1433/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-1999 αγωγή και την από 15-3-2000 προσεπίκληση-αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 19-3-1999 αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία "NORDSTERN COLOGNIA HELLAS ΑΕΓΑ", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5771/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1462/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Ιουνίου 2005 αίτησή της και τους από 13 Νοεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 20 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1433/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Α.Κ. δεν ορίζει την έννοια της βαριάς αμελείας ούτε παρέχει κριτήρια για τον προσδιορισμό της. Γενικώς, βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη που φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματά της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1433 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1433/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "VICTORIA ΑΑΕΖ", που έχει την έδρα της στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εδρεύουσας στην Πορτογαλία ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "IMPERIO INSURANCE CO SA", λόγω μεταβίβασης του χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων ζημιών του υποκαταστήματος αυτής στην Ελλάδα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 21-2-2007 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης : Μεταφορικής εταιρείας με την επωνυμία "...........Ο.Ε.", που έχει την έδρα της στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Σιώρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-1999 αγωγή και την από 15-3-2000 προσεπίκληση-αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 19-3-1999 αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία "NORDSTERN COLOGNIA HELLAS ΑΕΓΑ", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5771/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1462/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Ιουνίου 2005 αίτησή της και τους από 13 Νοεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 20 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., παραβιάζονται στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Εξάλλου, κατά το αυτό άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 2496/97 που ορίζει ότι "η ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων περιλαμβάνει τις ζημιές που προκαλούνται από όλους τους κινδύνους που δεν έχουν εξαιρεθεί, από τους οποίους απειλούνται τα πράγματα, κατά το χρονικό διάστημα από την εκ μέρους του μεταφορέα απόκτηση του δικαιώματος διάθεσης αυτών με σκοπό τη μεταφορά, μέχρι την απώλειά του εξαιτίας τερματισμού της μεταφοράς με οποιονδήποτε τρόπο", καθορίζεται το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ασφαλιστής φέρει τον κίνδυνο επί ασφαλίσεως μεταφερόμενων πραγμάτων.
Καλύπτεται δε όπως από την άνω διάταξη συνάγεται, εκτός αντίθετης συμφωνίας, όχι μόνο ο χρόνος κατά τον οποίο τα πράγματα βρίσκονται σε κίνηση, αλλά και ο χρόνος της ετοιμότητας για μεταφορά, δηλαδή και η παραμονή των πραγμάτων στην αποθήκη ή στο κατάστημα του μεταφορέα. Τέλος, η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 5 του ίδιου νόμου, προβλέπει ότι, στην ασφάλιση ζημιών, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης προς ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται, σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των τρίτων στους οποίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης.
Ο Α.Κ. δεν ορίζει την έννοια της βαριάς αμελείας ούτε παρέχει κριτήρια για τον προσδιορισμό της. Γενικώς, βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη που φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματά της.
Η έννοια της βαριάς αμέλειας είναι αόριστη νομική και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι βαριάς αμέλειας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια αυτή.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα ακόλουθα: "Στις 21-7-1998 η εταιρεία με την επωνυμία "ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" συνήψε στην Αθήνα με την εταιρεία με την επωνυμία "............. ΟΕ" (πρώτη εναγομένη στην από 18-3-1999 αγωγή) σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε, ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς, την ανεύρεση κατάλληλου μεταφορέα χερσαίας μεταφοράς, προκειμένου να μεταφερθούν τα αναφερόμενα στα ενσωματωμένα στην παραπάνω αγωγή δύο τιμολόγια - δελτία αποστολής με αριθμούς ........
και ........ εμπορεύματά της (τσιγάρα και είδη τσιγάρων), που ήσαν συσκευασμένα σε δεκατρία (13) κιβώτια βάρους 150 κιλών και είχαν συνολική αξία με τον αναλογούντα Φ.Π.Α. 2.418.930 δραχμές, από την Αθήνα στις αποθήκες του αντιπροσώπου της αποστέλλουσας εταιρείας στα Φάρσαλα, Ψ1. Στα πλαίσια της σύμβασης αυτής η πρώτη εναγομένη εταιρεία ανέθεσε στο δεύτερο εναγόμενο μεταφορέα - οδηγό, Ζ1 , την παραπάνω μεταφορά και ο τελευταίος την ανέλαβε προστηθείς προς τούτο από την πρώτη εναγομένη.
