Legislator Case Law & Legislation
1432/2019 AI generated

Supreme Court annuls Athens Court of Appeal decision and retains case for substantive trial on deposit contract issues.

Case Number 1432/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Court of Appeal's decision of 2501/2018 regarding a dispute over a bank deposit contract. The appellant argued the lower court erred in its legal characterization, while the bank contested the procedural handling. The court ruled that since the appeal was valid, the case must be retried substantively by the Supreme Court itself rather than remitted to the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 579, 580, 570, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court retains jurisdiction to try the case substantively when annulling a remitted decision, preventing a second remittal.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal against remittal retention of case substantive trial bank deposit contract procedural error jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Article 830 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 570 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1432 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1432/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του: 1) Γεώργιο Παπαδημητρίου και 2) Δημήτριο Ρίζο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-4-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4284/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 5828/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 31-1-2014 αίτησή του και τους από 15-9-2014 πρόσθετους λόγους αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2118/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την υπ' αριθμ.5828/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2501/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-7-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρ. 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη.

Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρο 830 ΑΚ έχουν σ' αυτή εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρ. 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων σ' αυτή χρημάτων, όσο και του άρθρ. 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του.

Εξάλλου, ναι μεν κατά τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή που έγινε μόνον προς το δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος επέτρεψε να δεχτεί την καταβολή, οπότε η καταβολή σε άλλο πρόσωπο δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, εκτός αν ο δανειστής την εγκρίνει ή ωφελείται από αυτήν όμως κατά τη διάταξη του άρθρ. 3 του ν.

δ/τος της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", η οποία ως ειδική υπερισχύει και των διατάξεων των άρθρων 888 και 889 ΑΚ, "Η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην διά της επ' αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν βαρεία αμελεία".

Τέτοια "απόδειξη καταθέσεως χρημάτων" είναι και το βιβλιάριο ταμιευτηρίου, που εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη η τραπεζική ανώνυμη εταιρεία, στο οποίο καταχωρούνται τόσο η αρχική όσο και οι επόμενες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων με βάση τα σχετικά γραμμάτια κατάθεσης και ανάληψης, που ο καταθέτης ή εξουσιοδοτημένο απ' αυτόν πρόσωπο υπογράφει και τα οποία διατηρούνται στο αρχείο της τράπεζας και στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή της.

Το βιβλιάριο αυτό, έστω και αν δεν φέρει υπογραφή του αρμόδιου υπαλλήλου της Τράπεζας ή δεν έχει ενημερωθεί αναφορικά με καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων που έγιναν χωρίς αυτό να έχει προσκομιστεί κατά τη σχετική τραπεζική συναλλαγή, - θα ενημερωθεί όμως από τα στοιχεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή αμέσως μόλις προσκομιστεί-, εξομοιώνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 444 αριθ. 3 ΚΠολΔ με ιδιωτικό έγγραφο και αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρ. 448 § 2 του ίδιου κώδικα πλήρη απόδειξη, με δυνατότητα πάντως ανταπόδειξης, για όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφονται σ' αυτό, είτε με χειρόγραφη είτε μηχανική καταχώριση.

Επομένως, κάθε φορά που η Τράπεζα εξοφλεί ολικά ή μερικά απαίτηση του καταθέτη, που προκύπτει από το παραπάνω βιβλιάριο και σημειώνει σ' αυτό με μηχανική καταχώρηση τη σχετική ανάληψη (εξόφληση), έχει εφαρμογή η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 του ν. δ/τος 17.7/13.8.1923, από την οποία προκύπτει ότι απαραίτητο κατά νόμο στοιχείο για την υποχρέωση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, το οποίο κατέβαλε προηγουμένως σε τρίτο που πλαστογράφησε την υπογραφή του καταθέτη, είναι ο δόλος ή βαριά αμέλεια των οργάνων της.

Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, διατηρείται άθικτη η εναντίον της Τράπεζας ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη μεταξύ τους σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα, ότι η Τράπεζα, η οποία ως κυρία των χρημάτων, που είχαν κατατεθεί σ' αυτή και ζημιώθηκε από την απώλειά τους συνεπεία της αδικοπρακτικής σε βάρος της συμπεριφοράς του τρίτου, έχει κατ' αυτού ισόποση αξίωση αποζημίωσης.

Συνακόλουθα, η άρνηση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσής του συνιστά πάντοτε αθέτηση σύμβασης από μέρους της Τράπεζας και όχι αδικοπραξία, δηλαδή ακόμη και αν το ποσό αυτό αφαιρέθηκε από τρίτο με αξιόποινη πράξη, αφού η αδικοπραξία στην περίπτωση αυτή γίνεται σε βάρος της Τράπεζας από τον τρίτο και όχι από την Τράπεζα σε βάρος του καταθέτη.

Η ευθύνη της Τράπεζας για δόλο ή βαριά αμέλεια των υπαλλήλων της δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία της με τον καταθέτη και αυτή ευθύνεται για το πταίσμα των υπαλλήλων της, αφού και κατά το άρθρ. 332 § 1 ΑΚ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρ. 334 του ίδιου Κώδικα, είναι άκυρη κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια.

