Legislator Case Law & Legislation
1431/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank contract enforcement, ruling fraud claim inadmissible due to court discretion.

Case Number 1431/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens regarding a bank contract dispute. The appellant argued that the court failed to investigate alleged document forgery and violated procedural rules by not suspending the civil trial pending criminal proceedings. The court rejected these claims, stating that the decision to suspend litigation or order further evidence regarding fraud lies within the trial court's discretionary power and is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 462 and 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that the decision to suspend civil proceedings pending criminal investigation or to order additional evidence for alleged fraud is a matter of judicial discretion and is not subject to appeal.

Keywords

AI generated
appeal admissibility judicial discretion document forgery suspension of trial civil-criminal link court of first instance procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 462 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 10/2018
Supreme Court 25/2003
Supreme Court 1093/2014
Supreme Court 615/2013
Supreme Court 3/2008
Supreme Court 13/2014
Supreme Court 29/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1431 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1431/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Φαρμάκη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "ALPHA ΒΑΝΚ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Δικαίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4354/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5602/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/12/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η ένδικη, από 22-12-2017, αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 5602/2015 μη επιδοθείσας τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση στις 8-1- 2018, έχει ασκηθεί νομότυπα (άρθρο 495 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ) και εμπρόθεσμα, εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών (3) ετών από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, στις 31-12-2015, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ.3 Κ.Πολ.Δ, ως ίσχυε πριν την αντικατάσταση της με τον αριθμό 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί αλλά δεν επιδόθηκαν μέχρι την 1-1-2016, οπότε άρχισε η ισχύς του παραπάνω νόμου (Ολ. ΑΠ 10/2018). Για το παραδεκτό της άσκησης της κατατέθηκε το νόμιμο παράβολο που ορίζει η παράγραφος 3 του άρθρου 495, όπως προκύπτει από την έκθεση κατάθεσής της. Επομένως, η ένδικη αίτηση ασκήθηκε παραδεκτά και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.1 και 3 Κ.Πολ.Δ).

II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ο λ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018).

III. Κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθέρωσης του εγγυητή, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης δεν αποκλείεται από ενδεχόμενη παραίτησή του εκ των προτέρων από του κατ' άρθρο 855 ΑΚ δικαιώματος διζήσεως.

Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρύθμισης, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του θεσπιζομένου με αυτή ευεργετήματος (ελευθέρωσης), όχι όμως και για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή κατέστη αδύνατη από δόλο ή βαριά αμέλεια του τελευταίου, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 332 εδ.α ΑΚ είναι άκυρη (ΑΚ 174) κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια (Ολ.

ΑΠ 6/2000, ΑΠ 1491/2018, ΑΠ 296/2017). Εξάλλου, ο ορισμός της αμέλειας και δη με την αφηρημένη ελαφρά μορφή της, ως στοιχείου πταίσματος θεμελιωτικού λόγου ευθύνης, τόσο ενδοσυμβατικής όσο και αδικοπρακτικής (άρθρο 914 ΑΚ), δίδεται με τη διάταξη του άρθρου 330 εδ. β ΑΚ, σύμφωνα με την οποία αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του (ΑΠ 1534/2008, ΑΠ 1678/2007, ΑΠ 447/2000).

Στον ΑΚ δεν περιλήφθηκε ορισμός της βαριάς αμέλειας. Έτσι, με κριτήριο την βαρύτητα της αμελούς συμπεριφοράς, ως βαριά αμέλεια θεωρείται αυτή, όταν η απόκλιση από την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθιστα μεγάλη και ιδιαίτερα σοβαρή (ΑΠ 18/2009, ΑΠ 2193/2007). Η έννοια της αμέλειας είναι νομική και επομένως η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το βαθμό της αμέλειας, ελέγχεται αναιρετικά (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1073/2015, ΑΠ 2719/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ, "με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή". Στη σύμβαση αυτή εφαρμόζονται οι κοινές για τη σύμβαση διατάξεις, όπως και εκείνες που αφορούν τα ελαττώματα της δηλώσεως βουλήσεως.

