Legislator Case Law & Legislation
1432/2023 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against first respondent regarding divorce and alimony claims.

Case Number 1432/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the respondent's request for a postponement and allowed the appeal against the first respondent while dismissing it against the second. The court found the lower court erred in applying substantive law regarding the termination of marriage and the statute of limitations for alimony. Consequently, the appeal was granted in part, the judgment was annulled, and the case was remitted to a different judge in the same court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Articles 1438, 1391 of the Civil Code; Articles 598, 538 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may annul a final judgment in part if the lower court incorrectly applied substantive law regarding the termination of marriage and the statute of limitations for alimony claims, remitting the case to a different judge.

Keywords

AI generated
appeal admissibility termination of marriage alimony statute of limitations remittal to same court partial annulment of judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 570 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 1438 and 1391 of the Civil Code
Articles 598 and 538 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1432 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1432/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Σταύρο Γεωργιάδη και Αναστασία Μαγείρου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Γ. του Δ., κατοίκου ... και 2) Α. - Α. Κ. του Ι., κατοίκου .... Η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ για την πρώτη αναιρεσίβλητη εμφανίστηκε ο δικηγόρος Ιωάννης Τσιαντής, ο οποίος, αφού έλαβε τον λόγο, ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβαν και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του αναιρεσείοντος, οι οποίοι δεν συναίνεσαν. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής. Η υπόθεση συζητήθηκε και η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε τελικά από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Μαυραϊδή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2797/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 3259/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-9-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναίρεσης (ΚΠολΔ 495 § 1), μπορεί να γίνει ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση στις προτάσεις. Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε, επιφέρει δε την κατάργηση της δίκης επί του ενδίκου μέσου, χωρίς να απαιτείται η έκδοση σχετικής απόφασης (ΑΠ 1668/2022, ΑΠ 468/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του που προκατέθεσε στις 3-3-2023 (άρθ. 570 § 1 ΚΠολΔ), δήλωσε την παραίτησή του από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη Α.-Α. Κ., καθώς και τον δεύτερο λόγο αναίρεσης που αναφέρεται στο πρόσωπό της. Επομένως, η παραίτηση αυτή είναι έγκυρη και επέφερε τα αποτελέσματά της, δηλαδή ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ένδικο μέσο της αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.

Με την υπό κρίση από 22-9-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθ. 3259/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές οι συνεκδικασθείσες αντίθετες από 28-2-2020 και 10-10-2020 εφέσεις των νυν διαδίκων (αναιρεσείοντος και πρώτης αναιρεσίβλητης) και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 2797/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε εν μέρει δεκτή η από 7-12-2018 αγωγή της (πρώτης) αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος και υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει ως διατροφή στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 3.500 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την 6-9-2019 νομιμοτόκως. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ), ενώ ως εκ περισσού (άρθ. 495 § 3 Γ εδ.τελευτ. σε συνδ. με 592 § 3 ΚΠολΔ) κατατέθηκε παράβολο, το οποίο θα πρέπει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391 και 1493 ΑΚ, προκύπτει ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, το μέτρο δε της συνεισφοράς αυτής προσδιορίζεται από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή του γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία και απρόσοδη ακόμη (ΟλΑΠ 9/1991) των συζύγων, ενώ, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, η υποχρέωση διατροφής, η οποία υποκαθιστά στην περίπτωση αυτή την υποχρέωση συνεισφοράς, διέπεται από τους ίδιους (όπως και η τελευταία) κανόνες των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ (ΟλΑΠ 9/1991).

Το μέτρο της εν λόγω υποχρέωσης διατροφής του ενός συζύγου από τον άλλο, σε περίπτωση διάστασής τους, καθορίζουν πλέον, όχι οι συνθήκες του έγγαμου βίου, που ήδη εν υφίσταται, αλλά, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1493 ΑΚ, που δεν αποκλείει το άρθρο 1392 ΑΚ, οι ανάγκες του δικαιούχου συζύγου, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, η εν λόγω δε διατροφή προκαταβάλλεται σε χρήμα κατά μήνα (ΟλΑΠ 2/1994).

Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η αξίωση διατροφής του διακόψαντος την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία συζύγου, παύει αφότου λυθεί ο γάμος και δη καταστεί αμετάκλητη, κατ` άρθ. 602 ΚΠολΔ (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το Ν. 4335/2015), η περί διαζυγίου δικαστική απόφαση, η δε μετά το διαζύγιο αξίωση περί διατροφής αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 1442 ΑΚ, συνιστά νέα διαφορετική αξίωση, η άσκηση της οποίας απαιτεί άλλη αγωγή (ΑΠ 773/2014), διότι οι προϋποθέσεις, με τις οποίες αυτή παρέχεται (αποσυνδεόμενη από το θέμα της υπαιτιότητας και γεννώμενη πλέον μόνον όταν δικαιολογείται από κοινωνικούς λόγους, ώστε ο πρώην σύζυγος να μη μένει αβοήθητος, εφόσον αδυνατεί για σοβαρούς λόγους να καλύψει τις ανάγκες της διατροφής του) είναι σαφώς διαφορετικές από εκείνες, βάσει των οποίων παρέχεται διατροφή στο σύζυγο, σε περίπτωση που αυτός διακόπτει την έγγαμη συμβίωση από εύλογη αιτία (ΑΠ 1473/1990 ΕλλΔνη 33.129).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1438 ΑΚ, ο γάμος μπορεί να λυθεί με διαζύγιο, το οποίο απαγγέλλεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 613 ΚΠολΔ (πρβλ. άρθρο 602 ΚΠολΔ, όπως αναριθμήθηκε με το ν. 4335/2015), κατά την οποία οι αποφάσεις που απαγγέλλουν διαζύγιο αποτελούν δεδικασμένο υπέρ και εναντίον όλων, εφόσον δεν μπορούν να προσβληθούν με αναίρεση και αναψηλάφηση, προκύπτει ότι, και αν ακόμη απαγγέλθηκε διαζύγιο με οριστική ή τελεσίδικη απόφαση, η έννομη σχέση του γάμου των διαδίκων εξακολουθεί να υφίσταται, έως ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση αυτή.

Ο νόμος προσδίδει το απόλυτο έναντι όλων δεδικασμένο της απόφασης λύσης του γάμου στο αμετάκλητο αυτής για λόγους ασφάλειας ως προς σημαντικό ζήτημα της προσωπικής κατάστασης των προσώπων, που ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη, εφόσον δεν μπορεί να νοηθεί ότι ένα πρόσωπο τελεί σε γάμο με άλλο πρόσωπο και ταυτόχρονα να θεωρείται ως άγαμο έναντι των τρίτων.

Η πρωτοβάθμια απόφαση για τη λύση του γάμου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, καθίσταται αμετάκλητη: α) με την παραίτηση των διαδίκων από τα ένδικα μέσα μετά την έκδοση αυτής (άρθρο 606 ΚΠολΔ, πρβλ. άρθρο 599 ΚΠολΔ, όπως αναριθμήθηκε με το ν. 4335/2015) και β) με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης κατ` αυτής των ενδίκων μέσων της έφεσης, αναψηλάφησης και της αναίρεσης, η οποία στην περίπτωση επίδοσής της προσδιορίζεται από τις τριάντα (30) ημέρες της προθεσμίας της έφεσης προκειμένου για διαδίκους που διαμένουν στην Ελλάδα (άρθρο 518 § 1 ΚΠολΔ και την προθεσμία των έξι (6) μηνών της αναψηλάφησης, η οποία συντρέχει με εκείνη της αναίρεσης (άρθρα 538, 539 § 1 εδ. 1, 605 ΚΠολΔ πρβλ.

