Legislator Case Law & Legislation
1432/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on bill of exchange issuance in foreign currency for international transaction.

Case Number 1432/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting the bill of exchange's issuance. The appellant argued the bill was void due to domestic law prohibiting foreign currency obligations, while the court found the underlying transaction was international. The court ruled that the prohibition applies only to internal transactions, not those involving foreign payment obligations, thus validating the bill.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(1)(d) of Law 5422/1932; Article 12 of Law 1704/1939; The prohibition on contracting obligations in foreign currency applies solely to internal transactions and does not invalidate bills of exchange issued for international dealings.

Keywords

AI generated
bill of exchange foreign currency international transaction domestic prohibition annulment appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 4(1)(d) of Law 5422/1932
Article 12 of Law 1704/1939
Article 3 of Law 362/1945
Article 7 of Law 362/1945
Article 158 of the Civil Code
Article 361 of the Civil Code
Article 12 of Law 5960/1933
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
120/2003
65/2004
41/2002
285/2005
11/2003
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 666/2005 οριστική του Εφετείου Θράκης.
666/2005
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 666/2005 οριστική του Εφετείου Θράκης.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1432 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1432/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσιμπανούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Δημαρά χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/9/2001 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 666/2005 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/3/2006 αίτησή του και τους από 16/4/2007 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 15/5/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο οφειλέτης από επιταγή, όπως είναι ο εκδότης της επιταγής (άρθρο 12 ν.5960/1933), μπορεί, αναγόμενος στην αιτία εκδόσεως του τίτλου, να επικαλεσθεί ότι, δυνάμει συμφωνίας του με τον κομιστή, ο τελευταίος δικαιούται να ασκήσει τα δικαιώματά του από την επιταγή μόνο κατά ορισμένο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, προβάλλοντας έτσι ένσταση, αναβλητική ή αναιρετική, κατά τις περιστάσεις, τα θεμελιωτικά περιστατικά της οποίας οφείλει να αποδείξει. Εξάλλου, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), μπορεί να συνομολογηθεί, κατ' αρχήν ατύπως (άρθρο 158 ΑΚ), η λεγόμενη εγγυοδοτική (ή εγγυητική) σύμβαση, κατά την οποία ένας από τους συμβαλλόμενους (εγγυοδότης) δίνει στον αντισυμβαλλόμενό του (εγγυολήπτη) την αυτόνομη υπόσχεση ότι θα ευθύνεται απέναντί του για την περίπτωση που πραγματοποιηθεί κάποιος μελλοντικός κίνδυνος που αφορά τον εγγυολήπτη. Ο κίνδυνος μπορεί να αφορά την επέλευση ή μη ενός νομικού ή πραγματικού αποτελέσματος, για το οποίο ο εγγυοδότης δεν ευθύνεται από άλλη αιτία, όπως το κερδοφόρο ή μη αποτέλεσμα και το μέτρο της αποδόσεως μιας χρηματοοικονομικής επενδύσεως, που πραγματοποιείται με τη διαμεσολάβηση του εγγυοδότη.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: Ο ανακόπτων ίδρυσε στην ... την εταιρία "... ΕΠΕ" με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβούλων για οικονομικά θέματα, σε χρηματιστηριακές εργασίες και επενδύσεις κεφαλαίου.

Διατηρούσε μάλιστα δύο επενδυτικούς λογαριασμούς στην τράπεζα των ΗΠΑ Μέρριλ Λύντς, στους οποίους συγκέντρωνε κεφάλαια δικά του και άλλων επενδυτών (πελατών του), τα οποία διαχειρίζονταν, επενδύοντάς τα σε μετοχές του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης. Επειδή η πορεία της εταιρίας του ήταν επιτυχημένη, ο ανακόπτων ίδρυσε το 1997 άλλη εταιρία, την "Επενδυτική Καβάλας ΑΕΠΕΥ", με άδεια από την επιτροπή κεφαλαιαγοράς, της οποίας σκοπόσ ήταν η λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση για λογαριασμό των επενδυτών, χρηματιστηριακών συναλλαγών, η διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών και η παροχή αναλόγων συμβουλών.

