Legislator Case Law & Legislation
1431/2015 AI generated

Supreme Court dismisses insurance appeal for vague grounds and orders costs against the insurer.

Case Number 1431/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurer's appeal against the Athens Court of Appeal's partial judgment awarding compensation to the insurance company. The insurer argued the lower court erred in calculating indemnity based on invoice value rather than current market value, citing specific articles of the Insurance Contract Law. The court rejected this claim because the appeal relied on selective excerpts of the original complaint and failed to provide sufficient grounds for judicial review, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3(1), 2, 6, 7 of Law 2496/1997; Article 361 of the Civil Code: An appeal must be based on clear and specific grounds; appeals relying on selective excerpts of the original complaint or failing to substantiate the alleged error are inadmissible and must be dismissed.

Keywords

AI generated
insurance contract law indemnity calculation appeal admissibility selective excerpts judicial review standards court costs allocation partial judgment appeal

Cited Legislation

AI generated
Law 2496/1997, Articles 3(1), 2, 6, 7
Law 2496/1997, Articles 1(1), 11(1), 2, 3, 16(1), 2
Article 361 of the Civil Code
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1431 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1431/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ Α.Ε.Γ.Α." που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Νικολέρη και Ιωάννη Γιανναράκο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/1/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6727/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2076/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/11/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 8/5/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 2076/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Το Εφετείο με την απόφαση αυτή, αφού έκανε δεκτή την από 21-6-2011 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθ. 6727/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε εν μέρει την από 13-1-2009 αγωγή της περί καταβολής συμφωνηθέντος ασφαλίσματος, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου της πυρκαγιάς, μετά από υπεισέλευση στα δικαιώματα της ασφαλισμένης εταιρείας, δυνάμει σύμβασης εκχώρησης και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να της καταβάλλει το ποσό των 802.286,78€ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1,2,6 και 7 του ν. 2496/97 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις" προκύπτει ότι κατά τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή, ότι στοιχεία ή περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του ασφαλισμένου κινδύνου και ότι σε περίπτωση ασφάλισης ζημιών, όπως είναι και η ασφάλιση αντικειμένων (εμπορευμάτων) ευρισκομένων εντός ακινήτου κατά του κινδύνου της πυρκαγιάς, ο ασφαλιστής, όταν ο λήπτης της ασφάλισης δεν εκπλήρωσε το άνω ασφαλιστικό βάρος της πληροφόρησης του ασφαλιστή από δόλο έχει δικαίωμα να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση εντός ενός μηνός, αφότου έλαβε γνώση της παράβασης, με αποτέλεσμα την άμεση απαλλαγή του προς πληρωμή του ασφαλίσματος.

Το ίδιο αποτέλεσμα επέρχεται, παρά το ότι δεν έχει προηγηθεί καταγγελία, αν ο ασφαλιστής ανακαλύψει το πρώτον τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία του κινδύνου και επίσης ότι από δόλο αυτά δεν είχαν δηλωθεί από το λήπτη της ασφάλισης, κατά την αναγγελία της επέλευσης του κινδύνου και κατά την έρευνα των περιστατικών και στοιχείων του κινδύνου, αφού δεν μπορεί να εξαρτηθεί η ευθύνη του από το τυχαίο γεγονός του πότε περιήλθε σε γνώση του η ως άνω παράβαση του λήπτη της ασφάλισης.