άρθρο 598 ΚΠολΔ, όπως αναριθμήθηκε με το ν. 4335/2015), και σε περίπτωση μη επίδοσής της από την διετή προθεσμία της έφεσης (άρθρο 518 § 2 ΚΠολΔ) και την συντρέχουσα διετή προθεσμία της αναψηλάφησης και της αναίρεσης (άρθρα 545 § 5 εδ. 1, 564 § 3 ΚΠολΔ, ΑΠ 185/2023, ΑΠ 846/2009, ΑΠ 1502/2009). Κατά τη διάταξη, τέλος, του άρθρου 539 § 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων που περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ή έφεση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 544 του ιδίου Κώδικα, αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο για τους επακριβώς καθορισμένους σ` αυτό λόγους.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 538 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 § 1 του ν. 3994/2011 και εν συνεχεία αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω του χρόνου ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, "Με αναψηλάφηση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων και του Αρείου Πάγου εφόσον δικάζει κατ` ουσίαν".

Ο Άρειος Πάγος μπορεί να δικάσει κατ` ουσία την υπόθεση στις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό (580 § 3 ΚΠολΔ), περιπτώσεις και οι σχετικές αποφάσεις του υπόκεινται σε αναψηλάφηση. Συγκεκριμένα, κατά το ως άνω άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.

Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης". Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, για να είναι παραδεκτή αίτηση αναψηλάφησης κατ` αποφάσεως του Αρείου Πάγου, πρέπει ο Άρειος Πάγος να έχει δικάσει κατ` ουσίαν (ΑΠ 193/2021, ΑΠ 990/2019, ΑΠ 846/2019, ΑΠ 793/2018).

Κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27, 28/1998). Κανόνες ουσιαστικού δικαίου, επί παραβάσεων των οποίων ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ θεωρούνται και ορισμένοι δικονομικοί κανόνες, εφόσον ρυθμίζουν όχι τη διαδικασία, αλλά το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, θεμελιώνουν δηλαδή την κριθείσα έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Α) Με την από 7-12-2018 αγωγή της η (πρώτη) αναιρεσίβλητη ζήτησε να της καταβληθεί για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, διατροφή συζύγου, κατά την ΑΚ 1391, όπως το αίτημά της περιορίστηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις στο ποσό των 10.336 ευρώ το μήνα και για το διάστημα μέχρι τις 6.9.2019.

Το πρωτοδικείο με την υπ' αριθ. 2797/2020 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει, ως διατροφή, στην αναιρεσίβλητη - πρώην σύζυγό του το ποσό των 3.500 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι τις 6.9.2019 (οπότε κρίθηκε ότι κατέστη αμετάκλητη η λύση του μεταξύ τους γάμου).

Επί εφέσεων που ασκήθηκαν εκατέρωθεν, εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 3259/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές και οι δύο εφέσεις, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να καταβάλλει, εκτός των άλλων, στην πρώτη αναιρεσίβλητη -πρώην σύζυγό του, το ποσό των 3.500 ευρώ το μήνα ως ατομική διατροφή της για το διάστημα από την επίδοση της αγωγής μέχρι και τις 6.9.2019 (οπότε κρίθηκε ότι κατέστη αμετάκλητη η λύση του μεταξύ τους γάμου).

Ο αναιρεσείων με τις πρωτόδικες προτάσεις του, αλλά και ενώπιον του Εφετείου, ισχυρίστηκε ότι η αξίωση της πρώτης αναιρεσίβλητης είναι μη νόμιμη, διότι η αγωγή της ασκήθηκε στις 17-1-2019, ενώ ο μεταξύ τους γάμος λύθηκε αμετάκλητα στις 6-2-2019, οπότε δημοσιεύθηκε η υπ'αριθ. 154/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της υπ'αριθ. 1576/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την έφεσή της κατά της υπ'αριθ. 9416/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απαγγελθεί η λύση του γάμου της με τον αναιρεσείοντα κατ'εφαρμογή του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ.

