Supreme Court dismisses appeal against enforcement order where debtor proves contract limits bill holder's rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the second instance court's decision enforcing a bill of exchange. The debtor argued that a separate guarantee contract restricted the bill holder's rights, but the court found the bill holder successfully proved the debtor's claim that such restrictions existed. Consequently, the court ruled the appeal arguments were baseless and rejected the request, ordering the appellant to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticle 12 of Law 5960/1933; Article 361 of the Civil Code: A debtor on a bill of exchange may raise a defense based on a separate agreement limiting the holder's rights, provided the holder proves the debtor's assertion regarding the specific circumstances of that agreement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1433 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1433/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσιμπανούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Δημαρά χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/11/2001 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 674/2005 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/3/2006 αίτησή του και τους από 16/4/2007 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 15/5/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
O οφειλέτης από επιταγή, όπως είναι ο εκδότης της επιταγής (άρθρο 12 ν. 5960/1933) μπορεί, αναγόμενος στην αυτής εκδόσεως του τίτλου, να επικαλεσθεί ότι, δυνάμει συμφωνίας του με τον κομιστή, ο τελευταίος δικαιούται να ασκήσει τα δικαιώματά του από την επιταγή μόνο κατά ορισμένο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, προβάλλοντας έτσι ένσταση, αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, τα θεμελιωτικά περιστατικά της οποίας οφείλει να αποδείξει.
Εξάλλου, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) μπορεί να συνομολογηθεί, κατ' αρχήν ατύπως (άρθρο 158 ΑΚ), η λεγόμενη εγγυοδοτική (η εγγυητική) σύμβαση, κατά την οποία ένας από τους συμβαλλομένους (εγγυοδότης) δίνει στον αντισυμβαλλόμενό του (εγγυολήπτη) την αυτόνομη υπόσχεση ότι θα ευθύνεται απέναντί του για την περίπτωση που πραγματοποιηθεί κάποιος μελλοντικός κίνδυνος που αφορά τον εγγυολήπτη.
Ο κίνδυνος μπορεί να αφορά την επέλευση ή μη ενός νομικού ή πραγματικού αποτελέσματος, για το οποίο ο εγγυοδότης δεν ευθύνεται από άλλη αιτία, όπως είναι το αποτέλεσμα ότι μια χρηματοοικονομική επένδυση θα είναι κερδοφόρα και θα έχει ορισμένη ελάχιστη απόδοση. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 4 § 1 εδαφ.
δ του ν. 5422/1932, 11 § 2 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. της 14/7/1932, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 7 του α.ν. 362/1945, του άρθρου 4 του τελευταίου αυτού νόμου και το συνδυασμό τους με τη διάταξη του άρθρου 12 του α.ν. 1704/1939 προκύπτει ότι η απαγόρευση της συνομολογήσεως υποχρεώσεων σε αλλοδαπό νόμισμα αναφέρεται στις εσωτερικές μόνο συναλλαγές και όχι στις εξωτερικές ή διεθνείς, όπως είναι εκείνες στις οποίες ο ένας από τους συμβαλλομένους εκπληρώνει την υποχρέωσή του σε χώρα άλλου κράτους, γιατί στην περίπτωση αυτή η σύμβαση από την οποία πηγάζουν δεν ενέχει δυσπιστία προς το εγχώριο νόμισμα ή υπονόμευσή του.
Διεθνής συναλλαγή υπάρχει και επί τραπεζικής επιταγής πληρωτέας στην αλλοδαπή, που έχει μάλιστα αιτία εκδόσεώς της διεθνή συναλλαγή κατά την ανωτέρω έννοια και επομένως δεν απαγορεύεται η έκδοσή της σε ξένο νόμισμα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα:
Ο ανακόπτων ίδρυσε στην ... την εταιρία ".... ΕΠΕ" με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβουλών για οικονομικά θέματα, σε χρηματιστηριακές εργασίες και επενδύσεις κεφαλαίου. Διατηρούσε μάλιστα δύο επενδυτικούς λογαριασμούς στην τράπεζα των ΗΠΑ Merril Lynch, στους οποίους συγκέντρωνε κεφάλαια δικά του και άλλων επενδυτών (πελατών του), τα οποία διαχειρίζονταν, επενδύοντάς τα σε μετοχές του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης.