Βαριά αμέλεια από την πλευρά της τράπεζας κατά την απόδοση κατάθεσης σε μη δικαιούχο υπάρχει και όταν οι προστηθέντες υπάλληλοι της, που συνέταξαν το ένταλμα πληρωμής του αναληφθέντος ποσού, δεν προέβησαν στην επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις και τα μέσα που διέθεταν διαπίστωση της έλλειψης ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού ή, αναλόγως, της έλλειψης έγκυρης πληρεξουσιότητας του τελευταίου, ιδιαίτερα όταν η τελευταία στηρίζεται σε έγγραφη εξουσιοδότηση του πελάτη, η οποία δεν προσκομίστηκε από τον πελάτη αυτοπροσώπως στην Τράπεζα και δεν φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του και βέβαιη χρονολογία από αρμόδια αρχή, επιδεικνύοντας αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του πελάτη.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει βαριά αμέλεια του προστηθέντος υπαλλήλου, όταν αυτός δεν επέδειξε κατά το σχετικό έλεγχο εξιδιασμένη επιμέλεια.(ΑΠ2118//2014). Περαιτέρω ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4 και 581 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά στο νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο.

Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1237/2014, ΑΠ629/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), που γίνεται προς διερεύνηση της βασιμότητας των προβληθέντων λόγων αναίρεσης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Την 1η- 3- 2007, ο ενάγων, Χ. Σ., εμφανίστηκε στο κατάστημα ...

της εναγόμενης, ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "... Α.Ε.", συνοδευόμενος από το Θ. Β., προκειμένου, όπως δήλωσε στον υπεύθυνο υπάλληλο του τμήματος πελατείας ιδιωτών Δ. Σ., αφ' ενός μεν ν' ανοίξει, ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, αφετέρου δε ν' ανοίξει μαζί με το Θ. Β., κοινό τραπεζικό λογαριασμό καταθέσεων, προς διευκόλυνση, όπως είπε, της, μεταξύ τους, οικονομικής συνεργασίας.

Στη συνέχεια, ο ενάγων, υπέγραψε το σχετικό έντυπο αίτησης, ανοίχθηκε, στο όνομά του, ο, με αριθμό ...802, ατομικός λογαριασμός ταμιευτηρίου, στον οποίο κατέθεσε ποσό 500 ευρώ και του παραδόθηκε βιβλιάριο καταθέσεων. Δεν ανοίχθηκε, όμως, και ο κοινός λογαριασμός στο όνομα του ιδίου και του Θ. Β., διότι ο τελευταίος δεν έφερε μαζί του το δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας.

Έτσι, σε προφορική συνεννόηση, που έγινε μεταξύ του ενάγοντος και του Θ. Β. αφ' ενός και του, ως άνω, υπαλλήλου της εναγομένης, αλλά και του διευθυντού του καταστήματος αυτής Ε. Π., αφ' ετέρου, συμφωνήθηκε ότι θα προσέλθει τις επόμενες μέρες μόνος του ο Θ. Β., προκειμένου να πραγματοποιήσει εκείνος το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού, στο όνομα αμφοτέρων, δοθέντος ότι, τα στοιχεία του ενάγοντος, ήταν ήδη γνωστά στην εναγόμενη από το άνοιγμα του ατομικού του λογαριασμού ταμιευτηρίου.

Ακολούθως, στις 5-3-2007, ο Θ. Β., στο πλαίσιο της προαναφερθείσας συνεννοήσεως, προσήλθε στο κατάστημα της εναγόμενης και, αφού υπέγραψε το σχετικό έντυπο αίτησης, ανοίχθηκε στο όνομα του ιδίου και του ενάγοντος, ο, με αριθμό ...433 κοινός λογαριασμός καταθέσεων, στον οποίο και κατέθεσε (ο Θ. Β.) ποσό 300 ευρώ. Μετά το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού, ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγομένης Δ.

Σ., επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ενάγοντα στον αριθμό τηλεφώνου 210...46, τον οποίο ο ίδιος είχε δηλώσει, κατά το άνοιγμα του ατομικού του λογαριασμού, τον ενημέρωσε ότι, η εναγόμενη τον είχε δεχθεί, ως συνδικαιούχο του κοινού λογαριασμού και του ζήτησε να προσέλθει στο κατάστημα, για να υπογράψει και ο ίδιος το έντυπο της αίτησης, ενέργεια στην οποία ουδέποτε προέβη, παρά, τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του και τις επανειλημμένες κλήσεις του, ως άνω, υπαλλήλου, χωρίς όμως να έχει δημιουργηθεί, από την παράλειψη αυτή του ενάγοντος, πρόβλημα στη λειτουργία του λογαριασμού, δεδομένου ότι, ο τελευταίος, γνώριζε την ύπαρξή του και συνήνεσε προφορικά, κατά τα προεκτεθέντα, στο άνοιγμα του και στην προσθήκη του ονόματος του, ως συνδικαιούχου.

