Legislator Case Law & Legislation
1432/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property dispute, ruling argument is not common sense but party's own claim.

Case Number 1432/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellants argued that the lower court failed to apply the 'common sense' maxim and left gaps in its reasoning. The court rejected this, stating the cited phrase was merely an argument rather than an established legal maxim and that the lower court's assessment of facts is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to apply a 'common sense' maxim is inadmissible if the phrase is merely an argument of the appellant rather than an established legal maxim, and if the appeal concerns a different evaluation of the factual material which is not reviewable on appeal.

Keywords

AI generated
appeal admissibility common sense maxim legal maxim definition factual evaluation review reasoning gaps civil procedure code property dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1432 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1432/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Σ. του Δ. και της Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Δ. Σ. του Κ. και της Σ., κατοίκου ..., 3) Δ. Σ. του Κ. και της Σ., κατοίκων ..., ενεργούσας ατομικά αλλά και ως διαχειρίστριας - νομίμου εκπροσώπου και για λογαριασμό της εταιρίας με την επωνυμία "Δ. και Δ. Σ. Ο.Ε.", που εδρεύει στην Λεπτοκαρυά Πιερίας, οδός ... και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. ... της Δ.Ο.Υ. Κατερίνης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγάθη Συρίδου, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. Μ. του Γ., χήρας Α. Σ., κατοίκου ..., 2) Δ. Σ. του Α. και της Ζ., κατοίκου ..., 3) Γ. Σ. του Α. και της Ζ., κατοίκου ..., 4) Μ. Σ. του Α. και της Ζ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Γεωργόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια των υπό στοιχείο 2 και 3 αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσείων απεβίωσε στις 4-9-2022 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Δίου-Ολύμπου Πιερίας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού λοιποί αναιρεσείοντες, καθώς και η Σ. χήρα Κ. Σ., το γένος Δ. και Α. Σ., κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 343/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1128/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-9-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 20.09.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 1128/25.06.2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε, τύποις και ουσία, την από 08.10.2019 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 343/26.06.2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, το οποίο είχε απορρίψει την από 04.10.2018 διεκδικητική ακινήτου αγωγή. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 147§2, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ήδη αναιρεσίβλητοι (Ζ. Μ. του Γ., χήρα Α. Σ., Δ. Σ. του Α. και της Ζ., Γ.

Σ. του Α. και της Ζ., Μ. Σ. του Α. και της Ζ.) ήγειραν κατά των ήδη αναιρεσειόντων (Κ. Σ. του Δ. και της Ε., Δ. Σ. του Κ. και της Σ., Δ. Σ. του Κ. και της Σ., "Δ. και Δ. Σ. Ο.Ε.") την από 04.10.2018 διεκδικητική αγωγή ακινήτου, την οποία απηύθηναν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Συζητήσεως γενομένης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 343/26.06.2019 οριστική απόφαση αυτού (πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), με την οποία, κατά παραδοχή ενστάσεως από το άρθρο 281 του Α.Κ.

των ήδη αναιρεσειόντων, απέρριψε την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 07.10.2019 έφεσή τους την οποία έστρεψαν κατά των ήδη αναιρεσειόντων και απηύθηναν στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης. Συζητήσεως γενομένης ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1128/25.06.2021 τελεσίδικη απόφαση αυτού (δευτεροβαθμίου δικαστηρίου), με την οποία η έφεση έγινε δεκτή τύποις και ουσία, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναδικάστηκε η αγωγή και έγινε δεκτή κατ' ουσία, κατόπιν απορρίψεως της από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως.

Την απόφαση αυτή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προσέβαλαν, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι αναιρεσείοντες με την από 20.09.2021 αίτησή τους και ζητούν την αναίρεσή της για τον αναφερόμενο στο αναιρετήριο λόγο. Σημειώνεται ότι μετά την άσκηση της αναιρέσεως απεβίωσε ο πρώτος των αναιρεσειόντων (Κ. Σ. του Δ.

και της Ε.), στην δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν οι δεύτερος, τρίτη και τέταρτη αναιρεσείοντες, όπως και η Ζ. Μ. του Γ., χήρα Α. Σ. Οι παραδοχές επί των οποίων το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκδοθείσα απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, είναι οι ακόλουθες: "Το επίμαχο ακίνητο αποτελεί τμήμα με εμβαδόν 412,40 τ.μ.

