Legislator Case Law & Legislation
1432/2010 AI generated

1432/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1432/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, και με την από 18-6-2001 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 653/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-1-2009 αίτησή του και με τους από 8-4-2010 πρόσθετους λόγους.

Legislator headnote

AI generated

1432/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 §2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Keywords

AI generated
posted workers detachment contractor remuneration wages and movements of workers union representative labour dispute contractor's lien
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1432 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1432/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου), Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Παπαρσενίου.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γκολφίνο Γκολφινόπουλο και 2. Ψ2, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, και με την από 18-6-2001 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 653/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-1-2009 αίτησή του και με τους από 8-4-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 27-4-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από .../21.5.2009 και .../9.4.2010, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών Αθανασίου ..., προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου στην Πάτρα δικηγόρου του αναιρεσείοντα Κωνσταντίνου Λέοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση -και του οποίου την παραγγελία αυτή ενέκρινε ο τελευταίος με το .../11.5.2010 ειδικό πληρεξούσιό του της συμβολαιογράφου Πατρών Ευθυμίας Σπ. Παϊσίου συζ. Ευσταθίου Βουκελάτου- ακριβή αντίγραφα της από 26.1.2009 αίτησης αναίρεσης και των από 8.4.2010 πρόσθετων λόγων της με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (της 12.5.2010), επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης και των πρόσθετων λόγων της, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή του στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του δεύτερου αναιρεσιβλήτου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκηση του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.ΑΠ 17/1995 και 62/1990).

Απαιτείται, δηλαδή, για το χαρακτηρισμό ως καταχρηστικής της άσκησης του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η από αυτόν κατάσταση που δημιουργήθηκε, η οποία συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για αυτόν (υπόχρεο) επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεστεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 62/1990 ό.π).

Εξάλλου, το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση άσκησης του δικαιώματος του. Ειδικά, στην περίπτωση κατά την οποία, υπάρχουσας εργολαβικής σύμβασης προς ανέγερση πολυκατοικίας, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, ο εργολάβος κηρύσσεται έκπτωτος λόγω υπερημερίας, η από τον οικοπεδούχο διεκδίκηση της οριζόντιας ιδιοκτησίας, η οποία μετά την έκπτωση του εργολάβου περιήλθε σ' αυτόν από τον τρίτο, προς τον οποίο ο εργολάβος είχε υποσχεθεί την πώληση της με συμβολαιογραφικό προσύμφωνο και είχε προεισπράξει το τίμημα, τότε μόνο είναι καταχρηστική, όταν ο οικοπεδούχος συναίνεσε να εγκατασταθεί ο τρίτος στην οριζόντια ιδιοκτησία, της οποίας η πώληση είχε προσυμφωνηθεί με τον εργολάβο, πριν από την έκπτωση του, και τον διαβεβαίωσε, ότι η οριστική σύμβαση θα καταρτιζόταν με αυτόν στο άμεσο μέλλον με την καταβολή συγκεκριμένου συμπληρωματικού τιμήματος, ενόψει δε της διαβεβαίωσης αυτής ο τρίτος έκανε εργασίες αποπεράτωσης του ημιτελούς διαμερίσματος με δικές του δαπάνες, κατόπιν δε όλων αυτών ο οικοπεδούχος αθέτησε την υπόσχεση κατάρτισης οριστικού συμβολαίου (Ολ.

ΑΠ 56/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθ. .../1966 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών Θεοδώρου Ράλλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Χ, απέκτησε την κυριότητα ενός οικοπέδου, εμβαδού 843,47 τ.μ., που βρίσκεται στην θέση "..." ...

και στη διασταύρωση των οδών ... και ... . Δυνάμει του υπ' αριθ. .../10.4.1995 προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού συμβολαίου της συμ/φου Πατρών Πηνελόπης Τσούνη, ο ανωτέρω ενάγων ανέθεσε στον εργολάβο ΑΑ και εκείνος ανέλαβε την κατασκευή επί του ως άνω οικοπέδου πολυκατοικίας με το σύστημα της αντιπαροχής.

