Supreme Court allows appeal against partial dismissal due to appellate court's omission of co-ownership ruling on buildings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a partial dismissal of a property dispute. The appellate court rejected the plaintiffs' claim as abusive but failed to explicitly rule on the co-ownership of specific buildings and land sections in its judgment. The court held that this omission rendered the appeal admissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure, as the appellate court left a substantive issue undecided. Consequently, the case was remitted to the original court for further proceedings with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 578, 580 of the Code of Civil Procedure: An appellate court's failure to rule on a specific claim regarding co-ownership, despite acknowledging the parties' rights, constitutes a violation of the duty to decide and warrants the remittal of the case for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1431 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1431/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών-καλουσών: 1) Μ. συζ. Θ. Γ. θυγ. Δ. και Σ. Μ., 2) Σ. Γ. του Θ. και της Μ., 3) Α. Γ. του Θ. και της Μ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσούλα Ψαράκη, που ανακάλεσε την από 4-4-2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ε. χήρας Κ. Μ., θυγ. Θ. Μ. (κληρονόμος του αρχικώς εναγομένου - εκκαλούντος εφεσιβλήτου - αναιρεσιβλήτου Κ. Μ. του Ι. και της Μ. ή Μ.), η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Θ. Μ. του Κ. και της Ε. (κληρονόμος του αρχικώς εναγομένου - εκκαλούντος - εφεσιβλήτου - αναιρεσιβλήτου Κ. Μ. του Ι. και της Μ. ή Μ.), 3) Ι. Μ. του Κ. και της Ε. (κληρονόμος του αρχικώς εναγομένου - εκκαλούντος - εφεσιβλήτου - αναιρεσιβλήτου Κ. Μ. του Ι. και της Μ. ή Μ.), κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βασιλόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: 4) Α. Μ. του Ι. και της Μ. ή Μ. συζ. Γ. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω υπό στοιχείο 2 και 3 αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και του ήδη αποβιώσαντος Ι. Κ. του Δ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ....
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2017 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 11-7-2019 αίτησή τους, που εισάγεται προς συζήτηση με την από 13-12-2021 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείουσες, καθώς και ο Ι. Κ. άσκησαν κατά των εναγομένων και ήδη αρχικώς αναιρεσιβλήτων Κ. Μ. του Ι. και Α. Μ. του Ι., την από 15-3-2009 αγωγή, με την οποία ζήτησαν, μετά μετατροπή του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας της πρώτης εξ αυτών σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας της δεύτερης και τρίτης εξ αυτών σε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία, το δικαίωμα της επικαρπίας σε ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου του τέταρτου εξ αυτών (Ι.
Κ.) και το δικαίωμα πλήρους κυριότητας σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του εναγομένου Κ. Μ., επί ενός ακινήτου εμβαδού 567,75 τ.μ., μετά των πέντε οικιών που έχουν ανεγερθεί σ' αυτό, το οποίο βρίσκεται εκτός σχεδίου και εντός ζώνης του δήμου .... Ζήτησαν, επίσης, να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση δωρεάς που περιλαμβάνεται στο ...
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Κ. Α. είναι άκυρη και να αναγνωρισθεί, τέλος, ότι το ακίνητο που αληθώς δωρήθηκε με το ως άνω ... συμβόλαιο στον πρώτο εναγόμενο, είναι το 1/2 εξ αδιαιρέτου του πιο πάνω ακινήτου των 567,75 τ.μ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο ... με την 19/2012 οριστική του απόφαση δέχθηκε την αγωγή κατά το πρώτο αίτημά της, απέρριψε δε αυτήν κατά τα υπόλοιπα (δεύτερο και τρίτο) αιτήματά της.
Κατά της οριστικής αυτής απόφασης οι ενάγοντες άσκησαν την από 18-3-2013 έφεση και οι εναγόμενοι την από 20-8-2013 έφεση. Πριν τη συζήτηση των εφέσεων απεβίωσε ο τέταρτος των εναγόντων-εκκαλούντων Ι. Κ. και τη δίκη συνέχισαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του δεύτερη και τρίτη των εναγόντων-εκκαλούντων και το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας με την 44/2017 τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει σχετική ένσταση των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων, την οποία αυτοί (εναγόμενοι) είχαν προτείνει πρωτοδίκως και επανέφεραν με λόγο έφεσης και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και στη συνέχεια, κάνοντας δεκτές και τις δύο εφέσεις, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, και αναγνώρισε το δικαίωμα που επικαλέστηκε με την αγωγή έκαστος των εναγόντων επί του επιδίκου ακινήτου, μόνο όμως στο τμήμα του που είναι ακάλυπτο, εμβαδού 300 τ.μ.
περίπου, ήτοι αυτό που δεν καταλαμβάνεται από τα πέντε κτίσματα (ισόγεια και διώροφες οικίες), τα οποία έχουν ανεγερθεί στο ακίνητο. Με την ίδια, επίσης, απόφαση το Εφετείο αναγνώρισε ότι το ... συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου ... Κ. Α. είναι άκυρο. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, οι ενάγουσες (τρεις πρώτες των εναγόντων) άσκησαν στις 12-7-2019 και προ πάσης επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, την ένδικη από 11-07-2019 αίτηση αναίρεσης κατά των αρχικώς εναγομένων, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε, με επίσπευση των αναιρεσειουσών στις 14-06-2022, η στην αρχή της παρούσας αναφερομένη (5-4-2023).
Μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και πριν τον προσδιορισμό της ανωτέρω δικασίμου, απεβίωσε στις 29-07-2019 ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων Κ. Μ. του Ι., χωρίς να αφήσει διαθήκη, και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, ήτοι τη σύζυγό του Ε. χήρα Κ.
Μ., θυγ. Θ. Μ. και τα δύο τέκνα του Θ. Μ. και Ι. Μ., οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία του συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα (βλ. το από 28-9-2021 απόσπασμα της με αριθμό ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου της Δ.Ε. ..., το ...-2020 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Τριφυλίας και τα 187/31-3-2023 και 48/31-3-2023 πιστοποιητικά της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ...).
Στη συνέχεια, και συγκεκριμένα στις 31-05-2020, απεβίωσε η δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη Α. Μ. του Ι. (βλ. το από 28-9-2021 απόσπασμα της με αριθμό 55/2020 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου της Δ.Ε. ...) και το προσωπικό δικαίωμα της δουλείας οικήσεως - χρήσεως, που, σύμφωνα με την αγωγή, διατηρούσε σε μέρος του επιδίκου ακινήτου και για το οποίο ενήχθη με την αγωγή, αποσβέστηκε με το θάνατό της, χωρίς για το λόγο αυτό το δικαίωμά της αυτό να κληρονομηθεί, όπως συνομολογείται.
Οι αναιρεσείουσες, για να αποφύγουν προφανώς την περίπτωση διακοπής της δίκης αυτής λόγω του θανάτου των αρχικώς αναιρεσιβλήτων, και καθώς οι ανωτέρω κληρονόμοι του αρχικού πρώτου αναιρεσιβλήτου Ι. Μ. δεν αποποιήθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία, επισπεύδουν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την από 13-12-2021 κλήση τους, την οποία στρέφουν κατά των εν λόγω κληρονόμων του Ι.
Μ., δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η, στην αρχή της παρούσας, αναφερομένη. Κατά τη δικάσιμο, όμως, αυτή και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε μεν η δεύτερη των αρχικώς αναιρεσιβλήτων Α. Μ., αφού ήδη είχε αποβιώσει, δεν τίθεται ωστόσο θέμα διακοπής της δίκης κατά το άρθρο 286 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, όπως εκθέτουν στην ανωτέρω κλήση τους οι αναιρεσείουσες και συνομολογούν οι παριστάμενοι καθών η κλήση, το δικαίωμα της προσωπικής δουλείας οικήσεως που αυτή διατηρούσε επί μέρους του επιδίκου ακινήτου αποσβέστηκε με το θάνατό της, χωρίς αυτό να κληρονομηθεί.
Δεν εμφανίστηκε, επίσης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο η πρώτη των καθών η κλήση Ε. χήρα Κ. Μ. Όπως δε προκύπτει από τη με αριθμό ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας των Εφετείων Ναυπλίου - Καλαμάτας Κ. Π., ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 11-07-2019 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην ως άνω πρώτη των καθών η κλήση.
Επίσης, όπως προκύπτει από τη με αριθμό ...-2023 έκθεση επίδοσης του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή, ακριβές αντίγραφο της από 13-12-2021 κλήσης των αναιρεσειουσών, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την ίδια πιο πάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αυτήν ως άνω πρώτη των καθών η κλήση.
Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεδομένου ότι η πιο πάνω απολειπόμενη διάδικος έχει νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί, πρέπει το Δικαστήριο αυτό να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της. Περαιτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνονται οι αναιρεσείουσες ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, αλλά και με την έφεσή τους, προέβαλαν την ένσταση περί ιδίας αυτών κυριότητας επί τμήματος του επίδικου ακινήτου και διαφόρων κτισμάτων. Ότι εφόσον οι εναγόμενοι όχι μόνο δεν αναγνωρίζουν το δικαίωμα της (συγ)κυριότητάς τους επί του όλου επίδικου ακινήτου και των επικειμένων αυτού αλλά, αντίθετα, το αποκρούουν και διατείνονται ότι το δικαίωμα τούτο ανήκει σ' αυτούς, η επικουρικώς ασκηθείσα από αυτούς (εναγομένους) ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ήταν απορριπτέα. Και αυτό διότι, όπως ισχυρίζονται, η άσκηση της ένστασης αυτής προϋποθέτει την ρητή ή σιωπηρή ομολογία των περιστατικών που θεμελιώνουν το αγωγικό δικαίωμα, στην ανατροπή ή διακώλυση γέννησης του οποίου κατατείνει η εν λόγω ένσταση. Ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και, τούτο, διότι, όπως δέχονται και οι αναιρεσείουσες, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που προέβαλαν οι εναγόμενοι, ασκήθηκε από αυτούς επικουρικά, και επομένως, για την περίπτωση που δεν γίνει δεκτή η αρχικά προταθείσα από αυτούς ένσταση ιδίας κυριότητας επί τμήματος του επιδίκου ακινήτου.
Συνεπώς, η με τον τρόπο αυτό ασκηθείσα ως άνω ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ από τους εναγομένους, εφόσον έγινε επικουρικά, ήταν παραδεκτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 219 και 262 ΚΠολΔ, το δε Εφετείο που έκρινε αυτήν παραδεκτή, δεν υπέπεσε στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 59/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνονται οι αναιρεσείουσες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραβιάζοντας την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Ειδικότερα, διατείνονται ότι το Εφετείο, παρά το γεγονός ότι δέχθηκε ότι με τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο πράξεις και ενέργειες των ιδίων και των δικαιοπαρόχων τους, δεν ανέχθηκαν τις προσπάθειες των αναιρεσιβλήτων να σφετεριστούν την ιδιοκτησία τους, δέχθηκε στη συνέχεια ότι δεν αντέδρασαν στις ενέργειες των αναιρεσιβλήτων να αξιοποιήσουν και να βελτιώσουν τις οικίες στους στο επίδικο ακίνητο, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν την πεποίθηση σ' αυτούς ότι δεν θα ασκήσουν τα δικαιώματά τους στα κτίσματα αυτά και στο έδαφος που αυτά καταλαμβάνουν, με αποτέλεσμα να δεχθεί εν μέρει τη σχετική τους ένσταση.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά το μέρος της που ενδιαφέρει την έρευνα του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση ... του Δήμου ..., εκτός σχεδίου και εντός ζώνης, έχει συνολική έκταση 567,75 τ.μ., εμφαίνεται με τα στοιχεία ...
στο από Ιουλίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ. Π., συνορεύει βόρεια εν μέρει με πλευρά ..., μήκους 20,50 μ. με ιδιοκτησία Α. Κ. και εν μέρει σε πλευρά Ν-Ξ, μήκους 7 μ. με ιδιοκτησία πρώτου εναγομένου Κ. Μ., νότια σε πλευρά Α-Β, μήκους 27,20 μ. με συνιδιοκτησία των εναγόντων και του πρώτου εναγομένου Κ.
Μ., ανατολικά εν μέρει σε πλευρά Α-Ξ, μήκους 8,43 μ. με ιδιοκτησία Κ. και εν μέρει σε πλευρά Λ-Ν, μήκους 16,57 μ. με ιδιοκτησία πρώτου εναγομένου Κ. Μ. και δυτικά σε πρόσωπο Β-Μ, μήκους 25 μ. με την Ε.Ο. ... - ... και περιλαμβάνει πέντε κτίσματα, δηλ. : α) μία ισόγεια οικία εμβαδού 26 τ.μ. περίπου με ημιυπαίθριο χώρο εμβαδού 10,40 τ.μ., η οποία εμφαίνεται με το στοιχείο Α στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, β) μία διώροφη οικία συνολικού εμβαδού74,20 τ.μ., η οποία αποτελείται από ισόγειο εμβαδού 37,10 τ.μ.
και πρώτο όροφο εμβαδού 37,10 τ.μ. και εμφαίνεται με το στοιχείο Β στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, γ) μία διώροφη οικία συνολικού εμβαδού 136 τ.μ., η οποία αποτελείται από ισόγειο εμβαδού 68 τ.μ. και πρώτο όροφο εμβαδού 68 τ.μ. και εμφαίνεται με το στοιχείο Γ στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, δ) μία διώροφη οικία συνολικού εμβαδού 112 τ.μ., η οποία αποτελείται από ισόγειο εμβαδού 56 τ.μ.
και πρώτο όροφο εμβαδού 56 τ.μ. και εμφαίνεται με το στοιχείο Δ στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και ε) μία διώροφη οικία συνολικού εμβαδού 112 τ.μ., η οποία αποτελείται από ισόγειο εμβαδού 56 τ.μ., πρώτο όροφο εμβαδού 56 τ.μ. και ημιυπαίθριο χώρο εμβαδού 14,56 τ.μ. και εμφαίνεται με το στοιχείο Ε στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα.
Καθώς συνομολογείται από τους διαδίκους, το ακίνητο αυτό ανήκε αρχικά στην κυριότητα του Κ. Μ. και περιελάμβανε μία πέτριν διώροφη οικία (κτίσματα Γ και Δ), που εφάπτονταν στη δυτική πλευρά του σε μήκος 11,20 περίπου μέτρων και στη βόρεια πλευρά του σε μήκος 10,00 μέτρων και δύο συνεχόμενες αποθήκες που εφάπτονταν στη βόρεια πλευρα του σε μήκος 5,30 και 5,20 μέτρων και είχαν βάθος 7,00 και 7,00 μέτρων αντίστοιχα.
Ο Κ. Μ. απεβίωσε το έτος 1908 και άφησε εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τα έξι τέκνα του και τη σύζυγό του Μ. χήρα Κ. Μ., οι οποίοι υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν στην κληρονομιά του με πρόθεση κληρονόμου. Οι εν λόγω κληρονόμοι διένειμαν άτυπα τα ακίνητα της κληρονομιάς και το επίδικο περιήλθε στα τέκνα του Δ. Μ. (πατέρα της πρώτης, παππού της δεύτερης και της τρίτης και πεθερού του τέταρτου των εναγόντων) και Ι.
Μ. (πατέρα των εναγομένων), κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Αυτοί εγκαταστάθηκαν στο επίδικο και άρχισαν να το νέμονται συνεχώς και αδιαλείπτως, με διάνοια συγκυρίων και καλή πίστη, ασκώντας πράξεις που ταιριάζουν στη φύση και στον προορισμό του και συγκεκριμένα χρησιμοποιούσαν τη διώροφη οικία για διαμονή αυτών και της μητέρας τους, τις αποθήκες για φύλαξη προϊόντων και τον ακάλυπτο χώρο για επικοινωνία με τις αποθήκες, εναπόθεση αντικειμένων (εργαλείων, καυσόξυλων κλπ), άπλωμα ρούχων, δέσιμο ζώων κλπ.
Περί το έτος 1935 και αφού είχαν αποκτήσει δικές τους οικογένειες, συμφώνησαν προφορικά να διανείμουν τα κτίσματα και το ακάλυπτο οικόπεδο σε δύο μέρη και να λάβει ο καθένας από ένα μέρος. Ειδικότερα, στο ισόγειο της διώροφης οικίας, το οποίο εξυπηρετούνταν από δύο εισόδους, έκτισαν πρόχειρο διαχωριστικό τοίχο και έλαβε ο Δ.
Μ. το βόρειο τμήμα του διαστάσεων 5,60 Χ 10 μέτρων και ο Ι. Μ. το νότιο τμήμα του, διαστάσεων 5,60 Χ 10,00 μέτρων. Στον πρώτο όροφο της οικίας, που εξυπηρετούνταν από ένα διάδρομο και μία σκάλα στη νότια πλευρά, δεν τοποθέτησαν κάποιο διαχωριστικό και έλαβε ο Δ. Μ. δύο δωμάτια στο βόρειο τμήμα του, ο Ι. Μ. δύο δωμάτια στο νότιο τμήμα του και αμφότεροι ένα δωμάτιο ανάμεσα στα παραπάνω, κατ' ισομοιρία (1/2 εξ αδιαιρέτου), το οποίο παραχώρησαν για οίκηση στη μητέρα τους Μ.
