Legislator Case Law & Legislation
1431/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and request for retrial due to lack of procedural grounds and evidence of error.

Case Number 1431/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal and subsequent request for retrial against the Third Instance Court of Nafplion. The appellant argued that the lower court improperly considered evidence and violated international human rights standards, but the court found these claims unsupported by the record. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the respondent, and the retrial request was deemed unnecessary.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 579 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be based on specific procedural errors or evidence of error, and a request for retrial is inadmissible if the appeal is dismissed and the retrial lacks a legal basis.

Keywords

AI generated
appeal dismissal retrial request inadmissible procedural error evidence consideration costs award human rights violation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 b' of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure
Article 4 paragraph 1 of Protocol 7 of the ECHR
Article 14 paragraph 7 of the International Covenant on Civil and Political Rights
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 579 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1431 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1431/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αιτούντος την επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση: Δ. Λ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Λάμπρου.

Του αναιρεσιβλήτου - καθού η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση: Ν. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Παπαπαναγιώτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-2-2003 και 13-2-2004 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, την από 25-8-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 6-9-2004 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2006 μη οριστική, 319/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 162/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-12-2015 αίτησή του, τους από 13-12-2016 πρόσθετους αυτής λόγους και την από 12-1-2017 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 16-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, των πρόσθετων αυτής λόγων και της αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 162/2015 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ’ επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ο ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου τις από 26-2-2003 και 13-2-2004 αγωγές του, την πρώτη των οποίων έστρεψε κατά των μη διαδίκων στην παρούσα δίκη Θ.

Δ., Μ. Τ. -Π., Α. Δ., Γ. Γ., Χ. Π. και Ν. Κ. και του ήδη αναιρεσιβλήτου Ν. Κ., ενώ την δεύτερη απηύθυνε αποκλειστικώς κατά του τελευταίου. Με τις αγωγές του αυτές ισχυρίσθηκε ότι ο πρώτος των εναγομένων άσκησε την από 15-1-2003 έφεσή του κατά της υπ’ αριθμ. 257/2002 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία ισχυρίστηκε γι’ αυτόν εν γνώσει της αναληθείας των, τα αναφερόμενα στο εφετήριο ψευδή γεγονότα τα οποία προσβάλουν την τιμή και την υπόληψη του, οι δε λοιποί των εναγομένων, εξετασθέντες ως μάρτυρες, κατέθεσαν με την προτροπή του πρώτου των εναγομένων τα αναφερόμενα στην αγωγή ψευδή γεγονότα, τα οποία προσβάλουν την τιμή και την υπόληψή του.

Επί πλέον δε ο έβδομος εναγόμενος στην πρώτη αγωγή και μόνος εναγόμενος στην δευτέρα αγωγή και ήδη αναιρεσίβλητος υπέβαλε εναντίον του την από 26-5-2003 μήνυση, με την οποία ισχυρίστηκε τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ψευδή γεγονότα, που προσβάλουν την τιμή και την υπόληψή του, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του.

Ζήτησε δε κατόπιν αυτού με τις αγωγές, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να του καταβάλουν, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης, τα αναφερόμενα στην πρώτη αγωγή χρηματικά ποσά και ειδικότερα ο αναιρεσίβλητος τα ποσά των 20.000 και 81.000 ευρώ ως εναγόμενος της πρώτης και της δεύτερης αγωγής αντιστοίχως.

Παραλλήλως ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του αναιρεσείοντος την από 25-08-2004 αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε εν γνώσει της αναλήθειας τους, τα αναφερόμενα στην αγωγή ψευδή γεγονότα, τα οποία προσβάλουν την τιμή και την υπόληψή του, με σκοπό να τον διασύρει ως άτομο και ως δημόσιο λειτουργό. Ζήτησε δε, με την αγωγή να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης το χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ και να υποχρεωθεί να του καταβάλει εκ του ποσού τούτου το ποσό των 20.000 ευρώ.

