παρέμεινε στη συγκυριότητα των κληρονόμων, δεδομένου ότι σ' αυτό αναφέρονται και τα ακίνητα τα οποία παραμένουν στη συννομή και συγκυριότητα των δύο διαδίκων εξ ημισείας στον καθένα. Ειδικότερη αναφορά γίνεται για μια οικία μετά του περιβολίου και του παρακειμένου οικοπέδου στον..., για το κτήμα στον ..., για το κτήμα ...
και για 28 ελαιόδενδρα στη θέση ..., από τα οποία το ήμισυ εξ αδιαιρέτου περιέρχεται σε κάθε κληρονόμο, σε αντίθεση με εκείνα που διανέμονται και περιέρχονται καθ' ολοκληρία σε κάθε κληρονόμο. Πέραν τούτων η μάρτυρας ... οποία είναι αδελφή της μητέρας των διαδίκων και συμβλήθηκε ως τρίτη στο διανεμητήριο συμβόλαιο, σαφώς καταθέτει ότι το τμήμα της "..." ανήκει στον εναγόμενο και δικαιολογεί την κατάθεσή της συνεχίζοντας ότι αυτός ο χώρος ανήκει στο σπίτι που πήρε με τη διανομή...".
Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη περί αποβολής από τη νομή ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντα πρέπει να απορριφθεί ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς το πρώτο επίδικο εδαφικό τμήμα, την "...", έκτασης 24,23 τετρ. μέτρων, επικυρώνοντας ως προς αυτό την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι με το ... διανεμητήριο συμβόλαιο περιήλθε στον αναιρεσίβλητο και το παραπάνω εδαφικό τμήμα, παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με το να μη προσφύγει σ' αυτούς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που προπαρατέθηκαν, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφίβολο σημείο αφού έκρινε ως σαφές το περιεχόμενο των δηλώσεων βουλήσεων των συμβαλλομένων στο προμνημονευόμενο διανεμητήριο συμβόλαιο.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι με το ... διανεμητήριο συμβόλαιο περιήλθε στον αναιρεσίβλητο, "μία μονόροφος μετ' ισογείου ημιερειπωμένη οικία εμβαδού 30 τετρ. μέτρων περίπου, κειμένη εντός του οικισμού του ..., γειτονιάζουσα με ...", περαιτέρω δε, με το να δεχθεί, ότι το ακίνητο που περιήλθε στον αναιρεσίβλητο με το παραπάνω διανεμητήριο συμβόλαιο περιλαμβάνει και το εδαφικό τμήμα "...", εμβαδού 24,23 τετρ.
μέτρων, είναι, δηλαδή, συνολικού εμβαδού (οικία+εδαφικό τμήμα) 54,23 τετρ. μέτρων, καθώς και ότι "ο εναγόμενος από τη διανομή με το ιδιωτικό συμφωνητικό επιλήφθηκε της νομής του τμήματος αυτού, είχε τούτο στη φυσική του εξουσία και ασκούσε αυτήν διανοία κυρίου", διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα περί του εάν με το επίμαχο διανεμητήριο συμβόλαιο περιήλθε στον αναιρεσίβλητο μόνο το ακίνητο - οικία - εμβαδού 30 τετρ.
μέτρων ή και το επίδικο εδαφικό τμήμα "...", εμβαδού 24,23 τετρ. μέτρων, έτσι δε στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Με τον τέταρτο, επίσης, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε τη νομή του πρώτου επίδικου εδαφικού τμήματος, καλουμένου "...", εμβαδού 24,23 τετρ.
μέτρων και, ακολούθως, να απορρίψει την ένδικη αγωγή περί αποβολής από τη νομή του του αναιρεσείοντα ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη, ως προς το εδαφικό αυτό τμήμα, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 982 και 994 του ΑΚ, αντίστοιχα. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, εφόσον το Εφετείο εξέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο εκείνο οδηγήθηκε ως προς το ότι με το πιο πάνω διανεμητήριο συμβόλαιο περιήλθε στον αναιρεσίβλητο τόσο η σ' αυτό περιγραφόμενη οικία όσο και ο ακάλυπτος χώρος της, καλούμενος "...", που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, καθώς και τα αναγκαία για την ορθότητα της εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 982 και 984, αντίστοιχα, του ΑΚ, πραγματικά περιστατικά.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης ψέγεται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 Ιανουαρίου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ...διανεμητήριου συμβολαίου, που προμνημονεύθηκε, με το να δεχθεί, ότι το ακίνητο που περιήλθε στον αναιρεσίβλητο με το εν λόγω συμβόλαιο είναι όχι μόνο "μία μονόροφος μετ' ισογείου ημιερειπωμένη οικία εμβαδού 30 τετρ.
μέτρων περίπου εντός του οικισμού του ..." αλλά "και το έμπροσθεν αυτής ακάλυπτο τμήμα ακινήτου το καλούμενο "...", το οποίο είναι και το πρώτο επίδικο, επιφάνειας 24,23 τ.μ." και περαιτέρω, με το να δεχθεί ότι "... η και η δουλεία διόδου που κατά το συστατικό τίτλο αρχίζει από την έξοδο της οικίας, ως τέτοιας νοουμένης της εξόδου του οικοπέδου του και όχι της οικοδομής της οικίας του".
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην πιο πάνω δικανική του κρίση, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στα από 5-8-2004 και Νοέμβριο 1995, αντίστοιχα, τοπογραφικά διαγράμματα του πραγματογνώμονα ... και του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Μ, στη ...
δήλωση αποδοχής κληρονομίας των συγκληρονόμων διαδίκων, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Κέρκυρας ..., καθώς και στην ένορκη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατάθεση της μάρτυρα ανταπόδειξης ..., αδελφής της μητέρας των διαδίκων και εκ τρίτου συμβαλλομένης στο διανεμητήριο συμβόλαιο, χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο εν λόγω συμβόλαιο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 77/2007 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2010.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