Επειδή η πορεία της εταιρίας του ήταν επιτυχημένη, ο ανακόπτων ίδρυσε το 1997 άλλη εταιρία, την "Επενδυτική Καβάλας ΑΕΠΕΥ", με άδεια από την επιτροπή κεφαλαιαγοράς, σκοπός της οποίας ήταν η λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση για λογαριασμό των επενδυτών, χρηματιστηριακών συναλλαγών, η διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών και η παροχή ανάλογων συμβουλών.
Πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο ανακόπτων. Οι διάδικοι είχαν τέτοιου είδους συναλλαγές από το 1994. Συγκεκριμένα, ο ανακόπτων αναλάμβανε να επενδύσει τα κεφάλαια του καθ'ου η ανακοπή σε συνάλλαγμα και σε δραχμές, μαζί με κεφάλαια άλλων πελατών του (με την μορφή δηλαδή λογαριασμού πελατών), περιορισμένου πάντως αριθμού.
Επρόκειτο για πελάτες της πιο πάνω εταιρίας του, όπως και ο καθ'ου. Η παράδοση των κεφαλαίων προς επένδυση γινόταν με την συμφωνία ότι το επενδυόμενο κεφάλαιο θα είχε κερδοφόρα απόδοση 16% ετησίως. Ο ανακόπτων, εγγυώνταν ο ίδιος προσωπικά την εξασφάλιση των κερδών αυτών. Η υπόσχεσή του αυτή που δόθηκε ατύπως, έφερε τον χαρακτήρα εγγυητικής (ή εγγυοδοτικής) σύμβασης, με την οποία ανελάμβανε την ευθύνη έναντι του δέκτη της υπόσχεσης (καθ' ου η ανακοπή) ότι θα επέλθει το υποσχόμενο κερδοφόρο αποτέλεσμα.
Για την υλοποίηση της υποσχέσεώς του αυτής, ο ανακόπτων εξέδιδε κάθε φορά και παρέδιδε στον καθ' ου η ανακοπή μεταχρονολογημένη επιταγή με χρόνο έκδοσης, συνήθως ένα έτος αργότερα, με πληρωτέο ποσό, το κεφάλαιο που παρέλαβε για επένδυση και επί πλέον την εγγυημένη ετήσια κερδοφόρο απόδοση (16%). Κατά το χρονικό διάστημα από το 1994, που άρχισε η συνεργασία τους, και μέχρι το 1996 ο καθού παρέδωσε στον ανακόπτοντα προς επένδυση συνολικά 350.000 δολλάρια Η.Π.Α.
Γι' αυτό το καλοκαίρι 1996 ο ανακόπτων εξέδωσε μία επιταγή για ποσό 413.000 δολαρίων Η.Π.Α. με χρόνο εκδόσεως 25-7-1997 (μεταχρονολογημένη), πληρωτέα σε διαταγή του καθού η ανακοπή. Στο ποσό της επιταγής περιλαμβάνονταν το κεφάλαιο που επενδύθηκε και η (εγγυημένη) απόδοσή του 16%. Στις 25-7-2000 το τελικό ποσό (κεφάλαιο και κέρδη) είχε ανέλθει σε 1.031.051,6 δολάρια Η.Π.Α., ποσό που περιλάμβανε και άλλες χρηματικές καταβολές κεφαλαίων, στις οποίες προέβη ο καθού προς τον ανακόπτοντα κατά το ενδιάμεσο διάστημα από το 1996 έως το 2000.
Έτσι, στις 20-7-2000, ανανεώνοντας την προηγούμενη σύμβαση, εξέδωσε στην ... την ένδικη επιταγή υπ' αριθμ. ..., για ποσό 1.216.641 δολαρίων Η.Π.Α., επί εντύπου στην αγγλική γλώσσα, πληρωτέα σε διαταγή του καθού στον υπ' αριθμ. .... λογαριασμό που ο ανακόπτων διατηρούσε στις
Η.Π.Α. στην τράπεζα Merril Lynch. Αν και ο πραγματικός χρόνος εκδόσεως της επιταγής ήταν η 20-7-2000, ωστόσο με συμφωνία των μερών η επιταγή μεταχρονολογήθηκε και επί του τίτλου σημειώθηκε ως χρόνος εκδόσεως η 25-7-2001. Στο ποσό της επιταγής αυτής περιλαμβάνονταν το κεφάλαιο και η εγγυημένη ετήσια απόδοσή του, που αυτή τη φορά, σύμφωνα με νέα συμφωνία τους, ήταν 18% (1.031.051 Χ 18% = 185.589 + 1.031.051 = 1.216.640 δολάρια).