Περαιτέρω, τα δικαιώματα αυτά παρέχονται στον ασφαλιστή, ανεξαρτήτως της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της από δόλο μη δήλωσης και της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, δεν έχει δηλαδή σημασία αν η από δόλο μη ανακοίνωση ή καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις του ασφαλιστή συνέχονται με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, διότι οι άνω κυρώσεις (καταγγελία, μη καταβολή του ασφαλίσματος) παρέχονται στον ασφαλιστή λόγω της από δόλο παραβίασης της υποχρέωσης του λήπτη της ασφάλισης να ανακοινώσει στον ασφαλιστή τις σχετικές πληροφορίες, απαντώντας στις γραπτές ερωτήσεις του τελευταίου, ο οποίος ακολούθως θα προέβαινε στην εκτίμηση του ασφαλισμένου κινδύνου, αποδεχόμενος ή όχι τη σχετική πρόταση για κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, έναντι ορισμένου ποσού ασφαλίστρου ( ΑΠ 1951/2013, ΑΠ 1101/2010, ΑΠ 1883/2006, ΑΠ 830/2004 ).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 455, 458, 460, 462 και 463 ΑΚ, σαφώς συνάγεται, ότι ο εκδοχέας γίνεται, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη και ότι ο τελευταίος μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις που του ανήκουν από την απαίτηση, κατά του εκχωρητή, εφόσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωπαγείς) και εφόσον η γέννησή τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας.

Προκειμένου, όμως, για ενστάσεις που απορρέουν από την άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος του οφειλέτη (υπαναχώρησης, καταγγελίας κ.λ.π.), εάν η άσκηση του δικαιώματος αυτού έχει γίνει κατά του εκχωρητή πριν από την αναγγελία, εγκύρως η προς τούτο ένσταση προτείνεται κατά του εκδοχέα, εάν όμως ασκηθεί το πρώτον μετά την αναγγελία, η άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος και, επομένως, η προβολή της σχετικής ένστασης θα γίνει μόνο κατά του εκχωρητή, δεδομένου ότι τα δικαιώματα αυτά καλύπτουν την όλη ενοχική σχέση ως σύνολο και όχι μεμονωμένα την εκχωρηθείσα απαίτηση.( ΑΠ 937/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 24 του ν. 2496/1997, ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων για την πρόσκτηση εργασιών.

Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με τους ως άνω είναι σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη. Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη. Επίσης, η διάταξη της παρ. 4 του αρ. 16 του ν. 1569/1985 ορίζει ότι η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αναθέτει στον ασφαλιστικό σύμβουλο την είσπραξη ασφαλίστρων.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι μόνο η ανωτέρω επαγγελματική ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου (του παραγωγού ασφαλίσεων υπό το προϊσχύσαν δίκαιο) δεν προσδίδει σ` αυτόν και την ιδιότητα του νομίμου αντιπροσώπου ή εντολοδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας, για την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, ούτε και έχει εξουσία εκπροσώπησης αυτής ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη, οπωσδήποτε όμως στο πλαίσιο των διαγραφομένων από το νόμο καθηκόντων του, ενεργεί ως αντιπρόσωπος και εντολοδόχος της ασφαλιστικής εταιρίας κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την προπαρασκευή και τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, με βάση την μεταξύ αυτού και της ασφαλιστικής εταιρίας σύμβαση.

Έτσι το ερωτηματολόγιο-πρόταση ασφάλισης που συμπληρώνει ο ασφαλιστικός σύμβουλος, το οποίο του έχει χορηγήσει η ασφαλιστική επιχείρηση και στο οποίο καταχωρούνται οι απαντήσεις του ενδιαφερομένου προς ασφάλιση, βάσει των οποίων ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας γνώση αυτών, μετά την αποστολή του από τον ασφαλιστικό σύμβουλο, καταρτίζει την ασφαλιστική σύμβαση, όρους της οποίας αποτελούν οι απαντήσεις που περιέχονται στο ερωτηματολόγιο, συνιστά δήλωση προς τον ασφαλιστή της κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης του ενδιαφερομένου, οι τυχόν δε από δόλο δοθείσες αναληθείς απαντήσεις, που αποτέλεσαν ουσιώδεις όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, για την αναλήθεια των οποίων ο ασφαλιστής λαμβάνει γνώση μετά την επέλευση του ασφαλιζομένου κινδύνου, επιφέρουν και στην περίπτωση αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, απαλλαγή του από την καταβολή του ασφαλίσματος.

Ετέρωθεν, κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο (ΑΠ 164/1994). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς ( ΟλΑΠ 1/1999, 24/1992 ).