Ο ατομικός λογαριασμός του ενάγοντος, παρουσίασε κίνηση καταθέσεων από την 1η-3-2007 έως και τις 12-7-2007, χρονικό διάστημα κατά το οποίο, πιστώθηκε με το, μη αμφισβητούμενο από τους διαδίκους, συνολικό ποσό των 390.000 ευρώ, και δη την 1η-3-2007 με ποσό 500 ευρώ, την 1-3-2007 με ποσό 500 ευρώ, στις 14-3-2007 με ποσό 20.300 ευρώ και με, άλλο, ποσό 99.700 ευρώ, στις 16- 3-2007 με ποσό 99.500 ευρώ, στις 19-3-2007 με ποσό 30.000 ευρώ, στις 4-7-2007 με ποσό 99.500 ευρώ και στις 12-7-2007 με ποσό 40.500 ευρώ, δυνάμει ισάριθμων πράξεων καταθέσεων, που διενεργήθηκαν, πλην της πρώτης, σε άλλα της εναγομένης (...

και ...), από τον ενάγοντα, αλλά και από τρίτα πρόσωπα. Κατά τη διάρκεια της, κατά τα ανωτέρω, κίνησης του ατομικού λογαριασμού του ενάγοντος, και δη στις 20-3-2007, 26-3-2007, 9-7-2007 και 19-7-2007, προσήλθε στο κατάστημα της εναγομένης - που είχαν ανοιχθεί οι προαναφερόμενοι, ατομικός και κοινός, λογαριασμοί- η Α. Κ., η οποία ήταν γνωστή στους υπαλλήλους της, λόγω της σύμβασης συνεργασίας ατομικών προϊόντων, που είχε υπογράψει με την εναγόμενη σε προγενέστερο χρόνο και εμφάνισε στον αρμόδιο υπάλληλο Δ.

Σ. τις αντίστοιχες από 19-3-2007, 26-3-2007, 6-7-2007 και 18-7-2007 εξουσιοδοτήσεις - υπεύθυνες δηλώσεις, οι οποίες ήταν συντεταγμένες επί εντύπου υπεύθυνων δηλώσεων του Ν. 1599/1986, έφεραν αναγεγραμμένα τα στοιχεία ταυτότητας του ενάγοντος, όπως αυτά είχαν δηλωθεί στο κατάστημα της εναγομένης, κατά το άνοιγμα του ατομικού λογαριασμού, καθώς και υπογραφή, κάτω από τον τίτλο "Ο Δηλών".

Με τις, ως άνω, υπεύθυνες δηλώσεις, ο ενάγων εφέρετο εξουσιοδοτών την Α. Κ., να μεταφέρει από τον ατομικό του λογαριασμό, που τηρούσε στο κατάστημα της εναγομένης, στον κοινό λογαριασμό, που τηρούσε στο ίδιο κατάστημα με το Θ. Β., τα ποσά των 130.000 ευρώ, 118.000 ευρώ, 90.000 ευρώ και 51.000 ευρώ αντίστοιχα. Προς πιστοποίηση της γνησιότητας κάθε μιας από τις, ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις, ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγόμενης Δ.

Σ., κάθε φορά, αφού προέβαινε σε έλεγχο της επ' αυτών υπογραφής του ενάγοντος, η οποία συγκρινόμενη, ομοίαζε με το δείγμα της υπογραφής του, που τηρούσε η εναγόμενη, κατά το άνοιγμα του ατομικού του λογαριασμού, στη συνέχεια, και πριν από την πραγματοποίηση κάθε συναλλαγής, επικοινωνούσε τηλεφωνικά, στον τηλεφωνικό αριθμό, που του είχε δοθεί από τον ενάγοντα, και αυτό το πρόσωπο, με το οποίο συνομιλούσε και το οποίο πίστευε ότι ήταν ο ενάγων, ...

τον διαβεβαίωνε, ότι τελούσε εν γνώσει των εξουσιοδοτήσεων και ότι πράγματι επιθυμούσε την πραγματοποίηση των μεταφορών των συγκεκριμένων χρηματικών ποσών από τον ατομικό του λογαριασμό στον κοινό λογαριασμό, του οποίου ήταν συνδικαιούχος μαζί με τον Θ. Β.. Επίσης δε, πριν από την ολοκλήρωση κάθε συναλλαγής, θεωρούσαν και ενέκριναν τις, ως άνω, εξουσιοδοτήσεις, ο Ε.

Π. και ο Κ. Ξ., τότε διευθυντής και υποδιευθυντής, αντίστοιχα, του καταστήματος της εναγόμενης, πεπεισμένοι ότι αυτές ήταν γνήσιες, μετά τη διαπίστωση ότι ο Δ. Σ. είχε προβεί στις προαναφερόμενες ενέργειες για τον έλεγχο της γνησιότητάς τους, σε συνδυασμό και με τις διαβεβαιώσεις της Α. Κ., ότι πράγματι τις είχε λάβει από τον ενάγοντα.

Έτσι, τα, ως άνω, χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 389.000 ευρώ, μεταφέρθηκαν συμψηφιστικά, από τον ατομικό λογαριασμό του ενάγοντος, στον κοινό λογαριασμό, που τηρούσε με τον Θ. Β., από τον οποίο, στη συνέχεια, ο τελευταίος, τα ανέλαβε ως συνδικαιούχος και, συγκεκριμένα, στις 20-3-2007 έγινε ανάληψη ποσού 130.000 ευρώ, στις 26-3-2007 έγινε ανάληψη ποσού 118.000 ευρώ, στις 9-7-2007 έγινε ανάληψη ποσού 90.000 ευρώ και στις 19-7- 2007 έγινε ανάληψη ποσού 51.000 ευρώ.