Την ανωτέρω επιταγή απέστειλε ο καθού η ανακοπή στις 31-7-2001, μέσω της εγχώριας τράπεζας EFG-Eurobank AE, στην πληρώτρια τράπεζα στη Νέα Υόρκη των Η.Π.Α. για να πληρωθεί, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε ελλείψει κεφαλαίων, αφού ο λογαριασμός του εκδότη είχε κλείσει οριστικά, πράγμα το οποίο βεβαιώθηκε επί του τίτλου.
Ουδέποτε συναρτήθηκαν τα κεφάλαια που ο καθού έδινε στον ανακόπτοντα για επένδυση με την (κερδοφόρα ή ζημιογόνα) κίνηση των επενδυτικών λογαριασμών. Ο καθού κατά την συμφωνία τους εισέπραττε πάντοτε ως κέρδος ποσοστό 16%, το οποίο όμως δεν συνέπιπτε με τις πραγματικές αποδόσεις των λογαριασμών. Αυτοί άλλοτε είχαν μηνιαία απόδοση 21% (όπως το Μάρτιο 1999), άλλοτε 86% (όπως τον Αύγουστο 1999) και άλλοτε απώλειες 33% (όπως το Μάϊο 1999).
Περαιτέρω, δέχεται η προσβαλλομένη, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο καθού γνώριζε ότι τα κεφάλαιά του θα επενδύονταν στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης σε τομείς επενδύσεων μεγάλων αποδόσεων, αλλά υψηλού κινδύνου και ότι παρά ταύτα αποδέχθηκε τον κίνδυνο, προσδοκώντας κέρδη, με αποτέλεσμα στη ζημία του από τη μη είσπραξη της επιταγής να έχει συντελέσει και ο ίδιος με δικό του πταίσμα.
Ούτε προέκυψε ότι εντολή του καθού ήταν να επενδυθούν τα χρήματά του σε μετοχές εταιριών που ανήκαν στον κύκλο του δείκτη Nasdag, δηλαδή σε μετοχές εταιριών υψηλής τεχνολογίας, που είχαν μεν υψηλές αποδόσεις, αλλά και υψηλό κίνδυνο. Ο καθ'ου ουδέποτε αποδέχθηκε τέτοιο κίνδυνο, αλλ' επιδίωκε επενδύσεις σε κεφάλαια σταθερής αποδόσεως, τυχόν δε ριψοκίνδυνες επενδύσεις έγιναν με πρωτοβουλία του ανακόπτοντος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του δικαστηρίου της ουσίας, η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, που αποτέλεσε την αιτία εκδόσεως της επίδικης επιταγής, δεν συνιστά σύμβαση, κατά την οποία η άσκηση των δικαιωμάτων του καθ'ου από την επιταγή εξαρτήθηκε από τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων και ειδικότερα από την προϋπόθεση ότι οι επενδυτικοί λογαριασμοί του θα ήταν κερδοφόροι, ούτε συμφωνία κατά την οποία έκδοση της επιταγής είχε αποδεικτική μόνον αξία περί του ύψους του κεφαλαίου που παραδόθηκε προς επένδυση.
Εξάλλου, δεδομένου ότι η επίδικη επιταγή είναι πληρωτέα στην αλλοδαπή και ως αιτία εκδόσεώς της έχει την ανάληψη ευθύνης για κίνδυνο συναρτώμενο με άλλη συναλλαγή, η οποία συνδέεται με υποχρεώσεις εκπληρωτέες στην αλλοδαπή, η έκδοσή της συνιστά διεθνή συναλλαγή και δεν απαγορεύεται να γίνει σε ξένο νόμισμα.
Επομένως, το Εφετείο, που κατά την υπαγωγή των πραγματικών παραδοχών του στον προσήκοντα κανόνα δικαίου κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος ότι α) η έκδοση της επιταγής είχε αποδεικτικό μόνο χαρακτήρα ή, άλλως, ότι η άσκηση των δικαιωμάτων από την επιταγή, κατά την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, προϋποθέτει κερδοφορία των επενδύσεων, πράγμα που δεν συνέβη στην προκείμενη περίπτωση και β) ότι η επίδικη επιταγή είναι άκυρη για το λόγο ότι εκδόθηκε σε ξένο νόμισμα, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ καθώς και τις λοιπές προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου νομικές διατάξεις, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με τους πρόσθετους λόγους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον δεύτερο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη στερείται νομίμου βάσεως, διότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, με το πρώτο μέρος του λόγου αυτού, όπως συμπληρώνεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως επισημαίνεται η αντίφαση μεταξύ αφενός της παραδοχής ότι αιτία εκδόσεως των επίδικων επιταγών ήταν η μεταξύ των διαδίκων εγγυοδοτική σύμβαση, με την οποία ο ανακόπτων ανέλαβε την ευθύνη ότι η επένδυση των χρημάτων του καθ'ου στο χρηματιστήριο της Ν.