Ως εργολαβικό αντάλλαγμα, ο παραπάνω οικοπεδούχος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον ως άνω εργολάβο ή σε τρίτα πρόσωπα, που ο τελευταίος θα υποδείκνυε τα 647/1000 εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου οικοπέδου, τα οποία αντιστοιχούν σε ορισμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιγράφονται στο εν λόγω εργολαβικό συμβόλαιο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το με στοιχεία Β-8 διαμέρισμα του δευτέρου επάνω από το ισόγειο ορόφου της ανωτέρω οικοδομής, αποτελούμενο από τρία (3) κύρια δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, επιφάνειας 75,90 τ.μ.

Όλη η οικοδομή έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ. με την υπ' αριθ. .../21.7.1995 πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της ίδιας ως άνω συμ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Το παραπάνω οικόπεδο προοριζόταν αρχικά ως πλατεία. Μετά τον αποχαρακτηρισμό του, οι περίοικοι προσπαθούσαν με διάφορες ενέργειες τους να δεσμευθεί τούτο εκ νέου, ώστε να μην ανεγερθεί σ' αυτό πολυκατοικία.

Για το λόγο αυτό, οι εργολάβοι δεν δέχονταν να αναλάβουν την κατασκευή του εν λόγω έργου. Τελικά, όμως, όπως προαναφέρθηκε, την εκτέλεση του έργου αυτού, ανέλαβε ο εργολάβος ΑΑ, παρέχοντας σ' αυτόν ο ενάγων διευκολύνσεις προς κατάρτιση της σχετικής συμβάσεως, επειδή ο πρώτος είχε σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας και αδυνατούσε να χρηματοδοτήσει το ως άνω έργο.

Συγκεκριμένα, ο ενάγων δάνεισε τον παραπάνω εργολάβο με το ποσό των 85.536.000 δραχμών και προς εξασφάλιση του ο τελευταίος του μεταβίβασε με οπισθογράφηση ισόποσες συναλλαγματικές πελατών του αγοραστών άλλων διαμερισμάτων, που είχε κατασκευάσει, λήξεως από 30.8.1996 έως 30.4.1997. Με το άρθρο 4 της εργολαβικής συμβάσεως, συμφωνήθηκαν, μεταξύ των άλλων, και ότι ο εργολάβος θα βαρυνόταν με την καταβολή των ασφαλίστρων του εργατοτεχνικού προσωπικού, των ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ και οποιοδήποτε άλλον οργανισμό ή ταμείο κύριας ή επικουρικής ασφάλισης.

Ο εργολάβος, όμως, κατά παράβαση της παραπάνω συμφωνίας, δεν κατέβαλε προς το ΙΚΑ τις οφειλόμενες ασφαλιστικές του εισφορές, μ' αποτέλεσμα να ασκηθεί για το λόγο τούτο ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντος, που ήταν κατά το νόμο υπόχρεος για την καταβολή των εισφορών αυτών. Έτσι, ο ενάγων αναγκάστηκε να καταβάλει στο ΙΚΑ το ποσό του, οι περίοικοι προσπαθούσαν με διάφορες ενέργειες τους να δεσμευθεί τούτο εκ νέου, ώστε να μην ανεγερθεί σ' αυτό πολυκατοικία.

Για το λόγο αυτό, οι εργολάβοι δεν δέχονταν να αναλάβουν την κατασκευή του εν λόγω έργου. Τελικά, όμως, όπως προαναφέρθηκε, την εκτέλεση του έργου αυτού, ανέλαβε ο εργολάβος ΑΑ, παρέχοντας σ' αυτόν ο ενάγων διευκολύνσεις προς κατάρτιση της σχετικής συμβάσεως, επειδή ο πρώτος είχε σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας και αδυνατούσε να χρηματοδοτήσει το ως άνω έργο.

Συγκεκριμένα, ο ενάγων δάνεισε τον παραπάνω εργολάβο με το ποσό των 85.536.000 δραχμών και προς εξασφάλιση του ο τελευταίος του μεταβίβασε με οπισθογράφηση ισόποσες συναλλαγματικές πελατών του αγοραστών άλλων διαμερισμάτων, που είχε κατασκευάσει, λήξεως από 30.8.1996 έως 30.4.1997. Με το άρθρο 4 της εργολαβικής συμβάσεως, συμφωνήθηκαν, μεταξύ των άλλων, και ότι ο εργολάβος θα βαρυνόταν με την καταβολή των ασφαλίστρων του εργατοτεχνικού προσωπικού, των ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ και οποιοδήποτε άλλον οργανισμό ή ταμείο κύριας ή επικουρικής ασφάλισης.