Στις 17-2-2010, δηλαδή, μετά πάροδο τριών περίπου ετών, από την τελευταία συμψηφιστική μεταφορά κεφαλαίου, ο ενάγων, προσήλθε στο κατάστημα της εναγομένης και ζήτησε την κίνηση του ατομικού του λογαριασμού, η οποία του δόθηκε εγγράφως, ακολούθως δε, κοινοποίησε στην εναγόμενη την, από 18-2-2010, εξώδικη πρόσκληση και διαμαρτυρία του, με την οποία, ισχυριζόμενος ότι, η μεταφορά των κεφαλαίων από τον ατομικό του λογαριασμό, έλαβε χώρα, εν αγνοία του και χωρίς εντολή του, γραπτή ή προφορική, ζήτησε, την επανατοποθέτηση των αναληφθέντων χρημάτων στο λογαριασμό του, τη χορήγηση αντιγράφων των αμφισβητούμενων από τον ίδιο παραστατικών αναλήψεων, καθώς και τη γνωστοποίηση των στοιχείων των εμπλεκόμενων προσώπων.

Σε απάντηση του, ως άνω, εξωδίκου, η εναγόμενη κοινοποίησε στον ενάγοντα την, από 4-3-2010, εξώδικη δήλωση, με την οποία απέρριψε το αίτημά του, για την επανακατάθεση στον ατομικό του λογαριασμό των χρηματικών ποσών, που αναλήφθηκαν από αυτόν, με βάση τις προαναφερόμενες υπεύθυνες δηλώσεις, ενώ παράλληλα του συγκοινοποίησε τα σχετικά παραστατικά στοιχεία.

Ενόψει της κατάστασης αυτής, ο ενάγων, άσκησε την υπό κρίση αγωγή του, μόνο σε βάρος της εναγόμενης και όχι σε βάρος των Θ. Β. και Α. Κ., με την οποία ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 389.000 ευρώ, το οποίο αναλήφθηκε από τον ατομικό του λογαριασμό, χωρίς τη θέλησή του, ισχυριζόμενος, ότι με τον Θ.

Β. είναι απλοί γνωστοί και ουδεμία σχέση τους συνδέει, ότι επέλεξε το κατάστημα …. της εναγόμενης κατά προτροπή του Θ. Β., προκειμένου να ενισχυθεί, όπως του δήλωσε ο τελευταίος, το κύρος του φίλου του και διευθυντή του καταστήματος, ότι δεν γνωρίζει την Α. Κ., ότι ουδέποτε συνέταξε ή υπέγραψε τις επίμαχες υπεύθυνες δηλώσεις, ότι ο κοινός λογαριασμός ανοίχθηκε εν αγνοία του και ότι ουδέποτε επικοινώνησε μαζί του οποιοσδήποτε υπάλληλος της εναγόμενης, για να του γνωστοποιήσει μεταφορές των κεφαλαίων.

Αναφορικά με τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του ενάγοντος, ..., αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ο Θ. Β. και ο ενάγων, δεν ήταν απλώς γνωστοί, όπως αβάσιμα ο τελευταίος διατείνεται, αλλά από το Νοέμβριο του έτους 2006, δηλαδή προ της εμφανίσεώς τους στο κατάστημα της εναγομένης (1η-3-2007), είχαν μεταξύ τους οικονομικές δοσοληψίες, σχετικές με επενδύσεις κεφαλαίων σε μετοχές του εξωτερικού, τις οποίες φαίνεται ότι ανέλαβε να πραγματοποιήσει για λογαριασμό του ενάγοντος ο Θ.

Β.. ... Την 1η-3-2007, ο ενάγων μετέβη από κοινού με τον Θ. Β. στο κατάστημα της εναγομένης και εκδήλωσε την επιθυμία του στον υπεύθυνο πελατείας ιδιωτών υπάλληλο Δ. Σ., αλλά και στο διευθυντή Ε. Π., να ανοίξει με τον Θ. Β. κοινό λογαριασμό, προς εξυπηρέτηση των μεταξύ τους οικονομικών δοσοληψιών, συστήνοντάς τον ως συνεργάτη του, δοθέντος ότι, ο Ε.

Π. και ο Θ. Β. δεν αποδεικνύεται ότι γνωρίζονταν μέχρι τότε μεταξύ τους και, πολύ περισσότερο, ότι ήταν φίλοι, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων. Την Α. Κ., βοηθό λογιστή και εξωτερικό συνεργάτη στο κατάστημα της εναγόμενης, φέρεται ότι γνώρισε ο ενάγων στο γραφείο του Θ. Β. και ο οποίος (ενάγων) - κατά την ένορκη βεβαίωση της ίδιας ... , ζήτησε να τον εκπροσωπεί αυτή..., για τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών στο πλαίσιο της, μεταξύ τους, συνεργασίας.

Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας προβάλλεται και ότι ζητήθηκε, από αυτήν, (Α. Κ.), να τον εξυπηρετήσει και να προβεί, για λογαριασμό του (ενάγοντος) στη συμψηφιστική μεταφορά των κεφαλαίων, από τον ατομικό του λογαριασμό στον κοινό λογαριασμό, που διατηρούσε μαζί του και ότι, έτσι, τις τρεις από τις τέσσερις υπεύθυνες δηλώσεις παρέλαβε η Α.