Μεταξύ των τελευταίων είναι και η διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, ενώ με τη διάταξη του επομένου άρθρου 141 διευκρινίζεται ότι η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε την κατάρτισή της.

Πλάνη, επομένως, είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βούλησης του δηλούντος πραγματικής κατάστασης, προς την πλάνη δε με την παραπάνω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσης (άγνοια) της πραγματικής κατάστασης, όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος. Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δήλωσης, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή την νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δήλωσης (ΑΠ 406/2019, ΑΠ 725/2014, ΑΠ 1655/2012).

Η πλάνη, ως λόγος ακυρώσιμου της δικαιοπραξίας μπορεί να προταθεί όχι μόνο με αγωγή, αλλά και με ένσταση, αν ο πλανηθείς ενάγεται από το δανειστή για την εκπλήρωση των αξιώσεων που απορρέουν από την δικαιοπραξία (ΑΠ 148/1993). Έτσι, μπορεί να θεμελιώσει λόγο ανακοπής για ακύρωση διαταγής πληρωμής χρηματικού ποσού, το οποίο φέρεται στη διαταγή αυτή ως οφειλόμενο από δικαιοπραξία (ΑΠ 406/2019, ΑΠ 1/2017).

IV. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη με αριθμό 5602/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε στην ουσία της την από 19-2-2014 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 4354/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 21-12- 2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 22940/2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η έκδοση της οποίας βασίστηκε σε σύμβαση στεγαστικού δανείου, με τον ανακόπτοντα εγγυητή των όρων εκτέλεσής της και με την οποία διαταγή αυτός επιτάχθηκε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα το ποσό κεφαλαίου των 76.153,51 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και εξόδων, διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της, τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "Μεταξύ της καθ' ης τράπεζας ως πιστώτριας, του Σ.

Λ. ως πιστούχου και του ανακόπτοντος ως εγγυητή καταρτίστηκε η με αριθμ. .../19.12.2003 σύμβαση στεγαστικού δανείου και η ταυτάριθμη με την εν λόγω σύμβαση πρόσθετη πράξη ,συνολικού ποσού 78.000 ευρώ. Η εν λόγω σύμβαση στεγαστικού δανείου προέβλεπε στον με αριθμ.9.01 όρο ότι ο οφειλέτης (δηλ. ο Σ. Λ.) ανέλαβε την υποχρέωση να παραχωρήσει υπέρ της καθ' ης τράπεζας προς ασφάλεια των πάσης φύσεως απαιτήσεών της, προσημείωση υποθήκης πρώτης τάξης για το ποσό των 93.600 ευρώ ,είτε στο ακίνητο που αγόρασε ο οφειλέτης με το εν λόγω δάνειο, είτε σε άλλο ακίνητο, ιδιοκτησίας του υπό την προϋπόθεση ότι το προαναφερόμενο ακίνητο θα ήταν επαρκούς αξίας.

Επιπλέον συνομολογήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι με αριθμ.9 όρος θα είναι κύριος και ουσιώδης και ότι σε περίπτωση παραβάσεώς του θεμελιώνεται το δικαίωμα της καθ' ης να καταγγείλει την σύμβαση, να κηρύξει το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό στο σύνολο του και να αξιώσει την εξόφληση ολόκληρου του ανεξόφλητου ποσού του κεφαλαίου, των πάσης φύσεως τόκων και λοιπών επιβαρύνσεων (βλ.

τον με αριθμό 12 όρο του στεγαστικού δανείου). Επίσης με τον με αριθμ. 15 όρο ο ανακόπτων δήλωσε ότι εγγυάται ανεπιφύλακτα προς την καθ' ης υπέρ του οφειλέτη Σ. Λ. την πλήρη .εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε απαιτήσεώς της από την εν λόγω σύμβαση στεγαστικού δανείου, ενεχόμενος σε ολόκληρο με τον οφειλέτη ως αυτοφειλέτης.

