Supreme Court dismisses appeal for lack of specificity and allows withdrawal by one appellant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two appellants while permitting the withdrawal of the appeal by one appellant. The court rejected the remaining arguments because they failed to specify the factual premises and legal errors required by law. Consequently, the appeal was deemed inadmissible due to its lack of necessary detail.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 296, 297, 573(1), 495(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 559(19), 566(1), 577(3), 118 of the Code of Civil Procedure: Withdrawal of appeal is effective upon declaration without consent; appeals must contain specific factual premises and detailed characterization of judicial error to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1431 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1431/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Γκότζη, 2) Χ2, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Γκότζη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2 συζύγου Ψ1, κατοίκων ..., 3) α) Ψ1 και β) Ψ2 ως συνασκούντων την γονική μέριμνα επί των ανηλίκων τέκνων τους: α) Ψ3, β) Ψ4, γ) Ψ5, 4) Ψ6, 5) Ψ7, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 6) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "VICTORIA A.A.E.Z.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καρατζά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι υπό στοιχείο 1 αναιρεσείων Χ1 παραιτείται από το δικόγραφο της από 3/4/2008 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 4421/2007 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2004 αγωγή των υπό στοιχεία 1-5 ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 30/3/2005 αγωγή της 6ης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1280/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4421/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/4/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 24/3/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297, 573 παρ. 1 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 4/1992), χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση του αναιρεσιβλήτου. Στην προκείμενη περίπτωση ο εκπροσωπήσας τον πρώτο αναιρεσείοντα (Χ1), δικηγόρος, έχοντας την προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα, δήλωσε και η σχετική δήλωση καταχωρίστηκε στα πρακτικά, ότι αυτός παραιτείται από το δικόγραφο της κρινόμενης αναίρεσης. Η δήλωση παραίτησης, αφού έγινε σύμφωνα προς τις διατάξεις που μνημονεύονται στην αρχή της παραγράφου επέφερε τα αποτελέσματά της και πρέπει να θεωρηθεί η αναίρεση ως μη ασκηθείσα καθόσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα και να καταργηθεί η δίκη ως προς αυτόν.
ΙΙ. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ...εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες στους υπ' αριθμούς 1 έως και 5 αναιρεσίβλητους (Ψ1 και Ψ2, ατομικά και ως εκπροσώπους των ανήλικων τέκνων τους Ψ3, Ψ4 και Ψ5, Ψ6 και Ψ7). Οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και, επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΙΙΙ. Από το άρθρο 671 παρ. 1 εδ α' ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, και το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία που εφαρμόζεται για τις διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), προκύπτει ότι κατά την ειδική αυτή διαδικασία το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αλλά τα εκτιμά ελεύθερα κατά το γενικό κανόνα, του άρθρου 340 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ανωτέρω ειδική διαδικασία (ΑΠ 276/2007, 1948/2006, 501/2005, 985/2003). Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεσή τους κατά της 1280/2006 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει δεχθεί την αγωγή αποζημίωσης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, την αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα ότι εκτίμησε την ... έκθεση αίματος της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών-Τμήμα Χημείου, ως κύριο αποδεικτικό μέσο και όχι για την εξαγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας για πράγματα που δεν αναφέρονται σ' αυτά. Οι λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του συνεκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, αφού κατά τη διαδικασία που εκδικάσθηκε η υπόθεση, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα προσκομιζόμενα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν έχουν ορισμένη αποδεικτική δύναμη.
IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 118 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι λόγοι αναίρεσης για να είναι ορισμένοι και συνεπώς παραδεκτοί πρέπει να περιέχουν πλήρη και σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη σε αυτήν πλημμέλεια.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός για να είναι ορισμένος πρέπει να περιλαμβάνει α) τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία της παντελούς ελλείψεως αιτιολογίας, β) τον ισχυρισμό, καθώς και τα προταθέντα προς θεμελίωσή του περιστατικά, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση και τη σύνδεσή του με το διατακτικό, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αα) αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία της έλλειψης αυτής, ββ) αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και γγ) αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι στερείται νόμιμης και βάσιμης αιτιολογίας και καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και η διερεύνηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Ο λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, διότι δεν εκτίθενται οι παραδοχές της απόφασης, οι ισχυρισμοί και τα προταθέντα για θεμελίωσή τους πραγματικά περιστατικά, ως προς τους οποίους παρουσιάζεται η έλλειψη αιτιολογίας και η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Καταργεί τη δίκη κατά το μέρος που αναφέρεται στον αναιρεσείοντα Χ1.
Απορρίπτει την από 3 Απριλίου 2008 αίτηση της Χ2 για αναίρεση της 4421/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την ανωτέρω αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας στο δικαστήριο αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