Κ. από το γραφείο της εταιρείας του Θ. Β., στην ..., παρουσία του ενάγοντος, ενώ την τέταρτη την παρέλαβε με FAX. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, στις 5-7-2007, ο ενάγων ζήτησε και έλαβε από την εναγόμενη, μέσω του καταστήματος της ..., ενημέρωση, για τις κινήσεις του ατομικού του λογαριασμού, που τηρούσε στο κατάστημα ….., πληροφορήθηκε δε τότε, τόσο για το τρέχον υπόλοιπο του λογαριασμού του, όσο και για τις προηγηθείσες αναλήψεις , στις 20-3-2007 και στις 26-3-2007, των ποσών των 130.000 ευρώ και των 118.000 ευρώ, τις οποίες, όμως, τότε δεν αμφισβήτησε, μέχρι την αποστολή της από 18-2-2010 εξώδικης διαμαρτυρίας του προς την εναγόμενη, ισχυριζόμενος σ' αυτήν, για να εξηγήσει την καθυστερημένη αντίδρασή του, ότι ζήτησε τότε την ενημέρωση του βιβλιαρίου του, προκειμένου να διαπιστώσει εάν είχε κατατεθεί στο λογαριασμό του την προηγούμενη μέρα (4-7-2007) το ποσό των 99.500 ευρώ και ότι αρκέστηκε προς τούτο στη διαβεβαίωση του ταμειολογιστή, χωρίς ο ίδιος να κοιτάξει το, ενημερωμένο πλέον, βιβλιάριο του.

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, κατ' αρχήν, ουδεμία άγνοια και μη συναίνεση του ενάγοντος αποδείχθηκε, για το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού, ενώ, για τη μεταφορά των προαναφερομένων κεφαλαίων σημειώνονται τα ακόλουθα: Με την, από 8-4-2010, έκθεση ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που διενήργησε για λογαριασμό του ενάγοντος ο γραφολόγος Μ.

Μ., επί των τεσσάρων υπεύθυνων δηλώσεων, απεφάνθη ότι, τόσο η χειρόγραφη γραφή, στα κείμενά τους, όσο και η επ' αυτών υπογραφή, δεν προέρχονται από τον ενάγοντα. Η εναγόμενη αντικρούει αυτόν τον ισχυρισμό επικαλούμενη, αφενός μεν, ότι ο τελευταίος (ενάγων) - όπως, άλλωστε, προεκτέθηκε, - ενημερώθηκε, με τον τρόπο, που προαναφέρεται (τηλεφωνικά), από τον αρμόδιο υπάλληλο της εναγομένης Δ.

Σ. για τις επικείμενες μεταφορές κεφαλαίων, ότι δήλωσε γνώστης αυτών και συνήνεσε προφορικά για την εκτέλεση της μεταφοράς τους, αφετέρου δε, υποβάλει το αίτημα, που περιέχεται στις προτάσεις της, που αφορούν στην παρούσα δίκη, προς διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης επί των τεσσάρων υπεύθυνων δηλώσεων.

Περαιτέρω όμως - και ενώ δεν αποδείχθηκε δόλια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του καταστήματος Συγγρού της εναγομένης, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων - κρίνεται ότι, αυτοί, δεν επέδειξαν τη δέουσα επιμέλεια, κατά την εκτέλεση αυτών (καθηκόντων), αλλά αντιθέτως επέδειξαν βαριά αμέλεια, αποκλίνουσα σημαντικά και ασυνήθιστα, από τη συμπεριφορά, που θα επεδείκνυε ένας μέτρια συνετός άνθρωπος, υπό ανάλογες περιστάσεις.

Ειδικότερα δε, ενώ δεν προσήλθε ο ίδιος προσωπικά ο δικαιούχος του λογαριασμού (ενάγων) για ανάληψη εξαιρετικά μεγάλων χρηματικών ποσών από τον ατομικό του λογαριασμό ταμιευτηρίου και την μεταφορά τους, ακολούθως, σε άλλο λογαριασμό του, κοινό με άλλο πρόσωπο (Θ. Β.), μάλιστα δε, σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, από της καταθέσεως των χρηματικών ποσών σ' αυτόν (ατομικό λογαριασμό), αλλά (προσήλθε) τρίτο πρόσωπο (Α.

Κ.), στο οποίο δεν είχε καν παραδοθεί από αυτόν (ενάγοντα) το βιβλιάριο ταμιευτηρίου και δεν επιδεικνυόταν αυτό στο Κατάστημα της Τράπεζας, όπου το παραπάνω (τρίτο πρόσωπο) παρουσιαζόταν, ως αντιπρόσωπος του, με βάση τις προαναφερθείσες εξουσιοδοτήσεις - υπεύθυνες δηλώσεις του ν. 1599/1986 - που όμως, δεν έφεραν θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του και βέβαιη ημερομηνία από αρμόδια Δημόσια Αρχή, με ενδεχόμενο οι τεθείσες υπογραφές να μην είναι γνήσιες, αλλά πλαστογραφημένες, έλλειψη και συγχρόνως κίνδυνο, που όχι μόνο κατανοούσαν, αλλά και αντιλαμβάνονταν οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγόμενης και, για το λόγο αυτό, προς ισχυροποίηση του περιεχομένου τους (εξουσιοδοτήσεων) θεωρούσαν και ενέκριναν αυτές ο Διευθυντής και ο Υποδιευθυντής του Τραπεζικού Καταστήματος …..της τελευταίας - παρά ταύτα, οι ως ανωτέρω υπάλληλοι της Τράπεζας, έστερξαν στην ανάληψη και μεταφορά, κατά τα ανωτέρω, των, ως άνω, χρηματικών ποσών, τα οποία στη συνέχεια ανέλαβε , κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα , ο συνδικαιούχος του λογαριασμού, και, παρά το ότι, το ύψος των αναλαμβανόμενων χρηματικών ποσών και η απουσία της θεώρησης του γνησίου της υπογραφής και βεβαίωσης της ημερομηνίας αποτελούσαν κρίσιμες ενδείξεις (βλ.