Πράγματι τα εμπορεύματα φορτώθηκαν στο υπ' αριθ. κυκλοφορίας ....... Δ.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου με τη φροντίδα του ίδιου στις 21-7-1998 για να μεταφερθούν και να παραδοθούν στον παραλήπτη αυτών στα Φάρσαλα την επόμενη ημέρα και εκδόθηκε προς τούτο η με αριθμό ........ φορτωτική της εναγομένης μεταφορικής εταιρείας.
Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 20.30 ώρα της ίδιας ημέρας το κατά τα παραπάνω φορτωμένο φορτηγό αυτοκίνητο, στο οποίο είχαν φορτωθεί και εμπορεύματα άλλων πελατών της (αποστολέων) από τις αποθήκες της εναγομένης που βρίσκονται στο ημιυπόγειο του κτιρίου της οδού ....... αριθμός ...... που βρίσκεται και η έδρα της, στάθμευσε για λίγο στην αυλή του εν λόγω κτιρίου που βρίσκεται στην πρόσοψη αυτού επί της οδού ......., και ο δεύτερος εναγόμενος οδηγός του, αφού το κλείδωσε, μετέβη στα γραφεία της πρώτης εναγομένης που βρίσκονται στο πατάρι του ισογείου του ιδίου ως άνω κτιρίου στο πίσω μέρος του, προκειμένου να παραλάβει διάφορα έγγραφα για τη μεταφορά των εμπορευμάτων.
Κατά το χρονικό διάστημα της απουσίας αυτής του δευτέρου εναγομένου, που διήρκεσε δεκαπέντε λεπτά της ώρας, το φορτηγό αυτοκίνητό του με τα φορτωμένα σ' αυτό εμπορεύματα εκλάπη. Την κλοπή του αυτοκινήτου του διαπίστωσε ο δεύτερος εναγόμενος κατά την επιστροφή του από τα γραφεία της πρώτης εναγομένης και αμέσως κινητοποίησε για την ανεύρεση του τους εργαζόμενους της πρώτης εναγομένης, ενημέρωσε άλλους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων για το περιστατικό της κλοπής και ειδοποίησε γι' αυτό την άμεση δράση, ενώ παράλληλα προέβη και ο ίδιος σε ολονύκτιες έρευνες.
Την επόμενη ημέρα (22-7-1998) εμφανίστηκε την 10.45 ώρα στο Α.Τ. Πετραλώνων όπου δήλωσε την παραπάνω κλοπή από το φυλασσόμενο χώρο έξω από το πρακτορείο της πρώτης εναγομένης. Τελικά το αυτοκίνητό του βρέθηκε στην περιοχή ....... Αττικής, όπου οι δράστες της κλοπής το εγκατέλειψαν αφού προηγουμένως είχαν αφαιρέσει από αυτό το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου του στο οποίο περιλαμβάνονταν και τα εμπορεύματα της άνω εταιρείας "ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".
Η ανεύρεση του έγινε στις 23-7-1998 και ώρα 12.00 από αστυνομικά όργανα του Τμήματος Μεγάρων, έφερε δε βλάβες στην πόρτα του συνοδηγού, που είχε παραβιασθεί, και στο διακόπτη εκκίνησης, όπως βεβαιώνεται στην από ..... έκθεση απόδοσης του ανευρεθέντος αυτοκινήτου του Γραφείου Ασφαλείας του Α.Τ. Μεγάρων. Η πρώτη εναγομένη μεταφορική εταιρεία με τις έγγραφες προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και με δήλωση της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά κατά τη συζήτηση στο παραπάνω δικαστήριο της ως άνω εναντίον της αγωγής, αρνήθηκε την ευθύνη της και του προστηθέντος της στη μεταφορά των εμπορευμάτων δευτέρου εναγομένου και ισχυρίσθηκε περαιτέρω προς απαλλαγή της από την ευθύνη για την κλοπή και την απώλεια του επίδικου φορτίου ότι τούτο οφείλεται σε ανώτερη βία, διότι αυτοί (εναγόμενοι) είχαν λάβει κάθε μέτρο προς αποτροπή της οποιασδήποτε ζημίας με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη στα πλαίσια της εκτέλεσης της σύμβασης μεταφοράς.