Ο εργολάβος, όμως, κατά παράβαση της παραπάνω συμφωνίας, δεν κατέβαλε προς το ΙΚΑ τις οφειλόμενες ασφαλιστικές του εισφορές, μ' αποτέλεσμα να ασκηθεί για το λόγο τούτο ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντος, που ήταν κατά το νόμο υπόχρεος για την καταβολή των εισφορών αυτών. Έτσι, ο ενάγων αναγκάστηκε να καταβάλει στο ΙΚΑ το ποσό των 13.097.492 δραχμών (βλ.

και τα προσκομιζόμενα υπ' αριθ. .../3.4.1996, .../3.4.1996 και .../5.4.1996 γραμμάτια είσπραξης του υποκ/τος ΙΚΑ ...), προκειμένου να αποφύγει τη λήψη αναγκαστικών μέτρων εκτελέσεως κατά της ακίνητης περιουσίας του και να απαλλαγεί της κατηγορίας για το ανωτέρω αδίκημα. Η παραπάνω όμως αντισυμβατική συμπεριφορά του εργολάβου συνεχίστηκε, οπότε ο ενάγων κατέβαλε στο ΙΚΑ και το ποσό των 14.763.431 δραχμών (βλ.

και τα προσκομιζόμενα υπ' αριθ. .../23.12.1997 και .../23.12.1997 γραμμάτια είσπραξης) γιατί κινδύνευε να εκπλειστηριαστεί το με στοιχεία Β-3 διαμέρισμα του, που είχε κατασχεθεί απ' αυτό. Εν τω μεταξύ, όταν έληξαν οι πρώτες από τις προαναφερόμενες συναλλαγματικές, δεν πληρώθηκαν στον ενάγοντα, παρότι ο εργολάβος είχε εισπράξει το τίμημα αγοράς των διαμερισμάτων.

Τότε έγινε καινούργια συμφωνία μεταξύ τους βάσει της οποίας συμφωνήθηκε να κρατήσει ο πρώτος τις εν λόγω συναλλαγματικές και ο δεύτερος θα τις εξοφλούσε τμηματικά από το εισπραχθησόμενο τίμημα των πωλήσεων των διαμερισμάτων της ανεγειρόμενης απ' αυτόν πολυκατοικίας. Κατά τη χρονική περίοδο, που ο παραπάνω εργολάβος δεν ήταν συνεπής στη συμβατική του υποχρέωση προς το ΙΚΑ, και συγκεκριμένα στις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 1996, υποσχέθηκε στην πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, να της μεταβιβάσει το ανωτέρω υπό στοιχ.

Β-8 διαμέρισμα, αντί τιμήματος 13.500.000 δραχμών. Για τη συμφωνία αυτή δεν καταρτίστηκε συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, αλλά μόνο το από 17.10.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό. Η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου συμφωνήθηκε να γίνει με την πλήρη αποπεράτωση του διαμερίσματος μέχρι τέλος Αυγούστου του έτους 1997. Έναντι του παραπάνω τιμήματος, η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 9.500.000 δραχμών ως εξής: 1) την 7.10.1996, το ποσό των 3.500.000 δραχμών, 2) την 14-10-1996, το ποσό του 1.000.000 δραχμών, 3) την 10.7.1997, το ποσό των 2.000.000 δραχμών, 4) την 30.7.1997, το ποσό του 1.000.000 δραχμών και 5) την 12.8.1997, το ποσό των 2.000.000 δραχμών.

Το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος, ήτοι το ποσό των 4.000.000 δραχμών, συμφωνήθηκε να καταβληθεί με την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου. Στις αρχές Αυγούστου του έτους 1997, ο εργολάβος παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη τα κλειδιά του διαμερίσματος και έκτοτε αυτή βρίσκεται στη νομή και κατοχή του μαζί με τον δεύτερο εναγόμενο σύζυγο της.