Παράλληλα, ο ανακόπτων δήλωσε ότι παραιτείται, μεταξύ άλλων και από την ένταση ελευθερώσεως του εγγυητή του άρθρου 862 ΑΚ. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι σε χρόνο προγενέστερο της καταρτίσεως της προαναφερθείσας συμβάσεως προσκομίσθηκε στην καθ' ης, επικυρωμένο από τον δικηγόρο Θεόδωρο Β. Γεκίλη, αντίγραφο του υπ' αριθμόν .../8-12-2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Πατρών Διονυσίας Χρήστου Γκαδόλου, δυνάμει του οποίου ο Σ.

Λ. αγόρασε κατά πλήρη κυριότητα το υπό στοιχείο Β-1 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου επί της οδού ... στην Πάτρα) αντί του συνολικού τιμήματος των εβδομήντα οκτώ χιλιάδων (78.000) ευρώ. Ωστόσο το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου είχε αλλοιωθεί, καθώς στην επικεφαλίδα του αναγραφόταν ως αντικειμενική αξία το ποσό των σαράντα επτά χιλιάδων εκατό εξήντα επτά ευρώ και έξι λεπτών (47.167,06) αντί του ορθού δέκα επτά χιλιάδες εκατό εξήντα επτά ευρώ και έξι λεπτά (17.167,06).

Η καθ' ης βασιζόμενη και στο εν λόγω έγγραφο και μη καταβάλλοντος την προσήκουσα προσοχή προέβη αφενός στην κατάρτιση της προαναφερθείσας συμβάσεως στεγαστικού δανείου και αφετέρου στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο ακίνητο αυτό προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της από την σύμβαση του στεγαστικού δανείου.

Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι στην σελίδα 14 του ως άνω συμβολαίου αναφερόταν ως αντικειμενική αξία του αγορασθέντος ακινήτου το ποσό των δέκα επτά χιλιάδων εκατόν εξήντα επτά ευρώ και έξι λεπτών (17.167,06). Ακολούθως, όταν αργότερα αποκαλύφθηκε η νόθευση του υπ' αριθμόν .../8-12-2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Πατρών Διονυσίας Χρήστου Γκαδόλου ως προς την αναγραφόμενη στην επικεφαλίδα αντικειμενική αξία, η καθ' ης προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως, στο κλείσιμο του υπ' αριθμόν ...

λογαριασμού δανείου, ο οποίος στις 18/5/2004 ήταν χρεωστικός σε βάρος του πρωτοφειλέτη Σ. Λ. με υπόλοιπο, ύψους εβδομήντα επτά χιλιάδων εξακοσίων ένδεκα ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (77,611,45), ενώ παράλληλα απαίτησε από τους αντισυμβαλλομένους της την άμεση εξόφληση της οφειλής τους. Ακολούθως, ο πρωτοφειλέτης Σ.

Λ. όταν έλαβε την από 19/3/2004 επιστολή της καθ' ης με την οποία προσκαλούνταν να εξοφλήσει μέχρι την 31/3/2004 την οφειλή του δήλωσε ότι ουδεμία σχέση έχει με την νόθευση του περιεχομένου του υπ' αριθμόν .../8- 12-2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Πατρών Διονυσίας Χρήστου Γκαδόλου και ότι βαραίνει την ίδια βαριά αμέλεια.

Επίσης, πρότεινε να εκχωρήσει στην καθ' ης την απαίτηση εισπράξεως μισθωμάτων, ύψους διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, από το εν λόγω ακίνητο, το οποίο είχε εν τω μεταξύ εκμισθώσει σε τρίτο, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του δανείου. Ο ανακόπτων με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης Διαταγής Πληρωμής λόγω ακυρωσίας της ένδικης σύμβασης εγγύησης από την οποία γεννήθηκε η ένδικη οφειλή εξαιτίας ουσιώδους πλάνης του (140, 141, 142 ΑΚ).