χήρα Κ. Μ., μέχρι το θάνατό της. Επιπλέον, ο Δ. Μ. έλαβε την πρώτη κατά σειρά αποθήκη που εφάπτονταν στη διώροφη οικία και το τμήμα του ακαλύπτου οικοπέδου, που εκτείνονταν νότια των κτισμάτων αυτών και είχε πρόσοψη στην εθνική οδό ... - ... περίπου μέτρα και βάθος κυμαινόμενο, δηλ. από την οδό 15 περίπου μέτρα και από τη διώροφη οικία 5 περίπου μέτρα, και ο Ι.
Μ. έλαβε τη δεύτερη κατά σειρά αποθήκη, που εφάπτονταν στην πρώτη και το τμήμα του ακαλύπτου οικοπέδου, που εκτείνονταν νότια του κτίσματος αυτού, συνόρευε με ιδιοκτησίες Κ. και πρώτου εναγομένου και είχε βάθος κυμαινόμενο, δηλ. από την ιδιοκτησία Κ. 12,50 περίπου μέτρα και από την ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου 5 περίπου μέτρα.
Στις 19-9-1938 απεβίωσε το Δ. Μ. και άφησε εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Σ. Μ. και τις ανήλικες κόρες του, την πρώτη ενάγουσα και τη Δ. Μ. - Κ., οι οποίες υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν στην κληρονομιά του, με πρόθεση κληρονόμου, και συγκεκριμένα στο επίδικο κατά ποσοστό 2/16 (1/2 Χ 2/8), 3/16 (1/2 Χ 3/8) και 3/16 (1/2 Χ 3/8) εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα.
Οι εν λόγω κληρονόμοι και ο Ι. Μ. περί το έτος 1948 με νέα προφορική συμφωνία επικύρωσαν την προηγούμενη άτυπη διανομή. Η συμφωνία για τα κτίσματα τηρήθηκε από την αρχή χωρίς παρεκκλίσεις. Έτσι, από το έτος 1935 ο Δ. Μ., οι κληρονόμοι του και ο Ι. Μ., νέμονταν διαδοχικά τα κτίσματα και μέρη κτισμάτων που έλαβαν, συνεχώς και αδιαλείπτως, με διάνοια αποκλειστικών κυρίων και καλή πίστη, ασκώντας σ' αυτά εμφανείς και υλικές πράξεις που ταίριαζαν στη φύση και στον προορισμό τους και συγκεκριμένα χρησιμοποιούσαν τα παραπάνω τμήματα της διώροφης οικίας, τα οποία εμφαίνονται με τα στοιχεία Γ και Δ στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, για διαμονή και τις αποθήκες για τοποθέτηση αγροτικών προϊόντων (λαδιού, κρασιού), εργαλείων κλπ, και επιπλέον ο Δ.
Μ. και η χήρα του Σ. Μ. στάβλιζαν στην αποθήκη για πολλά χρόνια πρόβατα. Αντίθετα, η συμφωνία για το ακάλυπτο οικόπεδο και για το κοινό δωμάτιο του πρώτου ορόφου της διώροφης οικίας δεν τηρήθηκε. Ειδικότερα, οι προαναφερόμενοι δεν τοποθέτησαν κανένα διαχωριστικό ανάμεσα στα δύο τμήματα και μετά το έτος 1935 χρησιμοποιούσαν το ακάλυπτο οικόπεδο για να επικοινωνούν με τις αποθήκες τους, να μεταβαίνουν στην εξωτερική τουαλέτα (που υπήρχε στο ανατολικό τμήμα του, κοντά στην ιδιοκτησία Κ.), να τοποθετούν τα κάρα τους και διάφορα εργαλεία τους και να παίζουν τα παιδιά τους και επιπλέον ο Δ.
Μ. και η χήρα αυτού για να οδηγούν τα ζώα τους στην αποθήκη τους. Στη συνέχεια, περί το έτος 1950, ο Ι. Μ. κατέλαβε το προς νότο τμήμα του οικοπέδου που είχε λάβει ο Δ. Μ. και οι κληρονόμοι του με την άτυπη διανομή, εμβαδού 126 περίπου τ.μ., το περιέφραξε και άρχισε να καλλιεργεί τα ελαιόδεντρά του για τον εαυτό του και περί το έτος 1954, μετά το θάνατο της μητέρας του, κατέλαβε το κοινό δωμάτιο στον πρώτο όροφο της διώροφης οικίας, που της είχε παραχωρηθεί για οίκηση.
Η Σ. χήρα Δ. Μ., ενεργώντας για τον εαυτό της και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της, πρώτης ενάγουσας και Δ. Μ. - Κ., άσκησε εναντίον του στο Ειρηνοδικείο ... την από 24-10-1954 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί προσωρινά η συννομή τους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στο δωμάτιο και η αποκλειστική νομή τους στο καταληφθέν τμήμα του οικοπέδου.
Το παραπάνω Ειρηνοδικείο με την υπ' αριθμ. 56/19-10-1955 απόφασή του δέχθηκε την αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς το δωμάτιο και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς το προαναφερόμενο τμήμα του οικοπέδου, για το λόγο ότι ο Ι. Μ. είχε τη νομή του τα τελευταία τέσσερα τουλάχιστον χρόνια. Η κατάσταση όμως αυτή, η οποία αποτυπώνεται και σε συμβόλαια άλλων ακινήτων, όπως στο υπ' αριθμ. ...-1956 συμβόλαιο για το όμορο προς ανατολάς ακίνητο του Κ., σύμφωνα με το οποίο το ακίνητο αυτό συνορεύει νότια με ιδιοκτησία Ι.
Μ. και σε αγωγές, όπως στην από 9-10-1969 αγωγή των κληρονόμων του Δ. Μ. κατά του Ι. Μ. για το όμορο προς νότο ακίνητο συνιδιοκτησίας τους, σύμφωνα με την οποία το επίδικο ακίνητο συνορεύει βόρεια με αυλή και οικία Ι. Μ., δεν παρέμεινε σταθερή και μόνιμη. Περί το έτος 1960, η Σ. Μ. κατασκεύασε στο βόρειο μέρος της διώροφης οικίας εξωτερική σκάλα μήκους 1,20 μέτρων για να εισέρχεται στα δωμάτια του πρώτου ορόφου που αποτελούσαν μέρος της κατοικίας της (κτίσματος Γ) και να αποκτήσουν αυτοτέλεια.
Μετά το έτος αυτό ο Ι. Μ. ανήγειρε στο νότιο μέρος της ίδιας οικίας και σε επαφή με αυτή, γκαράζ διαστάσεων 5,60 Χ 10 μέτρων και περί το έτος 1965 πρώτο όροφο πάνω από αυτό, όπως το κτίσμα αυτό εμφαίνεται με το στοιχείο Ε στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα (βλ. την υπ' αριθ. 56/1954 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., στην οποία δεν αναφέρεται το εν λόγω κτίσμα, μολονότι έγινε από το δικαστή αυτοψία και την κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου ότι χτίστηκε τα έτη 1960-1965).
Παράλληλα, κατεδάφισε την περίφραξη του καταληφθέντος το έτος 1954 τμήματος, ξερίζωσε σταδιακά τα ελαιόδεντρά του (βλ. τις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες αεροφωτογραφίες των ετών 1975 και 1986, στην πρώτη από τις οποίες η βλάστηση είναι πιο πυκνή από τη δεύτερη) και το απέδωσε στην κοινή χρήση, για να μπορούν και οι δύο πλευρές να εισέρχονται στο οικόπεδο και με οχήματα και να μεταβαίνουν στα κτίσματά τους.
Έκτοτε αυτός νεμόταν το παραπάνω κτίσμα συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια αποκλειστικού κυρίου, ενεργώντας πράξεις που ταίριαζαν στη φύση και στο προορισμό του και συγκεκριμένα, χρησιμοποιούσε το γκαράζ για τη στάθμευση των αυτοκινήτων του και τον πρώτο όροφο, τον οποίο ενοποίησε με το νότιο τμήμα του πρώτου ορόφου της διώροφης οικίας ως κατοικία, ενώ και οι δύο πλευρές συνέχισαν να χρησιμοποιούν το ακάλυπτο οικόπεδο για να επικοινωνούν με τις αποθήκες τους, να τοποθετούν αντικείμενα και να σταθμεύουν τα αυτοκίνητά τους.
Στα πλαίσια αυτά ο Ι. Μ. παρέσχε στο Δ. Μ. Θ., με το υπ' αριθ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α. Φ., το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ... και με αριθμό ..., δικαίωμα εγγραφής υποθήκης επί του ημίσεως εξ αδιαιρέτου του επιδίκου. Το έτος ... ο Ι. Μ. με το υπ' αριθ ...
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Κ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον πρώτο εναγόμενο γιο του, κατά κυριότητα, ένα ακίνητο, εμβαδού 668,40 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία ... στο συνημμένο στο ίδιο συμβόλαιο από 22-7-1979 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Α.