Την 23.12.1997, ο ενάγων κήρυξε έκπτωτο τον παραπάνω εργολάβο και υπαναχώρησε από τη σύμβαση με την από 22.12.1997 εξώδικη δήλωση του, λόγω της προαναφερόμενης αντισυμβατικής συμπεριφοράς του και της μη ολοκληρώσεως απ' αυτόν του έργου εντός των συμφωνηθεισών προθεσμιών. Την ίδια δήλωση επανέλαβε και την 23.2.1999.

Παράλληλα, ο εργολάβος κηρύχτηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 273/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Το οριστικό συμβόλαιο για την αγορά του διαμερίσματος δεν καταρτίστηκε ποτέ, οπότε το εν λόγω διαμέρισμα παρέμεινε στην κυριότητα του ενάγοντος οικοπεδούχου. Περαιτέρω, αποδείχτηκαν και τα εξής: 1) Ότι κατά το χρονικό διάστημα που ο εργολάβος ΑΑ δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του προς το ΙΚΑ, έγιναν από τον ενάγοντα μεταβιβάσεις διαμερισμάτων προς τρίτους, στις οποίες συμμετείχε και ο ανωτέρω εργολάβος ως συμβαλλόμενος.

Ειδικότερα, καταρτίστηκαν τα παρακάτω αγοραπωλητήρια συμβόλαια: α) το .../6.9.1996 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμ/φου Πατρών Πηνελόπης Τσούνη, με το οποίο μεταβιβάστηκε στο ... ένα κατάστημα, β) το .../6.9.1996 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας συμ/φου, με το οποίο μεταβιβάστηκε στον ... ένα διαμέρισμα, γ) το .../3.12.1996 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Πατρών Χρήστου Αργύρη, με το οποίο μεταβιβάστηκε στο ...

ένα διαμέρισμα, δ) το .../18.7.1997 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμ/φου Πατρών Πηνελόπης Τσούνη, με το οποίο μεταβιβάστηκε στον ... ένα διαμέρισμα και ε) το .../22.7.1997 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας συμ/φου με το οποίο μεταβιβάστηκε στην ... ένα διαμέρισμα. 2) Ότι ο ενάγων, ενόψει και της άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εργολάβου, παρακολουθούσε επισταμένως και από κοντά την πρόοδο των εργασιών της πολυώροφης οικοδομής, ήταν γνώστης όλων γενικά των συμφωνιών αγοραπωλησίας των οριζόντιων ιδιοκτησιών του εργολαβικού ανταλλάγματος, συζητούσε με τους υποψήφιους αγοραστές, παρακολουθούσε την καταβολή των χρηματικών δόσεων από τους αγοραστές προς τον εργολάβο, τους οποίους μάλιστα παρότρυνε, μεταξύ των οποίων και την πρώτη εναγομένη, να καταβάλουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα και πριν από την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου τις δόσεις του συμφωνηθέντος τιμήματος, έχοντας προς τούτο άμεσο συμφέρον λόγω των οικονομικών του διαφορών με τον εργολάβο. 3) Ότι η πρώτη εναγομένη, από το μήνα Αύγουστο του έτους 1997, που ο εργολάβος παρέδωσε τα κλειδιά του επιδίκου διαμερίσματος σ' αυτή, άρχισε να εκτελεί επ' αυτού διάφορες βελτιωτικές εργασίες, καθώς και εξωτερικές προσθήκες. 4) Ότι η τελευταία συμμετείχε στις συνελεύσεις των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας και κατέβαλε την αναλογία των κοινοχρήστων του ως άνω διαμερίσματος, το οποίο από την αποπεράτωση του χρησιμοποιεί ως οικογενειακή στέγη. 5) Ότι στις παραπάνω συνελεύσεις συμμετείχε και ο ίδιος ο ενάγων και συζητούσε με την πρώτη εναγομένη, χωρίς ποτέ να της αμφισβητήσει οποιοδήποτε δικαίωμα νομής ή κατοχής της.

