Legislator Case Law & Legislation
1431/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as the contested claim was not properly raised in the lower court.

Case Number 1431/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to annul the second-instance judgment regarding a claim for ownership by adverse possession. The appellants argued the lower court failed to examine a specific issue about the start date of adverse possession and the co-heirs' knowledge, but this claim was not formally raised in the appeal. The court ruled that an appeal argument must mirror the specific claim presented in the lower court proceedings to be admissible. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the necessary legal issue was not properly formulated in the appellate petition.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument must correspond to a specific claim raised in the lower court proceedings, and failure to do so renders the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal adverse possession claim co-heirs knowledge proper formulation of claim Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure
Law 8, paragraph 1 of the Code
Law 9, paragraph 1, basic (50.14)
Article 1045 of the Civil Code
Article 1884 of the Civil Code
Law 3, Law 4, Entry 3.27
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1431 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1431/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου), Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κατσουρίνη του Παναγιώτη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ...και 3. Ψ3, κατοίκου ... . Οι μεν 1ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Σφύρη, ο δε 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-1982 αγωγή του αρχικού διαδίκου ΩΩ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 165/1983, 515/1990 μη οριστικές, 482/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2000 του Εφετείου Λάρισας. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1021/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας. Το Εφετείο Λάρισας εξέδωσε την 873/2006 μη οριστική, 284/2008 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-7-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 26-4-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 κώδ. (7.39) και ν.9 παρ. 1, βασ. (50.14), γίνεται κάποιος κύριος ακίνητου πράγματος με έκτακτη χρησικτησία, αν νεμηθεί αυτό επί τριακονταετία με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία ακίνητο πράγμα γίνεται κύριος αυτού.

Έτσι, προκειμένου για έκτακτη χρησικτησία που άρχισε πριν από την ισχύ του ΑΚ, η ύπαρξη καλής πίστης είναι απαραίτητη μέχρι την έναρξη ισχύος αυτού (23-2-1946). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των ν. 3, νομ. 4 Εισ. 3. 27, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 1884 ΑΚ, η σχέση που διέπει τους συγκληρονόμους είναι εκείνη της κοινωνίας, οι διατάξεις της οποίας εφαρμόζονται και σ' αυτή.

Έτσι, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος β.ρ.δ. (ν. 18 παρ. 3 και 42 πρ. πανδ. 41.2, ν. 7 παρ. 5 πανδ. 10.3 και ν. 3 κώδ. 7.34) - που αποτελούν απόρροια του κανόνα του ν.28 πανδ. 10.3, σύμφωνα με τον οποίο κανένας από τους κοινωνούς δεν μπορεί να πράξει οτιδήποτε παρά τη γνώμη των άλλων - όσο και τις αντίστοιχες του ΑΚ (άρθρα 980, 981, 982, 984, 994 και 1113), οι οποίες, κατά τη διάταξη του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ, διέπουν τη μετά την ισχύ του Αστικού Κώδικα προσβολή και προστασία της υπάρχουσας ήδη νομής, αν ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος κατέχει ολόκληρο το κοινό κληρονομιαίο ακίνητο, θεωρείται ότι κατέχει αυτό για λογαριασμό και των λοιπών συγκληρονόμων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, προτού καταστήσει γνωστό σ' αυτούς, ότι νέμεται ολόκληρο το κοινό ακίνητο ή μεγαλύτερη μερίδα του ίδιου αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό.

Όμως τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση εκούσιας παράδοσης της νομής μετά από άτυπη διανομή ή πώληση ή δωρεά μεταξύ των συγκυρίων, εφόσον έκτοτε ο κατέχων το κοινό ακίνητο σαφώς εκδηλώνει τη βούληση του να νέμεται αυτό αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, οι δε λοιποί που μετείχαν στη σχετική συμφωνία αποδέχθηκαν τη βούλησή του αυτή (Ολ.ΑΠ 485/1982).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 3-6-1944 αποβίωσε στο ... ο πατέρας των αρχικών διαδίκων ΑΑ, κάτοικος εν ζωή ..., ο οποίος, κατά το χρόνο του θανάτου του, ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος των παρακάτω ακινήτων, κειμένων όλων στην περιοχή της Κοινότητας ..., της επαρχίας ...