Πρόεδρος του Δ.Σ και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας ήταν ο ανακόπτων. Οι διάδικοι είχαν τέτοιου είδους συναλλαγές από το 1994. Συγκεκριμένα, ο ανακόπτων αναλάμβανε να επενδύει τα κεφάλαιά του καθ' ου η ανακοπή σε συνάλλαγμα καις ε δραχμές, μαζί με κεφάλαια άλλων πελατών του (με την μορφή δηλαδή λογαριασμού πελατών), περιορισμένου πάντως αριθμού.

Επρόκειτο για πελάτες της πιο πάνω εταιρίας του, όπως και ο καθ' ου. Η παράδοση των κεφαλαίων προς επένδυση γινόταν με την συμφωνία ότι το επενδυόμενο κεφάλαιο θα είχε κερδοφόρα απόδοση 16% ετησίως. Ο ανακόπτων, εγγυώνταν ο ίδιος προσωπικά την εξασφάλιση των κερδών αυτών. Η υπόσχεσή του αυτή, που δόθηκε ατύπως και, "είχε τη δική της αυτοτέλεια στα πλαίσια των γενικότερων συναλλαγών των διαδίκων", έφερε τον χαρακτήρα εγγυητικής (ή εγγυοδοτικής) συμβάσεως, με την οποία ανελάμβανε την ευθύνη έναντι του δέκτη της υποσχέσεως (καθ' ου η ανακοπή) ότι θα επέλθει το υποσχόμενο κερδοφόρο αποτέλεσμα.

Για την υλοποίηση της υποσχέσεώς του αυτής, ο ανακόπτων εξέδιδε κάθε φορά και παρέδιδε στον καθ' ου η ανακοπή μεταχρονολογημένη επιταγή με χρόνο εκδόσεως, συνήθως ένα έτος αργότερα, με πληρωτέο ποσό το κεφάλαιο για επένδυση και επί πλέον την εγγυημένη ετήσια κερδοφόρο απόδοση (16%). Στα πλαίσια της συνεργασίας τους αυτής, ο καθ' ου, έλαβε ένα δάνειο σε ιαπωνικό νόμισμα (γιεν) εξάμηνης διάρκειας, ποσού 20.492.223 γιεν, ήτοι 50.000.000 δραχμών, με εξάμηνο εκτοκισμό, για να επενδυθεί το ποσό αυτό, μέσω του ανακόπτοντος και της προαναφερόμενης αμερικανικής τράπεζας, στο αμερικανικό χρηματιστήριο, με την συμφωνία απόδοσης 16% ετησίως, κατά το πρώτο έτος, και 18% ετησίως, το δεύτερο.

Το δάνειο ανέλαβε να εξοφλεί, ο ανακόπτων, θα κατέβαλλε δε στον καθ' ου, κάθε τρίμηνο, τη διαφορά μεταξύ της συμφωνηθείσας απόδοσης, και των ποσών, που θα κατέβαλλε ως τόκους και άλλα έξοδα στην τράπεζα. Τα χρήματα αυτά, ο ανακόπτων, τα επένδυσε στους παραπάνω λογαριασμούς της αλλοδαπής τράπεζας. Στην συνέχεια, στις 10-9-99, ο ανακόπτων κατέβαλε στην τράπεζα 10.000.000 δραχμές και ο καθ' ου, μετά από συμφωνία, προέβη σε εξάμηνη παράταση του δανείου, και ακολούθως, στις 10-3-2000, σε νέα τρίμηνη παράταση.

Στις 13-6-2000, προέβη σε ανανέωση του δανείου, που μετετράπη σε ελβετικά φράγκα. Την ίδια ημερομηνία, οι διάδικοι, προκειμένου να εξασφαλισθεί ο καθ' ου, κατάρτισαν άτυπη εγγυητική σύμβαση, κατά τους όρους της οποίας ο ανακόπτων παρείχε προσωπική ασφάλεια στον καθ' ου, για εξασφάλιση του αρχικού κεφαλαίου του ποσού του δανείου (50.000.000 δρχ) και της απόδοσης του ποσού αυτού, κατά 16% το πρώτο έτος και 18% στη συνέχεια.

