Legislator Case Law & Legislation
1431/2011 AI generated

1431/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1431/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1431/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενόψει αυτών, νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη στο πρόσωπο της δεύτερης αναιρεσίβλητης και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1431 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1431/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Β. του Ν. και 2. Κ. Β. του Ν. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Στειρόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Κ. χας Β. Σ. , το γένος Ε. Β. , η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. Δ. συζ. Ε. Ρ. , το γένος Β. Σ. , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Δημόπουλο. Στο σημείο αυτό ο ανωτέρω δικηγόρος δήλωσε ότι η 1η αναιρεσίβλητη (Κ. χα Β. Σ. , το γένος Ε. Β. ) απεβίωσε στις 19-11-2008 (ετών 80), και κληρονομήθηκε από την Δ. σύζ. Ε. Ρ. , το γένος Β. Σ. - ήδη 2η αναιρεσίβλητη, - η οποία συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-1995 αγωγή των αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/1998 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου λόγω αρμοδιότητας, 90/2001, 103/2004 μη οριστικές, 135/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου και 33/2008 του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Σάμου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-7-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 26-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων Κ. χήρα Β. Σ. , το γένος Ε. Β. απεβίωσε στις 19-11-2008, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (6-8-2008), η δε δεύτερη αναιρεσίβλητη Δ. συζ. Ε. Ρ. , το γένος Β. Σ. , τέκνο της, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησε το γεγονός του θανάτου της ως άνω καθολικής δικαιοπαρόχου της και ταυτόχρονα δήλωσε, ότι συνεχίζει για εκείνη τη διακοπείσα δίκη.

Ενόψει αυτών, νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη στο πρόσωπο της δεύτερης αναιρεσίβλητης και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου, από την εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση διάταξη του άρθρου 397 παρ. 2 ΚΠολΔ, που, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2915/2001, όριζε ότι, αφού αρχίσει η εξέταση του μάρτυρα, κανένας από τους διαδίκους δεν μπορεί να γνωστοποιήσει μάρτυρες, συνδυαζόμενη και προς εκείνη της πρώτης παραγράφου του ίδιου άρθρου περί της υποχρεώσεως του διαδίκου που διεξάγει απόδειξη με μάρτυρες να γνωστοποιήσει τα ονόματα των μαρτύρων που θα εξεταστούν, συνάγεται ότι με αυτή δεν θεσπίζεται ακυρότητα με την έννοια του άρθρου 159 ΚΠολΔ, αλλά έκπτωση από το δικαίωμα της γνωστοποιήσεως και εξετάσεως μαρτύρων μετά την έναρξη της τελευταίας, η οποία καθιστά αυτήν απαράδεκτη, ανεξαρτήτως της συνδρομής των όρων που απαιτούνται για την απαγγελία της ακυρότητας κατ' άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ, το οποίο δεν έχει εφαρμογή σε περίπτωση εκπτώσεως από δικαιώματος και απαραδέκτου (Ολ.ΑΠ 707/1974).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε έκπτωση από δικαίωμα και απαράδεκτο και συγκεκριμένα, ότι, καίτοι οι αναιρεσίβλητες, με την από 14-10-2001 κλήση τους, δεν είχαν γνωστοποιήσει την εξέταση του μάρτυρα Δ.

Π. ο μη γνωστοποιηθείς αυτός μάρτυρας, όπως αναφέρεται στην 34/2002 εισηγητική έκθεση, προσήλθε και κατέθεσε στις 28-4-2002 ενώπιον της Εισηγήτριας Δικαστού, η εισηγητική δε έκθεση, περιέχουσα την εν λόγω κατάθεσή του λήφθηκε υπόψη. Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα και ιδίως από την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σάμου Δ.

Χ. προκύπτει, ότι ο οι ενάγουσες-αναιρεσίβλητες, με την από 10-3-2002 κλήση τους, είχαν γνωστοποιήσει νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αρχικό εναγόμενο, ο οποίος μετά το θάνατό του κληρονομήθηκε από του ήδη αναιρεσείοντες υιούς του, που συνεχίζουν νόμιμα τη δίκη, και το όνομα του αναφερόμενου ως άνω μάρτυρά τους Δ.

Π. , που η ένορκη κατάθεσή του περιέχεται στην εισηγητική έκθεση. Επομένως, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, είναι απαράδεκτος.

Επειδή, κατά το άρθρο 457 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκείνος κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως, αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς, ότι η άρνηση της γνησιότητας ιδιωτικού εγγράφου πρέπει να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις και να γίνει κατ' αυτή τη συζήτηση, κατά την οποία προσκομίζεται το έγγραφο, εάν δε αυτό δεν γίνει, θεωρείται ότι αναγνωρίστηκε σιωπηρώς η γνησιότητα του ιδιωτικού εγγράφου και τυχόν αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτού σε μεταγενέστερη συζήτηση είναι απαράδεκτη.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, κατά δε τη διάταξη του αριθμού 10 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001 και έτσι διαχρονικώς εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη υπόθεση, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις αιτιάσεις, ότι παρά το νόμο το Εφετείο δέχθηκε ως γνησία την από 1-5-1995 επιστολή του Ε. Σ. , απώτερου δικαιοπαρόχου τους, την οποία είχαν προσκομίσει οι αναιρεσίβλητες, χωρίς όμως να διατάξει απόδειξη περί τούτου, μολονότι ο αρχικός εναγόμενος και άμεσος δικαιοπάροχός τους αμφισβήτησε την γνησιότητα αυτής και ότι έτσι έλαβε υπόψη έγγραφο μη επιτρεπόμενο από το νόμο.