Ν. ..., ήτοι : 1) μία ισόγειας οικίας, εμβαδού 100 τ.μ. περίπου, που συνορεύει ανατολικά με πλατεία της Κοινότητας ..., δυτικά με άλλο κληρονομικό οικόπεδο, βόρεια με ιδιοκτησία ... και νότια με ιδιοκτησία ..., 2) ενός οικοπέδου, εκτάσεως 900 τ.μ. περίπου, που συνορεύει ανατολικά με το ανωτέρω περιγραφόμενο ακίνητο, δυτικά με ιδιοκτησία ..., βόρεια με ιδιοκτησία ...

και ... και νότια με ιδιοκτησία ..., 3) ενός αγρού, κείμενου στη θέση "...", εκτάσεως 3000 τ.μ. περίπου, που συνορεύει ανατολικά με ρέμα, δυτικά με δημόσιο δρόμο, νότια με αγρό ... και βόρεια με αγρό ..., 4) ενός αγρού, κείμενου στη θέση "..." εκτάσεως 1800 τ.μ. περίπου, που συνορεύει ανατολικά με έκταση Κοινότητας ..., νότια με αγρούς ...

και ..., βόρεια με αγρό ... και δυτικά με αγρό ..., 5) ενός αγρού, κείμενου στη θέση "..." εκτάσεως 832 τ.μ περίπου, που συνορεύει ανατολικά με κοινοτικό δρόμο, και δυτικά επίσης, βόρεια με αγρό ... και νότια με αγρό ..., 6) ενός αγρού, κείμενου στη θέση "...", εκτάσεως 2.040 τ.μ περίπου, που συνορεύει βόρεια με αγρό ..., νότια με αγρό ..., ανατολικά με αγρό ...

και δυτικά με αγρό ..., 7) ενός αγρού, κείμενου στην ίδια ως άνω θέση, εκτάσεως 260 τ.μ περίπου, που συνορεύει ανατολικά με αγρό ..., δυτικά με αγρούς ... και ..., βόρεια με αγρό ... και νότια με δημόσιο δρόμο, 8) ενός αγρού, κείμενου στη θέση "...", εκτάσεως 3.280 τ.μ περίπου, που συνορεύει βόρεια με κοινοτικό δρόμο, και αγρούς ...

και ..., δυτικά με αγρό ... και ανατολικά με αγρό ..., και 9) ενός αγρού, κείμενου στη θέση "...", εκτάσεως 505 τ.μ. περίπου, που συνορεύει βόρεια με δημόσιο δρόμο, νότια με ποταμό, δυτικά με αγρό ... και ανατολικά με αγρό ... . Ο προαναφερόμενος κύριος των παραπάνω ακινήτων κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του ΒΒ και τα έξι (6) τέκνα του, ήτοι: 1) τον ΓΓ, 2) τον ΩΩ (αρχικό ενάγοντα), 3) τον ΦΦ (αρχικό εναγόμενο), 4) την ΔΔ, 5) την ΕΕ, και 6) την ΣΤ, και στην μεν σύζυγό του περιήλθε ποσοστό 6/24 εξ αδιαιρέτου, σε κάθε δε τέκνο του ποσοστό 3/24 επί της άνω κληρονομιαίας περιουσίας του.

Στη συνέχεια από τους ανωτέρω κληρονόμους απεβίωσε στις 11-4-1950 στο ... η σύζυγός του και μητέρα των αρχικών διαδίκων ΒΒ και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα έξι (6) τέκνα της και έτσι το ποσοστό κάθε τέκνου ανήλθε σε 4/24 εξ αδιαιρέτου επί της πατρικής περιουσίας. Το έτος 1953 ο αρχικώς ενάγων ΩΩ, ο οποίος από το έτος 1923 ήταν μόνιμος κάτοικος ...

και ουδέποτε υπεισήλθε και αναμείχθηκε στην κληρονομιά του κατά το έτος 1944 αποβιώσαντος πατέρα του, αλλά και ακολούθως στην κληρονομιά της κατά το έτος 1950 αποβιώσασας μητέρας του, κατά τα εξ αδιαιρέτου μερίδια που του αναλογούσαν, απέκοψε και τυπικά τους δεσμούς του με την πατρομητρική κληρονομιά. Συγκεκριμένα αυτός (ενάγων), με τις 570 και 571/1953 δηλώσεις του ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών παραιτήθηκε από τα κληρονομικά του δικαιώματα επί της ως άνω πατρικής και μητρικής κληρονομιάς.

Στην πράξη του αυτή προέβη γιατί ο αδελφός του και αρχικός εναγόμενος ΦΦ ήταν ο μόνος αδελφός που κατοικούσε μόνιμα στον τόπο καταγωγής τους, διέτρεφε και περιέθαλπε τη μητέρα τους μέχρι το χρόνο του θανάτου της και είχε επιφορτιστεί με την αποκατάσταση της άγαμης αδελφής τους ΣΤ, την οποία και αποκατάστησε.