Τέλος οι εκ των εναγομένων της πρώτης, ως άνω, αγωγής, Θ. Δ. και Μ. Π. (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη) άσκησαν κατά του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος με τις προτάσεις τους ανταγωγή, η δεύτερη δε εξ αυτών και αυτοτελή αγωγή, αιτούμενοι την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από τα ψευδή και συκοφαντικά γεγονότα που αυτός ισχυρίσθηκε σε βάρος τους εν γνώσει της αναληθείας τους.

Επί των ως άνω αγωγών και της ανταγωγής εκδόθηκε αρχικά η 67/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την τελευταία ως άνω αγωγή, την ανταγωγή καθώς και την πρώτη αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες, ανέβαλε, κατ’ άρθρο 250 Κ.Πολ.Δ., τη συζήτηση της πρώτης αγωγής (ως προς τον αναιρεσίβλητο μόνο), της δεύτερης αγωγής (του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου) καθώς και της τρίτης αγωγής (του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος) και δέχθηκε εν μέρει την πρώτη αγωγή ως προς τους δευτέρα, τρίτη και τέταρτο των εναγομένων (μη διαδίκους), αναγνωρίζοντας την υποχρέωση αυτών να καταβάλουν στον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ.

Ακολούθως εξεδόθη η 319/2012 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες τις αγωγές του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου και δέχθηκε εν μέρει την αντίθετη αγωγή του τελευταίου, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να καταβάλει νομιμοτόκως σ’ αυτόν ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν αντιστοίχως έφεση (ο αναιρεσείων) και αντέφεση (ο αναιρεσίβλητος), οι οποίες απορρίφθηκαν κατ’ ουσίαν με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση. Η τελευταία ως άνω απόφαση πλήττεται από τον ηττηθέντα διάδικο (ενάγοντα-εναγόμενο), με την υπό κρίση αίτηση και για τους λόγους αναφέρονται σ’ αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.

Κατά το άρθρο 57 Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παρανόμως στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ιδίου Κώδικος και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 του Α.Κ. "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά δε το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του...". Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του Α.Κ., θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ.. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ., για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της δυσφημήσεως απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, παραμένει, όμως, η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 του Π.Κ.

περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νομίμου εξουσίας ή την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Και στην περίπτωση όμως αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία, ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η ανωτέρω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.

Η τελευταία διάταξη του άρθρου 367 του Π.Κ., για την ενότητα της εννόμου τάξεως, εφαρμόζεται, αναλογικώς και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. Α.Κ., ώστε αιρουμένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη του άρθρου 367 παρ.2 Π.Κ.), αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (Α.Π.271/2012, 285/2012, 179/2011).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1577/2013).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "...Με την υπ’ αριθμ. 416/2001 προδικαστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου που εκδόθηκε επί τακτικής αγωγής νομής του ενάγοντος-εναγομένου Δ. Λ. (ήδη αναιρεσείοντος) κατά του Θ.

Δ. (μη διαδίκου) ορίστηκε ως πραγματογνώμων τοπογράφος-μηχανικός ο ενάγων -εναγόμενος Ν. Κ. (ήδη αναιρεσίβλητος), προκειμένου να γνωμοδοτήσει σχετικά με τα ακόλουθα: "α) εάν το επίδικο τμήμα επιφάνειας 110 τ.μ. αποτελούσε τμήμα του μείζονος ακινήτου του ενάγοντος Δ. Λ. ή αν τμήμα αυτού περιλαμβανόταν στην ιδιοκτησία του εναγομένου Θ.

Δ., β) πού βρισκόταν το προς βορράν όριο του ακινήτου του εναγομένου, γ) αν τα περιεχόμενα στην ιδιοκτησία του εναγομένου κτίσματα (μαντρότοιχος και τμήμα της πισίνας) εισχωρούσαν στο συνεχόμενο προς βορράν ακίνητο του ενάγοντος, δ) τί πλάτος είχε ο κείμενος νότια του ακινήτου του εναγομένου κοινοτικός δρόμος και πού τοποθετείτο το ακίνητο αυτό σε σχέση με τον δρόμο εκείνο, όπως αυτός αποτυπώθηκε στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ.