ΑΠ 2118/2014), από τις οποίες οι προστηθέντες έπρεπε να αμφιβάλλουν ως προς τη γνησιότητα των υπογραφών του ενάγοντος, οι οποίες και αμφισβητούνται από αυτόν, ότι ήταν γνήσιες. Με βάση δε τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της αποφάσεως, συνιστά, σε κάθε περίπτωση, βαριά αμέλεια η συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων πιστωτικού ιδρύματος, που συνέταξαν το ένταλμα πληρωμής αναληφθέντος ποσού, εφόσον αυτοί δεν προέβησαν στην επιβαλλόμενη, από τις περιστάσεις και τα μέσα, που διέθεταν, διαπίστωση της έλλειψης ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου, που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού ή, αναλόγως, της έλλειψης έγκυρης πληρεξουσιότητας του τελευταίου, ιδιαίτερα, όταν η τελευταία στηρίζεται σε έγγραφη εξουσιοδότηση του πελάτη, η οποία δεν προσκομίστηκε από τον πελάτη αυτοπροσώπως στην Τράπεζα και δεν φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του και βέβαιη χρονολογία από αρμόδια Αρχή, όπως στην προκειμένη περίπτωση, επιδεικνύοντας, έτσι αδιαφορία, για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του πελάτη.

Περαιτέρω δε, επί τη βάσει των προαναφερόμενων ουσιαστικών παραδοχών - υπό τις οποίες, κατ' αρχήν, τυγχάνουν απορριπτέοι οι ισχυρισμοί της εναγομένης περί νόμω και ουσία αβασίμου της στηριζόμενης στην κύρια βάση της αγωγής αξιώσεως του ενάγοντος, πρέπει, αφ' ενός μεν, ν' απορριφθεί, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, το αίτημα της εναγομένης, που περιέχεται στις προτάσεις της, που αφορούν στην παρούσα δίκη, περί διεξαγωγής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης για τη γνησιότητα ή μη των υπογραφών του ενάγοντος στις, ως άνω, υπεύθυνες δηλώσεις, που προσκόμισε η Α.

Κ. στην εναγόμενη, αφού, ούτως ή άλλως, κατά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, δεν υφίσταται έγκυρη πληρεξουσιότητα του καταθέτη για ανάληψη χρηματικών ποσών από λογαριασμό του, όταν η τελευταία στηρίζεται σε έγγραφη εξουσιοδότηση του πελάτη, η οποία δεν προσκομίστηκε από τον πελάτη αυτοπροσώπως στην Τράπεζα και δεν φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του και βέβαιη χρονολογία από την αρμόδια Αρχή, αφ' ετέρου δε, ...

να απορριφθεί και το αίτημα της εναγομένης,... περί αναβολής της συζήτησης της, υπό κρίση, υπόθεσης, εωσότου περατωθεί αμετάκλητα, με την έκδοση δικαστικής απόφασης ή βουλεύματος, η ανοιγείσα, με την ABM Α2010/1726 από 16-4-2010 μήνυση του ενάγοντος κατά των Θ. Β., Α. Κ. και των υπαλλήλων της εναγόμενης, ποινική διαδικασία, ...

Η εναγόμενη με τον τέταρτο, ... από τους λόγους της εφέσεως,..., ζητεί -επικαλούμενη ότι, ο ενάγων είχε υποχρέωση ελέγχου των βιβλιαρίων, για να παρακολουθεί αν, οι καταχωρούμενες, σ' αυτά, συναλλαγές, ανταποκρίνονται στα πράγματα ελέγχου των προσώπων, τα οποία απέστειλε ως εκπροσώπους του για να διακινούν τους λογαριασμούς του, πλην, όμως, τίποτα δεν έκανε από όλα αυτά, ούτε προέβη ποτέ σε έλεγχο ή εποπτεία των άνω στοιχείων και ότι, αν είχε προβεί και μάλιστα στην αρχή, θα είχε αποτραπεί, μετά βεβαιότητος, η εγκληματική δράση, που καταμαρτυρεί στην αγωγή του -, να απορριφθεί, άλλως και επικουρικώς, να περιορισθεί το αίτημά της, για καταβολή στον ενάγοντα, για την ένδικη αιτία, του, εν συνόλω, αξιουμένου ποσού, στο προσήκον από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη μέτρο, ήτοι σε ποσοστό 98%, άλλως στο κατώτερο δυνατό ποσό.