Με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του ο νυν αναιρεσείων υπέβαλε αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (άρθ. 914 ΚΠολΔ) για την περίπτωση που γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ'ουσίαν ο πρώτος λόγος της έφεσής του, που φορά την επιδίκαση διατροφής στην αναιρεσίβλητη πρώην σύζυγό του για το διάστημα από την επίδοση της αγωγής μέχρι και τις 6-9-2019, ζητώντας να υποχρεωθεί η νυν αναιρεσίβλητη να του καταβάλει τα ποσά που της κατέβαλε συμμορφούμενος με την εκκαλουμένη απόφαση και για να μην επισπευσθεί κατ' αυτού αναγκαστική εκτέλεση και συγκεκριμένα το ποσό των 28.803,83 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση σ'αυτήν της εφετειακής αποφάσεως, μέχρι εξοφλήσεως.

Ως προς το αίτημα αυτό το Εφετείο απεφάνθη ότι παρέλκει η εξέτασή του μετά την απόρριψη ως νόμω αβασίμου του σχετικού λόγου έφεσης αναφορικά με το χρόνο της αμετακλήτου λύσεως του μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης γάμου. Β) επί της από 5.10.2015 αγωγής του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης για τη λύση του μεταξύ τους γάμου, κατά τη διάταξη του άρθ. 1439 § 3 ΑΚ, εκδόθηκε, ερήμην της εναγομένης, η υπ' αριθ. 9416/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απαγγέλθηκε η λύση του μεταξύ τους γάμου λόγω διετούς διαστάσεως.

Η απόφαση επιδόθηκε στην εναγομένη στις 20.10.2017. Ασκηθείσης από την αναιρεσίβλητη της από 15.11.2017 εφέσεώς της εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1576/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ελλείψει έννομου συμφέροντος της εκκαλούσας. Επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης αυτής του Εφετείου ο αναιρεσείων επέδωσε στην αναιρεσίβλητη στις 25.4.2018.

Κατά της απόφασης αυτής, η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 24.5.2018 αίτηση αναιρέσεως, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 154/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, που δημοσιεύθηκε στις 6.2.2019. Ο Άρειος Πάγος με την ως άνω απόφασή του απέρριψε τον μοναδικό λόγο αναίρεσης εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως αβάσιμο. Κατά της απόφασης αυτής η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν άσκησε αναψηλάφηση ούτε κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, της είχε επιδοθεί στις 20.10.2017 (βλ.

την υπ' αριθ. 8680/20.10.2017 έκθεση επίδοσης της ίδιας πιο πάνω δικαστικής επιμελήτριας), και μάλιστα ούτε μετά την έκδοση της εφετειακής απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεσή της (βλ. το υπ' αριθ. 2874/6.3.2019 πιστοποιητικό του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών). Με βάση τα ανωτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι οι προθεσμίες για άσκηση της αναψηλάφησης και της αναίρεσης συντρέχουν κατά την έναρξή τους και δεδομένου ότι αφετηρία αμφοτέρων ήταν, σε κάθε περίπτωση, η 25-4-2018, οπότε επιδόθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη η υπ' αριθ. 1576/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (απορριπτική της έφεσής της ως απαράδεκτης), το αμετάκλητο της λύσης του μεταξύ τους γάμου επήλθε με τη δημοσίευση της υπ' αριθ. 154/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου στις 6.2.2019, αφού κατά της εν λόγω απόφασης του Αρείου Πάγου δεν επιτρεπόταν η άσκηση αναψηλάφησης, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, ο Άρειος Πάγος δίκασε εν προκειμένω ως ακυρωτικό (και όχι κατ'ουσίαν οπότε και μόνο θα υπήρχε η δυνατότητα ασκήσεως αναψηλαφήσεως) και απέρριψε την περί αναιρέσεως αίτηση της αναιρεσίβλητης.