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης εγγύησης με την καθ' ης υπέρ του πρωτοφειλέτη τελούσε σε πλάνη ως προς την επαρκή εξασφάλιση του δανείου και ως προς την αληθινή υποτιθέμενη αντικειμενική του αξία. Ότι αν γνώριζε την νόθευση του προσκομισθέντος στην καθ' ης πωλητηρίου συμβολαίου και την ανεπάρκεια του ακινήτου που προσημειώθηκε να εξασφαλίσει την απαίτηση της καθ' ης δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση της σύμβασης εγγύησης.

Εντούτοις, δεν αποδεικνύεται, ότι ο ανακόπτων κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως στεγαστικού δανείου πλανήθηκε ως προς την επαρκή εξασφάλιση του δανείου και ως προς την αληθινή αντικειμενική αξία του αγορασθέντος ακινήτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, καθότι κατά την ίδια ημέρα, δυνάμει του υπ' αριθμό .../8-12-2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Πατρών Διονυσίας Χρήστου Γκαδόλου ο ανακόπτων απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα το υτ’ αριθμόν Β-2 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου επί της οδού ...

στην Πάτρα, αντί του συνολικού τιμήματος των εβδομήντα οκτώ χιλιάδων (78.000) ευρώ. Ο ανακόπτων αιτήθηκε και αυτός την χορήγηση δανείου από την καθ' ης η κρινόμενη ανακοπή ανώνυμη τραπεζική εταιρεία. Επίσης, προσκομίσθηκε στην καθ' ης επικυρωμένο από την συμβολαιογράφο Διονυσία Χρήστου Γκαδόλου, επικυρωμένο από τον δικηγόρο τους, αντίγραφο του υπ' αριθμόν .../8-12-2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζόντιας ιδιοκτησίας, του οποίου το περιεχόμενο ήταν επίσης νοθευμένο, καθώς στην επικεφαλίδα του αναγραφόταν ως αντικειμενική αξία το ποσό των σαράντα έξι χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι ένα ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (46.921,28) αντί του ορθού (16.921,28) ευρώ.

Ωστόσο αυτή τη φορά η νόθευση του συμβολαίου έγινε αντιληπτή πριν από την χορήγηση του δανείου με αποτέλεσμα να αποκαλυφθεί και η νόθευση του συμβολαίου του Σ. Λ.. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η καθ' ης αν γνώριζε την αληθινή αντικειμενική αξία των δύο γειτονικών διαμερισμάτων θα απαιτούσε τουλάχιστον την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο με μεγαλύτερη αντικειμενική αξία.

Ας σημειωθεί ότι η καθ' ης κατά τον χρόνο καταρτίσεως αμφοτέρων των συμβάσεων για στεγαστικά δάνεια κάτω των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ περιοριζόταν σε νομικό έλεγχο (έλεγχο τίτλων, άδειες πολεοδομίας κλπ) και δεν διενεργούσε τεχνικό έλεγχο. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου η νόθευση αμφοτέρων των προαναφερθέντων συμβολαίων διαπράχθηκε από τον Σ.

Λ. και τον ανακόπτοντα, καθώς αυτοί προσδοκούσαν όφελος από την ενέργεια αυτή, ήτοι την έγκριση του στεγαστικού δανείου και την προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο μικρής αντικειμενικής αξίας, το οποίο δεν επαρκούσε για την ικανοποιητική εξασφάλιση των απαιτήσεων της καθ' ης, απορριπτόμενου του πρώτου λόγου ανακοπής ως ουσία αβάσιμου.

Ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε τίποτε για την νόθευση του εν λόγω εγγράφου ,διότι τη διεκπεραίωση της χορήγησης δανείου την είχε αναθέσει στο γραφείο διεκπεραιώσεων "..." της Ζ. Κ. που βρίσκεται στην οδό ... στην Αθήνα, το οποίο ανέλαβε την διαδικασία συγκέντρωσης και προσκόμισης των απαραίτητων δικαιολογητικών, ακόμα και την διεκπεραίωση της αγοράς του εν λόγω διαμερίσματος.