Το ίδιο έπραξαν και για τον ίδιο ακριβώς λόγο και οι αδελφές των αρχικών διαδίκων ΔΔ, ΕΕ και ΣΤ (βλ. τις 13 και 14/8-2-1954 δηλώσεις περί παραιτήσεώς τους από τα κληρονομικά τους δικαιώματα επί της πατρικής και μητρικής κληρονομιάς ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Τρικάλων) καθώς και ο αδελφός τους ΓΓ, μόνιμος κάτοικος ..., επικυρώνοντας έτσι πανηγυρικά τη βούληση τους να παραχωρήσουν τα επίδικα ακίνητα στον αρχικό εναγόμενο αδελφό τους ΦΦ, δηλώνοντας ρητά ότι ούτε αναμείχθησαν, αλλά και ούτε πρόκειται να αναμειχθούν στην κληρονομιά των γονέων τους.

Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο τούτο ότι ο αρχικός εναγόμενος ΦΦ, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, ήταν μόνιμος κάτοικος ..., ουδέποτε παραιτήθηκε από το κληρονομικό του δικαίωμα επί της πατρικής και μητρικής κληρονομιάς, όπως δε κατέθεσε με σαφήνεια και πειστικότητα ο μάρτυρας των εφεσίβλητων ΖΖ και εξήγησε επαρκώς στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου ο εφεσίβλητος Ψ2, οι παραιτήσεις, με αριθμούς 519 και 520/1953 ομοίου περιεχομένου δηλώσεις, έγιναν από τον ΓΓ, ο οποίος κατοικούσε επί της οδού ...

αρ. ... στην ..., από παραδρομή δε γράφτηκε σ' αυτές το όνομα του αρχικού εναγομένου ΦΦ αντί του ΓΓ. Άλλωστε αν ο ΦΦ παραιτείτο από το κληρονομικό του δικαίωμα επί της άνω πατρικής και μητρικής κληρονομιάς, ως μόνιμος κάτοικος ..., θα έκανε την παραίτηση αυτή ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Τρικάλων, ενώπιον του οποίου έγιναν και οι παραιτήσεις των θήλεων τέκνων του ΑΑ.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο αρχικός εναγόμενος από τον χρόνο του θανάτου των γονέων του (1944 και 1950), ήτοι πολύ προ του έτους 1953, επιλήφθηκε της νομής και κατοχής των επίδικων ακινήτων και νεμήθηκε αυτά με διάνοια κυρίου, ήτοι με τη θέληση να έχει το πράγμα, όπως αρμόζει στον κύριο, αποκλειστικά για τον εαυτό του, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, ενεργώντας όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και στη θέση τους, με τις οποίες εκδηλωνόταν η περί εξουσιάσεως (των επιδίκων) βούληση του.

Τούτο έλαβε χώρα εν γνώσει όλων των λοιπών συγκληρονόμων και ιδίως του αρχικού ενάγοντος (ότι δηλαδή ο εναγόμενος κατέχει και νέμεται αποκλειστικά για τον εαυτό του τα κληρονομιαία ακίνητα), ενόψει ότι άπαντες οι αδελφοί του και ιδιαιτέρως ο ενάγων ΩΩ, επισήμως με τις προαναφερόμενες δηλώσεις αποποίησης της κληρονομιάς των γονέων τους, αποποιήθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά, δηλώσαντες ότι δεν επιθυμούν να κληρονομήσουν από τους γονείς τους.

Το γεγονός ότι οι δηλώσεις τους αυτές ήσαν άκυρες ως εκπροθέσμως, μετά την πάροδο δηλαδή της τετράμηνης προθεσμίας αποποίησης, γενόμενες αποποιήσεις (σύμφωνα με τα άρθρα 1847, 1848,1850 ΑΚ), δεν αλλάζει τα πράγματα, αφού με αυτές επικυρώνεται η ήδη εκφρασθείσα εν τοις πράγμασι πρόθεση και βούληση του ενάγοντος να παραιτηθεί και να παραχωρήσει τα επίδικα ακίνητα στον αρχικό εναγόμενο αδελφό του ΦΦ.

