Legislator Case Law & Legislation
1431/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance liquidation decisions as inadmissible due to statutory prohibition on legal remedies.

Case Number 1431/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece declared the appeal against the insurance liquidation decision inadmissible and dismissed the proceedings. The appellants sought to challenge the final ruling of the Single Court of First Instance regarding the ranking of claims in a life insurance liquidation. The Court ruled that specific provisions in the Insurance Law and the Bankruptcy Code explicitly prohibit legal remedies against decisions made during insurance liquidations, distinguishing them from bankruptcy proceedings. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 179 of the Code of Civil Procedure; Article 242 of Law 4364/2016; Article 248(8) of Law 4364/2016; Article 92 of the Bankruptcy Code: Appeals against decisions in insurance liquidation proceedings are strictly prohibited by law, rendering such legal remedies inadmissible.

Keywords

AI generated
insurance liquidation legal remedies prohibition inadmissible appeal ranking of claims single court of first instance costs of litigation statutory bar

Cited Legislation

AI generated
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 235(3) of Law 4364/2016
Article 10(3) of Law 400/1970
Article 242(2) of Law 4364/2016
Article 248(8) of Law 4364/2016
Article 92 of the Bankruptcy Code
Article 53 of the Bankruptcy Code
Article 54 of the Bankruptcy Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1431 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1431/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) …και 4) …, κατοίκου .... Οι πρώτος και δεύτερος αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σκούφο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ οι τρίτος και τέταρτος αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: τελούσας σε ασφαλιστική εκκαθάριση ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Α. Π. Α. Ε. Γ. Α.", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσουμάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2016 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3256/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 5578/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-11-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι πρώτος και δεύτερος αναιρεσείοντες και η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 § 1, 96 § 1, 97, 98 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, προς τον οποίο η πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008).

Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό μ' αυτές των άρθρων 576 § 2 και 577 § 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του φερόμενου ως ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, χωρίς την απόδειξη της ύπαρξης πληρεξουσιότητας αυτού προς τον υπογράφοντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1059/2019, ΑΠ 1054/2014), υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι ο απολειπόμενος αναιρεσείων είτε επισπεύδει αυτός εγκύρως τη συζήτηση είτε έχει κλητευθεί νόμιμα, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 1353/2022, ΑΠ 1269/2019, ΑΠ 240/2014, ΑΠ 1852/2007).

Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 § 4εδ.β`και γ` ΚΠολΔ που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ` αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ` αυτή διαδίκου (ΑΠ 12/2011, ΑΠ 136/1999). Περαιτέρω, σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΟλΑΠ 4/1994, ΟλΑΠ 2/1992, ΑΠ 1353/2022, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 1863/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση από τη σειρά του οικείου πινακίου της από 14-11-2019 αίτησης αναίρεσης οι δύο πρώτοι επισπεύδοντες την συζήτησή της αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σκούφο δια δηλώσεως του άρθρ. 242 § 2 ΚΠολΔ, ο οποίος για την νομιμοποίησή του προσκόμισε το υπ' αριθ. 19804/20-12-2019 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ανθούλας Γιαννημάρα, όσον αφορά τον Θ.

Λ. και το υπ' αριθ. …συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νικολάου Νικολάκη, όσον αφορά τον Α. Σ., ενώ οι τρίτος και τέταρτος των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, αλλά ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 § 2 και 573 § 1 ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Από την υπ'αριθ. 4243Β/2-6-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Φ. Κ. προκύπτει ότι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επέσπευσαν άπαντες οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 13-12-2021 είχαν εκπροσωπηθεί από την δικηγόρο Δήμητρα Παπουτσάκη, η οποία ως άγγελος υπέβαλε αίτημα αναβολής λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του ανωτέρω πληρεξούσιου δικηγόρου τους Νικολάου Σκούφου.

Κατόπιν παραδοχής του σχετικού αιτήματος, η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, κατά την οποία δεν εμφανίστηκαν οι 3ος και 4ος των αναιρεσειόντων. Όμως, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν αποδεικνύεται ότι οι παραπάνω αναιρεσείοντες είχαν χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σκούφο πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 § 3 ΚΠολΔ και, ως εκ τούτου, δεν προκύπτει ότι είχαν επισπεύσει και οι ίδιοι έγκυρα τη συζήτηση.

Επομένως, αφού δεν αποδεικνύεται η χορήγηση από τους τρίτο και τέταρτο των αναιρεσειόντων νόμιμης πληρεξουσιότητας στον εν λόγω δικηγόρο, αυτοί θεωρούνται ότι δεν παρίστανται κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως και είναι δικονομικά απόντες. Εξάλλου, δεν προκύπτει ότι οι εν λόγω απολειπόμενοι αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση ή από την αναιρεσίβλητη.