Το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο εκκαλών με την ένδικη έφεσή του, ισχυρίζεται ότι η αγωγική απαίτηση της ενάγουσας, εξαντλείται μέχρι την 6η-2-2019 κατά την οποία εκδόθηκε η απορριπτική της αναίρεσής της κατά της απόφασης που έλυσε το γάμο των διαδίκων, υπ' αρ. 154/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου και όχι την 6η-9-2019, όπως εσφαλμένως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1438 ΑΚ, ο γάμος μπορεί να λυθεί με διαζύγιο, το οποίο απαγγέλλεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Αμετάκλητη γίνεται η απόφαση όταν δεν υπόκειται πλέον σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα είτε διότι αυτά ασκήθηκαν και απορρίφθηκαν είτε διότι οι διάδικοι παραιτήθηκαν από την άσκησή τους είτε διότι παρήλθαν άπρακτες οι προθεσμίες για την άσκηση τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 598 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, στις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αρ. 1,2 και 3 περίπτωση β', η προθεσμία της αναψηλάφησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 545 παράγραφος 3 εδάφια δ', ε' και στ', είναι έξι (6) μήνες και αρχίζει από την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση επί αγωγής διαζυγίου του εκκαλούντος εκδόθηκε η υπ' αρ. 9416/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία κήρυξε λυμένο το γάμο των διαδίκων λόγω υπερδιετούς διάστασης, κατ' αυτής η εκκαλούσα άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 1576/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και στην συνέχεια, ασκηθείσης αναιρέσεως εκδόθηκε η υπ'αρ. 154/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία επεδόθη στην εκκαλούσα στις 6-3-2019.

Επομένως η παρέλευση της εξαμήνου προθεσμίας ασκήσεως αναιρέσεως συμπληρώθηκε στις 6-9-2019, όπως ορθά δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δεν έσφαλε και ορθά ερμήνευσε τις προαναφερόμενες διατάξεις. Κατά συνέπεια ο σχετικός ισχυρισμός που προβάλλει ο εκκαλών με την ένδικη έφεσή του, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος(...)".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1438 και 1391 του ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων και 598 και 538 του ΚΠολΔ, καθόσον δέχθηκε, εσφαλμένα, ότι ο μεταξύ των διαδίκων γάμος λύθηκε αμετακλήτως στις 6-9-2019, οπότε παρήλθε η προθεσμία ασκήσεως αναψηλαφήσεως κατά της υπ' αριθ. 154/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου, αφού αυτή επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 6-3-2019, δεχόμενο έτσι ότι η ως άνω απόφαση ήταν δεκτική αναψηλαφήσεως, με συνέπεια, απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, να κάνει εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και να υποχρεώσει τον αναιρεσείοντα να καταβάλει σ' αυτή μηνιαία διατροφή, ως διακόψασα από εύλογη αιτία την έγγαμη συμβίωση, μέχρι τις 6.9.2019, ενώ, όπως ήδη εκτέθηκε, κατά της ανωτέρω 154/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου δεν επιτρεπόταν η άσκηση αναψηλάφησης, αφού ο Άρειος Πάγος δίκασε ως ακυρωτικό και όχι κατ'ουσίαν και, ως εκ τούτου, το αμετάκλητο της λύσης του μεταξύ των διαδίκων γάμου επήλθε με τη δημοσίευση της εν λόγω απόφασης του Αρείου Πάγου στις 6.2.2019, οπότε, κατά τη μείζονα σκέψη, έπαυσε η ανωτέρω αξίωση διατροφής της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 1 του αρθ.559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης καθό μέρος στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αποτελούμενο από άλλον δικαστή από αυτόν που δίκασε (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, θα πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα και να καταδικασθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας της, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθ. 176,183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί καταργημένη την δίκη ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη Α.-Α. Κ.

.

Αναιρεί την υπ'αριθ. 3259/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, αποτελούμενο από άλλο δικαστή από αυτόν που δίκασε την υπόθεση.

Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