Κατά την κρίση δε του Δικαστηρίου, το προσήκον από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη μέτρο επιβάλλει να περιοριστεί η αξίωσή του στο ποσό των (130.000+118.000=) 248.000 ευρώ, ποσό στο οποίο είχε τη δυνατότητα, μετά την, ως ανωτέρω, ενημέρωση του βιβλιαρίου του (στις 5-7-2007), να περιορίσει την μεταφορά στον παραπάνω αναφερόμενο κοινό λογαριασμό, από τον ατομικό του λογαριασμό και να αποτρέψει άλλες μεταφορές και αναλήψεις, μετά από την ημερομηνία αυτή (στις 9-7-2007 έγινε νέα ανάληψη ποσού 90.000 ευρώ και στις 19- 7-2007 έγινε, επίσης, ανάληψη ποσού 51.000 ευρώ).

Η παραπάνω δε διαμόρφωση της οφειλής της εναγόμενης, κατ' εφαρμογή της 288 ΑΚ, γίνεται, ειδικότερα, με βάση τις αρχές της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, η συμπεριφορά του καταθέτη και κατόχου του βιβλιαρίου καταθέσεων, που δεν ήλεγξε αυτό - παρότι το ενημέρωσε στις 5-7-2007-, εκτιμώντας και τις, ως ανωτέρω, ειδικές περιστάσεις της κρινόμενης υποθέσεως - και η οποία οδήγησε, κατά ένα μέρος, στην επέλευση του προεκτεθέντος αποτελέσματος της μεταφοράς (και στη συνέχεια ανάληψη) της, εν συνόλω, ως ανωτέρω, κατάθεσης των 389.000 ευρώ από μη δικαιούμενο πρόσωπο".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος και υποχρέωσε την εναγομένη- αναιρεσίβλητη στην καταβολή προς τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα, ποσού διακοσίων σαράντα οκτώ χιλιάδων (248.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν υπέπεσε στην, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 18 πλημμέλεια, διότι συμμορφώθηκε με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 2118/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προηγούμενη υπ'αριθμ.5828/2013 απόφαση αυτού και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ως άνω αναιρετικής απόφασης, και συγκεκριμένα από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό αυτής, η ως άνω απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε, ως προς τα κεφάλαιά της, με τα οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, στο σύνολο της, η αγωγή.

Συγκεκριμένα, η υπ' αριθ. 5828/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 330,334,827, 830 παρ.1 ΑΚ και 3 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 που εφάρμοσε, αφού, υπό τα γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, συγκροτούσε την έννοια της βαριάς αμέλειας, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της ανάληψης εξαιρετικά μεγάλων χρηματικών ποσών από τον ατομικό λογαριασμό του αναιρεσείοντος και σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα από την κατάθεσή τους, και μάλιστα όχι προσωπικά από τον ίδιο αλλά από τρίτο πρόσωπο με υπεύθυνες δηλώσεις του ν. 1599/1986, που δεν έφεραν θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του και βέβαιη ημερομηνία από αρμόδια αρχή, με ενδεχόμενο οι τεθείσες υπογραφές να μην είναι γνήσιες αλλά πλαστογραφημένες.

Επομένως, η εξουσία του Δικαστηρίου παραπομπής, στο οποίο εισήχθη η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, με κλήση, εκτεινόταν μόνο στο παραπάνω κεφάλαιο της ανωτέρω αναιρεθείσας απόφασης, για το ζήτημα της βαριάς αμέλειας της αναιρεσίβλητης το οποίο καταλάμβανε ολόκληρο το πλέγμα της επίδικης έννομης σχέσης, και μάλιστα σε όλες τις αναλήψεις των εκατόν τριάντα χιλιάδων (130.000,00) ευρώ, των εκατόν δέκα οκτώ χιλιάδων(118.000,00) ευρώ, που έλαβαν χώρα στις 20.03.2007 και 26.03.2007, αντίστοιχα, στην επιδίκαση των οποίων προέβη η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη βαριά αμέλεια της αναιρεσίβλητης, αλλά και εκείνες των εννενήντα χιλιάδων (90.000,00) ευρώ και των πενήντα μιας χιλιάδων (51.000,00) ευρώ αντίστοιχα, που έλαβαν χώρα στις 09.07.2007 και 19.07.2007, για τις οποίες το Εφετείο δέχθηκε επίσης βαριά αμέλεια των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, πλην όμως τις απέρριψε κατ'εφαρμογή του άρθρου (288ΑΚ).

Κατά συνέπεια το Εφετείο συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση ως προς το νομικό ζήτημα που επέλυσε η τελευταία και ο σχετικός πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Η γενική ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων, τόσο του οφειλέτη, όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, του άρθρου 388ΑΚ.

Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι, το Δικαστήριο, κατ' απόκλιση εκείνων που συμφωνήθηκαν, προσαρμόζει την παροχή, συμπληρώνοντας ή διευρύνοντας ή περιστέλλοντας αυτήν, όταν, λόγω της συνδρομής ειδικών συνθηκών, όπως είναι οι νομισματικές υποτιμήσεις ή διακυμάνσεις, επιβάλλεται ο εναρμονισμός της παροχής προς τις αρχές, που διαλαμβάνονται στο ως άνω άρθρο, το οποίο εφαρμόζεται σε κάθε ενοχή, και ειδικά στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις.