Σ." και ε) γενικά να εισέφερε ότι κατά την κρίση του μπορούσε να βοηθήσει το Δικαστήριο στην επί της ουσίας κρίση της υποθέσεως. Ο πραγματογνώμων.. πραγματοποίησε αλλεπάλληλες επισκέψεις στο επίδικο και επικοινώνησε με αμφότερα τα διάδικα μέρη, κατέθεσε τελικά στις 5.4.2002 στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Κορίνθου την από 4.4.2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε.

Σύμφωνα με την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη, ο Ν. Κ. κατέληξε, μεταξύ άλλων, στα συμπεράσματα ότι το επίδικο τμήμα δεν περιλαμβανόταν στο ευρύτερης εκτάσεως ακίνητο του ενάγοντος Δ. Λ., ότι το προς βορρά όριο του ακινήτου του εναγομένου δεν μπορούσε να προσδιοριστεί με βεβαιότητα βάσει των τοπογραφικών διαγραμμάτων που συνοδεύουν τους τίτλους ιδιοκτησίας των διαδίκων, ότι τα περιεχόμενα στην ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου (Θ.

Δ.), κτίσματα (μαντρότοιχος και τμήμα της πισίνας) δεν εισχωρούσαν στο ακίνητο του ενάγοντος, καθόσον αυτό δεν συνόρευε προς βορρά με το ακίνητο του εναγομένου και ότι οι ρυμοτομικές γραμμές στο από 19.4.2000 τοπογραφικό διάγραμμα του Ν. Κ. που συνετάχθη κατ’ εντολή του Δ. Λ. δεν ήταν έγκυρες, δεδομένου ότι δεν υπάρχει εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο στον οικισμό ...

όπου βρίσκεται το επίδικο. Το Ειρηνοδικείο Κορίνθου με την υπ’ αριθμ. 482/2002 απόφασή του, αλλά και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου που δίκασε σε δεύτερο βαθμό με την υπ’ αριθμ. 235/2003 απόφαση του, αφού εκτίμησαν ελεύθερα την διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη, έκαναν εν μέρει δεκτή την αγωγή του Δ. Λ. και αναγνώρισαν αυτόν νομέα της επίδικης εδαφικής λωρίδας, δεχθέντα ότι το ακίνητο και δη οι επίδικες κατασκευές του Θ.

Δ. εισέρχονται κατά ένα μέρος στο ακίνητο του Δ. Λ.. Ακολούθως, ο Δ. Λ. άσκησε και κατά του Ν. Κ. - μεταξύ άλλων έξι προσώπων - την από 26.2.2003 ένδικη αγωγή του για ηθική βλάβη, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, στον δε Ν. Κ. αποδίδει τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης καθήκοντος και της ψευδορκίας κατά την διενέργεια της ως άνω πραγματογνωμοσύνης, διότι συνέταξε ψευδή πραγματογνωμοσύνη εν γνώσει της αναλήθειάς της, παρακινούμενος από τον Θ.

Δ., με σκοπό να εξαπατήσει το Δικαστήριο και να ευνοήσει τον τελευταίο και επιπλέον επιβεβαίωσε ενόρκως τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε με την παραπάνω έκθεση στην υπ’ αριθμ. .../2003 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του συμβολαιογράφου Κορίνθου Λ. Ρ.. Συγκεκριμένα, ο Δ. Λ. με την παραπάνω αγωγή του ισχυρίζεται ότι ο πραγματογνώμων σκοπίμως γνωμοδότησε ψευδώς ότι οι ιδιοκτησίες των διαδίκων στην προαναφερθείσα αγωγή νομής δεν συνορεύουν, ότι τα προσαχθέντα από τους διαδίκους σχεδιαγράμματα δεν ήταν ακριβή και ότι δεν μπορούσε με βεβαιότητα να εντοπιστεί το βόρειο όριο του ακινήτου του Δ.