Με βάση όμως τα περιστατικά που κατά τα ανωτέρω αποδείχθηκαν η κλοπή του φορτηγού αυτοκινήτου με τα εμπορεύματα του μπορούσε να είχε αποφευχθεί, αν τόσο η πρώτη εναγομένη μεταφορική εταιρεία, όσο και ο δεύτερος εναγόμενος μεταφορέας και οδηγός του έμφορτου αυτοκινήτου είχαν επιδείξει μεγαλύτερη επιμέλεια και είχαν φροντίσει να λάβουν αυξημένα μέτρα ασφαλείας, ώστε το ως άνω φορτηγό να είναι εφοδιασμένο με σύστημα συναγερμού σε περίπτωση παραβιάσεως του και να μην εξέρχεται από το φυλασσόμενο χώρο, αν δεν βεβαιώνεται ο φύλακας τον οποίο χρησιμοποιούσε και η πρώτη εναγομένη μαζί με άλλες μεταφορικές εταιρείες ότι το οδηγεί ο οδηγός του, οπότε είναι πλέον ή βέβαιο ότι δεν θα ήταν προσιτό στους κλέπτες και θα ήταν αδύνατη η αφαίρεση του από τους τελευταίους.
Έτσι αβάσιμα η πρώτη εναγομένη ισχυρίζεται ότι η κλοπή του αυτοκινήτου δεν ήταν αντιμετωπίσιμη λόγω της επιτηδειότητας των κλεπτών και ότι οφειλόταν σε ανώτερη βία, αλλά, όπως αποδείχθηκε υπάρχει ευθύνη αυτών, που θεμελιώνεται σε πταίσμα (αμέλεια), που δεν φθάνει βέβαια στα όρια της βαριάς αμέλειας, δεδομένου ότι αυτοί έλαβαν πρόνοια, ώστε το φορτηγό αυτοκίνητο να είναι σταθμευμένο μέσα σε ελεγχόμενο χώρο στάθμευσης και επιτηρούμενο κατά διαστήματα από ένα φύλακα παραπλεύρως του κτιρίου στο οποίο έχουν τις αποθήκες τους πολλές μεταφορικές εταιρείες, πλην όμως τα μέτρα αυτά δεν ήταν απολύτως επαρκή και κατάλληλα για την προστασία αυτού, εν όψει του είδους και της αξίας του φορτίου του στη συγκεκριμένη περιοχή, ενώ βέβαια αποκλείεται περίπτωση να αποδοθεί τυχόν δόλος σ' αυτούς (πρώτη και δεύτερο των εναγομένων).
Σημειώνεται δε ότι η πρώτη εναγομένη, κατέβαλε περίπου 7.500.000 δραχμές σε διάφορους πελάτες της, φορτωτές, προς αποζημίωση τους για τα απολεσθέντα λόγω της άνω κλοπής εμπορεύματα τους, τη μεταφορά των οποίων είχε αναλάβει και ότι η μη αποζημίωση και των υπολοίπων μεταξύ των οποίων και η εταιρεία "ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" οφείλετο στην οικονομική της αδυναμία και στο γεγονός ότι η ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία η ίδια είχε ασφαλίσει τα μεταφερόμενα μέσω αυτής εμπορεύματα, δεν της είχε καταβάλει το ασφάλισμα για την απώλεια τους.
Με τον τρόπο αυτό η πρώτη εναγομένη παραδέχθηκε και η ίδια την ευθύνη της προς αποζημίωση των παθόντων από την ως άνω κλοπή μεταξύ των οποίων και η ως άνω εταιρεία "ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", έτσι ώστε να καθίσταται βέβαιο ότι η απώλεια των επίδικων εμπορευμάτων οφείλεται στην αμέλεια των εναγομένων, ήτοι της πρώτης εναγομένης ως παραγγελιοδόχου μεταφοράς και του δεύτερου εναγομένου μεταφορέα, που συνίσταται στην έλλειψη συστήματος συναγερμού του φορτηγού αυτοκινήτου, ώστε να διαπιστώνεται τυχόν παραβίαση του αμέσως και στην έλλειψη ελέγχου των αυτοκινήτων που αναχωρούσαν από τις αποθήκες της πρώτης εναγομένης.