μείζονος ακινήτου, πρώην αγρού συνολικής έκτασης 4.060 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Ράχη Φυλάκιο" της κτηματικής περιοχής Λεπτοκαρυάς Πιερίας. Ο εν λόγω αγρός δυνάμει της ...-2002 Πράξης Εφαρμογής του Νομάρχη Πιερίας εντάχθηκε στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της Δ.Κ. Λεπτοκαρυάς του Δήμου Δίου Ολύμπου Πιερίας, στο 252 Ο.Τ.

με αριθμό οικοπέδου 03 και έκταση μετά τη ρυμοτόμησή του 2.421,60 τ.μ., όπως απεικονίζεται στο από 25-11-2014 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Κ., και συνορεύει βόρεια με τα 09 και 010 οικόπεδα, βοειοανατολικά με το 04Ν οικόπεδο και με πεζόδρομο και νότια και δυτικά με δημοτικές οδούς. Εντός του οικοπέδου αυτού υπάρχουν δύο κτίσματα, μια ημιτελής τετραώροφη οικοδομή στο νότιο τμήμα του οικοπέδου που ανεγέρθηκε με οικοδομική άδεια που εκδόθηκε το έτος 1999 και βρίσκεται στο στάδιο των επιχρισμάτων και έναν ισόγειο επαγγελματικό χώρο, αποτελούμενο από ένα δομημένο κύριο χώρο 24.78 τ.μ.

με ισόγεια μεταλλική κατασκευή αποθήκης 290,11 τ.μ. και στέγαστρο 97,59 τ.μ. που βρίσκεται στην βορειοδυτική πλευρά του οικοπέδου και καταλαμβάνει ολόκληρη την επίμαχη έκταση των 412.40 τ.μ. για την οποία υπάρχει έριδα μεταξύ των διαδίκων. Ο επαγγελματικός αυτός χώρος κατασκευάστηκε από τον πεθερό της πρώτης ενάγουσας και του πρώτου εναγόμενου και παππού των λοιπών διαδίκων (εναγόντων και εναγόμενων), κατά το έτος 1992.

Το εν λόγω μείζον ακίνητο (τότε αγρός), όπως δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους, ανήκε στον σύζυγο της πρώτης ενάγουσας και πατέρα των λοιπών εναγόντων Α. Σ., με τίτλο κτήσεως την 353/1988 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κατερίνης (τακτική διαδικασία) που μεταγράφηκε στον Τόμο 230 και με αύξοντα αριθμό 446 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης, ο οποίος απεβίωσε στις 27-5-1992.

Μετά τον θάνατο αυτού, το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στους ενάγοντες ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, σύζυγο και τέκνα του, σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς. Οι ενάγοντες δε αποδέχτηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία, η μεν πρώτη των εναγόντων δυνάμει της ...-1993 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του άλλοτε συμβολαιογράφου Κατερίνης Κ.

Σ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης, όπως αποδεικνύεται από το ...-2014 πιστοποιητικό μεταγραφής του Μεταγραφοφύλακα του οικείου Υποθηκοφυλακείου, στις 01-7-1993, στον τόμο 306 και με αύξοντα αριθμό 21, όταν ακόμη το ακίνητο ήταν αγρός, οι δε λοιποί ενάγοντες δυνάμει της ...-2014 έκθεσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Κατερίνης, που μεταγράφηκε επίσης νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης, όπως αποδεικνύεται από το ...-2017 πιστοποιητικό μεταγραφής της Υποθηκοφύλακα του ίδιου Υποθηκοφυλακείου στον τόμο 635 και με αύξοντα αριθμό 156.

Συνεπώς αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του μείζονος ακινήτου παράγωγα, με χρόνο κτήσης την 27-5-1992, οπότε και έλαβε χώρα η επαγωγή της κληρονομίας του Α. Σ. σε αυτούς.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο επίμαχο τμήμα του οικοπέδου των 412,40 τ.μ. που καταλαμβάνεται από τον ισόγειο επαγγελματικό χώρο που προαναφέρθηκε, από τος έτος 1992 στεγάζεται η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Δ. και Δ. Σ. Ο.Ε.", με αντικείμενο την εμπορία ποτών και αναψυκτικών και συναφών ειδών. Η εν λόγω εταιρεία συστάθηκε αρχικά μεταξύ του Α.

Σ. (συζύγου και πατέρα αντίστοιχα των εναγόντων) και τον πρώτο εναγόμενο Κ. Σ., που ήταν σύζυγος της αδελφής του Φ. Σ. το γένος Δ. Σ. (γαμβρός του) στις ...-1985, με έδρα στην κοινότητα Λεπτοκαρυάς Πιερίας και ποσοστό συμμετοχής 60-40 μεταξύ των παραπάνω προσώπων. Η εταιρεία αυτή στεγάζονταν αρχικά και μέχρι το έτος 1992 σε γειτονικό του παραπάνω τότε αγρού, ακίνητο, που ανήκε στον Δ.