και ότι περαιτέρω, δολίως αποτύπωσε με συγκεκριμένο τρόπο τις οδούς στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε και ψευδώς ισχυρίστηκε ότι οι ρυμοτομικές γραμμές δεν ήταν έγκυρες. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη πραγματογνωμοσύνη ήταν ψευδής, πολλώ δε μάλλον δεν αποδείχτηκε ότι εν γνώσει της αναλήθειάς της και εκ δόλου ο πραγματογνώμων αποτύπωσε στην έκθεσή του αναληθή συμπεράσματα.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι στην επίμαχη έκθεση ο Ν. Κ. αποτύπωσε την επιστημονική άποψη και κρίση του και μόνο, την οποία τεκμηρίωσε επαρκώς, αφού επεξεργάστηκε όλα τα στοιχεία που έλαβε από τους διαδίκους και συγκέντρωσε ο ίδιος. Την ορθότητα των συμπερασμάτων του τελευταίου, εξάλλου, επιβεβαίωσε και ο εντολοδόχος του Δ.

Λ., τοπογράφος - μηχανικός, Ν. Κ. καταθέτοντας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου σε δίκη με κατηγορούμενο τον Ν. Κ. για ψευδορκία πραγματογνώμονα και ψευδορκία μάρτυρα, κατόπιν υποβληθείσας από τον Δ. Λ. εγκλήσεως, ότι παραπλανηθείς από τον Δ. Λ., σχετικά με την ύπαρξη εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου στον οικισμό ..., συνέταξε ο ίδιος εσφαλμένο τοπογραφικό διάγραμμα, ενώ το ορθό και αληθές είναι ότι δεν υπάρχει εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο στον οικισμό ..., όπου βρίσκεται το επίδικο, ότι στο επίδικο υπάρχει φυσικό όριο και ότι τα ακίνητα των αντιδίκων δεν είναι συνεχόμενα.

Ο ισχυρισμός αυτός, ότι δηλαδή τα ακίνητα των διαδίκων δεν εφάπτονται επιρρωνύεται και από τον αγρονόμο τοπογράφο - μηχανικό Ε. Ο. στην από 23.9.2004 πραγματογνωμοσύνη που συνέταξε ορισθείς από το TEE, ο οποίος διευκρινίζει, ότι η επίμαχη λωρίδα γης μεταξύ των ακινήτων των διαδίκων προέκυψε, κατά την εκτίμησή του, από σφάλματα στα συμβόλαια (τίτλους ιδιοκτησίας) αυτών, καθώς και στα συνημμένα σχεδιαγράμματα.

Για τα παραπάνω καταγγελλόμενα περιστατικά, ο Ν. Κ. κηρύχθηκε αμετακλήτως αθώος της ψευδορκίας πραγματογνώμονα και της ψευδορκίας μάρτυρα από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου με την υπ’ αριθμ. 112/2010 απόφασή του και κατ’ έφεση από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου με την υπ’ αριθμ. 480/2010 απόφασή του.

Σημειωτέον, ότι ουδεμία σχέση εξαρτήσεως ή άλλη προηγούμενη σχέση δεν αποδείχτηκε ότι συνέδεε τον Θ. Δ. με τον πραγματογνώμονα, ώστε εύλογα να προκληθεί στον αντίδικο Δ. Λ. η υπόνοια ότι ο Ν. Κ. είχε σκοπό να ωφελήσει τον Θ. Δ. με όσα ευνοϊκά για αυτόν συμπεράσματα περιέλαβε στην έκθεσή του, παρά τα όσα αντίθετα διαλαμβάνει ο Δ.