Υόρκης θα ήταν κερδοφόρα, και αφετέρου η παραδοχή ότι ο καθού η ανακοπή στα πλαίσια του γενικότερου κλίματος ευφορίας και αναζήτησης γρήγορου κέρδους που επικρατούσε τόσο στην εγχώρια όσο και στην αλλοδαπή χρηματιστηριακή αγορά, εν γνώσει του και με σκοπό το γρήγορο και υψηλό (αν και επισφαλές) κέρδος προέβη στην παραπάνω επενδυτική κίνηση, στην οποία όμως εμφιλοχωρούσε ο κίνδυνος απώλειας των επενδεδυμένων κεφαλαίων, διότι εγγυημένη απόδοση σε τέτοιου είδους επενδύσεις δεν υπάρχει πουθενά παγκοσμίως.
Με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου προβάλλεται η αιτίαση, ότι, σχετικά με το ζήτημα της ενστάσεως συντρέχοντος πταίσματος που προέβαλε ο ανακόπτων και κρίθηκε απορριπτέα από το Εφετείο, η απόφαση διαλαμβάνει αντιφατικές παραδοχές και ειδικότερα, αφενός την παραδοχή ότι ο καθού δεν έδωσε την εντολή να επενδυθούν τα χρήματά του σε μετοχές εταιρειών υψηλής τεχνολογίας (μετοχές κύκλου Nasdag), που είχαν μεν υψηλές αποδόσεις, αλλά και υψηλό κίνδυνο, ούτε αποδέχθηκε το κίνδυνο αυτό και αφετέρου την παραδοχή ότι ο ανακόπτων διατηρούσε δύο επενδυτικούς λογαριασμούς στην τράπεζα των ΗΠΑ Merril Lynch, στους οποίους συγκέντρωνε κεφάλαια δικά του και άλλων επενδυτών (πελατών του), που διαχειριζόταν, επενδύοντάς τα σε μετοχές του χρηματιστηρίου της Ν.
Υόρκης, καθώς και ότι ο ίδιος διάδικος (ανακόπτων) αναλάμβανε να επενδύει τα κεφάλαια του καθ'ου σε συνάλλαγμα και δραχμές μαζί με κεφάλαια άλλων πελατών του, με τη μορφή λογαριασμού πελατών. Οι ως άνω όμως επικαλούμενες παραδοχές και στις δύο περιπτώσεις δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Επομένως, κατά το μέρος του αυτό ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και κατά τα δύο μέρη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ανακοπή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του την κατάθεση, του εξετασθέντος μάρτυρος, την χωρίς όρκο εξέταση του ανακόπτοντος και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τις ακόλουθες δικαστικές αποφάσεις, ήτοι τις 120/2003 και 65/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, την 41/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και την 285/1005 του Εφετείου Θράκης, ως προς τις οποίες δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού από καμία διάταξη δεν επιβάλλεται να γίνεται διαστολή ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, όπως αυτός εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 (όχι 9) ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι αιτία εκδόσεως της επίδικης συναλλαγής υπήρξε επενδυτική συναλλαγή άκυρη, λόγω αντιθέσεώς της προς τις διατάξεις των άρθρων 15 §§ 1 έως 3 και 16 του ν. 3632/1928, 20 §§ 1 και 2 του ν. 1806/1988, 4 § 1 του ν. 2396/1996 και 29 § 5 του ν. 2578/1998. Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και εκ του πράγματος τον απέρριψε, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, το Εφετείο ως υποκείμενη αιτία εκδόσεως της επίδικης επιταγής δέχθηκε την μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα εγγυοδοτική σύμβαση, που λόγω της αυτονομίας της, δεν έχει άμεση σύνδεση με οποιαδήποτε σχετική προς την επένδυση των χρημάτων του καθ'ου συναλλαγή, ήτοι δέχθηκε πράγματα αποκλείοντα τη βασιμότητα του ισχυρισμού που φέρεται ότι δεν ελήφθη υπόψη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-3-2006 αίτηση του .... για αναίρεση της 674/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008 .
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