Σ. (πεθερό και παππού των διαδίκων), ο οποίος είχε πρόθεση να περιέλθει αυτό κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην θυγατέρα του Φ. Σ. (σύζυγο και μητέρα των εναγομένων), ενώ από το έτος 1992 μέχρι και σήμερα στεγάζεται στον προαναφερόμενο επαγγελματικό χώρο των 412,40 τ.μ., που κατασκευάστηκε μετά τον θάνατο του Δ.

Σ. εντός του δικού του ακινήτου (τότε αγρό) από τον πατέρα του, όπως προαναφέρθηκε. Στην εταιρεία αυτή μετά τον επελθόντα θάνατο του τελευταίου υπεισήλθε στην εταιρική θέση του αρχικά η πρώτη ενάγουσα με αντίστοιχη τροποποίηση του καταστατικού και στις 30-05-1995εξήλθε αυτή από την εταιρεία και εισήλθαν σε αυτή οι λοιποί ενάγοντες, τα τέκνα της που τότε ήταν ανήλικα.

Στις 22-03-2004, κατόπιν τροποποίησης του καταστατικού αποχώρησαν και αυτοί από τη εταιρεία, αφού μεταβίβασαν τα ποσοστά συμμετοχής τους (20% έκαστος) στους πρώτο και δεύτερο από τους εναγόμενους. Στην συνέχεια δυνάμει του από 15-02-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε το ποσοστό συμμετοχής του στην ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρεία στην τρίτη εναγόμενη και έκτοτε εταίροι της ομόρρυθμοι εταιρείας είναι οι δεύτερος και τρίτη από τους εναγόμενους, ασκώντας την αυτή εμπορική δραστηριότητα, στο ίδιο επίδικο ακίνητο που εξακολουθεί μέχρι και την άσκηση της αγωγής να αποτελεί την έδρα της εταιρείας.

Οι ενάγοντες εξάλλου, μετά την αποχώρησή τους από την ομόρρυθμη εταιρεία έλαβαν το ποσό των 48.000 ευρώ, όπως αποδεικνύεται από την από 01-07-2015 απόδειξη είσπραξης, για την πλήρη εξόφληση του τιμήματος που αντιστοιχούσε στην αξία της μεταβιβασθείσας μερίδας συμμετοχής στην ομόρρυθμη εταιρία των δευτέρου, τρίτου και τέταρτου των εναγόντων (στο 60% της εταιρικής συμμετοχής συνολικά).Οι ενάγοντες εξάλλου, κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2014 επιμελήθηκαν της σύνταξης τοπογραφικού διαγράμματος, που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός Κ.

Σ., προκειμένου να προβούν οι τρεις τελευταίοι σε δήλωση αποδοχής της κληρονομίας του αποβιώσαντος πατέρα τους, δεδομένου ότι μετά την ρυμοτόμησή του δεν γνώριζαν το εμβαδόν και τα όρια αυτού, αλλά και να τακτοποιήσουν τα αυθαίρετα κτίσματα εντός αυτού, οπότε και το πρώτον διαπιστώθηκε από αυτούς ότι ο επαγγελματικός χώρος όπου στεγάζονταν η παραπάνω ομόρρυθμη εταιρεία βρίσκονταν εξ ολοκλήρου στο βορειοδυτικό τμήμα του ακινήτου τους καταλαμβάνοντας έκταση αυτού 412,40 τ.μ..

Η εν λόγω έκταση συνορεύει βόρεια με τα 09 και 010 οικόπεδα, δυτικά και νότια με υπόλοιπο τμήμα του 03 οικοπέδου και δυτικά με τμήμα του 03 οικοπέδου επίσης και πέραν αυτού με την δημοτική οδό ... Ενόψει δε της κατάστασης αυτής, που μέχρι τότε αγνοούσαν πλήρως οι ενάγοντες πιστεύοντας καλόπιστα ότι ο εν λόγω επαγγελματικός χώρος βρισκόταν εκτός της ιδιοκτησίας τους, μετά την ρυμοτόμηση του αγρού, ήδη από τις αρχές του έτους 2015, ενημέρωσαν προφορικά τους εναγόμενους για την κατάσταση αυτή ζητώντας τους να βρεθεί μία λύση για την κατάληψη αυτή.