Αντιθέτως, την διαβεβαίωνε ότι μελλοντικά θα της μεταβιβάσει το ως άνω διαμέρισμα. Και 6) ότι ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για πρώτη φορά προς την εναγομένη για παράνομη κατοχή απ' αυτή του διαμερίσματος με την άσκηση της αγωγής, ήτοι μετά παρέλευση τριών ετών από τότε που εκείνη παρέλαβε τα κλειδιά του. Τα ανωτέρω (υπό στοιχ. 1 έως 6) πραγματικά περιστατικά δημιούργησαν στους εναγομένους την εύλογη πεποίθηση ότι όλα βαίνουν καλώς και ότι ο ενάγων δεν πρόκειται να διεκδικήσει το επίδικο διαμέρισμα, μ' αποτέλεσμα η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος αυτού να καθίσταται καταχρηστική, καθόσον υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, η δε επιδιωκόμενη με την αγωγή ανατροπή της δημιουργηθείσας καταστάσεως θα επιφέρει ιδιαιτέρως επαχθείς για την πρώτη εναγομένη επιπτώσεις, γιατί θα παραμείνει άστεγη, δεδομένου ότι οι οικονομικές δυνατότητες της δεν επιτρέπουν σ' αυτή να αποκτήσει για κατοικία της άλλο διαμέρισμα".

Ακολούθως το Εφετείο, κατά παραδοχή της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, που προβλήθηκε από την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αντιδίκου της, τόσο κατά τη βάση της περί διεκδίκησης της κυριότητας του επίδικου διαμερίσματος, όσο και κατά τη βάση της περί επιδίκασης στον τελευταίο ως αποζημίωση χρήσης του εν λόγω διαμερίσματος του ποσού των δρχ. 4.301.000 (ή 12.622,16 ευρώ), με την παραδοχή ότι οι αναιρεσίβλητοι "πίστευαν καλοπίστως ότι έχουν το δικαίωμα να νέμονται και να κατέχουν τούτο".

Το Εφετείο, επίσης, με τις περαιτέρω παραδοχές, ότι: "Δεν αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω πράξεις και παραλείψεις του ενάγοντος και εναγομένου της ανωτέρω αγωγής, έγιναν με πρόθεση να ζημιώσει την παραπάνω εναγομένη και ενάγουσα της αγωγής αυτής, η όλη δε συμπεριφορά του αποσκοπούσε στη διασφάλιση των δικών του συμφερόντων έναντι του εργολάβου, ο οποίος δεν ήταν συνεπής στις συμβατικές του υποχρεώσεις.

Συνεπώς, εφόσον λείπει το στοιχείο της πρόθεσης στην ελεγχόμενη συμπεριφορά του ως άνω εναγομένου, δεν θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης βάσει της διατάξεως του άρθρου 919 ΑΚ, απέρριψε ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης περί αποζημίωσης της από την αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του αντιδίκου της;

καθώς και περί χρηματικής της ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία έχει υποστεί, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ενόψει και του ότι η από μέρους της αντιδίκου του παρακώλυση της άσκησης του ένδικου δικαιώματος του, του οποίου η όλη συμπεριφορά αποσκοπούσε στη διασφάλιση των δικών του συμφερόντων έναντι του εργολάβου, καμιά δεν θα έχει επιβλαβή συνέπεια για τον ίδιο, αφού, σε περίπτωση ευδοκίμησης της σε βάρος της αγωγής του κατά την περί διεκδίκησης του εν λόγω διαμερίσματος βάση της, θα αποκομίσει ο ίδιος όφελος ισότιμο προς την αξία του επίδικου διαμερίσματος, το οποίο θα παραμείνει στην κυριότητα του, ενώ η πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία, στην πραγματικότητα, έχει καταβάλει ήδη το ποσό των δρχ. 9.500.000 έναντι του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς του εν λόγω διαμερίσματος (ύψους δρχ. 13.500.000) στον έκπτωτο εργολάβο -και όχι στον ενάγοντα, όπως από πρόδηλη προφανώς γραφική παραδρομή αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση-, ο οποία έχει κηρυχθεί ήδη σε κατάσταση πτώχευσης και ως εκ τούτου είναι αναξιόχρεος "θα παραμείνει άστεγη, δεδομένου ότι οι οικονομικές δυνατότητες της δεν επιτρέπουν σ' αυτή να αποκτήσει για κατοικία της άλλο διαμέρισμα".