Π. και περιλαμβάνει την αποθήκη που είχε λάβει με την άτυπη διανομή, το παραπάνω κτίσμα Ε, που είχε χτίσει ο ίδιος, ολόκληρο το ακάλυπτο οικόπεδο του επιδίκου ακινήτου, καθώς και ένα συνεχόμενο οικόπεδο, το οποίο βρίσκεται ανατολικά του παραπάνω ακινήτου, είχε περιέλθει σ' αυτόν με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δ.
Α. και είχε έκταση 116 τ.μ. Στο εν λόγω συμβόλαιο επικαλέστηκε ως αιτία κτήσης του δωρηθέντος τμήματος του επιδίκου ακινήτου την έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν εξωδίκου διανομής που έγινε στην πατρική κληρονομιά το έτος 1910. Επίσης, το έτος 1979, ο ίδιος με την από 10-7-1979 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ. 62/1998 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., κατέλιπε το νότιο τμήμα του ισογείου της διώροφης οικίας που είχε περιέλθει σ' αυτόν από την άτυπη διανομή, διαστάσεων 5,60 Χ 10,00 μέτρων κατά κυριότητα στη δεύτερη εναγομένη κόρη του και το νότιο τμήμα του πρώτου ορόφου της ίδιας οικίας, διαστάσεων 5,60 Χ 10,00 μέτρων στη σύζυγό του και μετά το θάνατό της στον πρώτο εναγόμενο γιο του.
Ο πρώτος εναγόμενος αποδέχθηκε την κληρονομιά του πατέρα του με την υπ' αριθ. ...-1999 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ... Α. Π., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 151 και με αριθμό 59. Ο ίδιος, τα έτη 1981-1982, κατασκεύασε με δαπάνες του στο ανατολικό μέρος του κτίσματος Ε ημιυπαίθριο χώρο, διαστάσεων 2,60 Χ 5,60 μέτρων, μετέβαλε τη χρήση του κτίσματος αυτού σε οικία, το ενοποίησε με εσωτερική σκάλα με το νότιο μέρος του πρώτου ορόφου της διώροφης οικίας και προσάρτησε σ' αυτό με περίφραξη ένα τμήμα του νοτίως εκτεινόμενου ακαλύπτου οικοπέδου, διαστάσεων 3,00 Χ 12,50 μέτρων περίπου, ως αυλή.
Επιπλέον, έκανε εκτεταμένες ανακαινίσεις και βελτιώσεις στα κτίσματα Δ και Ε (αλλαγή στέγης, παραθύρων, τοποθέτηση μαρμάρων, κατασκευή τζακιού, κουζίνας και λουτρών, αντικατάσταση ηλεκτρικής και υδραυλικής εγκατάστασης κλπ) και τα διαμόρφωσε σε μία σύγχρονη κατοικία, στην οποία διέμενε με την οικογένειά του.
Επίσης, έφτιαξε κήπο στο ανατολικό μέρος του ακαλύπτου οικοπέδου, φύτεψε σ' αυτό λεμονιές, βερικοκιές, συκιές και άλλα δέντρα και τον περιέφραξε με συρμάτινη εσωτερική περίφραξη (βλ. την προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες αεροφωτογραφία του έτους1975, στην οποία δεν διακρίνεται καμία εσωτερική περίφραξη, παρά τα υποστηριζόμενα από τους εναγομένους ότι αυτή είχε τοποθετηθεί από το έτος 1960, και την κατάθεση του μάρτυρός του ότι τα δέντρα είναι ηλικίας 15 περίπου ετών).
Το έτος 1985 περίπου, η Δ. Μ. - Κ. ανήγειρε πάνω από την ισόγεια αποθήκη που έλαβε ο πατέρας της από την άτυπη διανομή, πρώτο όροφο διαστάσεων 5,30 Χ 7,00 μέτρων, τον οποίο ενοποίησε με το συνεχόμενο βόρειο τμήμα του πρώτου ορόφου της διώροφης οικίας, διαστάσεων 5,60 Χ 10,00 μέτρων και η πρώτη ενάγουσα μετέτρεψε την ισόγεια αποθήκη, διαστάσεων 5,30 Χ 7,00 μέτρων, σε οικία και την ενοποίησε με το βόρειο τμήμα του ισογείου της διώροφης οικίας, διαστάσεων 5,60 Χ 10,00 μέτρων.
Επιπλέον, οι δύο αδερφές έκαναν εκτεταμένες ανακαινίσεις και βελτιώσεις στα κτίσματα αυτά και τα διαμόρφωσαν σε σύγχρονες κατοικίες, στις οποίες διέμεναν τα καλοκαίρια, διότι ήταν εγκατεστημένες στην Αθήνα. Αυτές εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, εκτός από τον κήπο, για να εισέρχονται στις οικίες τους από τις βοηθητικές (πίσω) εισόδους τους και να σταθμεύουν τα αυτοκίνητά τους.
Μάλιστα, με κοινές δαπάνες με τον πρώτο εναγόμενο, κατά το ίδιο περίπου χρονικό διάστημα, τοποθέτησαν στη βόρεια και ανατολική πλευρά του οικοπέδου περίφραξη, διαμόρφωσαν στο τμήμα του που εκτείνεται νότια του κτίσματος Ε και της αυλής του, τσιμεντένιο διάδρομο προσπέλασης πλάτους 4 περίπου μέτρων και τοποθέτησαν στην είσοδο του επί της Εθνικής οδού ... - ...
σιδερένια πόρτα, της οποίας έχουν κλειδί (βλ. κατάθεση μάρτυρος του εναγομένου). Το έτος 1995 απεβίωσε η Σ. χήρα Δ. Μ. και η κληρονομιά της, στη οποία περιλαμβάνονται και τα 2/16 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, περιήλθε στις δύο κόρες της, πρώτη ενάγουσα και Δ. Μ. - Κ., κατ' ισομοιρία (κατά ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου).
Έτσι, μετά τις ως άνω κληρονομιές το ιδανικό μερίδιο της καθεμιάς στο επίδικο διαμορφώθηκε σε ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου. Περί τα έτη 1998-1999 ο πρώτος εναγόμενος ενοποίησε το ακίνητο των 116 τ.μ. που του δώρησε ο πατέρας του με το επίδικο, κατεδάφισε την ισόγεια αποθήκη που είχε λάβει ο τελευταίος με την άτυπη διανομή, καθαίρεσε μέρος της περίφραξης του κήπου για να περνά τα οικοδομικά υλικά και κατασκεύασε στο έδαφός τους, με δαπάνες του, μία ισόγεια οικία διαστάσεων 8,30 Χ 5,00 μέτρων, με ημιυπαίθριο χώρο, διαστάσεων 8,30 Χ 2,00 μέτρων, που εμφαίνεται με το στοιχείο Α στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα.
Ακόμη, χάλασε τον κήπο, διαμόρφωσε εντός αυτού τσιμεντένιο διάδρομο προσπέλασης στην ισόγεια οικία και φύτεψε καλλωπιστικά φυτά. Τέλος, περί το έτος 2000 ο πρώτος εναγόμενος καθαίρεσε ολόκληρη την παλιά περίφραξη του κήπου, κατασκεύασε νέα περίφραξη στο ακάλυπτο οικόπεδο δυτικότερα αυτής, η οποία αρχίζει από τη δυτική πλευρά της ισόγειας οικίας, συνεχίζει με κατεύθυνση από βορρά προς νότο σε μήκος 12 περίπου μέτρων, κάμπτει με κατεύθυνση από ανατολή προς δύση σε μήκος 11 μέτρων και καταλήγει λίγο πριν την εθνική οδό ... - ... (βλ.
την υπ' αριθ. 23 φωτογραφία που προσκομίζουν οι ενάγουσες, από την οποία προκύπτει ότι το αυτοκίνητό τους το έτος 1999 ήταν σταθμευμένο μπροστά από την πόρτα του ισογείου και τη βοηθητική σκάλα του πρώτου ορόφου της κατοικίας τους (κτίσματος Β) και τις υπ' αριθ. 7 και 3 φωτογραφίες, που προσκομίζουν οι εναγόμενοι, από την πρώτη από τις οποίες προκύπτει η θέση της παλιάς περίφραξης και από τη δεύτερη προκύπτει ότι η νέα περίφραξη ακουμπά στη βοηθητική σκάλα, στο μέσον περίπου αυτής) και τοποθέτησε στο σημείο της κάμψης της σιδερένια πόρτα, την οποία κρατά κλειδωμένη, με αποτέλεσμα να περικλείσει εντός αυτής ολόκληρο το ανατολικό τμήμα του ακαλύπτου οικοπέδου.