Μάλιστα πρέπει να επισημανθεί ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αναμείχθηκε, νεμήθηκε ή επέδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον για τα ακίνητα αυτά. Αντιθέτως ο εναγόμενος αδελφός του, με την ευλόγως εδραία πεποίθηση ότι είναι μόνος κύριος αυτών (συνεπεία της ως άνω άτυπης παραχώρησής τους), προέβη στην αξιοποίηση και κάθε δυνατή εκμετάλλευσή τους, εν γνώσει του ενάγοντος αδελφού του και χωρίς καμμία εναντίωση ή διαμαρτυρία εκ μέρους του.

Συγκεκριμένα το έτος 1955 επί του πρώτου επίδικου ακινήτου, εντός της Κοινότητας ..., όπου υπήρχε η οικία των γονέων του, η οποία όμως κάηκε από τους Ιταλούς το 1943, ανήγειρε, με δικά του αποκλειστικά χρήματα, ισόγεια οικία με υπόγειο, εμβαδού 100 τ.μ περίπου, στην οποία διέμενε ο ίδιος με την οικογένεια του, αργότερα δε επί του ιδίου οικοπέδου ανήγειρε κατάστημα, εμβαδού 50 τ.μ περίπου, το οποίο χρησιμοποιούσε ως καφενείο και το εκμίσθωνε κατά καιρούς σε τρίτους, λαμβάνοντας αποκλειστικά για τον εαυτό του το μίσθωμα.

Στα λοιπά υπό στοιχεία 6, 7 και 9 περιγραφέντα ακίνητα δημιούργησε το έτος 1948 περίπου συστηματικά περιβόλια, φυτεύοντας μηλιές και κερασιές, με αυτοματοποιημένα συστήματα ποτίσματος μεγάλου κόστους, τα περιέφραξε και τα εκμεταλλευόταν αποκλειστικά για τον εαυτό του. Επίσης στο υπό στοιχεία 8 περιγραφέν ακίνητο δημιούργησε το έτος 1955 αμυγδαλεώνα, ενώ στο υπό στοιχεία 3 περιγραφέν ακίνητο στη θέση "..." ο ίδιος το έτος 1950 ξερίζωσε το παλιό αμπέλι που υπήρχε, γιατί ξεράθηκε, και φύτεψε αμπέλι με αμερικάνικα κλήματα, το οποίο όμως και αυτό δεν απέδιδε ικανοποιητικά και γι' αυτό το εκμίσθωσε προς τον ΖΖ, ο οποίος το χρησιμοποιεί ως CAMPING, λαμβάνοντας το μίσθωμα αποκλειστικά για τον εαυτό του.

Τέλος, ο ίδιος ως άνω αρχικός εναγόμενος ΦΦ, ο οποίος επί έτη απολάμβανε μόνος του τους καρπούς, τα μισθώματα και τα ωφελήματα των επίδικων ακινήτων, στα πλαίσια της ακράδαντης πεποίθησής του ότι αυτός και μόνο είναι ο αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος αυτών ανενόχλητα επί σειρά ετών, σε ανύποπτο χρόνο ήτοι πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής με την .../5-3-1980 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Αλ.

Τσολιά που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 148/1993 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων κατέλειπε τα επίδικα ακίνητα στους τώρα εναγομένους (σύζυγο και τέκνα του), θεωρώντας καλοπίστως τον εαυτό του κύριο αυτών επί μία τριακονταετία. Σαφείς και κατηγορηματικές επί των κρίσιμων της υπόθεσης θεμάτων είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης, οι οποίοι είναι γνώστες της υφιστάμενης πραγματικής κατάστασης ως κάτοικοι ..., ενώ είναι ξένοι με τους διαδίκους.

Ειδικότερα ο μάρτυρας ... καταθέτει ότι ... . Ειδικότερα ο μάρτυρας ..., ανεψιός των αρχικών διαδίκων, μεταξύ άλλων, καταθέτει, ότι .... Είναι προφανές ότι οι απόψεις που εκφράζει με την παραπάνω κατάθεσή του ο ανωτέρω μάρτυρας, πρώτον δεν απαντούν με τη στοιχειώδη επάρκεια της κοινής λογικής και εμπειρίας στο ερώτημα πώς επί τόσα χρόνια (1944 και 1950 έως το 1978), οπότε σημειώθηκε η πρώτη αμφισβήτηση κατά τον μάρτυρα, δεν επέδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον για την τύχη των επίδικων ακινήτων ο ενάγων, ούτε εμπόδισε τον εναγόμενο αδελφό του, όταν αυτός, "χωρίς την άδεια κανενός αδελφού του", ανήγειρε το κατάστημα μέσα στο κληρονομιαίο οικόπεδο.