Οι τελευταίοι αρχικά ενδιαφέρθηκαν να αγοράσουν το επίμαχο τμήμα, χωρίς ωστόσο να προβούν σε κάποια προσφορά προς τους ενάγοντες μέχρι και τα τέλη του έτους 2016, οπότε οι τελευταίοι με την από 4-1-2017 εξώδικη δήλωσής τους ζήτησαν την απόδοση του ακινήτου σε αυτούς. Οι εναγόμενοι ξαναέδειξαν ενδιαφέρον για την αγορά του ακινήτου πλην όμως μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2017 οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων δεν ευοδώθηκαν με συμφωνία.

Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι οι ενάγοντες από το έτος 2005 οπότε εξαγοράστηκε η εταιρική μερίδα τους από αυτούς παραιτήθηκαν άτυπα από το δικαίωμα της κυριότητας τους στο επίμαχο τμήμα του ακινήτου τους, όπως αυτό προκύπτει από τη ρητή δήλωσή τους περί της μη ύπαρξης άλλης αξίωσης σε βάρος τους από την εταιρική σχέση.

Ο ισχυρισμός τους αυτός δεν αποδείχθηκε, καθώς όπως προαναφέρθηκε το ποσό των 48.000 ευρώ που έλαβαν οι ενάγοντες αποχωρώντας από την εταιρεία αντιστοιχούσε αποκλειστικά στην αξία των εταιρικών μεριδίων τους, ενώ η αξία μόνο του ακινήτου ήταν σχεδόν τριπλάσια από το εν λόγω ποσό. Άλλωστε δεν γνώριζαν οι ενάγοντες, ηλικίας οι τρεις τελευταίοι 19, 18 και 17 ετών αντίστοιχα, ότι είχαν αξίωση και επί του επαγγελματικού χώρου όπου στεγάζονταν η εταιρεία, αφού πίστευαν όλοι τους ότι είχε μείνει αυτός εκτός του οικοπέδου τους, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν είχε εισφερθεί ούτε κατά χρήση στην εταιρεία, όπως αποδεικνύεται από τα καταστατικά αυτής που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι με την είσπραξη του ποσού αυτού υπήρξε παραίτηση (άτυπη) των εναγόντων από το δικαίωμα της κυριότητας τους σε αυτό.

Σε κάθε περίπτωση όπως προαναφέρθηκε οι ενάγοντες είχαν μεν άμεση και ιδία αντίληψη περί του ότι η εμπορική δραστηριότητα της ομόρρυθμης εταιρείας των εναγομένων ασκούνταν από το έτος 1992 στο επίμαχο τμήμα του οικοπέδου έκτασης 412,40 τ.μ, αγνοούσαν όμως καλόπιστα ότι ο χώρος αυτός τους ανήκε μέχρι και τα τέλη του έτους 2014.

Ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι ενάγοντες αδράνησαν ως προς την άσκηση του δικαιώματός τους αυτού έναντι των εναγομένων, αφού αμέσως μόλις το πληροφορήθηκαν έδρασαν άμεσα για την εξεύρεση λύσης ως προς το ζήτημα αυτό. Ούτε υπήρξε κάποια αντιφατική συμπεριφορά τους έναντι των αντιδίκων τους.

Μόνη δε η παρέλευση δέκα ετών (από την αποχώρηση των εναγόντων από την εταιρεία) δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος τους, αφού δεν αποδυναμώθηκε το σχετικό δικαίωμά τους για αναγνώριση της κυριότητάς τους και απόδοσης του επίμαχου τμήματος, ούτε αποδείχθηκε συμπεριφορά των εναγόντων τέτοια που να δημιούργησε ή να ενίσχυσε την πεποίθηση των εναγομένων ότι δεν προτίθενται να ασκήσουν το ως άνω δικαίωμά τους.

Μάλιστα κατά την κρίση του Δικαστηρίου ούτε οι εναγόμενοι μέχρι και τις αρχές του έτους 2015 γνώριζαν ότι ο επαγγελματικός αυτός χώρος βρισκόταν εντός του οικοπέδου των εναγόντων, δεδομένου ότι δήλωναν ως προς αυτόν ότι παραχωρείται η χρήση του δωρεάν στην εταιρεία από την Φ. Σ., ως κυρία αυτού σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου.

Ως εκ των ανωτέρω, η με τη διεκδικητική αγωγή των εναγόντων άσκηση του από το άρθρο 1094 του ΑΚ δικαιώματός τους, σε καμία περίπτωση ενόψει των περιστατικών που προαναφέρθηκαν δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός αυτού του δικαιώματος, ανεξάρτητα από τα τυχόν επαχθή για τα συμφέροντα των εναγομένων αποτελέσματα και επομένως, δεν είναι παράνομη ως καταχρηστική με την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ.