Έτσι, η πρώτη ενάγουσα και η αδελφή της Δ. Μ. - Κ., μπορούσαν να χρησιμοποιούν πλέον από το ακάλυπτο οικόπεδο μόνο τον τσιμεντένιο διάδρομο, πλάτους 4 μέτρων και μήκους 12,50 περίπου μέτρων, που βρίσκεται νοτίως της οικίας του πρώτου εναγομένου (του κτίσματος Δ) και ένα άλλο διάδρομο μήκους 10 μέτρων και πλάτους 2,50 περίπου μέτρων, ενόψει της εξοχής που σχηματίζει ο ημιυπαίθριος χώρος του κτίσματος Ε, που βρίσκεται ανατολικά των οικιών αμφοτέρων των εναγομένων (των κτισμάτων Δ και Ε), για να επικοινωνούν με την προς βορρά οικία τους, και να σταθμεύουν στον τελευταίο το αυτοκίνητό τους.
Κατόπιν τούτου αυτές άσκησαν στο Ειρηνοδικείο ... την από 5-4-2000 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησαν μεταξύ άλλων να αναγνωριστεί προσωρινά η συννομή τους στο περιφραγμένο τμήμα. Το Ειρηνοδικείο με την υπ' αριθ. 14/2000 απόφασή του, απέρριψε την αίτηση, διότι δέχθηκε ότι πρώτος εναγόμενος ήταν αποκλειστικός νομέας αυτού επί πολλά χρόνια.
Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 7/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως εφετείο και απέρριψε την έφεση που άσκησαν οι τότε ενάγουσες. Τέλος, στις 3-10-2006 απεβίωσε η Δ. Μ., σύζυγος Ι. Κ. και με την από 5-4-2006 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ. 1.249/23-2-2007 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέλιπε, μεταξύ άλλων, την ψιλή κυριότητα του ιδανικού της μεριδίου (4/16 εξ αδιαιρέτου) κατά ισομοιρίαν στις δεύτερη και τρίτη (ανιψιές της) των εναγόντων και την επικαρπία στον τέταρτο (σύζυγό της) των εναγόντων.
Η πρώτη των εναγόντων ενεργώντας για τον εαυτό της και οι υπόλοιποι ενεργώντας για λογαριασμό της δικαιοπαρόχου τους Δ. Κ., αποδέχθηκαν την κληρονομιά της μητέρας τους Σ. χήρας Δ. Μ., το γένος Δ. Κ., στην οποία περιλαμβάνονταν και τα 2/16 του επιδίκου ακινήτου, με την υπ' αριθ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Π.
Τ. Λ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... και με αριθμό ... Επίσης, η δεύτερη, η τρίτη και ο τέταρτος των εναγόντων ενεργώντας για λογαριασμό τους αποδέχθηκαν με την ίδια δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και την κληρονομιά της Δ. Μ. - Κ., στην οποία περιλαμβάνονταν τα 4/16 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου.
Έτσι, η πρώτη ενάγουσα Μ. Μ., σύζυγος Θ. Γ. και η Δ. Μ., σύζυγος Ι. Κ. απέκτησαν, αναδρομικά από το θάνατο της Σ. (1995), το 1/16 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου η καθεμιά και οι υπόλοιποι ενάγοντες αναδρομικά από το θάνατο της Δ. Μ. - Κ. (2006) την επικαρπία και την ψιλή κυριότητα των 4/16 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Μετά το θάνατο της τελευταίας, η πρώτη ενάγουσα και οι κληρονόμοι της άρχισαν συνέχισαν να επισκέπτονται τις οικίες τους και να χρησιμοποιούν τους προαναφερόμενους δύο διαδρόμους του οικοπέδου για να εισέρχονται σ' αυτές από τις βοηθητικές εισόδους τους και να σταθμεύουν οχήματα. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε:
α) η συμφωνία των αρχικών δικαιοπαρόχων Δ. Μ. και Ι. Μ. για σύσταση χωριστής κυριότητας στα μέρη ορόφων της διώροφης οικοδομής (βόρειο μέρος του ισογείου και του πρώτου ορόφου και νότιο μέρος του ισογείου και του πρώτου ορόφου), στις αποθήκες, στα τμήματα του οικοπέδου που έχουν ανεγερθεί τα εν λόγω κτίσματα και στα τμήματα του ακαλύπτου οικοπέδου που έλαβε ο καθένας, β) η συμφωνία των διαδόχων του Δ.
Μ. για σύσταση χωριστής κυριότητας στους ορόφους της ενοποιημένης διώροφης οικίας και πρώτης κατά σειρά αποθήκης (βόρειο μέρος του ισογείου της διώροφης οικίας και ισόγεια αποθήκη και βόρειο μέρος του πρώτου ορόφου της διώροφης οικίας και πρώτος όροφος πάνω από την αποθήκη) και γ) η διαθήκη Ι. Μ., με την οποία κατελείπει στον πρώτο εναγόμενο το νότιο μέρος του πρώτου ορόφου της διώροφης αποθήκης και στη δεύτερη εναγομένη την το νότιο μέρος του ισογείου της διώροφης αποθήκης, κατά τις διατάξεις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας, δεν επέφεραν έννομα αποτελέσματα, διότι για τη σύσταση οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας απαιτείται συμφωνία όλων των συγκυρίων (που δεν υπάρχει στην περίπτωση της διαθήκης), συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή (που δεν υπάρχουν στις περιπτώσεις των άτυπων διανομών) και δεν χωρεί χρησικτησία.
Επομένως, ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι απέκτησε αποκλειστική κυριότητα στα κτίσματα Α και Ε, στον πρώτο όροφο του κτίσματος Δ και σε ολόκληρο το ακάλυπτο οικόπεδο, αφενός με παράγωγο τρόπο, δηλ. με δωρεά και κληρονομική διαδοχή από τον πατέρα του, δυνάμει των συμβολαιογραφικών πράξεων (δωρητηρίου συμβολαίου και της δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς) που προαναφέρθηκαν και έχουν μεταγραφεί νόμιμα και αφετέρου με πρωτότυπο τρόπο, δηλ.
με τακτική από τα έτη 1979 και 1981 και έκτακτη χρησικτησία από το έτος 1960, με συνυπολογισμό στο δικό του χρόνο της έκτακτης χρησικτησίας του αντίστοιχου χρόνου χρησικτησίας από το έτος 1910 του δικαιοπαρόχου του και β) της δεύτερης εναγομένης ότι απέκτησε αποκλειστική κυριότητα στο ισόγειο του κτίσματος Δ αφενός με παράγωγο τρόπο, δηλ.
με κληρονομική διαδοχή του πατέρα της, δυνάμει της δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς που προαναφέρθηκε και της μεταγραφής αυτής και αφετέρου με πρωτότυπο τρόπο, δηλ. με τακτική και έκτακτη από το ετος 1981 χρησικτησία, με συνυπολογισμό στο δικό της χρόνο έκτακτης χρησικτησίας του αντίστοιχου χρόνου χρησικτησίας από το έτος 1910 του δικαιοπαρόχου της, που παραδεκτά προτάθηκε με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της δεύτερης έφεσης στο Δικαστήριο τούτο και αποτελεί ως προς τον παράγωγο τρόπο άρνηση και ως προς τον πρωτότυπο ένσταση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Έτσι, οι ενάγοντες έχουν αποκτήσει τη συγκυριότητα κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου η πρώτη, την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 2/16 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη, την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 2/16 εξ αδιαιρέτου η τρίτη και την επικαρπία κατά ποσοστό 4/16 ο τέταρτος του επιδίκου ακινήτου, τόσο με παράγωγο τρόπο, δυνάμει των προαναφερόμενων κληρονομικών διαδοχών, για τις οποίες συντάχθηκαν και μεταγράφηκαν οι σχετικές πράξεις, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, δηλ.
με έκτακτη χρησικτησία που άρχισε στα πρόσωπα των δικαιοπαρόχων τους και συνεχίστηκε στα δικά τους δια της προσμετρήσεως, αφού τόσο εκείνοι όσο και οι ίδιοι ασκούσαν διαδοχικά, τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις που ταιριάζουν στη φύση και στον προορισμό του, με τη θέληση να το έχουν σταθερά για δικό τους για συνολικό χρόνο που υπερβαίνει την εικοσαετία (η τακτική δεν συμπληρώθηκε λόγω μη παρέλευσης δεκαετίας σε ολόκληρο το επίδικο).
Γι' αυτό έχουν έννομο συμφέρον να ασκήσουν την παρούσα αγωγή, δεδομένου ότι με το προαναφερόμενο συμβόλαιο δωρεάς και την ιδιόγραφη διαθήκη αμφισβητούνται από τους εναγομένους τα εμπράγματα δικαιώματά τους στα πράγμα και δημιουργείται γι' αυτά σύγχυση και αμφιβολία. Ωστόσο, η άσκηση της παρούσας αγωγής ως προς τα οικοδομήματα ...
και τα τμήματα του ενιαίου οικοπέδου, στα οποία έχουν ανεγερθεί, είναι καταχρηστική. Και τούτο διότι αμέσως μετά την άτυπη διανομή, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Ι. Μ. παρέλαβε το νότιο μέρος της διώροφης οικίας (κτίσμα Δ) και τη δεύτερη κατά σειρά αποθήκη, που του έλαχαν και από τότε ασκούσε σ' αυτά συνεχώς και αδιαλείπτως, με διάνοια αποκλειστικού κυρίου τις προαναφερόμενες πράξεις, δηλ.