Το λόγο αυτό αναίρεσης δεν ιδρύει η αντίφαση μεταξύ επάλληλων ή επικουρικών αιτιολογιών που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό (ΑΠ 308/1999), όπως και η αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών διαφόρων κεφαλαίων (ΑΠ 153/1988) ή και διαφόρων ενστάσεων. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών, οι οποίες στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης και όχι όταν η αντίφαση υφίσταται μεταξύ αιτιολογιών από τις οποίες η καθεμιά στηρίζει αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού της ιδίας απόφασης (ΑΠ 283/1988).

Αν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της και η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ’ άρθ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εφόσον απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 424/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, σε σχέση με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί της απαλλαγής της προς καταβολή του ασφαλίσματος, διότι η πρώτη δεν δήλωσε από δόλο στοιχείο, το οποίο ήταν αντικειμενικώς ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, τα ακόλουθα: " Η εταιρεία "...

ABEE" προκειμένου να ασφαλίσει τα αποθηκευμένα προϊόντα της, μεταξύ άλλων, και για τον κίνδυνο πυρκαγιάς, υπέγραψε με τη διαμεσολάβηση της εταιρείας "... LIFE" που ενεργούσε ως ασφαλιστικός σύμβουλος την από 24-11-2005 πρόταση ασφαλίσεως που απευθυνόταν προς την εναγομένη και επί εντύπου που έφερε το σήμα και την επωνυμία της τελευταίας.

Στη παράγραφο της έντυπης αυτής πρότασης με τον τίτλο " ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΤΙΡΙΟΥ" έναντι της ένδειξης του ερωτηματολογίου "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΣΤΕΓΗΣ" συμπληρώθηκε χειρόγραφα ως απάντηση η λέξη "ΤΑΡΑΤΣΟΣΚΕΠΗΣ". Τόσο η απάντηση αυτή, όσο και οι λοιπές χειρόγραφες απαντήσεις στην εν λόγω πρόταση ασφάλισης συμπληρώθηκαν από τον συνεργάτη της εναγομένης Λ.

Π. κατόπιν συνεντεύξεως με το νόμιμο εκπρόσωπο της ασφαλισμένης εταιρείας "... ABEE", ο οποίος υπέγραψε και στο τέλος της πρότασης στην ένδειξη " ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ" υπογραφή στην οποία δεν αμφισβητεί η εναγομένη εταιρεία, ο δε ισχυρισμός της ότι αυτός κατά το χρόνο καταρτίσεως της ενδίκου ασφαλιστικής συμβάσεως συνεργαζόταν με την εταιρεία ... life και όχι με την ίδια, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, αφού για λογαριασμό της υπέγραψε στην πρόταση ασφάλισης, ήτοι με την ιδιότητα που προαναφέρθηκε.

Η ως άνω δε λέξη " ΤΑΡΑΤΣΟΣΚΕΠΗ " με την οποία απάντησε ο νόμιμος εκπρόσωπος της υπό ασφάλιση τότε εταιρείας, δεν προσδιορίζει οπωσδήποτε και το ακριβές υλικό κατασκευής της στέγης, ούτε αποδείχθηκε ότι η απάντηση αυτή δόθηκε δολίως και δη ότι συνέτρεχε η γνώση του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "... ABEE" της δυνατότητας ή μη να συμβάλλει το υλικό κατασκευής της στέγης στην επέλευση ή μη επέκταση του ασφαλιστικού κινδύνου και την συνεπεία αυτού επίδραση στον καθορισμό του ασφαλίσματος ή την ανάληψη του ασφαλιστικού κινδύνου.