Η εν λόγω αρχή επιτελεί προεχόντως συμπληρωματική λειτουργία, με την έννοια ότι" οι επιβαλλόμενες πράξεις ή παραλείψεις αναφέρονται σε θέματα, που δεν προβλέπονται ειδικά από το νόμο ή τη σύμβαση, ενώ η διορθωτική επέμβαση στην ενοχή, με βάση τη διάταξη αυτή, θα πρέπει να γίνεται μόνο όταν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος και να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, αντλημένα από την ίδια έννομη τάξη και τις κρατούσες αντιλήψεις, που συνάδουν με όσα έχουν επικρατήσει, κατά τη μακραίωνη εξέλιξη, έχουν δε παγιωθεί ως αρχές, που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των συναλλασσομένων.

Ως καλή πίστη, θεωρείται η ενδεδειγμένη συμπεριφορά, σε σχέση με τις συναλλακτικές συνήθειες, σε δεδομένο τόπο και χρόνο. Η καλή πίστη πρέπει να συνδυάζεται οπωσδήποτε και να συνεκτιμάται με τα συναλλακτικά ήθη, δηλαδή με τη συμπεριφορά, που εκδηλώνεται, κατά τις συναλλαγές μέσα από τη συχνή επανάληψη μιας συμπεριφοράς σε ορισμένη κατηγορία συναλλαγών ή σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο συναλλασσομένων ή σε ορισμένη περιοχή (ΟλΑΠ53/1982, ΑΠ1088/2017, ΑΠ53/2019).

Ωστόσο η διάταξη αυτή δεν έχει έδαφος εφαρμογής, όταν πρόκειται για συμπεριφορά αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η οποία και δημιουργεί υποχρέωση προς ανόρθωση της ζημίας, εφόσον υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και της ζημιογόνου συμπεριφοράς. Η υπαιτιότητα, που αποτελεί και στην περίπτωση αυτή προϋπόθεση της υποχρέωσης για αποζημίωση, συνίσταται ακριβώς στην εκδήλωση συμπεριφοράς αντίθετης με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Η ευθύνη προς αποζημίωση ή περιορισμό της ζημίας άλλου, με συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, με την έννοια της συναλλακτικής ευθύτητας και εντιμότητας, κατά την αντίληψη του έμφρονα συναλλασσόμενου, και πρόκληση υπαίτιας ζημίας, συνδεόμενη αιτιωδώς με τη συμπεριφορά του, προϋποθέτει:

α) επιβλαβή (ζημιογόνο) συμπεριφορά αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, β) ζημία, γ) υπαιτιότητα και δ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και ζημίας. Η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών δημιουργεί αυτοτελή υποχρέωση προς αποζημίωση και κατ' ουδένα τρόπο συνιστά περιεχόμενο της παροχής του οφειλέτη, ώστε να εφαρμοσθεί η ως άνω διάταξη.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου, είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 1344/2017, ΑΠ 1348/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων, μετά την ανάληψη χρηματικού ποσού από τον τραπεζικό του λογαριασμό στις 5-7-2007, με χρήση του βιβλιαρίου καταθέσεων λογαριασμού Ταμιευτηρίου, είχε τη δυνατότητα να περιορίσει τη μεταφορά χρηματικών ποσών από τον ατομικό του λογαριασμό στον κοινό λογαριασμό, που διατηρούσε με τον Θ.

Β., και από τον οποίο (ατομικό) η Α. Κ., ως πληρεξουσία του, μετέφερε στον κοινό λογαριασμό στις 9-7-2007 90.000 ευρώ και στις 19-7-2007 51.000 ευρώ, με βάση δε τις παραδοχές αυτές έκρινε περαιτέρω ότι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, το προσήκον από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη μέτρο επιβάλλει να περιοριστεί η αξίωση του αναιρεσείοντος στα προγενέστερα της 5-7-2007 αναληφθέντα ποσά, ενώ για τα μετά την ημερομηνία αυτή αναληφθέντα ποσά ελέγχεται η συμπεριφορά του να μη ελέγξει το βιβλιάριο καταθέσεων, γεγονός που οδήγησε στην επέλευση της ζημίας του για τα ως άνω ποσά, για τα οποία και απέρριψε την αγωγή. 'Ετσι κρίνοντας το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, η οποία και δεν είχε έδαφος εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, από βαρεία αμέλεια των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης κατέστη δυνατή η μεταφορά μεγάλων χρηματικών ποσών από τον ατομικό λογαριασμό του αναιρεσείοντος.

Η αναφορά του Εφετείου ότι η παράλειψη του αναιρεσείοντος να ελέγξει το βιβλιάριο καταθέσεων οδήγησε στην επέλευση της ζημίας του για τα μετά την 5-7-2007 αναληφθέντα χρηματικά ποσά, θα μπορούσε να ενδεχομένως να θεμελιώσει ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ, για την οποία ωστόσο το Εφετείο έκρινε ότι δεν είναι νόμιμη, αφού δεν μπορεί να προταθεί κατά αξιώσεως για καταδίκη σε παροχή και γενικά σε εκπλήρωση της συμβάσεως.

Κατά συνέπεια ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου σκέλους αυτού, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να διαταχθεί δε, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση(ΑΠ1387/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.2501/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε μετά την υπ' αριθ. 2118/ 2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση. Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 2501/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του σε δικάσιμο που θα ορισθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Σεπτεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ (και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