διαμονή στην οικία, φύλαξη αγροτικών προϊόντων στην αποθήκη κλπ. Επιπλέον, μετά το έτος 1960, ο ίδιος έχτισε στο επίδικο ακίνητο το προαναφερόμενο γκαράζ και περί το έτος 1965 πρώτο όροφο πάνω από αυτό, τον οποίο χρησιμοποιούσε ως κατοικία (κτίσμα Ε). Στη συνέχεια, ο πρώτος εναγόμενος τα έτη 1981-1982 ανακαίνισε το κτίσμα αυτό και το νότιο μέρος του πρώτου ορόφου της διώροφης οικίας και τα διαμόρφωσε σε μία ενιαία σύγχρονη οικία, στην οποία κατοικεί.
Επιπλέον, τα έτη 1998-1999 ο ίδιος γκρέμισε την παλιά αποθήκη και ανήγειρε επ' αυτής νέα ισόγεια οικία, την οποία χρησιμοποιεί ο γιος του ως κατοικία (κτίσμα Α). Τα 70 και πλέον χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι την άσκηση της αγωγής, ο Δ. Μ. και οι διάδοχοί του γνώριζαν τις εν λόγω πράξεις νομής του Ι. Μ. και των διαδόχων του στα κτίσματα ..., οι οποίες μεγάλωναν την αξία αυτών και του ενιαίου οικοπέδου και τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν, οι οποίες υπερέβαιναν το ποσό των 10.000.000 δραχμών και ήταν σημαντικές για την εποχή και δεν εκδήλωσαν καμία διαμαρτυρία, δεν διατύπωσαν καμία επιφύλαξη και δεν πρόβαλαν καμία αξίωση, αλλά τις ενέκριναν σιωπηρά.
Με τη συμπεριφορά τους αυτή δημιούργησαν δικαιολογημένα στους εναγομένους την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν τα εμπράγματα δικαιώματά τους στα κτίσματα (συγκυριότητα, ψιλή κυριότητα, επικαρπία), ώστε η μεταγενέστερη μεταστροφή τους, ενόψει της πραγματικής κατάστασης που διατηρήθηκε για πολύ καιρό και παγιώθηκε, να αντίκειται στους κανόνες της αντικειμενικής καλής πίστης και της συνεπούς συμπεριφοράς και να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τους εναγόμενους, οι οποίοι εμπιστευόμενοι αυτή ακριβώς την αδρανή συμπεριφορά προσώρησαν σε επένδυση σημαντικών ποσών σ' αυτά, τα οποία θα μπορούσαν να διαθέσουν για την απόκτηση άλλης ή άλλων οικιών.
Αντίθετα, η άσκηση της αγωγής ως προς το ακάλυπτο οικόπεδο δεν είναι καταχρηστική. Και τούτο διότι η Σ. χήρα Δ. Μ., η πρώτη ενάγουσα και η Δ. Μ. - Κ. αντέδρασαν στην επέκταση του Ι. Μ., το έτος 1950, στο νότιο τμήμα του μεριδίου που είχε περιέλθει σ' αυτές, ασκώντας την από 24-10-1954 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείου ....
Επίσης, η πρώτη ενάγουσα και η Δ. Μ. - Κ. αντέδρασαν στην κατάληψη του ανατολικού μέρους του ακάλυπτου οικοπέδου από τον πρώτο εναγόμενο τα έτη 1998-2000, ασκώντας την από 5-4-2000 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείο ... και την από 22-9-2000 έφεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... εναντίον της πρωτόδικης απόφασης.
Ακόμη, συμμετείχαν στις δαπάνες τοποθέτησης περίφραξης στη βόρεια και ανατολική πλευρά του οικοπέδου, διαμόρφωσης διαδρόμου προσπέλασης, πλάτους 4 μέτρων, σ' αυτό και τοποθέτησης στην είσοδό του σιδερένιας πόρτας, της οποίας είχαν κλειδί. Με τη συμπεριφορά τους αυτή, έδειχναν ότι ήταν σε εγρήγορση σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων συγκυριότητάς τους στο ακάλυπτο οικόπεδο και εν ανέχονταν αυθαιρεσίες των εναγομένων στο συγκεκριμένο χώρο.
Εξάλλου, η κατάσταση που δημιουργήθηκε με την τοποθέτηση περίφραξης περίπου στο μέσον αυτού, την κατασκευή τσιμεντένιου διάδρομου προσπέλασης στο κτίσμα Α και τη φύτευση καλλωπιστικών φυτών, δεν είναι παγιωμένη και μόνιμη και η ανατροπή της δεν συνεπάγεται δυσμενείς συνέπειες για τους εναγόμενους, αφού δεν απαιτήθηκαν γι' αυτές σημαντικές επενδύσεις και μπορούν με ελάχιστα έξοδα να αρθούν.
Επομένως, ο επικουρικός ισχυρισμός των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων, που προτάθηκε παραδεκτά με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε με το δέκατο τέταρτο λόγο της δεύτερης έφεσής τους στο Δικαστήριο τούτο, πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό εν όλω ως ουσιαστικά αβάσιμο, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το κεφάλαιό της με το οποίο έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσειουσών, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των τελευταίων κατά τα αιτούμενα με την αγωγή ποσοστά (συγ)κυριότητάς τους, από το επίδικο ακίνητο εμβαδού 567,75 τ.μ., με τα επ' αυτού ανεγερθέντα πέντε κτίσματα, μόνο στο τμήμα του που είναι ακάλυπτο, δηλαδή δεν καταλαμβάνεται από τα πέντε αυτά κτίσματα και έχει εμβαδόν 300 περίπου τετραγωνικά μέτρα.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παρεβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στο ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσειουσών.
Ειδικότερα, δέχεται κατ' αρχήν με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι αναιρεσείουσες έχουν καταστεί με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, (συγ)κυρίες του ακινήτου των 567,75 τ.μ. κατά τα αναφερόμενα για την κάθε μία εξ αδιαιρέτου ποσοστά (συγ)κυριότητας επ' αυτού. Δέχθηκε, περαιτέρω, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της απόφασής του, ότι "...
περί το έτος 1950, ο Ι. Μ. (πατέρας και δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων) κατέλαβε το προς νότο τμήμα του οικοπέδου που είχε λάβει ο Δ. Μ. (πατέρας της πρώτης αναιρεσείουσας και παππούς της δεύτερης και της τρίτης εξ αυτών) και οι κληρονόμοι του (δηλαδή η σύζυγός του Σ. και η πρώτη αναιρεσείουσα) με την άτυπη διανομή (που είχε γίνει μεταξύ των δύο αδελφών Ι.
και Δ. το 1935), εμβαδού 126 περίπου τ.μ., το περιέφραξε και άρχισε να καλλιεργεί τα ελαιόδεντρά του για τον εαυτό του και περί το έτος 1954, μετά το θάνατο της μητέρας του, κατέλαβε το κοινό δωμάτιο στην πρώτο όροφο της διώροφης οικίας, που της είχε παραχωρηθεί για οίκηση. Η Σ. χήρα Δ. Μ., ενεργώντας για τον εαυτό της και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της, πρώτης ενάγουσας (πρώτης αναιρεσείουσας) και Δ.
Μ. - Κ., άσκησε εναντίον του στο Ειρηνοδικείο ... την από 24-10-1954 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί προσωρινά η συννομή τους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στο δωμάτιο και η αποκλειστική νομή τους στο καταληφθέν τμήμα του οικοπέδου. Το παραπάνω Ειρηνοδικείο με την υπ' αριθμ. 56/19-10-1955 απόφασή του δέχθηκε την αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς το δωμάτιο και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς το προαναφερόμενο τμήμα του οικοπέδου, για το λόγο ότι ο Ι.
Μ. είχε τη νομή του τα τελευταία τέσσερα τουλάχιστον χρόνια". Δέχθηκε, επίσης, ότι η πρώτη αναιρεσείουσα και η αδελφή της Δ. Μ. - Κ. αντέδρασαν στην κατάληψη μέρους του ακαλύπτου οικοπέδου κατά τα έτη 1998-2000 από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος περιέφραξε το μέρος αυτό και άσκησαν στο Ειρηνοδικείο ... την από 5-4-2000 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστεί προσωρινά η (συν)νομή τους στο περιφραγμένο τμήμα.
Ότι το Ειρηνοδικείο με την 14/2000 απόφασή του απέρριψε την αίτηση, καθώς δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ήταν αποκλειστικός νομέας του καταληφθέντος τμήματος επί πολλά χρόνια και ότι η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την 7/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., στο οποίο προσέφυγαν με έφεση οι ανωτέρω αιτούσες.