Δεύτερον δεν δικαιολογείται καθόλου το γεγονός ότι ο "φτωχότερος" εναγόμενος αδελφός κατείχε και νεμόταν τα επίδικα ακίνητα πολύ προ του χρόνου κατά τον οποίο ανέκυψαν οι ανάγκες σπουδών των παιδιών του (οπότε ο ενάγων του άφησε γι' αυτόν ακριβώς το λόγο τα εισοδήματα των επιδίκων, κατά την άποψη του μάρτυρα).

Τρίτον δε και σπουδαιότερο, ο ανωτέρω μάρτυρας ουσιαστικά επιβεβαιώνει τους κρίσιμους ισχυρισμούς του εναγομένου, ότι δηλαδή αυτός νεμήθηκε τα επίδικα κληρονομιαία ακίνητα από τα έτη 1944 και 1950 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής αποκλειστικά και μόνο για τον εαυτό του, εν γνώσει και με τη συγκατάθεση όλων των συγκληρονόμων αδελφών του, οι οποίοι παραιτήθηκαν εμπράκτως υπέρ αυτού (αφού ουδέποτε αναμείχθηκαν και ουδέποτε διεκδίκησαν μερίδιο από καρπούς ή ωφελήματα από αυτά), για τον απλό λόγο ότι ο συγκεκριμένος αδελφός ήταν αυτός που έμεινε μόνιμα στο τόπο καταγωγής τους, περιέθαλψε τη μητέρα τους, πάντρεψε την άγαμη αδελφή τους με δαπάνες του και διατήρησε την επαφή του με τα κτήματα και την καλλιέργεια τους.

Όταν δε το έτος 1978, για λόγους που δεν αποδείχθηκαν, δεν μετέβη στην ... προς επίσκεψη του νοσηλευόμενου επί μακρόν αδελφού τους ΓΓ, ο ενάγων χολώθηκε από τη συμπεριφορά του αυτή και για πρώτη φορά (όπως καταθέτει ο ανωτέρω μάρτυρας) ζήτησε το μερίδιο του επί της κληρονομιαίας πατρομητρικής περιουσίας. Όμως μέχρι τότε ο εναγόμενος είχε ήδη καταστεί κύριος των επίδικων ακινήτων με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με έκτακτη χρησικτησία αφού κατείχε και νεμήθηκε αυτά με διάνοια κυρίου ανενόχλητα και αδιατάρακτα, ενεργώντας επ' αυτών τις διακατοχικές πράξεις που προαναφέρθηκαν και προσιδιάζουν στον κύριο, επί χρόνο μείζονα της εικοσαετίας εν γνώσει των λοιπών συγκληρονόμων και με τη συγκατάθεση αυτών, από του θανάτου των γονέων τους, σε κάθε δε περίπτωση από του έτους 1953 και εντεύθεν μέχρι του έτους 1978" Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση του αρχικού εναγομένου περί κτήσης ίδιας κυριότητάς του στα επίδικα ακίνητα με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική ακινήτων αγωγή του αρχικού ενάγοντα, -στη δικονομική θέση του οποίου επεισήλθαν οι καθολικοί του διάδοχοι και ήδη αναιρεσείοντες, εξαιτίας του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης θανάτου του-, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 980, 981, 982, 984 και 994, αντίστοιχα, του ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της άσκησης με διάνοια κυρίου νομής στα επίδικα ακίνητα από μέρους του αρχικού εναγομένου, άμεσου δικαιοπάροχου των αναιρεσιβλήτων, από το χρόνο θανάτου των γονέων του (1944 και 1950, αντίστοιχα), σε κάθε δε περίπτωση, από του έτους 1953 και εφεξής μέχρι το έτος 1978, σε γνώση και με τη συγκατάθεση των λοιπών συγκληρονόμων αδελφών του και, ειδικότερα, του αρχικού ενάγοντα, άμεσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και χωρίς καμία διαμαρτυρία ή εναντίωση από μέρους του, καθώς και της έγκυρης από όλους τους συγκληρονόμους αδελφούς του παραίτησης από κάθε κληρονομικό τους δικαίωμα στην πατρομητρική τους περιουσία.