Ο δε δικηγόρος που φέρεται να βεβαίωσε ότι το αντίγραφο είναι γνήσιο αντίγραφο του πρωτοτύπου ήταν συνεργάτης του γραφείου της και ότι έχει υποβάλλει μήνυση κατά αγνώστων για το αδίκημα της πλαστογραφίας, η οποία είναι εκκρεμής. Ο ισχυρισμός όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη πειστικός, αφού η βασιμότητα του δεν αποδείχτηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, άλλωστε όπως προαναφέρθηκε οι αγοραστές των ακινήτων προσδοκούσαν όφελος από την έγκριση μεγαλύτερου ποσού δανείσματος και την προσημείωση υποθήκης σε, μικρής αντικειμενικής αξίας, ακίνητο το οποίο δεν επαρκούσε για την ικανοποιητική εξασφάλιση των απαιτήσεων της δανείστριας τράπεζας.

Όπως σημειώθηκε και ανωτέρω, στην σελίδα 14 του υπ' αριθμόν .../8-12- 2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Πατρών Διονυσίας Χρήστου Γκαδόλου αναγραφόταν η αληθινή αντικειμενική αξία του αγορασθέντος από τον Σ. Λ. διαμερίσματος. Εντούτοις, οι προστηθέντες υπάλληλοι της καθ' ης περιορίσθηκαν στην αναφερόμενη στην επικεφαλίδα παραποιημένη αντικειμενική αξία χωρίς να διασταυρώσουν την ορθότητα της με το κείμενο του συμβολαίου, επιδεικνύοντας αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Ο ανακόπτων με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του προβάλλει ως λόγο ακυρώσεως της προσβαλλόμενης Διαταγής Πληρωμής τον ισχυρισμό ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της καθ' ης επέδειξαν βαριά αμέλεια κατά τον νομικό και τεχνικό έλεγχο του αγορασθέντος ακινήτου καθώς με μία απλή ανάγνωση του προσκομισθέντος συμβολαίου θα μπορούσαν να διαπιστώσουν την ανακρίβεια του αναγραφόμενου στην επικεφαλίδα ποσού της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου και να είχαν απορρίψει την αίτηση δανείου.

Ο ισχυρισμός αυτός ο οποίος αποτελεί την ένσταση αποσβέσεως της εγγυήσεως είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ. Ωστόσο, η αμέλεια των οργάνων της καθ' ης είναι ελαφρά, δεδομένου ότι οι υπάλληλοι της καθ' ης θεώρησαν ότι η αναγραφόμενη στην επικεφαλίδα του εν λόγω συμβολαιογραφικού εγγράφου αντικειμενική αξία, το οποίο σημειωτέον ήταν θεωρημένο για το γνήσιο του περιεχομένου του από δικηγόρο, είναι ακριβής και ότι δεν συνέτρεχε λόγος διασταυρώσεώς της, δεδομένης και της προσεκτικής αλλοίωσης του πρώτου ψηφίου του ποσού, το οποίο προσομοίαζε με αριθμό τυπωμένο από εκτυπωτή, όπως και το υπόλοιπο κείμενο του συμβολαίου και δεν δημιουργούσε με την πρώτη ματιά την εντύπωση ότι ήταν γραμμένο από ανθρώπινο χέρι.

Ο ανακόπτων δε, όπως σημειώθηκε και παραπάνω, παραιτήθηκε από την ένσταση ελευθερώσεως του, εκτός από τις περιπτώσεις δόλου ή βαριάς αμέλειας, από τις οποίες δεν νοείται έγκυρη παραίτηση (άρθρο 332 παρ. 1 ΑΚ) ως εκ τούτου ευθύνεται ως εγγυητής για την εξόφληση της ένδικης οφειλής. Σύμφωνα λοιπόν με τις παραπάνω σκέψεις πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι ανακοπής ως ουσιαστικά αβάσιμοι και συνακόλουθα και η ίδια η ανακοπή.