Πρέπει, συνεπώς, ως προς τους τρίτο και τέταρτο των αναιρεσειόντων, οι οποίοι συνδέονται με δεσμό απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, να κηρυχθεί, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 § 3 εδάφ. β' ΚΠολΔ, απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως και να διαταχθεί ως προς αυτούς ο χωρισμός της υπόθεσης.

Με την υπό κρίση από 14-11-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ'αριθ. 5578/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδ.ασφαλιστικών μέτρων), την από 12-1-2016 ανακοπή τους, με την οποία ζητούσαν να τροποποιηθεί και να συμπληρωθεί η Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων από Ασφάλιση Ζωής της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, που τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση μετά την ανάκληση της αδείας λειτουργίας της, ούτως ώστε να εξελεγχθεί η προερχόμενη από τα αναφερόμενα στην ανακοπή ασφαλιστήρια συμβόλαια απαίτηση εκάστου εξ αυτών κατά της καθής η ανακοπή και να συμπεριληφθούν στην άνω κατάσταση ως προνομιούχοι πιστωτές, αφού δεν είχαν αναγγείλει αρχικά τις απατήσεις τους στον Επόπτη ασφαλιστικής εκκαθάρισης, θεωρώντας ότι δεν είχαν σχετική υποχρέωση, διότι τα ασφαλιστήρια συμβόλαιά τους συμπεριλαμβάνονταν στον κατάλογο των ασφαλισμένων, που ευρίσκονταν εν ισχύ ως ενεργά χαρτοφυλάκια.

Επί της εν λόγω ανακοπής, η οποία δικάστηκε κατά η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3256/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας η εν λόγω ανακοπή κρίθηκε νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 92 § 1 του ΠτΚ, συμπληρωματικώς εφαρμοζομένης κατ'άρθ. 179 ΠτΚ και 10 § 3 του ν.δ. 400/1970, αναλογικώς εφαρμοζομένης, και έγινε δεκτή για τα αναφερόμενα στην ανακοπή συμβόλαια και ποσά, κατά τα ειδικότερα εις την εν λόγω απόφαση διαλαμβανόμενα.

Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η ασφαλιστική εταιρία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 15-9-2016 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5578/2017 απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ότι στα πλαίσια της ασφαλιστικής εκκαθάρισης δεν εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 92 του ΠτΚ, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την εν λόγω υπόθεση και απέρριψε την ως άνω ανακοπή, κατά τα ειδικότερα εις την εν λόγω απόφαση διαλαμβανόμενα.

Κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, οι αναιρεσείοντες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 § 1 εδαφ. α - γ του ν.δ. 400/1970 "Ιδιωτική επιχείρηση ασφάλισης", οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι αυτών έχουν προνόμιο στην ασφαλιστική τοποθέτηση, που προηγείται από κάθε άλλο γενικό ή ειδικό προνόμιο της παρ. 9 του άρθρου 12 αυτού.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 10 § 3 του ίδιου ως άνω ν.δ/τος 400/1970 "Σε περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης ή πτώχευσης ασφαλιστικής επιχείρησης ο, κατά το άρθρο "12α" του παρόντος, επόπτης εκκαθάρισης ή πτώχευσης καλεί μέσα σε δέκα ημέρες από το διορισμό του τους δικαιούχους ασφαλίσματος, με ανακοίνωση, που δημοσιεύεται μια φορά την εβδομάδα, επί τρεις συνεχείς εβδομάδες σε πέντε ημερήσιες, ευρείας κυκλοφορίας, εφημερίδες, από τις οποίες μια τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης και μια οικονομική, να του αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους με όλα τα δικαιολογητικά τους στοιχεία μέσα σε τρεις μήνες από την τελευταία δημοσίευση.

Δεν καλούνται οι δικαιούχοι ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, καθώς και οι δικαιούχοι ασφαλίσεων ζωής, για τους οποίους δεν έχει επέλθει ασφαλιστική περίπτωση. Η επαλήθευση των απαιτήσεων γίνεται από τα ως άνω όργανα, αρχίζει το αργότερο μέσα σε τρεις ημέρες από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας και ολοκληρώνεται στο συντομότερο χρονικό διάστημα.

Γίνονται δεκτές οι απαιτήσεις που δεν αμφισβητούνται από τα ως άνω όργανα ή έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή (εκτελεστή) απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου. Ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή ο επόπτης πτώχευσης και ο σύνδικος υποβάλλουν στο Υπουργείο Εμπορίου κατάσταση των δικαιούχων ασφαλίσματος μέσα σε δύο μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αναγγελιών.