Περαιτέρω και όσον αφορά την επικουρικό χαρακτήρα έχουσα από 17-6-2 003 έφεση της εταιρείας "..............ΟΕ" σε σχέση με την προσεπίκληση και την παρεμπίπτουσα αγωγή της αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η προσεπικαλούσα μεταφορική εταιρεία είχε καταρτίσει ασφαλιστική σύμβαση με το υπ' αριθ. ......... ασφαλιστήριο συμβόλαιο με την προσεπικαλούμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "IMPERIO INSURANCE CO SA", που τη διαδέχθηκε ως καθολική διάδοχος της η εφεσίβλητη στην αμέσως παραπάνω έφεση εταιρεία με την επωνυμία "VICTORIA AAEZ".
Με την ασφαλιστική αυτή σύμβαση η προσεπικαλούσα είχε ασφαλίσει τα μεταφερόμενα εμπορεύματα κατά φόρτωση για κάθε κίνδυνο (all risks), μεταξύ των οποίων και για τον κίνδυνο απώλειας και οποιασδήποτε ζημίας τους κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους στην αποθήκη του παραλήπτη, στην προσεπικαλούμενη ασφαλιστική εταιρεία.
Η χρονική διάρκεια ασφάλισης ήταν από 30-4-1998 μέχρι 29-4-1999 και το ύψος του ασφαλιστικού ποσού ανερχόταν σε 40.000.000 δραχμές κατά φόρτωση. Η προσεπικαλούμενη προς απαλλαγή της από την υποχρέωση να καταβάλει στην ασφαλισμένη της την αξιούμενη από την τελευταία με τη σωρευόμενη στην προσεπίκληση της παρεμπίπτουσα αγωγή της αποζημίωση, λόγω της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, πρόβαλε τον ισχυρισμό της ελλείψεως υποχρεώσεως αυτής προς καταβολή της αξιούμενης αποζημίωσης επικαλούμενη προς τούτο, α) ότι συντρέχει στην ένδικη περίπτωση εξαίρεση της ασφάλισης σύμφωνα με τον ειδικό όρο της ασφαλιστικής σύμβασης που ορίζει ότι "εξαιρείται η κλοπή των εμπορευμάτων από ή και μαζί με τα οχήματα ή ρυμουλκούμενα ή των εμπορευματοκιβωτίων (containers) εφόσον αυτά είχαν αφεθεί αφύλακτα κατά τη διαδρομή από τους συνοδούς ή οδηγούς του αυτοκινήτου και τους προστηθέντες αυτού, εκτός αν τα οχήματα ή ρυμουλκούμενα ή εμπορευματοκιβώτια σταθμεύουν επί αποδείξει εντός κτιρίου ή κλειστού φυλασσόμενου χώρου και ο οποίος να είναι υπό συνεχή επίβλεψη" και β) ότι η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται σε βαρεία αμέλεια του υπό της προσεπικαλούσης προστηθέντος μεταφορέα με συνέπεια κατά το άρθρο 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997 να αποκλείεται της υποχρέωσης προς καταβολή του ασφαλίσματος.
Ο ως άνω ισχυρισμός κατά το σκέλος του της απαλλαγής της ευθύνης της προσεπικαλούμενης ως εκ της επιδειχθείσης βαριάς αμελείας του μεταφορέα στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, ως ένσταση προβαλλόμενος, είναι μεν νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 5 που αναφέρεται στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, πλην όμως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία, καθ' όσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης στην κρινόμενη υπόθεση δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια του μεταφορέα.
Περαιτέρω ο ίδιος ισχυρισμός κατά το πρώτο σκέλος του, που είναι νόμιμος ως ένσταση απαλλαγής της ασφαλιστικής εταιρείας (προσεπικαλούμενης) από την υποχρέωση πληρωμής του ασφαλίσματος λόγω πληρώσεως απαλλακτικής αιρέσεως που περιέχεται στην ασφαλιστική σύμβαση, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθ1 όσον δεν επήλθε καμία παραβίαση του σχετικού ειδικού όρου του ασφαλιστικού συμβολαίου, το οποίο επικαλείται η προσεπικαλούμενη, από την προσεπικαλούσα παραγγελιοδόχο μεταφοράς και τον υπ' αυτής προστηθέντα μεταφορέα, αλλά ούτε και συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται ώστε να κριθεί η παραβίαση του ή όχι.