Οι τρίτος και τέταρτος, επομένως, λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ως προς το χρόνο έναρξης της έκτακτης χρησικτησίας του αρχικού εναγομένου στα επίδικα ακίνητα από το χρόνο θανάτου των γονέων και σε γνώση των συγκληρονόμων αδελφών του, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των με αριθμούς 519 και 520/1953, αντίστοιχα, δηλώσεων παραίτησης του αρχικού εναγόμενου ΦΦ, -στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν λόγω του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης θανάτου του οι εγγύτεροι αυτού συγγενείς δηλαδή οι τρείς γιοί του και ήδη αναιρεσίβλητοι,- από την πατρομητρική του περιουσία, που συντάχθηκαν ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, με το να δεχθεί ότι οι εν λόγω παραιτήσεις έγιναν από τον ΓΓ"από παραδρομή δε γράφτηκε σ'αυτές το όνομα του αρχικού εναγομένου ΦΦ αντί του ΓΓ".

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην παραπάνω δικανική του κρίση, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στην κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων ΖΖ, καθώς και στην εξέταση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Εφετείου, χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στις προμνημονευόμενες δηλώσεις παραίτησης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος - λ.χ.

στις καταθέσεις των μαρτύρων-, όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία.

Εξάλλου, τα δημόσια έγγραφα, δηλαδή τα έγγραφα, που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο μέσα στα όρια της υλικής και τοπικής αρμοδιότητάς του, αποτελούν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε τα έγγραφα ή ότι έγιναν ενώπιον του.

Ο αμέσως, όμως, πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του (δημόσιου ή ιδιωτικού) εγγράφου, κρίνει ότι αυτό δεν περιέχει στοιχεία που άγουν σε απόδειξη του (αποδεικτέου) θέματος. Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, δηλαδή των διατάξεων των άρθρων 438 και 445, αντίστοιχα, του ΚΠολΔ, αφού, ως προς την κρίση του, ότι με τις με αριθμούς 519 και 520/1953 δηλώσεις παραίτησης, που προπαρατέθηκαν, παραιτήθηκε ρητά από την πατρομητρική περιουσία ο ΓΓ και όχι ο αρχικός εναγόμενος ΦΦ, αδελφός του, προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης ΖΖ, καθώς και στις ενώπιόν του -Εφετείου- εξηγήσεις του δεύτερου αναιρεσιβλήτου από εκείνη της (πλήρους) απόδειξης απορρέουσας από το περιεχόμενο των προμνημονευόμενων δηλώσεων παραίτησης, στις οποίες βεβαιώνεται ότι ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών εμφανίστηκε ο αρχικός εναγόμενος και όχι ο ΓΓ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο προέβη σε ελεύθερη εκτίμηση του περιεχομένου των επίμαχων δηλώσεων παραίτησης κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), γιατί οι τελευταίοι δεν αποτελούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, πλήρη απόδειξη, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, αφού ο αρμόδιος δικ.γραμματέας που τις συνέταξε δεν είναι αρμόδιος να βεβαιώσει ποιος είναι ο εμφανιζόμενος ενώπιόν του ως παραιτούμενος, σε περίπτωση δε ελέγχου της αλήθειας του περιεχομένου τους, αποτελούν πλήρη απόδειξη -κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ-, κατά της οποίας όμως επιτρεπτώς χωρεί ανταπόδειξη, χωρίς την ανάγκη προσβολής τους ως πλαστών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασης του ή επαναφοράς του στο ανώτερο, δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Ο πέμπτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έταξε στους αναιρεσιβλήτους προς απόδειξη "το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα σχετικά με την έναρξη του χρόνου συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο του εναγόμενου και την συνδρομή της αναγκαίας προϋπόθεσης του στοιχείου της γνώσης του συγκοινωνού - συγκληρονόμου περί της πρόθεσης του χρησιδεσπόζοντος να νέμεται τα κοινά ακίνητα αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, δηλαδή από πότε άρχισε ο αρχικώς ενάγων να νέμεται όλα τα επίδικα για λογαριασμό του και πότε και πώς το γνωστοποίησε στους συγκληρονόμους του", είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται σ' αυτόν ότι ο περιεχόμενος στον ίδιο πιο πάνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων προτάθηκε παραδεκτά από μέρους τους, στο Εφετείο, με σαφή και ορισμένο λόγο της έφεσής τους κατά της απορριπτικής σε βάρος τους πρωτόδικης απόφασης, σε κάθε δε περίπτωση, ως απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 §2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, ο επίμαχος ισχυρισμός δεν προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο, δεν εμπίπτει δε σε καμιά από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.7.2008 αίτηση του Χ1 κ.ά για αναίρεση της 284/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Iουλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Οκτωβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