Λ. στην από 26.2.2003 αγωγή του περί "ανεπίτρεπτης οικειότητας" του Ν. Κ. με τον αντίδικό του. Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι ο πραγματογνώμων-εναγόμενος, Ν. Κ., εισέπραξε από τον πρώτο εναγόμενο, Θ. Δ., το ήμισυ της νόμιμης αμοιβής του, ήτοι 700 ευρώ, ποσό το οποίο δεν δύναται να θεωρηθεί οικονομικό όφελος που να δικαιολογεί εξυπηρέτηση των συμφερόντων του τελευταίου, ενώ αντιθέτως, αποδείχτηκε ότι ακόμη μέχρι σήμερα ο Δ.

Λ. δεν έχει καταβάλει στον πραγματογνώμονα την υπόλοιπη αμοιβή του. Ειδικότερα, ο Δ. Λ. καταλογίζει στον πραγματογνώμονα ότι εισέπραξε αντικανονικά από τον αντίδικο την αμοιβή του "και μάλιστα φουσκωμένη και αφορολόγητη". Το γεγονός αυτό αποδείχθηκε ψευδές, καθόσον ο πραγματογνώμων αφενός νομίμως εισέπραξε, όπως προαναφέρθηκε, μέρος της αμοιβής του από το ένα διάδικο μέρος, αφετέρου αποδείχθηκε ότι, εξέδωσε και παρέδωσε σε αυτόν αντίστοιχη απόδειξη.

Επίσης, ο Δ. Λ. αποδίδει στον Ν. Κ. σκόπιμη καθυστέρηση στην σύνταξη και κατάθεση της επίμαχης πραγματογνωμοσύνης, απρεπή συμπεριφορά, ενώ τον χαρακτηρίζει "κακόπιστο και στρεψόδικο δικολάβο" που συνέταξε ένα "διαβολικό κείμενο" και είχε σκοπό να "δημιουργήσει σύγχυση και αμφιβολίες στο Δικαστήριο ...αποκρύπτοντας την αλήθεια ...", ότι "προβαίνει σε αόριστα και αστήρικτα συμπεράσματα με τα οποία άλλοτε κατόρθωσε να παραπλανήσει την κ.

Ειρηνοδίκη και άλλοτε όχι" και ότι "για να πετύχει την παραπάνω εσφαλμένη δικαστική κρίση ο πραγματογνώμονας έβαλε τα δυνατά του". Τέλος, στην ίδια από 26.2.2003 αγωγή του, ο Δ. Λ. σημειώνει ότι "δεν είναι δυνατό να παραδεχτεί κανείς ότι ένας τοπογράφος και μάλιστα του Πολυτεχνείου, δεν μπόρεσε να εντοπίσει το βόρειο όριο ενός οικοπέδου το οποίο δεν βρίσκεται ούτε στον πλανήτη Άρη ούτε στο μέσο της Σαχάρας ...".

Τα παραπάνω αναφερθέντα στην από 26.2.2003 αγωγή συνιστούν εκ μέρους του Δ. Λ. ηθελημένη ενέργεια ισχυρισμού ενώπιον τρίτου (συναδέλφων του, αλλά και γραμματέων, δικαστών κ.α.) γεγονότων εν γνώσει του ότι αυτά είναι δυνατό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εναγομένου Ν. Κ. ως επαγγελματία, θέτοντας εν αμφιβολία την αξία και την επάρκειά του και ότι είναι ψευδή.

Για τους λόγους αυτούς, ο Δ. Λ. καταδικάστηκε για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης από το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου με την υπ’ αρ. 1146/2009 απόφαση του, σε 12 μήνες φυλάκιση και σε δεύτερο βαθμό σε 7 μήνες φυλάκιση από το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου με την υπ’ αρ. 217/2010, ήδη αμετάκλητη, απόφασή του, συνεπεία της από 23.4.2003 εγκλήσεως του Ν.

Κ., ενώ ο τελευταίος κηρύχθηκε αθώος ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως για την υποβολή της αυτής ως άνω εγκλήσεως κατά του Δ. Λ. από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με την υπ’ αριθμ. 408/2011 απόφασή του, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το περιεχόμενο της από 23.4.2003 έγκλησης ήταν ουσιαστικά βάσιμο και τα πραγματικά περιστατικά, για τα οποία, εν συνεχεία, στις 26.5.2003 ασκήθηκε ποινική δίωξη στον εγκαλούντα για συκοφαντική δυσφήμηση, ήταν αληθή και δεν μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν εξ αντικειμένου την άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ψευδούς καταμηνύσεως.