Δέχθηκε, τέλος, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι δύο πιο πάνω αδελφές συμμετείχαν με τον πρώτο αναιρεσίβλητο στις δαπάνες τοποθέτησης περίφραξης στη βόρεια και ανατολική πλευρά του όλου επιδίκου ακινήτου, όπως επίσης και στις δαπάνες διαμόρφωσης διαδρόμου προσπέλασης σ' αυτό, πλάτους 4 μέτρων και τοποθέτησης στην είσοδο αυτού σιδερένιας πόρτας, της οποίας έχουν κλειδί.
Λαμβάνοντας δε υπόψη την όλη συμπεριφορά των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειουσών, όπως αυτή εκτέθηκε πιο πάνω, το Εφετείο δέχθηκε ότι η άσκηση της αγωγής από τις αναιρεσείουσες δεν είναι καταχρηστική αναφορικά με το ακάλυπτο μέρος του όλου επιδίκου ακινήτου εμβαδού 300 περίπου τ.μ. Και ενώ δέχθηκε τα ανωτέρω, δέχθηκε στη συνέχεια, εντελώς αντιφατικά, ότι η άσκηση της αγωγής ως προς τα τρία από τα πέντε οικοδομήματα που έχουν ανεγερθεί στο κοινό ακίνητο και συγκεκριμένα ως προς τα οικοδομήματα με τα στοιχεία ..., τα οποία κατέχονται από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, καθώς και ως προς τα τμήματα του κοινού ακινήτου στα οποία τα οικοδομήματα αυτά έχουν ανεγερθεί, είναι καταχρηστική, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι οι αναιρεσείουσες και οι δικαιοπάροχοί τους δεν αντέδρασαν στις βελτιωτικές εργασίες που ενήργησε ο πρώτος αναιρεσίβλητος στις κατοικίες αυτές, μη λαμβάνοντας υπόψη στην περίπτωση αυτή την ανωτέρω αναφερόμενη συμπεριφορά των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειουσών.
Η αντιφατικότητα, δηλαδή, των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της, έγκειται στο γεγονός ότι, στη μεν πρώτη περίπτωση, του ακαλύπτου δηλαδή οικοπέδου, η άσκηση της αγωγής των αναιρεσειουσών κρίνεται μη καταχρηστική λόγω της προηγηθείσας συμπεριφοράς των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειουσών, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, δηλαδή των ως άνω οικοδομημάτων και του εδάφους του κοινού ακινήτου που καταλαμβάνουν, κρίνεται καταχρηστική, έστω και με τις αιτιολογίες που προεκτέθηκαν, χωρίς, ωστόσο, να αιτιολογείται στην αναιρεσιβαλλόμενη, γιατί στην περίπτωση αυτή, παρά την προηγηθείσα συμπεριφορά των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειουσών, η άσκηση της αγωγής παρίσταται ως καταχρηστική.
Οι ως άνω αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες στερούν την προσβαλλόμενη νόμιμης βάσης και καθιστούν έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σε ζήτημα δηλαδή που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα για την καταχρηστικότητα της αγωγής των αναιρεσειουσών αναφορικά με τα πιο πάνω οικοδομήματα και του εδάφους του κοινού οικοπέδου που αυτά καταλαμβάνουν, όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η αγωγή των αναιρεσειουσών κατά το μέρος της αυτό.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του είναι βάσιμος.
Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο υφίσταται η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 402/2022, ΑΠ 901/2020, ΑΠ 287/2018, ΑΠ 148/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες και στερείται έτσι νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, διατείνονται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται αρχικά ότι "Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε:
α) η συμφωνία των αρχικών δικαιοπαρόχων Δ. Μ. και Ι. Μ. για σύσταση χωριστής κυριότητας στα μέρη ορόφων..., β) η συμφωνία των διαδόχων του Δ. Μ. για σύσταση χωριστής κυριότητας στους ορόφους της ενοποιημένης διώροφης οικίας... και γ) η διαθήκη του Ι. Μ.... δεν επέφεραν έννομα αποτελέσματα...". Ότι, επομένως, ενώ η προσβαλλόμενη δέχεται ότι ουδέποτε έλαβε χώρα νόμιμη σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών στο επίδικο ακίνητο, ώστε να είναι δυνατή στη συνέχεια η διανομή των κτισμάτων και η κτήση κυριότητας διακεκριμένου κτίσματος ή ορόφου, σε άλλο σημείο αυτής δέχεται ότι επήλθε διανομή κτισμάτων, καθώς αναφέρει συγκεκριμένα ότι "...
Και τούτο διότι αμέσως μετά την άτυπη διανομή, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Ι. Μ. παρέλαβε το νότιο μέρος της διώροφης οικίας (κτίσμα Δ)...". Ότι με τέτοιες παραδοχές η αναιρεσιβαλλόμενη περιέχει αντιφατικές κρίσεις, διότι δεν είναι σαφές αν δέχεται ότι συστήθηκαν στο επίδικο οριζόντιες ιδιοκτησίες, ώστε στη συνέχεια να είναι εφικτή η διανομή των κτισμάτων αυτών ή αν δέχεται ότι δεν συστήθηκαν οριζόντιες ιδιοκτησίες, οπότε δεν είναι δυνατή η διανομή των κτισμάτων.
Με το περιεχόμενο αυτό, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται στο λόγο αυτό οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, επί πλέον δε, οι αναιρεσείουσες παραθέτουν στο αναιρετήριο μεμονωμένες και κατ' επιλογή τους παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι όλες τις κρίσιμες παραδοχές της, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών και η αντίφαση αυτών που οδήγησαν σε εσφαλμένο, κατά τις αναιρεσείουσες, διατακτικό.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 953, 954, 787, 974, 980, 981, 982, 983, 984, 994, 1002, 1113, 1117 και 1884 ΑΚ, 1 και 14 του ν. 3741/1929, 1 και 2 του ν.δ. 1024/1971 και 480Α ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνονται οι αναιρεσείουσες ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται και κρίνει ότι άπασες οι συμφωνίες για σύσταση χωριστής κυριότητας επί των επιδίκων κτισμάτων είναι άκυρες.
Ότι επομένως, εφόσον τέτοιες συμφωνίες είναι άκυρες και ουδέποτε συστήθηκαν οριζόντιες ιδιοκτησίες επί των κτισμάτων του επιδίκου, αποκλείεται απολύτως να χωρήσει κτήση χωριστής κυριότητας επί των κτισμάτων, όπως εμμέσως φαίνεται να κρίνει η αναιρεσιβαλλόμενη για τα κτίσματα ... του διαγράμματος της αγωγής.
Ότι, επίσης, η αναιρεσιβαλλόμενη δέχεται ότι το όλο επίδικο ακίνητο είναι επίκοινο, με αρχικούς εξ αδιαιρέτου συγκυρίους τους Δ. Μ. και Ι. Μ. ισομερώς. Ότι επομένως, για να χωρήσει κτήση κυριότητας τμήματος ή και όλου του επικοίνου από έναν από τους κοινωνούς απαιτείται η έγγραφη γνωστοποίηση από αυτόν προς τους λοιπούς συγκυρίους ότι στο εξής νέμεται για τον εαυτό του και οι τελευταίοι να μην αντιδράσουν, να διαδράμει δε χρόνος 20 ετών.
Ότι εν προκειμένω, ούτε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ούτε οι αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν ότι γνωστοποίησαν ποτέ στις ίδιες ή στους δικαιοπαρόχους τους ότι νέμονται τμήμα του επιδίκου για τον εαυτό τους ούτε ότι διέδραμε χρόνος τουλάχιστον 20 ετών από τη γνωστοποίηση αυτή και ότι οι ίδιες ή οι δικαιοπάροχοί τους δεν αντέδρασαν.
Ότι με το να δεχθεί η αναιρεσιβαλλόμενη ότι ως προς τα τμήματα του επιδίκου γεωτεμαχίου που καταλαμβάνονται από τα κτίσματα ... του διαγράμματος της αγωγής και να διαχωρίσει τελικά την κυριότητα του γεωτεμαχίου και των κτισμάτων αυτών, παραβίασε ευθέως τις πιο πάνω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και επομένως ως αβάσιμος. Τούτο διότι, όπως σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν κυριότητα επί των κτισμάτων ... του διαγράμματος της αγωγής και του τμήματος του όλου επιδίκου ακινήτου που τα κτίσματα αυτά καταλαμβάνουν, αλλά ότι οι αναιρεσείουσες, έστω και με τις αντιφατικές αιτιολογίες που εκτέθηκαν πιο πάνω κατά την έρευνα του δευτέρου μέρους του πρώτου λόγου αναίρεσης, ασκούν καταχρηστικά το δικαίωμά τους για τα κτίσματα αυτά και για το τμήμα του όλου επιδίκου ακινήτου που καταλαμβάνουν.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες, με συνέπεια να στερείται νόμιμης βάσης. Ότι ειδικότερα: α) Ενώ η αναιρεσιβαλλόμενη δέχεται ρητά ότι η διανομή των κτισμάτων στην οποία είχαν προχωρήσει άτυπα οι αρχικοί συγκύριοι και δικαιοπάροχοι απάντων των διαδίκων Δ.