Τα ίδια κρίνοντας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο απέρριψε τους λόγους αυτούς της ανακοπής και συνακόλουθα την ίδια την ανακοπή, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα ισχυριζόμενα από τον εναγόμενο με τους λόγους της έφεσης του πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι ειδικότερα η αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας είναι ελαφρά, δεδομένου ότι αυτοί θεώρησαν πως η αναγραφόμενη στην επικεφαλίδα του με αριθμό .../8-12-2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζόντιας ιδιοκτησίας αντικειμενική αξία των 47.167,06 ευρώ, αντί της αληθούς αξίας των 17.167,06 ευρώ που αναγραφόταν στην 14η σελίδα του συμβολαίου τούτου, το οποίο ήταν θεωρημένο για το γνήσιο του περιεχομένου του από δικηγόρο, είναι ακριβής και ότι δεν συνέτρεχε λόγος διασταύρωσής του, ένεκα και της προσεκτικής αλλοίωσης του πρώτου ψηφίου του ποσού, το οποίο προσομοίαζε με αριθμό τυπωμένο από εκτυπωτή, όπως και το υπόλοιπο κείμενο του συμβολαίου και δεν δημιουργούσε με την πρώτη ματιά την εντύπωση ότι ήταν γραμμένο από ανθρώπινο χέρι, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στο εννοιολογικό του άρθρου 330 εδ.

β ΑΚ, που ορίζει την ελαφρά αμέλεια και όχι στην αόριστη νομική έννοια της βαριάς αμέλειας, δηλαδή της ιδιαίτερα μεγάλης και ασυνήθους εκτροπής από το μέτρο συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου. Περαιτέρω, το Εφετείο που δέχθηκε ότι ο όρος της δανειακής σύμβασης, περί εξασφάλισης της δανείστριας Τράπεζας με εγγραφή πρώτης προσημείωσης σε ακίνητο επαρκούς αξίας, συμφωνήθηκε ως ουσιώδης με κύρωση, σε περίπτωση παράβασής του, το δικαίωμα της Τράπεζας να καταγγείλει τη σύμβαση και να κηρύξει το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (12ος όρος) και ότι με τον 15° όρο της σύμβασης ο ανακόπτων δήλωσε ότι εγγυάται ανεπιφύλακτα την ολοκληρωτική εξόφληση κάθε απαίτησης της Τράπεζας, παραιτούμενος, μεταξύ άλλων και από την ένσταση ελευθερώσεως του εγγυητή του άρθρου 862 ΑΚ, ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 862 και 332 εδ.α' ΑΚ, για το επιτρεπτό της παραίτησης του εγγυητή, εκ των προτέρων, από την ένσταση ελευθερώσεως από την ευθύνη του, σε περίπτωση που από ελαφρά αμέλεια του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, κατά την υπαγωγή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών στις παραπάνω διατάξεις, αλλά ούτε και εκ πλαγίου, με ατελή περιγραφή των περιστατικών αυτών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς το σκέλος του με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ και ειδικότερα ότι οι παραδοχές της πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της βαριάς αμέλειας, με συνέπεια την ελευθέρωσή του από την εγγυητική του ευθύνη, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Ο ίδιος δε λόγος, ως προς το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 862 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 332 παρ.1 ΑΚ, για το λόγο ότι αυτός δεν παραιτήθηκε από την ένσταση ελευθερώσεως γενικώς και αορίστως, αλλά σχετικά μόνο με συγκεκριμένες ενέργειες της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και συγκεκριμένα έχει παραιτηθεί μόνο για την περίπτωση που αυτή καθυστερήσει ή αμελήσει να αναλάβει και συνεχίσει τη δικαστική επιδίωξη της απαίτησής της, σύμφωνα με τον 15° όρο της σύμβασης και ότι, έτσι, δεν έχει παραιτηθεί σχετικά με πταίσμα της Τράπεζας οφειλόμενο σε αμέλεια των οργάνων της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους διενέργειας νομικού ελέγχου πριν από την κατάρτιση της σύμβασης στεγαστικού δανείου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δέχθηκε ότι με τον 15° όρο της δανειακής σύμβασης ο ανακόπτων δήλωσε ότι παραιτείται, μεταξύ άλλων και από την ένσταση ελευθερώσεως του εγγυητή του άρθρου 862 ΑΚ, χωρίς να συνάγει, έστω με έμμεσο τρόπο, ασάφεια ή κενό στην εν λόγω δήλωση του εγγυητή, ώστε να υπάρξει ανάγκη καταφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για την εξεύρεση της αληθινής βούλησή του.