Άλλωστε, επρόκειτο για εμφανές τμήμα του κτιρίου, το οποίο είχε επισκεφθεί και ο άνω συνεργάτης της εναγομένης Λ. Π., πριν από την κατάρτιση της συμβάσεως ασφαλίσεως, διενήργησε αυτοψία σε όλους τους χώρους αυτού, και ασφαλώς αν αποτελούσε ουσιώδη όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου θα το είχε επισημάνει, δεδομένου μάλιστα ότι αντικείμενο της ασφαλιστικής συμβάσεως δεν ήταν το κτίριο, αφού αυτό είχε ήδη ασφαλισθεί κατά του κινδύνου πυρκαγιάς από τους ιδιoκτήτες του στην ασφαλιστική εταιρεία "...

AEΓΑ’ ‘ , αλλά τα εμπορεύματα που ήταν αποθηκευμένα σ’ αυτό, γι’ αυτό και δεν απαιτείτο η ασφαλισμένη εταιρεία να προβεί, ούτε μετά την κατάρτιση της συμβάσεως ασφαλίσεως, όταν έλαβε γνώση του περιεχομένου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, σε δήλωση προς την εναγομένη για την διόρθωση αυτού από το αναγραφόμενο " οικοδομή 1.500 τμ η οποία είναι κατασκευασμένη το 2002 από μπετόν αρμέ με στέγη από το ίδιο υλικό...’ ‘ .

Kαι όλα τα ανωτέρω ανεξάρτητα του ότι η κατασκευή της στέγης αυτής με δοκούς και δοκίδες από προκατασκευασμένα στοιχεία από οπλισμένο σκυρόδεμα και επικάλυψη από μεταλλικά φύλλα με μόνωση πολυουρεθάνη, δεν προέκυψε, στην προκείμενη περίπτωση, παρά την αλλοίωσή της, ότι προσέθεσε πυροθερμικό φορτίο και σε ποιό βαθμό κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς, ή ότι βοήθησε στην επέκτασή της, όπως υποστηρίζει γενικά και αόριστα στην ένορκη βεβαίωση του ο Α.

Ξ., αρχιπύραρχος σε αποστρατεία, ο οποίος κατέθεσε στην Ειρηνοδίκη Αθηνών με επιμέλεια της εναγομένης, προς επιστήριξη της κατάθεσης του μάρτυρα της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Κ. Γ. περί του υλικού κατασκευής της στέγης και την επίπτωση στην πυρκαγιά...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και δέχθηκε ότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση κατά του κινδύνου της πυρκαγιάς, για τον οποίο η εταιρεία με την επωνυμία " ...

ΑΒΕΕ", δυνάμει σύμβασης ασφάλισης, που καταρτίστηκε, με τη διαμεσολάβηση ασφαλιστικού συμβούλου, μεταξύ αυτής και της ανεραισείουσας, είχε ασφαλίσει τα εντός αποθήκης της ευρισκόμενα εμπορεύματα και εντεύθεν υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη, στην οποία η άνω ασφαλισμένη εταιρεία είχε εκχωρήσει την ασφαλιστική απαίτησή της, πέραν του ποσού των 315,07€, που δεν ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, το ποσό των 801.971,71€, που αντιστοιχεί στην καλυπτόμενη από τη σύμβαση ασφάλισης ζημία, ισούμενη με την τιμολογιακή αξία των καταστραφέντων από την πυρκαγιά εμπορευμάτων, αφού απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας, που προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, περί απαλλαγής της για την πληρωμή του ασφαλίσματος, διότι η ασφαλισμένη κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων απέκρυψε δολίως από αυτή στοιχείο, που ήταν αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου και την κατάρτιση της σύμβασης και συγκεκριμένα, ενώ, όπως αποδείχθηκε μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, το υλικό κατασκευής της στέγης της αποθήκης, εντός της οποίας είχαν τοποθετηθεί τα εμπορεύματα, που είχαν ασφαλισθεί κατά του κινδύνου πυρός, ήταν από δοκούς και δοκίδες με προκατασκευασμένα στοιχεία από οπλισμένο σκυρόδεμα και επικάλυψη από μεταλλικά φύλλα με μόνωση από πολυουρεθάνη, που προσθέτει πυροθερμικό φορτίο και έχει μηδενική πυραντίσταση, στην ένδειξη του ερωτηματολογίου της έντυπης πρότασης ασφάλισης "περιγραφή στέγης" ο νόμιμος εκπρόσωπος της ασφαλισμένης εταιρείας συμπλήρωσε τη λέξη "ταρατσοσκεπής".