Επομένως, αποδείχθηκε, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο ενάγων Δ. Λ. τελούσε σε γνώση του ψεύδους των αναφερόμενων, στην κρισιολογουμένη από 26.2.2003 αγωγή του γεγονότων και ενήργησε με προφανή σκοπό να πλήξει την τιμή και την υπόληψη του εκεί εναγομένου Ν. Κ., καθόσον αφενός, διέδωσε σε αόριστο αριθμό προσώπων, σε βάρος του, ψευδή γεγονότα τελώντας σε γνώση της αναλήθειας αυτών, τα οποία προσβάλλουν την εν γένει προσωπικότητα του εναγομένου, αφετέρου περιέλαβε τις προαναφερθείσες υποτιμητικές για το πρόσωπο του εναγομένου αξιολογικές κρίσεις και χαρακτηρισμούς, που συνιστούν αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας αυτού.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο πρώτος λόγος έφεσης, ο οποίος αναφέρεται στην από 26.2.2003 αγωγή του εκκαλούντος και αφορά την κακή εκτίμηση των αποδείξεων και την εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Επίσης, σύμφωνα με τα ίδια ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος έφεσης που αναφέρεται στην από 13.2.2014 αγωγή του εκκαλούντος, σύμφωνα με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται ότι κακώς εκτίμησε η εκκαλουμένη τα πραγματικά περιστατικά και κατέληξε στην κρίση ότι ο τελευταίος έχει τελέσει εις βάρος του ενάγοντος την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Περαιτέρω, ο εκκαλών με τον τρίτο λόγο έφεσης ισχυρίζεται ότι είχε προβάλλει την ένσταση του αρθρ. 367 παρ. 1 εδ. γ Π.Κ., επί της οποίας δεν απάντησε ειδικότερα η εκκαλουμένη. Η ως άνω ένσταση και ο αντίστοιχος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, εφόσον από την αξιολόγηση των ίδιων ως άνω αποδεικτικών στοιχείων δεν προέκυψε ότι ο ενάγων (Δ.

Λ.) ενήργησε με σκοπό να διαφυλάξει (προστασία) τα δικαιώματα του, προκειμένου να εφαρμοσθεί η διάταξη του αρθρ. 367 παρ. 1 εδ. γ Π.Κ., δεδομένου ότι, αποδείχθηκε, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, ότι οι παραπάνω κρίσεις του ενάγοντος εις βάρος του πραγματογνώμονα περιέχουν στοιχεία συκοφαντικής δυσφήμησης. Τέλος, από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του ενάγοντος που κατευθυνόταν στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης του εναγομένου ως φορέως ηθικής και κοινωνικής αξίας προκλήθηκε στον τελευταίο θλίψη και υλική και ψυχική καταταλαιπώρηση από τους επί μακρόν δικαστικούς αγώνες, δηλαδή εν γένει ηθική βλάβη προς αποκατάσταση της οποίας, πρέπει να του επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία ενόψει της έκτασης και έντασης της προσβολής και των λοιπών περιστάσεων, του βαθμού του πταίσματος του ενάγοντος ως υπαιτίου της προσβολής αυτής και της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών, πρέπει να καθοριστεί σε 20.000 ευρώ, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμου κοινού λόγου έφεσης και αντέφεσης......".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, συντασσόμενο με την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε εν μέρει βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αβάσιμες δε αντιστοίχως τις αγωγές του αναιρεσείοντος και απέρριψε ακολούθως ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες την έφεση του τελευταίου αλλά και την αντέφεση του πρώτου κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 Α.Κ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 362, 363 και 367 του Π.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν εν προκειμένω, καθόσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής εννοίας της προσβολής της προσωπικότητος του αναιρεσιβλήτου, με συμπεριφορά συνιστώσα συκοφαντική δυσφήμηση και δικαιολογούν την παραδοχήν της αγωγής και την απόρριψη της εκ της διατάξεως του άρθρου 367 παρ.1 Π.Κ.