Στην κατάσταση αυτήν περιλαμβάνονται, εφόσον έχουν επαληθευθεί οι απαιτήσεις τους: α) οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφαλίσεων ζωής, β) οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφαλίσεων κατά ζημιών εκτός ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, που έχουν δηλώσει την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και έχει καταχωρισθεί η δήλωση στα βιβλία της ασφαλιστικής επιχείρησης και γ) όσοι αναγγέλθηκαν μέσα στην ως άνω προθεσμία.

Για τις απαιτήσεις που αμφισβητούνται δικαστικά ή εξώδικα γίνεται χωριστή μνεία, στην οποία αναφέρεται το ποσό που εκτιμά ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή ο επόπτης πτώχευσης και ο σύνδικος και το ποσό που διεκδικεί ο δικαιούχος ασφαλίσματος. Στην κατάσταση καταχωρίζονται και οι τυχόν διαφωνίες κατά την επαλήθευση μεταξύ επόπτη και εκκαθαριστή ή συνδίκου.

Η κατάσταση καταχωρίζεται αμέσως στο μητρώο ασφαλιστικών επιχειρήσεων και η ανακοίνωση της καταχώρισής της δημοσιεύεται σε δύο τουλάχιστον ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μια τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης, μια φορά την εβδομάδα επί τρεις συνεχείς εβδομάδες.

Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο. Το ως άνω ν.δ 400/1970 καταργήθηκε στο σύνολό του, από 1 Ιανουαρίου 2016, με το Ν.4364/2016 "Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/138/ΕΔ και του Συμβουλίου της 25 Νοεμβρίου 2009 κλπ", πλην, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 248 § 1 αυτού ορίστηκε ότι "από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διέπονται οι υφιστάμενες κατά την 31-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις", στις οποίες, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, εφαρμόζονται ορισμένες διατάξεις του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 242 παρ. 1 και 4.

Ωστόσο, οι προ της 31-12-2015 διαδικασίες εξελέγξεως και επαληθεύσεως απαιτήσεων από τον επόπτη εκκαθάρισης κ.λ.π., όπως η παρούσα, διέπονται από τις διατάξεις του ν.δ. 400/1970. Περαιτέρω, η ως άνω απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων, συνεπώς και αναίρεσης, κατά της απόφασης του εφετείου που εκδίδεται επί ανακοπής κατά της κατάστασης των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής ρητά επαναλήφθηκε και στο Ν. 4364/2016, στο άρθρο 242 § 2 του οποίου ορίζεται ότι "Μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αναγγελιών η ως άνω κατάσταση αναρτάται στην ιστοσελίδα της επιχείρησης και η ανακοίνωση της καταχώρησής της δημοσιεύεται σε δύο (2) τουλάχιστον ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες από τις οποίες η μία (1) τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης, μία (1) φορά την εβδομάδα επί τρεις (3) συνεχείς εβδομάδες.

Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο". Επίσης, ίδια ρύθμιση προβλέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 248 § 8 του Ν. 4364/2016 (το αναφερόμενο στις υφιστάμενες κατά την 31-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις) και για την κατάσταση κατάταξης των δικαιούχων από ασφάλιση, δηλαδή τον πίνακα διανομής, τον οποίο συντάσσει ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής κατά τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άνω άρθρου, κατά της οποίας (κατάστασης κατάταξης) επιτρέπονται αντιρρήσεις που ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης, οι οποίες εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η απόφαση του εφετείου υπόκειται σε έφεση ενώπιον του αρμόδιου Εφετείου και εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ενώ η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο.

Η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση του αποκλεισμού της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά των άνω αποφάσεων δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος, ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, καθόσον οι διατάξεις αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται κάποιος υπό συνθήκες δίκαιης δίκης, δηλαδή δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, στην έννοια, όμως, αυτών δεν περιλαμβάνεται και η πρόβλεψη οπωσδήποτε άσκησης ένδικων μέσων, στο νομοθέτη δε εναπόκειται να κρίνει αν, πόσα και ποιά ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας, με την οποία εκδικάζεται η υπόθεση.

Άλλωστε, ο περιορισμός της άσκησης ένδικων μέσων κατά των σχετικών υποθέσεων, όπως η κρινόμενη, που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, στοχεύει στη συντόμευση των δικαστικών εκκρεμοτήτων και στην επιτάχυνση της διαδικασίας περάτωσης της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, ώστε να ικανοποιηθούν οι προνομιακά ασφαλισμένοι από την ασφαλιστική τοποθέτηση και ως εκ τούτου δεν είναι δυσανάλογος, ούτε αντιβαίνει στην καθιερούμενη με το άρθρο 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 152/2023, ΑΠ 153/2023, ΑΠ 154/2023).