Για τον σκοπό αυτό, ο ανακόπτων, εξέδωσε την με αριθμ. ... μεταχρονολογημένη αλλοδαπή επιταγή της πιο πάνω αμερικανικής τράπεζας, ποσού 168.548 δολαρίων ΗΠΑ, που περιλάμβανε το ποσό του κεφαλαίου και τους συμβατικούς τόκους, με ημερομηνία εκδόσεως την 10-12-2000, ημερομηνία κατά την οποία έληγε το δάνειο. Στις 12-12-2000, η επιταγή αυτή, λόγω αδυναμίας του ανακόπτοντος να την εξοφλήσει, αντικαταστάθηκε, μετά από συμφωνία των διαδίκων, με την υπ' αριθμ. ...

ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή, που έφερε ως ημερομηνία εκδόσεως την 10-2-2001. Η επιταγή αυτή, αν και εμφανίσθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, μέσω της ελληνικής τράπεζας, στην αλλοδαπή πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκε, επειδή δεν υπήρχαν επαρκή κεφάλαια. Με βάση τις παραδοχές αυτές του δικαστηρίου της ουσίας η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, που αποτέλεσε την αιτία εκδόσεως της επίδικης επιταγής, φέρει τον χαρακτήρα εγγυοδοτικής (ή εγγυητικής) συμβάσεως.

Με αυτήν ο ανακόπτων ανέλαβε την ευθύνη ότι η επένδυση κεφαλαίων του καθ' ου μέσω της εταιρείας "Επενδυτική Καβάλας ΑΕΠΕΥ" θα είναι κερδοφόρα και θα έχει συγκεκριμένη ελάχιστη απόδοση, πρόκειται δε για σύμβαση που εμφανίζει αυτονομία έναντι των άλλων, σχετικών με την επένδυση αυτή συμβατικών σχέσεων.

Επομένως δεν συνιστά σύμβαση με την οποία η άσκηση των δικαιωμάτων του καθ' ου από την επιταγή εξαρτήθηκε από τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων και ειδικότερα από την προϋπόθεση ότι οι επενδυτικοί λογαριασμοί του θα ήταν κερδοφόροι, ούτε συμφωνία κατά την οποία η έκδοση της επιταγής είχε αποδεικτική μόνον αξία περί του ύψους του κεφαλαίου που παραδόθηκε προς επένδυση.

Εξάλλου, η σύμβαση αυτή, έχουσα τα παραπάνω χαρακτηριστικά, λόγω της αυτοτέλειάς της έναντι της οποιασδήποτε σχετικής προς την επένδυση των χρημάτων του καθ' ου, συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, δεν επηρεάζεται από τυχόν ακυρότητα της τελευταίας και κατ' ακολουθίαν, η ακυρότητα αυτή αλυσιτελώς προβάλλεται.

Επομένως, το Εφετείο, που κατά την υπαγωγή των πραγματικών παραδοχών του στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος ότι α) η έκδοση της επιταγής είχε αποδεικτικό μόνον χαρακτήρα ή, άλλως, ότι η άσκηση των δικαιωμάτων από την επιταγή, κατά την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, προϋποθέτει κερδοφορία των επενδύσεων, πράγμα που δεν συνέβη στην προκείμενη περίπτωση και β) ότι αιτία εκδόσεως της επιταγής υπήρξε εν γένει επενδυτική συναλλαγή άκυρη, λόγω αντιθέσεώς της προς τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 1 έως 3 και 16 του ν.3632/1928, 20 παρ. 1 και 2 του ν.1806/1988, 4 παρ. 1 του ν.2396/1996 και 29 παρ. 5 του ν.2579/1998, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, καθώς και τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου νομικές διατάξεις, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο καθ' ου γνώριζε πως τα κεφάλαιά του θα επενδύονταν στο χρηματιστήριο της Νέα Υόρκης σε τομείς επενδύσεων μεγάλων αποδόσεων και υψηλής τεχνολογίας αλλά και υψηλού κινδύνου και παρά ταύτα αποδέχθηκε τον κίνδυνο, προσδοκώντας κέρδη, ούτε ότι έδωσε εντολή να επενδυθούν τα χρήματά του σε τέτοιες μετοχές.

Διότι ο καθ' ου, που συνεργάζονταν με τον ανακόπτοντα από πολλά έτη για επενδύσεις στο ελληνικό χρηματιστήριο, ήταν μεν γνώστης των χρηματιστηριακών συναλλαγών, αλλά δεν γνώριζε λεπτομέρειες για τις υψηλές αποδόσεις και τους κινδύνους του αμερικάνικου χρηματιστηρίου. Αντιθέτως επεδίωκε επενδύσεις σε κεφάλαια σταθερής αποδόσεως, οι δε ριψοκίνδυνες επενδύσεις στους ως άνω τομείς γινόταν με πρωτοβουλία του ανακόπτοντος.