ενστάσεως του αναιρεσείοντος. Δεν στέρησε δε επίσης την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες περί του κατ’ ουσίαν αβασίμου των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου έναντι αυτού, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων των άρθρων 57, 59, 297,298, 914, 932 Α.Κ.

Τούτο δε διότι οι ως άνω αιτιολογίες ανταποκρίνονται με πληρότητα στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανυπαρξίας αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου, λόγω μη τελέσεως εκ μέρους του των αξιοποίνων πράξεων που του αποδίδονται και ιδιαιτέρως της συντάξεως εκ δόλου ψευδούς πραγματογνωμοσύνης, εν γνώσει της αναληθείας της.

Επομένως οι περί του αντιθέτου δεύτερος (κατά το αντίστοιχο μέρος του), έκτος και έβδομος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 (με τον πρώτο) και 19 (με τους λοιπούς) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ανωτέρω ζήτημα, παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων, τυγχάνουν αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", κατά την έννοια της ρηθείσης διατάξεως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008).

Για την ίδρυση δηλαδή του αντιστοίχου λόγου πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και όχι σε επιχειρήματα που στηρίζουν τον ίδιο ή άλλο λόγο εφέσεως. Εξάλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τους τρεις πρώτους λόγους της υπό κρίση αιτήσεως, καθώς και με τους πρώτο, δεύτερο (κατά το αντίστοιχο μέρος του), τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, ένατο και δέκατο προσθέτους λόγους προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που αφορούν αντιστοίχως την απόρριψη των τριών λόγων της εφέσεώς του, με τους οποίους παρεπονείτο για την απόρριψη των δύο αγωγών αυτού κατά του αναιρεσιβλήτου και την εν μέρει παραδοχή της εναντίον του αγωγής του τελευταίου αντιστοίχως, ισχυριζόμενος ότι η απόρριψη από το Εφετείο των τριών λόγων εφέσεως του ήταν εντελώς τυπική, κατά πιστή αντιγραφή της πρωτοδίκου αποφάσεως, χωρίς να περιλαμβάνει ειδικές αιτιολογίες για τα παράπονα ενός εκάστου των προβαλλομένων αυτοτελών λόγων.

Ειδικότερα δε ισχυρίζεται ότι με τους προαναφερομένους λόγους εφέσεως, πέραν της κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων, είχε επί πλέον προβάλλει μη λήψη υπόψη των κατά της πραγματογνωμοσύνης του αναιρεσιβλήτου αγωγικών του ισχυρισμών, μη αξιολόγηση και αντιμετώπιση χωριστά εκάστης των συνεκδικασθεισών αγωγών και δη των περιεχομένων στην κατά του αναιρεσιβλήτου (από 26-2-2003) αγωγή του ισχυρισμών του, μη αξιοποίηση του όλου αποδεικτικού υλικού, αλλά επιλεκτικώς ορισμένων ποινικών αποφάσεων, εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 332 Α.Κ.

σε συνδυασμό προς 226 και 235, 361-363 και 367 παρ.1 του Π.Κ., παραβίαση του άρθρου 106, 216 παρ.1, 173 παρ. 3, 261, 338 , 368 παρ.1, 374 , 559 αριθ. 8 και 11 του Κ.Πολ.Δ., των άρθρων 6 παρ. 1 και 10 της Ε.Σ.Δ.Α., του άρθρου 14 παρ.1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, στα παράπονά του δε αυτά δεν απάντησε ειδικώς το Εφετείο.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι οι φερόμενοι ως αγνοηθέντες και περιεχόμενοι στους λόγους εφέσεως ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την προδιαληφθείσα του όρου τούτου έννοια, τουτέστιν αυτοτελείς (θεμελιωτικούς ή καταλυτικούς των αγωγών) ισχυρισμούς, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα, αναγόμενα στην αξιολόγηση και υποστήριξη των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος και στην εκτίμηση των αποδείξεων ή αρνήσεις των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου.