Ο μοναδικός, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του αντιδίκου τους χωρίς να διαλάβει καμία αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα "του ποιές συνέπειες επάγεται γι' αυτόν η παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματος του και σε ποια σχέση τελούν οι συνέπειες αυτές με τις συνέπειες που επάγεται για τους αντιδίκους η άσκηση του δικαιώματος του", παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, από την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά, ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).

Εξάλλου, όταν η από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και επομένως η μη λήψη υπόψη και αυτού από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περίπτ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από την πρώτη αναιρεσίβλητη με τις πρωτόδικες προτάσεις της και, ειδικότερα, ότι το ποσό των δρχ. 9.500.000, που αντιστοιχεί σε μέρος του τιμήματος αγοράς του επίδικου διαμερίσματος καταβλήθηκε δήθεν από την ίδια στον αντίδικο της και, περαιτέρω, ότι η εν λόγω αναιρεσίβλητη, "θα παραμείνει άστεγη και ότι δεν έχει τις οικονομικές δυνατότητες που θα της επιτρέψουν να αποκτήσει για κατοικία της άλλο διαμέρισμα", τα οποία συνιστούν αυτοτελή πραγματικά περιστατικά που προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ένδικο δικαίωμα του αναιρεσείοντα.

Ο ερευνώμενος αυτός πρόσθετος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος μεν, ως προς το πρώτο σκέλος του, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας και, ειδικότερα, της από 18.6.2001 αγωγής αποζημίωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά του και ήδη αντιδίκου της για το σ' αυτή διαλαμβανόμενο λόγο των από 10.2.2003 πρωτόδικων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων που υποβλήθηκαν προς αντίκρουση της ένδικης σε βάρος τους από 3.7.2000 διεκδικητικής αγωγής του αντιδίκου τους και με τις οποίες προβλήθηκε μεταξύ άλλων, από μέρους τους - τότε εναγομένων - η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του τελευταίου, καθώς και της από 20.4.2004 έφεσης της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της απορριπτικής σε βάρος όλων των διαδίκων πρωτόδικης απόφασης (653/2003 οριστικής του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών), η πρώτη αναιρεσίβλητη πρότεινε προς θεμελίωση της αμέσως πιο πάνω ένστασής της, αλλά και προς υποστήριξη της ουσιαστικής βασιμότητας της παραπάνω αγωγής της, το αυτοτελές πραγματικό περιστατικό, ότι έναντι του (συμφωνημένου) τιμήματος αγοράς του επίδικου διαμερίσματος (ύψους δρχ. 13.500.000) κατέβαλε η ίδια "δια των γονέων της" στον πωλητή εργολάβο και τον αντίδικό της σταδιακά το ποσό των δρχ. 9.500.000 "το οποίο και έλαβαν αυτοί", ως απαράδεκτος δε, ως προς το δεύτερο σκέλος του, προεχόντως μεν, γιατί ο περιεχόμενος σ'αυτόν ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά συνιστά επιχείρημα αντλούμενο από την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά δεύτερο δε λόγο, γιατί με αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των συνιστώντων την ουσία της υπόθεσης πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 §2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασης του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης. Ο δεύτερος, επομένως, πρόσθετος λόγος με τον οποίο μέμφεται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή του και κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της ένστασης των αντιδίκων του περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του, μολονότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρονται αυτοτελή πραγματικά περιστατικά προσδίδοντα καταχρηστικό χαρακτήρα στην ενάσκηση του εν λόγω δικαιώματος και ως προς το δεύτερο αναίρεσίβλητο, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, λόγω της μη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής της και ως προς τον πιο πάνω αναιρεσίβλητο, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται σ' αυτόν, ότι ο προμνημονευόμενος ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί μη συνδρομής των όρων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, προτάθηκε παραδεκτά από μέρους του στο Εφετείο, με σαφή και ορισμένο λόγο της έφεσής του κατά της απορριπτικής σε βάρος του πρωτόδικης απόφασης, σε κάθε δε περίπτωση, ως απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 §2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, ο επίμαχος ισχυρισμός δεν προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο, δεν εμπίπτει δε σε καμιά από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 §2 Κ.Πολ.Δ.

εξαιρέσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.1.2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 53/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών, καθώς και τους από 8.4.2010 πρόσθετους λόγους της.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Οκτωβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