Κατ' ακολουθίαν δε των παραδοχών αυτών το Εφετείο έκρινε ότι ο καθ' ου δεν συνετέλεσε ο ίδιος με δικό του πταίσμα στη ζημία του και απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμού του ανακόπτοντος. Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 300 ΑΚ.

Ειδικότερα η παραδοχή του Εφετείου ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο καθ' ου γνώριζε ότι τα κεφάλαιά του θα επενδύονταν σε τομείς επενδύσεων μεγάλων αποδόσεων και υψηλής τεχνολογίας αλλά και υψηλού κινδύνου δεν έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι ο ίδιος διάδικος έλαβε δάνειο σε ιαπωνικό νόμισμα (γιεν) για να επενδυθεί μέσω του ανακόπτοντος στο αμερικανικό χρηματιστήριο.

Επομένως, υποστηρίζοντας τα αντίθετα ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για να δημιουργηθεί ο προβλεπόμενος με αυτό λόγος αναιρέσεως, αν η έλλειψη νόμιμης βάσεως αναφέρεται σε αντιφατικότητα αιτιολογιών, αυτή (αντιφατικότητα) πρέπει να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της προβλεπόμενης αποφάσεως και όχι μεταξύ αυτών και άλλων εγγράφων.

Κατά ταύτα ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προς στήριξή του γίνεται επίκληση αντιφάσεως μεταξύ παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης και των παραδοχών άλλης αποφάσεως, ήτοι της 7/2006 αποφάσεως, του ίδιου δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ανακοπή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος, την χωρίς όρκο εξέταση του ανακόπτοντος και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τις ακόλουθες δικαστικές αποφάσεις, ήτοι τις 120/2003 και 65/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, την 41/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και την 285/2005 του Εφετείου Θράκης, ως προς τις οποίες δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού από καμία διάταξη δεν επιβάλλεται να γίνεται διαστολή ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 εδαφ. δ του ν.5422/1932, 11 παρ.2 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. της 14/7/1932, που, διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 7 του α.ν. 362/1945, του άρθρου 4 του τελευταίου αυτού νόμου και το συνδυασμό τους με τη διάταξη του άρθρου 12 του α.ν. 1704/1939 προκύπτει ότι η απαγόρευση της συνομολογήσεως υποχρεώσεων σε αλλοδαπό νόμισμα αναφέρεται στις εσωτερικές μόνο συναλλαγές και όχι στις εξωτερικές ή διεθνείς, όπως είναι εκείνες στις οποίες ο ένας από τους συμβαλλόμενους εκπληρώνει την υποχρέωσή του σε χώρα άλλου κράτους, γιατί στην περίπτωση αυτή η σύμβαση από την οποία πηγάζουν δεν ενέχει δυσπιστία προς το εγχώριο νόμισμα ή υπονόμευσή του.

Διεθνής συναλλαγή υπάρχει, και επί τραπεζικής επιταγής πληρωτέας στην αλλοδαπή, που έχει μάλιστα αιτία εκδόσεώς της διεθνή συναλλαγή κατά την ανωτέρω έννοια, και επομένως δεν απαγορεύεται η έκδοσή της σε ξένο νόμισμα. Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές του Εφετείου, η έκδοση της επίδικης επιταγής συνιστά διεθνή συναλλαγή, αφού αυτή είναι πληρωτέα στην αλλοδαπή, ως αιτία δε εκδόσεώς της έχει την ανάληψη ευθύνης για κίνδυνο συναρτώμενο με άλλη συναλλαγή, η οποία συνδέεται με υποχρεώσεις στην αλλοδαπή.

Επομένως η έκδοση της σε ξένο νόμισμα δεν απαγορεύεται. Το Εφετείο, συνεπώς, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε απορριπτέο τον λόγο της ανακοπής, με τον οποίο προβλήθηκε η ακυρότητα της επιταγής αυτής, για το λόγο ότι εκδόθηκε σε ξένο νόμισμα, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ο δε περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 μοναδικός πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-3-2006 αίτηση του ... για αναίρεση της 666/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008 .

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