Σε κάθε περίπτωση όμως όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο και απερρίφθησαν με την προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της είτε ρητώς, είτε εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή δηλαδή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που ο αναιρεσείων επικαλείται για την συγκρότηση αυτών, με αποτέλεσμα οι αυτοί λόγοι αναιρέσεως να καθίστανται επί πλέον και αβάσιμοι.

Σε κάθε περίπτωση με τους ανωτέρω λόγους και υπό την προσχηματική επίκληση των ως άνω αιτιάσεων, πλήττεται κατ’ ουσίαν, η από το Εφετείο γενομένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως και τον όγδοο πρόσθετο (κατά το αντίστοιχο μέρος του) λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.11 γ’ Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα:

α) το υπ’ αριθμ. .../1993 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κ. Γ., β) το .../1994 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Η. Π., γ) το από 20-4-2000 σχεδιάγραμμα του τοπογράφου Ν. Κ., δ) την υπ’ αριθμ. 416/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, και ε) τις αποφάσεις 482/2002 του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, 235/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δίκασε ως εφετείο, 363/2007 του άνω Εφετείου, και το 96/2007 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου και την από 22-11-2004 διευκρινιστική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου - μηχανικό Ε.

Ο.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, κατόπιν συνεκτιμήσεως, μετά των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως και των δημοσίων και ιδιωτικών εγγράφων, που οι διάδικοι νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα των ποινικών δικογραφιών, ιδιαιτέρως δε από τις σκέψεις και τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος προς απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα ως άνω έγγραφα.

Επιπροσθέτως ο αναιρεσείων με τον όγδοο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια και από το άρθρο 559 αριθμ. 11 β’ Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη ειδικότερα στο ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο και δη την ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Κορίνθου κατάθεση του μάρτυρος Ν. Κ., την οποία ο αναιρεσίβλητος δεν επικαλέσθηκε και δεν προσεκόμισε. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αναιρούμενος προεχόντως εξ αυτού του περιεχομένου του δικογράφου προσθέτων λόγων, εκ του οποίου προκύπτει ότι την ως άνω κατάθεση που περιέχεται στην υπ’ αριθμ. 217/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου είχε επικαλεσθεί ενώπιον του Εφετείου ο ίδιος ο αναιρεσείων, ο οποίος εκτενώς δια των προτάσεών του αντέκρουσε το περιεχόμενο αυτής. Μάλιστα αυτός με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν απάντησε στον ισχυρισμό του ότι η ως είρηται ποινική απόφαση δεν εισφέρει ικανά αποδεικτικά στοιχεία για την αποδυνάμωση των παραδοχών των υπέρ αυτού δικαστικών αποφάσεων και επί πλέον ότι παραβιάσθηκε με αυτή το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ Ν.Δ. 53/1974 και το άρθρο 14 παρ. 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Συνεπώς και υπό την εκδοχή της μη νομίμου επικλήσεως της εν λόγω αποφάσεως από τον αναιρεσίβλητο, νομίμως ελήφθη υπόψη από το Εφετείο, ως κοινό αποδεικτό μέσο, επικληθέν από τον αναιρεσείοντα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε με τους παραδεκτώς ασκηθέντες προσθέτους λόγους αυτής, πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον αυτός, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα. Τέλος μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, καθίσταται άνευ αντικειμένου και παρέλκει η έρευνα της από 12-1-2017 αιτήσεως του αναιρεσείοντος, για επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της ενσωματωθείσης στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πρωτοδίκου αποφάσεως κατάσταση, κατ’ άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Δεκεμβρίου 2015 αίτηση και τους από 13 Δεκεμβρίου 2016 προσθέτους λόγους αναιρέσεως του Δ. Χ. Λ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 162/2015 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