Από τα διαδικαστικά όμως έγγραφα της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), και ειδικότερα των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων των διαδίκων, με αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις αυτών, προκύπτει ότι η άνω επιστολή προσκομίστηκε με επίκληση από τις ενάγουσες-αναιρεσίβλητες και πρωτοδίκως, προσκομίστηκε δε πάλι με επίκληση στο Εφετείο.

Όμως, ο αρχικώς εναγόμενος, καθώς και οι ήδη αναιρεσείοντες, ουδόλως αμφισβήτησαν την γνησιότητα της επιστολής αυτής, αλλά αντίθετα άντλησαν επιχειρήματα από το περιεχόμενό της προς απόδειξη των ισχυρισμών τους ή προς αντίκρουση σχετικών ισχυρισμών των εναγουσών. Ειδικότερα, ο αρχικός εναγόμενος στην από 16-3-2001 προσθήκη-αντίκρουση των πρωτόδικων προτάσεών του σχετικά με την προσκομισθείσα επιστολή αναφέρει τα εξής: "Είναι αυτονόητο, εν όψει πωλήσεως ακινήτου, να αναζητηθούν οι τίτλοι του δικαιοπαρόχου του πωλούντος.

Η προσφορά του ποσού των δραχμών 450.000 αποτελεί δείγμα αδελφικής αγάπης και προφανώς ικανοποιήσεως παραπόνου του αδελφού του προς αυτόν, προερχόμενον ευλόγως εκ της προς τον δικαιοπάροχόν μου γενομένης άτυπης δωρεάς ολοκλήρου του επιδίκου. Η μητέρα του δικαιοπαρόχου μου και του αδελφού αυτού Β. Σ. είναι προφανές, ότι εξεδήλωσε την προτίμησή της προς τον δικαιοπάροχο υιό της, για το λόγο ότι ο σύζυγός της Κ.

Σ. υιοθέτησε αυτόν και ως εκ τούτου οι αναπτυχθείσες σχέσεις υπήρξαν στενότερες και συνεχείς. Ο δικαιοπάροχός μου εξ αδελφικών αισθημάτων παρακινούμενος προσεφέρθη να δώσει σ' αυτόν 450.000, ώστε να μη καταλείπεται σ' αυτόν το παράπονο ότι αδικήθηκε. Πάσα άλλη ερμηνεία του κειμένου της επιστολής αυτής, την οποία επιχειρούν οι αντίδικες, δεν είναι αντικειμενική, αλλά προέρχεται από κριτήρια υποκειμενικά υπηρετούντα μόνο τα ίδια αυτά συμφέροντα".

Ενόψει τούτων, αφού η αμφισβήτηση της γνησιότητας της επιστολής δεν έγινε κατά τη συζήτηση, κατά την οποία το πρώτον προσκομίστηκε με επίκληση, με ρητή σαφή και ειδική δήλωση, το Εφετείο που εκτίμησε αυτήν ως γνήσια και την έλαβε υπόψη δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 10 και 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο δε δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.

Όπως προαναφέρθηκε, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα. Έτσι δεν είναι έγγραφα, με την έννοια αυτή, οι εισηγητικές εκθέσεις οι οποίες περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στην κρινόμενη υπόθεση.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης α) του περιεχομένου της προσκομισθείσας από 1-5-1995 ως άνω επιστολής του απώτερου διακαιοπαρόχου τους Σ. και β) του περιεχόμενου των μαρτυρικών καταθέσεων που αναφέρονται στις εισηγητικές εκθέσεις ...

και ... . Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς μεν το πρώτο μέρος του, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, ότι δεν έλαβε ποτέ χώρα άτυπη δωρεά του επιδίκου προς τον Ε. Σ. και ότι δεν έγινε ποτέ αυτός αποκλειστικός κύριος του επιδίκου, παρά μόνο συγκύριος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και έτσι η σύνταξη και μεταγραφή του ...

πωλητηρίου συμβολαίου δεν προσπόρισε στον αρχικό εναγόμενο την αποκλειστική κυριότητα του επιδίκου, αφού ο δικαιοπάροχός του δεν ήταν αποκλειστικός κύριος αυτού, αλλά μόνο είχε την κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου της ανωτέρω επιστολής, ως προς δε το δεύτερο μέρος του, διότι δεν είναι έγγραφα με την ως άνω έννοια οι εισηγητικές εκθέσεις οι οποίες περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στην κρινόμενη υπόθεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-7-2008 αίτηση των Ε. Β. και Κ. Β. για αναίρεση της 33/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου (κατά τη μεταβατική του έδρα στη Σάμο).

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης Δ. Ρ.-Σ. , τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Iουνίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