Εξάλλου, σύμφωνα με την αρχή διαχρονικού δικονομικού δικαίου του άρθρου 24 § 1 του ΕισΝΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή όταν στο νεότερο νόμο δεν περιλαμβάνεται ειδική μεταβατική διάταξη, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συνεπώς, από το δίκαιο που ισχύει κατά τον ως άνω χρόνο και που στην προκείμενη περίπτωση είναι το άρθρο 242 § 2 του Ν. 4364/2016, θα κριθεί αν η απόφαση μπορεί ή όχι να προσβληθεί με ένδικα μέσα και ποια, για ποιους λόγους επιτρέπεται καθένα από αυτά, ποια πρόσωπα δικαιούνται να τα ασκήσουν και κατά ποιων προσώπων πρέπει να απευθύνονται (ΟλΑΠ 38, 21, 22/2002).

Τέλος, κατά το άρθρο 577 § 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Απαράδεκτη κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι η αναίρεση, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η οποία απευθύνεται κατά απόφασης που δεν υπόκειται ή δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με ένδικα μέσα και συνεπώς με αναίρεση κατά το χρόνο άσκησης της τελευταίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 13-12-2017 , ήτοι υπό την ισχύ του Ν. 4364/2016, με το άρθρο 242 § 2 του οποίου, όπως προεκτέθηκε, ρητά απαγορεύθηκε η άσκηση ενδίκων μέσων κατά της απόφασης του εφετείου, που έχει εκδοθεί επί ανακοπής κατά της Κατάστασης Δικαιούχων Απαιτήσεως από Ασφάλιση Ζωής.

Ενόψει δε του ότι στο νόμο αυτό δεν υφίσταται ειδική μεταβατική διάταξη για τις ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις, που υφίστανται κατά την 31-12-2015, όπως η προκείμενη, το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά της παρούσας απόφασης θα κριθεί, σύμφωνα με την διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 § 1 ΕισΝΚΠολΔ, από το ισχύον κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (13-12-2017) άρθρο 242 § 2 Ν. 4364/2016, το οποίο, κατά τα προεκτιθέμενα, απαγορεύει ρητά την άσκηση αναίρεσης κατά της παρούσας απόφασης, όπως άλλωστε, ρητά απαγορευόταν και από το προϊσχύσαν ν.δ. 400/1970.

Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η ένδικη ανακοπή τους έχει το χαρακτήρα ανακοπής του άρθρου 92 ΠτΚ και, συνεπώς, η παρούσα απόφαση προσβάλλεται με αναίρεση σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 55 αυτού. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 ΠτΚ "Οι διατάξεις του κώδικα αυτού εφαρμόζονται συμπληρωματικά και επί εξυγίανσης και εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων, κατά το μέρος που δεν ρυθμίζονται ειδικά" (ίδια ρύθμιση προβλέπεται και στο άρθρο 235 § 3 του Ν. 4364/2016, σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα) και τέτοια ειδική ρύθμιση περιλαμβάνει η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 10 § 3 του ν.δ. 400/1970 (και ήδη του άρθρου 242 παρ. 2 του Ν. 4364/2016), που περιέχουν ειδικές ρυθμίσεις περί των αντιρρήσεων κατά της Κατάστασης Δικαιούχων Απαιτήσεως από Ασφάλιση Ζωής των ασφαλισμένων και απαγορεύουν ρητά την άσκηση ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων των εφετείων, συνεπώς, και αίτησης αναίρεσης.

Επίσης, και η διάταξη του άρθρου 248 § 8 του Ν. 4364/2016, απαγορεύει ρητά την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της απόφασης του εφετείου, που εκδίδεται επί ανακοπής κατά της κατάστασης κατάταξης των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφαλίσεις ζωής. Εξάλλου, η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πτωχευτική ανακοπή κατ' άρθρο 92 ΠτΚ και για τον επιπλέον λόγο ότι η πτωχευτική ανακοπή εκδικάζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο, ήτοι το πολυμελές πρωτοδικείο που κήρυξε την πτώχευση (άρθρο 53 του ΠτΚ), κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 54 ΠτΚ), ενώ η ασφαλιστική εκκαθάριση δεν διατάσσεται με δικαστική απόφαση, αλλά επέρχεται αναγκαστικά, μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης λόγω παράβασης νόμου, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, ο δε νομοθέτης για τις δίκες της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, σταθμίζοντας τις ιδιαιτερότητές τους, θέσπισε την αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ως διαδικασία αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, που είναι ταχεία διαδικασία, ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός της επιτάχυνσης της διαδικασίας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, για να ικανοποιηθούν σε σύντομο χρόνο οι προνομιακά ασφαλισμένοι από την ασφαλιστική τοποθέτηση.

Κατ' ακολουθία αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες ως απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι πρώτος και δεύτερος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημά της, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 § 1, 192 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους τρίτο και τέταρτο των αναιρεσειόντων.

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς.

Απορρίπτει την από 14-11-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5578/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου το δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσειόντων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Αυγούστου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