Περαιτέρω το Εφετείο με την ουσιαστική του παραδοχή ότι δεν συνέτρεξε πλάνη και δη ουσιώδης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος εγγυητή, κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που πλήρως περιγράφει στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 140, 141, 142, 154 ΑΚ και ο τρίτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ, για εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον με την επίφαση του αναιρετικού ελέγχου πλήττεται η ανέλεγκτη πραγματική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ).

Εξάλλου, το Εφετείο με τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές του παραδοχές, δεν στέρησε την απόφασή του από την νόμιμη βάση της, καθόσον διέλαβε πλήρεις, σαφείς αιτιολογίες, χωρίς κενά και αντιφάσεις, για όλα τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε βαθμό που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Κατά συνέπεια ο πέμπτος λόγος της αίτησης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικό σφάλμα από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ και δη ότι η ελάσσονα πρόταση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μορφής αμέλειας των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, καθώς και της πλάνης του αναιρεσείοντος κατά την κατάρτιση της δανειστικής σύμβασης στην οποία συμβλήθηκε ως εγγυητής, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

V Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α).....β).... γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Ακόμη, όμως και για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη, για να στηρίξει αναιρετικό λόγο στην εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, πρέπει τα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν να έχουν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής τους (Ολ.

ΑΠ 15/2000, ΑΠ 386/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 332 εδ.β ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.1 Ν. 3043/2002 άκυρη είναι επίσης η εκ των προτέρων συμφωνία ότι δεν θα ευθύνεται ο οφειλέτης και για ελαφριά ακόμη αμέλεια, αν ο δανειστής βρίσκεται στην υπηρεσία του οφειλέτη ή η ευθύνη προέρχεται από την άσκηση επιχείρησης για την οποία προηγήθηκε παραχώρηση της αρχής.

Το ίδιο ισχύει και αν η απαλλακτική ρήτρα περιέχεται σε όρο της σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης ή αν με τη ρήτρα απαλλάσσεται ο οφειλέτης από την ευθύνη για προσβολή αγαθών που απορρέουν από την προσωπικότητα και ιδίως της ζωής, της υγείας, της ελευθερίας ή της τιμής. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται, για τις προβλεπόμενες περιπτώσεις, αναγκαστικό δίκαιο που δεν μπορεί να παρακαμφθεί από την ιδιωτική βούληση, δηλαδή θεσπίζεται κανόνας δημόσιας τάξης κατά την έννοια του άρθρου 3 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας σύμφωνα με το οποίο επιβάλλεται από την δανείστρια Τράπεζα στον εγγυητή να υπογράψει στη σύμβαση στεγαστικού δανείου το σχετικό περί της παρεχομένης εγγύησης όρο, ως έχει προδιατυπωμένος από πριν στη σύμβαση και χωρίς ατομική διαπραγμάτευση, όπως συνέβη και με τον αναιρεσείοντα κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης δανείου.