Περαιτέρω, το γεγονός ότι η παραδοχή της ένδικης αγωγής θα βλάψει τα συμφέροντα των εναγομένων, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής είναι καταχρηστική, διότι πάντοτε η δικαστική διεκδίκηση ενός πράγματος από τον αληθή κύριό του, αποβαίνει βλαπτική για όποιον το κατέχει παράνομα και το χρησιμοποιεί προς όφελός του, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στην νομική σκέψη.".

Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.". Κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ., για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2002, Ολ.Α.Π. 8/2001).

Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου, υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν, προσθέτως, περιστατικά τα οποία ανάγονται στο ίδιο χρονικό διάστημα (Ολ.Α.Π. 62/1990, Α.Π. 1374/2014, Α.Π. 384/2014), και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού όσο και του αποκρούοντος το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η, με τη μεταγενέστερη άσκηση, επιδίωξη ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις (Ολ.Α.Π. 8/2001, Α.Π. 383/2019, Α.Π. 764/2016). Οι δε πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτήν τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 10/2012, Α.Π. 460/2019, Α.Π. 1058/2018, Α.Π. 143/2016).

Εξάλλου, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή στον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυναμώσεως του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται στον υπόχρεο αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (Α.Π. 826/2018, A.Π. 200/2018, Α.Π. 841/2017, Α.Π. 1724/2014, Α.Π. 496/2014, Α.Π. 831/2013, Α.Π. 1199/2012).

Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.Α.Π. 8/2001). Ενόψει τούτων, για να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στο άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο της ουσίας απαιτείται να παρατίθενται στην απόφαση του σαφώς και ορισμένως ότι συνέτρεξαν στη δικαζόμενη υπόθεση όλες οι ως άνω περιστάσεις και συνθήκες (Α.Π. 1875/1999). Η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως μπορεί να αντιταχθεί και κατά διεκδικητικής ή αναγνωριστικής δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου, έχει δε εφαρμογή και επί ασκήσεως δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνες δημοσίας τάξεως (Α.Π. 747/2022, Α.Π. 191/2013, Α.Π. 1998/2009).

Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 2/2022, Ολ.Α.Π. 2/2021, Ολ.Α.Π. 3/2020).

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Έτσι, είναι αόριστος ο από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, στον οποίο δεν αναφέρεται αν το δίδαγμα της κοινής πείρας αφορά στην ερμηνεία κανόνα δικαίου και ποιού κανόνα ή στην υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων, οπότε και μόνο δημιουργείται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 503/2009, Α.Π. 1325/2008).

Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι αφενός μεν αυτό (δευτεροβάθμιο δικαστήριο) δεν έλαβε υπόψη του πραγματικές συνέπειες των επιμέρους πραγματικών παραδοχών του, με αποτέλεσμα την πρόκληση κενών στην αιτιολογία της αποφάσεως αφετέρου δε εσφαλμένα δεν εφήρμοσε δίδαγμα της κοινής πείρας για την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στην αυτή ως άνω διάταξη.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ως προς το πρώτο σκέλος του επιχειρείται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να στηριχθεί στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., εφόσον αναφέρεται σε κενά στην αιτιολογία της αποφάσεως που προκύπτουν από τις παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, πλην όμως είναι απαράδεκτος, και, τούτο, διότι οι φερόμενες ως πλημμέλειες της αιτιολογίας αφορούν διαφορετική αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της αποφάσεως εκ μέρους των αναιρεσειόντων, η οποία (διαφορετική αξιολόγηση) δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Περαιτέρω, ο αυτός λόγος ως προς το δεύτερο σκέλος του, αυτό δηλαδή που επιχειρείται να στηριχθεί στην περίπτωση β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι το φερόμενο ως δίδαγμα της κοινής πείρας, το επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες ("... όταν δηλώνουμε την ιδιοκτησία μας γνωρίζοντας ότι θα υπάρξουν αλλαγές λόγω της ένταξης ενός ακινήτου στο σχέδιο πόλης, είναι αυτονόητο μετά ότι ενημερωνόμαστε για την τύχη της περιουσίας μας, ... ."), δεν συνιστά δίδαγμα της κοινής πείρας, αλλά επιχείρημα των αναιρεσειόντων. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως) στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§ 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των καταθεσάντων προτάσεις αναιρεσιβλήτων, οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσιβλήτων), σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183, 189§1 και 191§2 του Κ.Πολ.Δ., κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.09.2021 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1128/25.06.2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