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε ότι η στην υποβληθείσα γραπτή ερώτηση απάντηση αυτή από τον άνω νόμιμο εκπρόσωπο δεν αποδείχθηκε ότι δόθηκε δολίως και δη ότι αυτός γνώριζε τη δυνατότητα να συμβάλλει το υλικό κατασκευής της στέγης στην επέλευση ή στην επέκταση του ασφαλιστικού κινδύνου και προέβη σ’ αυτή την απάντηση, ότι δηλαδή η στέγη είναι ταρατσοσκεπής, προκειμένου να επιτύχει τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, την οποία άλλως η αναιρεσείουσα θα αρνείτο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1,6 και 7, 36 παρ.24 του ν. 2496/1997 και 211 και 214 ΑΚ, και με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες απέρριψε, μετά ταύτα, ως αβάσιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί απαλλαγής της από την πληρωμή του ασφαλίσματος και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλη του και κατά τα αντίστοιχα μέρη τους, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο στην απορριπτική του κρίση σε σχέση με την άνω ένσταση κατέληξε, πέραν της αμέσως παραπάνω αιτιολογίας και με άλλες επάλληλες αιτιολογίες και συγκεκριμένα με τις αιτιολογίες α) ότι η παραπάνω λέξη " ταρατσοσκεπής" δεν προσδιορίζει οπωσδήποτε και το ακριβές υλικό της στέγης, β) ότι η δήλωση αυτή δεν τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με τον κίνδυνο, διότι δεν προέκυψε ότι η κατασκευή της στέγης προσέθεσε πυροθερμικό φορτίο και σε ποιο βαθμό κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς ή ότι βοήθησε στην επέκτασή της και γ) ότι το υλικό κατασκευής της στέγης δεν αποτέλεσε ουσιώδη όρο του ασφαλιστηρίου, αφού ο συνεργάτης της αναιρεσείουσας Λ.

Π., που είχε επισκεφθεί το κτίριο πριν από την κατάρτιση της σύμβασης, δεν το επισήμανε, δεδομένου ότι επρόκειτο για εμφανές τμήμα του κτιρίου. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλη του και τα σχετικά τους μέρη αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις και συγκεκριμένα ότι με τις άνω αιτιολογίες της παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, ως περιέχουσα ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τις προδιαληφθείσες ως άνω διατάξεις.

Ενόψει όμως του ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, δεν πλήσσεται τελεσφόρως, πρέπει οι άνω λόγοι να απορριφθούν ως αλυσιτελείς. Κατά το άρθρο 559 αριθ 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Περαιτέρω, ναι μεν η δικαστική ομολογία, που, κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος εκείνου του διαδίκου που ομολογεί και είναι εκείνη που γίνεται από τον ίδιο διάδικο προφορικώς ή εγγράφως σε κάθε στάση της δίκης, με τα διαλαμβανόμενα έγγραφα ή και με τις προτάσεις, ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, όμως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει αυτήν υπόψη, για να ιδρύσει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, απαιτείται να γίνει επίκληση αυτής, από τον ωφελούμενο διάδικο, ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις, κατά το ορθό νοηματικό περιεχόμενό του από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ , ισχυριζόμενη ότι, παρόλον η αναιρεσίβλητη στις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Εφετείου ομολογεί ότι ο Ελευθέριος Παπασταύρου ενήργησε στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης ως ασφαλιστικός διαμεσολαβητής για λογαριασμό της εταιρείας "...