Ότι, έτσι, το Εφετείο δεν εφάρμοσε, ενώ έπρεπε, τη διάταξη του άρθρου 332 εδ.β ΑΚ, με αποτέλεσμα να μην τον απαλλάξει από την εγγυητική του ευθύνη. Ο λόγος αυτός της αίτησης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι είχε προτείνει στο δικαστήριο της ουσίας περιστατικά περί προδιατυπωμένου όρου στη σύμβαση εγγύησης, ο οποίος δεν είχε τύχει ατομικής διαπραγμάτευσης.

Άλλωστε, ούτε από την παραδεκτή κατ' άρθρον 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της ανακοπής,της έφεσης και των προτάσεων του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι είχαν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας τέτοια περιστατικά.

VI. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ καθιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 462 Κ.Πολ.Δ, αν δημιουργούνται υπόνοιες πλαστογραφίας εναντίον ορισμένου προσώπου, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το έγγραφο που προσβάλλεται ως πλαστό είναι κατά την κρίση του ουσιώδες για τη διάγνωση της υπόθεσης, είτε να αναβάλει τη δίκη έως το τέλος της ποινικής δίκης, είτε να διατάξει αποδείξεις για την πλαστότητα.

Εφόσον, όμως, κατά τα οριζόμενα στην εν λόγω διάταξη η αναβολή της δίκης ή η διάταξη αποδείξεων για την πλαστότητα επαφίεται στην δυνητική ευχέρεια του δικαστηρίου, η περί αυτών κρίση του δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 190/2016, ΑΠ 1834/2007). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.9 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, όπως ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (Ολ.

ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1093/2014, ΑΠ 615/2013), όχι όμως και λόγου έφεσης, η μη λήψη υπόψη του οποίου θεωρείται "πράγμα", όταν εκφέρεται παράπονο σχετικά με αυτοτελή ισχυρισμό και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.8 (Ολ. ΑΠ 3/2008, ΑΠ 13/2014, ΑΠ 29/2012). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αίτησης ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 9 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, καθόσον με την ανακοπή του προσέβαλε παραδεκτά ως πλαστό το επίδικο συμβόλαιο αγοραπωλησίας και με τον τρίτο λόγο της έφεσής του παραπονέθηκε ότι η πρωτόδικη απόφαση παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 462 Κ.Πολ.Δ, διότι δεν ανέβαλε τη δίκη μέχρι το τέλος της ποινικής, ούτε διέταξε αποδείξεις για την πλαστότητα, το δε Εφετείο δεν απάντησε στο λόγο αυτό έφεσης, αφήνοντας αυτόν αδίκαστο, αλλά και δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός της αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων επιχειρεί, κατ' ορθήν εκτίμηση, να αποδώσει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του άρθρου 462 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος διότι η αναβολή της δίκης μέχρι πέρατος της ποινικής ή η διάταξη αποδείξεων για την πλαστότητα αφίενται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Σε κάθε δε περίπτωση τυγχάνει απορριπτέος και ως αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν αγνόησε τον ισχυρισμό περί πλαστότητας (νόθευσης) του επίμαχου εγγράφου, αλλά αντίθετα δέχθηκε ότι αυτό ήταν νοθευμένο, γεγονός ένεκα του οποίου κατά τις αιτιολογίες της, η αναιρεσίβλητη Τράπεζα κατήγγειλε την δανειακή σύμβαση, κήρυξε την οφειλή από το δάνειο ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, οπότε ενεργοποιήθηκε η εγγυητική ευθύνη του αναιρεσείοντος.

Επομένως, απορρίπτοντας στην ουσία τους, τους λόγους έφεσης δεν άφησε αδίκαστο τον τρίτο λόγο της, με τον οποίο ο αναιρεσείων μεταβίβασε στο Εφετείο τον αυτοτελή ισχυρισμό του (λόγο ανακοπής) περί πλαστότητας του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Κατά συνέπεια, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 5602/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Ο αναιρεσείων που ηττήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημα της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.12.2017 αίτηση του Γ. Β. για αναίρεση της με αριθμό 5602/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