Ειδικότερα η κλοπή των εμπορευμάτων δεν συνέβη "κατά τη διαδρομή", όπως ρητά απαιτείται από τον σχετικό ειδικό όρο της ασφαλιστικής σύμβασης, με δεδομένο ότι η λέξη διαδρομή έχει σαφή έννοια της έναρξης του δρομολογίου, πραγματικό γεγονός όμως που δεν συνέβη, αφού το φορτηγό που επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για τη μεταφορά βρισκόταν στο λειτουργικό χώρο της προσεπικαλούσας φορτωμένο από τις αποθήκες της και δεν είχε αναχωρήσει προς εκτέλεση της μεταφοράς κατά το χρόνο που εκλάπη.
Επιπλέον δεν είχε αφεθεί αφύλακτο υπό τις εκτεθείσες περιστάσεις προστασίας και φύλαξης, ενώ ως αναφέρθηκε δεν είχε αρχίσει τη διαδρομή.
Συνεπώς η κλοπή των εμπορευμάτων δεν έλαβε χώρα κάτω από συνθήκες που εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της ασφαλιστικής κάλυψης που προβλέπονται από το νόμο και την ασφαλιστική σύμβαση και ως εκ τούτου, αφού επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση από το υπ' αριθ. ........... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η προσεπίκληση και η ενωμένη σ' αυτή αγωγή αποζημίωσης πρέπει να γίνουν δεκτές και ως βάσιμες κατ' ουσία και να υποχρεωθεί η ασφαλιστική εταιρεία "VICTORIA AAEZ" (προσεπικαλούμενη) να καταβάλει στην ασφαλισμένη μεταφορική εταιρεία (προσεπικαλούσα και παρεμπιπτόντως ενάγουσα) οποιοδήποτε ποσό ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει η τελευταία στην κυρίως ενάγουσα με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταβολής του σε αυτήν (κυρίως ενάγουσα) σε εκτέλεση της επί της κύριας αγωγής αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου.
Η πληρωμή δε του ποσού τούτου θα γίνει μόλις αυτό καταβληθεί από την κυρίως εναγομένη και παρεμπιπτόντως ενάγουσα εταιρεία στην κυρίως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία. Τέλος και όσον αφορά την τρίτη από τις αναφερόμενες στην αρχή εφέσεις, ήτοι την από 23-7-2003 της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "VICTORIA AAEZ", σε σχέση με την απόφαση που προσβάλλεται η οποία δέχθηκε εν μέρει την εναντίον της από 10-3-1999 αγωγή της εταιρείας "...........
ΟΕ" πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ήδη εκκαλούσα, με την έφεση της δεν αμφισβητεί τη μεταξύ αυτής και της εφεσίβλητης κατάρτιση της, από την τελευταία, επικαλούμενης ασφαλιστικής συμβάσεως με την οποία καλύπτεται η αστική ευθύνη αυτής ως διαμεταφορέα προερχόμενη από συναφθείσες συμβάσεις μεταφοράς δι' αυτοκινήτου με κόμιστρο, μεταξύ αυτής και τρίτων, ειδών γενικού εμπορίου ως περιγράφονται αυτά επί των εκδοθησόμενων οικείων φορτωτικών, εξ αιτίας απώλειας η οποιασδήποτε ζημίας επ' αυτών κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους, ούτε την αξία των μεταφερόμενων εμπορευμάτων που αναφέρονται στην από 10-3-1999 αγωγή της ασφαλισμένης της εταιρείας πελατών της τελευταίας τα οποία κλαπήκαν κατά τα προεκτεθέντα, αλλ' ούτε και ότι η ενάγουσα αποζημίωσε με την εν λόγω αξία τους αναφερόμενους επίσης στο δικόγραφο της αγωγής πελάτες της με το να καταβάλλει σε αυτούς το ποσό των 21.724,19 ευρώ που αντιστοιχούσε στην αξία των απωλεσθέντων λόγω κλοπής εμπορευμάτων τους και για τη σχετική κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν παραπονείται.
Με την έφεση της και με τους λόγους της επαναφέρει τις ενστάσεις περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος τις οποίες είχε προτείνει και πρωτοδίκως προς απόρριψη της κατ' αυτής ως άνω αγωγής και της παρεμπίπτουσας, επίσης κατά αυτής, αγωγής, παραπονούμενη για την κατ' εσφαλμένη κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απόρριψή τους.