και Ι. Μ. είναι άκυρη και δεν επέφερε καμία συνέπεια, σε άλλα σημεία αυτής δέχεται ότι "...Και τούτο διότι αμέσως μετά την άτυπη διανομή ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Ι. Μ. παρέλαβε το νότιο μέρος της διώροφης οικίας (κτίσμα Δ)", με αποτέλεσμα να επέρχεται σύγχυση και να μην καθίσταται σαφές αν η αναιρεσιβαλλόμενη θεωρεί ότι έλαβε χώρα ή όχι διανομή και αν αυτή επέφερε ή όχι στα πρόσωπα των συγκυρίων του όλου οικοπέδου κτήση κυριότητας χωριστών κτισμάτων.
β) Δεν αναφέρει η αναιρεσιβαλλόμενη αν η άτυπη διανομή στην οποία αναφέρεται αφορά την κυριότητα ή μόνο τη χρήση των κτισμάτων. γ) Διότι η αναιρεσιβαλλόμενη καθίσταται ασαφής και αόριστη, αφού: 1) δεν αναφέρει σε ποιο ακριβώς τμήμα του ακαλύπτου οικοπέδου αναγνωρίζει τη συγκυριότητά τους κατ' ακριβή θέση, έκταση και όρια σε σχέση με το από Ιουλίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Σ.
Π., 2) ενώ δεν αναγνωρίζει αποκλειστική κυριότητα των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων επί οποιουδήποτε τμήματος του επιδίκου γεωτεμαχίου, ούτε σε αυτά που καταλαμβάνουν τα κτίσματα ... του ανωτέρω διαγράμματος, απορρίπτει το αίτημά τους για αναγνώριση της κυριότητάς τους επί του τμήματος του γεωτεμαχίου και 3) διότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεν αναφέρει, ούτε συνάγεται από το περιεχόμενό της, πότε και με ποιον τρόπο και ποιος ειδικότερα από τους εναγομένους - αναιρεσιβλήτους ή ποιος δικαιοπάροχος αυτών γνωστοποίησαν σε αυτές την πρόθεσή τους να νέμονται τμήμα του επιδίκου γεωτεμαχίου μόνο για τον εαυτό τους, ώστε να υπολογισθεί ο διαδραμών χρόνος και να κριθεί αν το δικαίωμά τους έχει υποκύψει σε παραγραφή ή αν έχει αποκτήσει άλλος κυριότητα με τρόπο πρωτότυπο ή παράγωγο.
Με το περιεχόμενο αυτό, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται στο λόγο αυτό οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, επί πλέον δε, οι αναιρεσείουσες παραθέτουν αρχικά στο αναιρετήριο μεμονωμένες και κατ' επιλογή τους παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ στη συνέχεια και όσον αφορά τις υπόλοιπες επί μέρους αιτιάσεις, δεν παραθέτουν τις κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών και η αντίφαση αυτών που οδήγησαν σε εσφαλμένο, κατά τις αναιρεσείουσες, διατακτικό.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της και επιπλέον, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 768/2018, ΑΠ 77/2006).
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατείνονται οι αναιρεσείουσες ότι η αναιρεσιβαλλόμενη με τις παραδοχές της αποσπά τμήμα 300 τ.μ. περίπου από το όλο γεωτεμάχιο εμβαδού 567,75 τ.μ., στο οποίο αναγνωρίζει τη (συγ)κυριότητά τους, δεν αναφέρει όμως, ούτε κρίνει την κυριότητα των υπολοίπων τμημάτων του επιδίκου ακινήτου, καθώς δεν αναφέρει σε ποιους ανήκει η κυριότητα του τμήματος του επιδίκου γεωτεμαχίου που καταλαμβάνεται από τα κτίσματα ..., που χρησιμοποιούν οι αναιρεσίβλητοι, ούτε του τμήματος του επιδίκου γεωτεμαχίου που καταλαμβάνεται από τα κτίσματα Α, Β και Γ, τα οποία χρησιμοποιούν οι ίδιες.
Ότι με τον τρόπο αυτό διασπά το ενιαίο οικόπεδο σε τρία τουλάχιστον μη άρτια και μη οικοδομήσιμα τμήματα, κατά παράβαση των άρθρων 6 παρ. 1 Ν. 651/1977 και 24 του Συντάγματος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτή λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1014/2019).
Εν προκειμένω, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για το γεγονός ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής τους για τη διάγνωση της κυριότητας ολοκλήρου του επίδικου ακινήτου.
Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη, από το όλο επίδικο ακίνητο εμβαδού 567,75 τ.μ., τις αναγνώρισε (συγ)κύριες στο ακάλυπτο (μη δομημένο) τμήμα αυτού εμβαδού 300 τ.μ. περίπου, χωρίς να αποφανθεί για τα υπόλοιπα συναφή αιτήματα της αγωγής τους σχετικά με τη διάγνωση της ιδιότητας του όλου ακινήτου ως επικοίνου ή μη και περί των ποσοστών κυριότητας επ' αυτού των αναιρεσιβλήτων.
Όπως προκύπτει από την από 15-3-2009 αγωγή των αναιρεσειουσών, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, οι τελευταίες ζήτησαν, μεταξύ των άλλων, μετά από μετατροπή του αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το ακίνητο (οικόπεδο) εμβαδού 567,75 τ.μ., στο οποίο έχουν ανεγερθεί:
α) ισόγεια κατοικία εμβαδού 26 τ.μ. περίπου με ημιυπαίθριο χώρο 10,4 τ.μ., η οποία εμφαίνεται με το στοιχείο Α στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Π., β) διώροφη κατοικία συνολικού εμβαδού 74,2 τ.μ. (37,1 τ.μ. ανά όροφο), η οποία εμφαίνεται με το στοιχείο Β στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, γ) διώροφη κατοικία 136 τ.μ. (68 τ.μ.
ανά όροφο), η οποία εμφαίνεται με το στοιχείο Γ στο αυτό ως άνω διάγραμμα, δ) διώροφη κατοικία συνολικού εμβαδού 112 τ.μ. (56 τ.μ. ανά όροφο), η οποία εμφαίνεται με το στοιχείο Δ στο ως άνω διάγραμμα, ε) διώροφη κατοικία συνολικού εμβαδού 112 τ.μ. (56 τ.μ. ανά όροφο) με γκαράζ 14,56 τ.μ., η οποία εμφαίνεται με το στοιχείο Ε στο ως άνω διάγραμμα, είναι επίκοινο και ανήκει κατά κυριότητα στις ίδιες και στον εναγόμενο Κ.
Μ. κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ασκούν καταχρηστικά το δικαίωμά τους με την έγερση της ένδικης αγωγής, ως προς τα οικοδομήματα με τα στοιχεία ...
και τα τμήματα του ενιαίου οικοπέδου στα οποία έχουν ανεγερθεί και, όπως προκύπτει από το διατακτικό της απόφασης, απέρριψε δε την αγωγή κατά το μέρος της αυτό. Αναγνώρισε, επίσης, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το διατακτικό της απόφασής του, τη (συγ)κυριότητα των εναγουσών κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου για την κάθε μία, από το όλο επίδικο ακίνητο των 567,75 τ.μ.
μετά των επ' αυτού κτισμάτων, "στο τμήμα του που είναι ακάλυπτο, δηλ. δεν καταλαμβάνεται από τα κτίσματα, εμβαδού 300 περίπου τ.μ.". Παρέλειψε, ωστόσο, το Εφετείο να περιλάβει στο διατακτικό της απόφασής του διάταξη σχετικά με τη (συγ)κυριότητα ή μη των εναγουσών ως προς τα κτίσματα Β και Γ και του τμήματος του ενιαίου οικοπέδου που αυτά καταλαμβάνουν.
Δεδομένου δε ότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 578 ΚΠολΔ), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, με την παράλειψή του αυτή το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής των αναιρεσειουσών κατά το μέρος της αυτό, υποπίπτοντας έτσι στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατά συνέπεια και κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε εν μέρει η αγωγή των αναιρεσειουσών ως καταχρηστικώς ασκηθείσα και κατά το μέρος της με το οποίο αφέθηκε αδίκαστο το ανωτέρω αίτημα της αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προς περαιτέρω εκδίκαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στις αναιρεσείουσες (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, οι οποίες δεν κατέθεσαν προτάσεις, αλλά υπόμνημα μετά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 44/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας κατά το κεφάλαιό της, καθώς και κατά το μέρος της, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στις αναιρεσείουσες.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Α.Π.