LIFE" και όχι αυτής, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του την ομολογία αυτή, αφού δέχτηκε ότι αυτός ενήργησε ως συνεργάτης αυτής (αναιρεσείουσας). Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι έγινε επίκληση της δικαστικής αυτής ομολογίας της αναιρεσίβλητης από την αναιρεσείουσα, ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε κάθε δε περίπτωση είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι η παραδοχή αυτή της προσβαλλόμενης αφορά, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, στην επάλληλη αιτιολογία της, ότι το υλικό κατασκευής της στέγης δεν αποτέλεσε ουσιώδη όρο της σύμβασης, η οποία, μετά τη μη τελέσφορη πλήξη της στηρίζουσας αυτοτελώς το διατακτικό της αιτιολογίας, που αναφέρεται στη πρώτη σκέψη της παρούσας, είναι χωρίς έννομη επιρροή στο διατακτικό της.

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Για να είναι όμως ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, όταν προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης, συνιστάμενη στο ότι η κρινόμενη αγωγή είναι αόριστη και μη νόμιμη και έπρεπε να απορριφθεί εκ του λόγου αυτού, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής και όχι μόνο η αποσπασματική αναφορά περικοπών αυτής, καθώς και οι πλήρεις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με τη βασιμότητα ή μη της αγωγής, για να κριθεί, εάν πρόκειται για την επικαλούμενη νομική ή ποσοτική αοριστία.

Με τον τρίτο λόγο προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, αν και στο δικόγραφό της αγωγής αναφέρεται ότι " τα εμπορεύματα που καταστράφηκαν και αναφέρονται στη συνέχεια...κατά...ποσότητα, τιμή μονάδος και αξία, είναι τα εξής:..." και περαιτέρω ότι " η συνολική επομένως αξία των εμπορευμάτων που καταστράφηκαν...και απορρίφθηκαν στη χωματερή, ανέρχεται σε 801.971,71€", χωρίς όμως να διαλαμβάνεται και ότι η αποζημίωση που ζητείται προσδιορίστηκε με βάση την, κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου, τρέχουσα αξία των εμπορευμάτων ή, σε περίπτωση μη ύπαρξής της, με βάση τη συνηθισμένη αξία αυτών κατά τον ίδιο χρόνο, δέχτηκε ότι το οφειλόμενο ασφάλισμα έπρεπε να υπολογισθεί με βάση την τιμολογιακή αξία αυτών, παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα και απαράδεκτο, αν και ο ισχυρισμός αυτός περί αοριστίας προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης, και με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 11παρ.1,2 και 3 και 16 παρ. 1 και 2 του ν. 2496/1997, καθώς και αυτές του άρθρου 361 ΑΚ, έκρινε την ένδικη αγωγή ορισμένη, νόμιμη και εν μέρει βάσιμη κατ’ ουσίαν.

Με μόνο το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, καθόσον στην αίτηση αναίρεσης διαλαμβάνονται α) επιλεκτικά αποσπασματικές περικοπές του περιεχομένου της αγωγής σε σχέση με την αξία των ασφαλισθέντων εμπορευμάτων και την αιτούμενη αποζημίωση, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου και όχι το πλήρες περιεχόμενο αυτής και β) οι κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τον προσδιορισμό της άνω αποζημίωσης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να εκτιμηθεί από μόνες τις άνω περικοπές και παραδοχές η ύπαρξη των επικαλουμένων αιτιάσεων.

Κατ’ ακολουθίαν και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως αβάσιμη. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με τα υπ’ αριθ. 2877981, 2877982, 2877983, 2877984, 2877985 και 2877986 παράβολα του Δημοσίου και τα υπ’ αριθ. 067758,067759 και 067760 παράβολα του ΤΑΧΔΙΚ, όπως αυτά αναφέρονται στην υπ’ αριθ. 1014/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης που συντάχθηκε από το γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, στο Δημόσιο Ταμείο.

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό ( άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-11-2014 αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αριθ. 2076/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με τα υπ’ αριθ. 2877981, 2877982, 2877983, 2877984, 2877985 και 2877986 παράβολα του Δημοσίου και τα υπ’ αριθ. 067758,067759 και 067760 παράβολα του ΤΑΧΔΙΚ στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