Οι ως άνω ενστάσεις όμως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας κρίνονται αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν για τους αναφερόμενους παραπάνω λόγους στο κεφάλαιο της απόφασης που αναφέρεται στην επικουρικό χαρακτήρα έχουσα έφεση της ενάγουσας μεταφορικής εταιρείας. Επομένως οι λόγοι της έφεσης της ασφαλιστικής εταιρείας πρέπει ν' απορριφθούν".
Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τη μη εφαρμογή τους, αφού δεν διέγνωσε κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των μερών, ως προς την έννοια του περιλαμβανόμενου στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση όρου "διαδρομή", ούτε τα άρθρα 20 § 1 και 7 § 5 του ν. 2496/1997 και 330 ΑΚ, αφού έγινε δεκτό ότι είχε γίνει η παραλαβή των υπό μεταφορά εμπορευμάτων, και ορθώς χαρακτηρίσθηκε ως μη βαρεία η αμέλεια του οδηγού του αυτοκινήτου υπό τις γενόμενες δεκτές περιστάσεις, η δε απόφαση του έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις τα προκύψαντα εκ της διαδικασίας γεγονότα, κριθέντος ότι ο όρος του ασφαλιστηρίου "επί αποδείξει" δεν είχε κάποια ειδική έννοια και ότι δεν είχε γίνει έναρξη του δρομολογίου.
Κατ' ακολουθία, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος κατά το οικείο μέρος του και τρίτος λόγοι της αιτήσεως καθώς και ο πρώτος πρόσθετος, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΙΙ.- Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται και οι με τους λόγους εφέσεως ή αντεφέσεως ή παραδεκτώς με τις προτάσεις στο εφετείο προτεινόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ενώ δεν αποτελούν πράγματα και συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί του "τόπου στάθμευσης του αυτοκινήτου σε δημόσιο δρόμο και όχι στην αυλή του κτιρίου". Ο ισχυρισμός αυτός όμως δεν είναι αυτοτελής, αλλ' αποτελεί άρνηση της ενστάσεως της αναιρεσείουσας. Επομένως, ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δεύτερος κατά το οικείο μέρος του λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος.
ΙΙΙ.- Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο παράνομη μη λήψη υπόψη ομολογίας της αναιρεσίβλητης ότι είχε αρχίσει η μεταφορά και το δρομολόγιο, η οποία έγινε με τις περιλαμβανόμενες στις αγωγές της δηλώσεις της ότι "το ήδη φορτωμένο και έτοιμο προς αναχώρηση αυτοκίνητο ευρίσκετο εν ολιγοχρόνω στάσει προ των γραφείων μας" και "το ήδη φορτωμένο φορτηγό ξεκίνησε από τας αποθήκας διά την πραγματοποίηση της μεταφοράς, ο οδηγός τούτου εσταμάτησε επ' ολίγον". Οι φράσεις αυτές όμως δεν συνιστούν ομολογία, αλλά περιγράφουν το πραγματικό της διαφοράς και, ως προηγούμενες των ενστάσεων της αναιρεσείουσας, δεν απορρέουν από πρόθεση ομολογίας ισχυρισμών που ενδεχομένως θα προβάλλονταν. Επομένως, ορθώς δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο ως ομολογία.
Συνεπώς, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, δεύτερος κατά το οικείο μέρος του λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
IV.- Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της στο Εφετείο επικαλέστηκε την υπ' αρ. 5625/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προβάλλοντας ότι αυτή έκρινε "ότι το φορτηγό ήταν σταθμευμένο σε δημόσιο δρόμο, αφύλακτο και ο οδηγός του δεν το επέβλεπε". Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί ένσταση εκ του δεδικασμένου της εν λόγω αποφάσεως, και ορθά δεν εκτιμήθηκε ως τέτοιος από το μη ασχοληθέν με αυτόν Εφετείο. Επομένως, τούτο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη δεδικασμένου ή προταθέντος πράγματος. Γι' αυτό, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 16 και 8 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αιτήσεως, καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.6.2006 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "VICTORIA AAEZ" για αναίρεση της 1462/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα [1.170] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαϊου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